Alpha Bank Cyprus Ltd ν. MICHAEL κ.α., Αρ. Αγωγής: 1548/2012, 19/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:A121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1548/2012 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων - και -
- xxxxx MICHAEL
- ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED Εναγόμενων ------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 18.1.2013 Ημερομηνία: 19.12.2019 Εμφανίσεις: Για αιτητή - εναγόμενο 1: κα Ζίγκα, για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ων η αίτηση - ενάγοντες: κα Μιχαήλ, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η βασική αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων είναι για το ποσό των CHF 443.123,71, πλέον συσσωρευμένους τόκους από 1/1/2012 μέχρι 5/4/2012, ύψους CHF 4.661,29, πλέον τόκο 1 μηνός LIBOR με προσαύξηση προς 3,8433% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 5,35% ετησίως από 5/4/2012 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων, 2 φορές το χρόνο, στις 30/6 και 31/
- Η παραπάνω αξίωση των εναγόντων σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης εδράζεται σε γραπτή συμφωνία, ημερομηνίας 21/1/2008, με την οποία παραχώρησαν στον εναγόμενο 1, δάνειο (ALPHA FLEXIHOME), για το ποσό των CHF 385.500,
- Οι ενάγοντες, με μονομερή αίτησή τους, ημερομηνίας 18/6/2012, στις 13/9/2012 εξασφάλισαν διάταγμα, ως ακολούθως: Α. Με το οποίο επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντιγράφου του κλητήριου εντάλματος της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και ειδοποίησης περί αυτού καθώς και μετάφρασης αυτών στον εναγόμενο 1, εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Β. Με το οποίο επιτρέπεται η επίδοση πιστού αντιγράφου του κλητήριου εντάλματος της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και ειδοποίησης περί αυτού καθώς και μετάφρασης αυτών στον εναγόμενο 1, μέσω της δικαιοδοσίας ως προνοείται από τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 44/01 και 1393/
- Γ. Όπως ο εναγόμενος 1 καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, εντός 30 ημερών από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Δ. Όπως σε περίπτωση μη καταχώρησης εμφάνισης, εντός της πιο πάνω προθεσμίας, τότε, οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση, θα θεωρείται ότι έχει επιδοθεί στον εναγόμενο 1, εάν αντίγραφό της αναρτηθεί στον Πίνακα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, για περίοδο πέντε
(5)ημερών. Στις 31/12/2012 επιδόθηκαν στον εναγόμενο 1 στο Ηνωμένο Βασίλειο, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα έγγραφα: πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην ελληνική γλώσσα καθώς και μεταφρασμένο στην αγγλική, πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην ελληνική γλώσσα καθώς και μεταφρασμένο στην αγγλική και τέλος, πιστό αντίγραφο του παραπάνω διατάγματος στα ελληνικά (στο εξής «επίδικο διάταγμα»). Ο εναγόμενος 1, στις 18/1/2013 καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία στην αγωγή καθώς και την υπό κρίση αίτηση, με την οποία, στο πλαίσιο των τριών πρώτων αιτούμενων θεραπειών, κατά βάση ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το επίδικο διάταγμα καθώς και οι σχετικές επιδόσεις που του έγιναν δυνάμει αυτού, για σωρεία λόγων, οι οποίοι, στο σύνολό τους σχεδόν επαναλαμβάνονται και στις τρεις αιτούμενες θεραπείες. Με την τέταρτη αιτούμενη θεραπεία (υπό Δ), μεταξύ άλλων ζητά δηλωτικό διάταγμα ότι οποιαδήποτε επίδοση του έχει γίνει, είναι άκυρη ή παράνομη ή παράτυπη ή αντικανονική ή κακή ή ότι οι ενάγοντες δε συμμορφώθηκαν με τις διατάξεις του Νόμου, των σχετικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και των Ευρωπαϊκών Κανονισμών. Τέλος, με την πέμπτη αιτούμενη θεραπεία (υπό Ε), ζητά οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο να εκδώσει υπό τις περιστάσεις. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της xxxxx Ζαντή, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του εναγόμενου 1. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται σε 11 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της υπαλλήλου τους, xxxxx Χριστοδουλίδη. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης, η οποία θα ιδωθεί σε συνάρτηση με τη ρητή δήλωση των ευπαίδευτων δικηγόρων του εναγόμενου 1, οι οποίοι, κατά την ακρόαση της αίτησης και συγκεκριμένα, στην παράγραφο 2 της γραπτής αγόρευσής τους, αναφέρουν ότι η πλευρά τους περιορίζεται στις θεραπείες και τα επίδικα θέματα που εστιάζει στη γραπτή της αγόρευση και ζητά ως θεραπείες, τις θεραπείες που έχει εφαρμόσει το Ανώτατο Δικαστήριο, στις Πολιτικές Εφέσεις Ε23/13 μέχρι Ε29/13, δηλαδή, όπως εκδοθούν τα σχετικά διατάγματα για διόρθωση των 2 παρατυπιών που υφίστανται και στην παρούσα υπόθεση. Παρατηρώ τα εξής: Η υπό κρίση αίτηση εμπίπτει πλήρως στο πεδίο εφαρμογής των αποφάσεων στις υποθέσεις Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Si Senh Dau κ.ά
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 1935 και Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Si Senh Dau κ.ά., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε23/2013, Ε24/2013, Ε25/2013, Ε26/2013, Ε27/2013, Ε28/2013 και Ε29/2013, ημερομηνίας 12/4/
- Διευκρινιστικά να πω ότι, η δεύτερη, ουσιαστικά είναι συμπληρωματική της πρώτης. Επειδή τα δεδομένα στις παραπάνω υποθέσεις σε πραγματικό και νομικό επίπεδο είναι ίδια ακριβώς με τα δεδομένα της υπό κρίση αίτησης, θα ήθελα να επισημάνω τα εξής: Με την πρώτη από τις παραπάνω εφετειακές αποφάσεις, μεταξύ άλλων αποφασίστηκαν τ' ακόλουθα: Με βάση το εθνικό δίκαιο (Δ.48 Θ.12) και τα νομολογηθέντα είναι δεδομένη η υποχρέωση επίδοσης του διατάγματος που επιτρέπει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Μάλιστα είναι ορθή πρακτική, το Δικαστήριο να περιλαμβάνει όρο στο ίδιο το διάταγμα, για επίδοσή του. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όπου γίνεται πρόνοια στο διάταγμα για το χρόνο εμφάνισης. Ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε το εν λόγω διάταγμα, δε διέταξε την επίδοσή του, οι εφεσείοντες, από τη στιγμή που θεώρησαν σκόπιμο να συμπεριλάβουν στα έγγραφα για επίδοση και αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος στην ελληνική, όφειλαν να το συνοδεύσουν με πιστή μετάφραση στην αγγλική. Ωστόσο, η επί του προκειμένου παράλειψή τους δεν ήταν αρκετή για να ακυρώσει την όλη επίδοση και τούτο, επειδή οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι, δεν ερημοδίκησαν, αλλά εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έστω υπό διαμαρτυρία. Με αυτά δεδομένα, η συγκεκριμένη παράλειψη, θα μπορούσε να θεραπευθεί με την εκ των υστέρων αποστολή πιστής μετάφρασης του εν λόγω διατάγματος στους εφεσίβλητους. Υποδεικνύεται μάλιστα, ότι το διάταγμα, μόνο με την επίδοσή του μαζί με τη μετάφρασή του θα είχε ισχύ έναντι των εφεσίβλητων σύμφωνα με την Δ.48 Θ.
- Με την ίδια πάντοτε απόφαση, καταληκτικά, το μέρος των πρωτόδικων αποφάσεων με το οποίο ακυρώθηκε η επίδοση, για λόγους που άπτονται παραλείψεων σε σχέση με το εθνικό δίκαιο, κρίθηκε εσφαλμένο και τούτο, επειδή - όπως λέχθηκε -, οι όποιες παραλείψεις, θα μπορούσαν υπό τις περιστάσεις των συγκεκριμένων υποθέσεων να θεραπευθούν, σύμφωνα με το πνεύμα που καθορίζει ο ΕΚ 1393/
- Επειδή οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης είναι ίδιες ακριβώς με τις αντίστοιχες στις παραπάνω εφετειακές υποθέσεις και αποτελεί κοινό έδαφος, ότι και εδώ, οι ενάγοντες, μολονότι το επίδικο διάταγμα δε διαλάμβανε για την επίδοσή του στον εναγόμενο 1, εντούτοις θεώρησαν σκόπιμο να το επιδώσουν μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα που του είχαν επιδώσει, πλην όμως, του επέδωσαν μόνο πιστό αντίγραφό του στην ελληνική και όχι και πιστή μετάφρασή του στην αγγλική, το τι θα πρέπει να κάνουν για να θεραπεύσουν την εν λόγω παράλειψή τους, είναι αυτό που υποδεικνύεται από το Εφετείο στην πρώτη από τις παραπάνω αποφάσεις του και για το οποίο δόθηκαν σχετικές οδηγίες με τη δεύτερη απόφασή του. Όμως, επί του προκειμένου, θα επανέλθω. Για να συνεχίσω, με την ίδια εφετειακή απόφαση (την πρώτη) παραπέμφθηκαν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τρία προδικαστικά ερωτήματα αναφορικά το θέμα της επίδοσης της τυποποιημένης Βεβαίωσης που προβλέπεται στο Άρθρο 8 και στο Παράρτημα ΙΙ του ΕΚ 1393/
- Να σημειωθεί ότι σ' εκείνη την υπόθεση αποτελούσε κοινό έδαφος, ότι οι αγγλικές αρχές δε θεώρησαν σκόπιμο να επιδώσουν την εν λόγω Βεβαίωση. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί κοινό έδαφος ότι δεν έχει επιδοθεί η εν λόγω Βεβαίωση και θέση των εναγόντων - σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων τους -, ότι η επίδοσή της είναι υποχρέωση των βρετανικών αρχών και εν πάση περιπτώσει, το όλο θέμα δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απάντησε στα παραπάνω ερωτήματα, με την απόφασή του, ημερομηνίας 16/9/
- Το σχετικό μέρος της περικλείεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από τη δεύτερη εφετειακή απόφαση (ανωτέρω), τη συμπληρωματική: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφασή του στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau Si Senh and Others, C-519/13, ημερ. 16.9.2015, απάντησε ότι ο Κανονισμός 1393/2007 σ' ότι αφορά την προκειμένη περίπτωση έχει την έννοια ότι:- «..η υπηρεσία παραλαβής υποχρεούται σε κάθε περίπτωση και χωρίς να διαθέτει συναφώς περιθώριο εκτιμήσεως να γνωστοποιεί στον παραλήπτη πράξεως ότι έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την παραλαβή της πράξεως αυτής, χρησιμοποιώντας συστηματικά προς τούτο το τυποποιημένο έντυπο του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 1393/
- ............................... ..η εκ μέρους της υπηρεσίας παραλαβής επίδοση ή κοινοποίηση πράξεως στον παραλήπτη της χωρίς επισύναψη του τυποποιημένου εντύπου του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 1393/2007 δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της διαδικασίας, η παράλειψη δε αυτή μπορεί να θεραπευθεί κατά τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.»» Το Εφετείο, υπό το φως της παραπάνω απάντησης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη δεύτερη απόφασή του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλες οι δικονομικές παραλείψεις (εθνικού και ευρωπαϊκού δικαίου) είναι θεραπεύσιμες και καμιά από αυτές οδηγεί σε ακυρότητα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση - με την οποία έγινε δεκτό το αίτημα των εφεσίβλητων για ακύρωση, μεταξύ άλλων, του διατάγματος με το οποίο επετράπη η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγόμενους, του κλητηρίου εντάλματος και της ειδοποίησής του - έδωσε οδηγίες στους εφεσείοντες, όπως εντός 30 ημερών λάβουν όλα τα ενδεικνυόμενα δικονομικά μέτρα για να θεραπεύσουν τις δυο δικονομικές παραλείψεις που είχε εντοπίσει (μη επίδοση της μετάφρασης του διατάγματος που επέτρεψε την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και μη επίδοση της τυποποιημένης Βεβαίωσης δυνάμει του Άρθρου 8 του ΕΚ 1393/2007) που καθώς είχε κριθεί είναι ίδιες και στην παρούσα υπόθεση. Για να επανέλθω στην υπό κρίση αίτηση, παρά την περί αντιθέτου θέση των εναγόντων, η παραπάνω πορεία και στην περίπτωσή τους, αποτελεί μονόδρομο. Επειδή με τον 8ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας απαντώ ως εξής: Αφ' ης στιγμής ο εναγόμενος 1, έστω και την υστάτη και συγκεκριμένα, κατά την ακρόαση της αίτησης, ουσιαστικά εγκατέλειψε το αίτημά του για ακύρωση του επίδικου διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και απλώς επέμενε στη συμμόρφωση των εναγόντων με τις παραπάνω εφετειακές αποφάσεις και κατ' επέκταση και με τη σχετική με αυτές, απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτι που θα γίνει με την έκδοση σχετικών οδηγιών εκ μέρους μου στη συνέχεια και οι ενάγοντες ομολογούν ότι δεν έχουν συμμορφωθεί μέχρι σήμερα είναι φανερό, πως δεν μπορεί να υποβάλλεται βάσιμα εκ μέρους τους, ότι η αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Συγκεφαλαιώνοντας, στο βαθμό που ο εναγόμενος 1, με την τέταρτη αιτούμενη θεραπεία ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδοση του επίδικου διατάγματος - ημερομηνίας 13/9/2012 - στην ελληνική γλώσσα στον ίδιο είναι παράτυπη, ως επίσης, ότι οι ενάγοντες δε συμμορφώθηκαν με τις διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και των Ευρωπαϊκών Κανονισμών και με την πέμπτη αιτούμενη θεραπεία, ζητά οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο να εκδώσει υπό τις περιστάσεις, έχοντας υπόψη τις δυο παρατυπίες που έχω εντοπίσει, για τις οποίες θα δοθούν εκ μέρους μου σχετικές οδηγίες για θεραπεία τους στη συνέχεια, η αίτηση επιτυγχάνει. Κατά τα λοιπά απορρίπτεται. Αναφορικά με τις δυο δικονομικές παραλείψεις που έχω εντοπίσει (μη επίδοση της μετάφρασης του διατάγματος, ημερομηνίας 13/9/2012 καθώς και της τυποποιημένης βεβαίωσης δυνάμει του Άρθρου 8 του ΕΚ 1393/2007), οι ενάγοντες, εντός 45 ημερών από σήμερα, να λάβουν όλα τα ενδεικνυόμενα δικονομικά μέτρα για να τις θεραπεύσουν. Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής: Στη δεύτερη εφετειακή απόφαση (ανωτέρω) παραμερίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία θεωρήθηκε ότι οι διαπιστωθείσες δικονομικές παραλείψεις δεν ήταν θεραπεύσιμες, γεγονός που οδήγησε στην ακυρότητα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Με αυτό δεδομένο, οι εφεσείοντες - ενάγοντες θεωρήθηκαν ως επιτυχόντες διάδικοι και οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι, ως αποτυχόντες διάδικοι. Και τούτο, επειδή υποστήριξαν την πρωτόδικη απόφαση. Ωστόσο, το Εφετείο, παρά την ύπαρξη του γενικού κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι που δικαιολογούν παρέκκλιση, κατά την άσκηση της επί του προκειμένου διακριτικής του ευχέρειας παρέκκλινε από το γενικό κανόνα και στη βάση του σκεπτικού που ακολουθεί εξέδωσε διαταγή, κάθε πλευρά να πληρώσει τα δικά της έξοδα: Έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι εφεσίβλητοι είχαν το δικαίωμα να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους, έστω κι αν θα μπορούσαν να βρουν άλλους πιο απλούς τρόπους για να θεραπεύσουν τις παρατυπίες, παρά να εμμένουν τυπολατρικά στο γράμμα του Νόμου και των Κανονισμών που έγινε αιτία να καθυστερήσει για μερικά χρόνια η εκδίκαση των επτά υπό εκδίκαση υποθέσεων και εκατοντάδων άλλων αγωγών που εκκρεμούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και αλλού. Πέραν τούτου αναγνωρίστηκε ότι τα νομικά ζητήματα που εγέρθηκαν σε σχέση με την επίδοση της τυποποιημένης βεβαίωσης δυνάμει του ΕΚ 1393/2007 ήταν καινοφανή, ακόμη και στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Στην παρούσα υπόθεση καθώς ήδη έχει αναφερθεί, ο εναγόμενος 1, έστω και την υστάτη και συγκεκριμένα, κατά την ακρόαση της αίτησης, σεβόμενος τις παραπάνω εφετειακές αποφάσεις καθώς και αυτή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εγκατέλειψε το αίτημά του για ακύρωση του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και στο μόνο που επέμενε ήταν να συμμορφωθούν και οι ενάγοντες με τις εν λόγω αποφάσεις, κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι στιγμής, εξ ου και η έκδοση των σχετικών οδηγιών εκ μέρους μου. Σε αντίθεση με τη δεύτερη από τις παραπάνω εφετειακές υποθέσεις, στην οποία οι εφεσείοντες - ενάγοντες θεωρήθηκαν επιτυχόντες διάδικοι, εδώ, για λόγους που αναφέρονται στην απόφασή μου, επί της ουσίας της αίτησης, επιτυχών διάδικος, έστω εν μέρει, είναι ο εναγόμενος
- Και με δεδομένο ότι η επιτυχία του καθώς και η επιμονή του όπως η αίτησή του ακουστεί είναι σε συνάρτηση και απότοκο της ανεξήγητης παράλειψης των εναγόντων να συμμορφωθούν με τις παραπάνω εφετειακές αποφάσεις καθώς και με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χρόνια πλέον μετά την έκδοσή τους, θεωρώ πως είναι ορθό και δίκαιο, οι ενάγοντες να του καταβάλουν μέρος των εξόδων του. Και με δεδομένη επίσης, την έκταση της επιτυχίας του στην αίτηση, τα προσδιορίζω σε ποσοστό ½. Δε μου διαφεύγει ότι στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Rachel κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε50/2013, ημερομηνίας 9/9/2019, όπου τα επίδικα θέματα ήταν ίδια ακριβώς με αυτά των πιο πάνω εφετειακών αποφάσεων, η διαταγή του Εφετείου ως προς τα έξοδα, ήταν διαφορετική. Συγκεκριμένα, μολονότι η έφεση είχε απορριφθεί επειδή κρίθηκε ότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν ήταν εφέσιμη, αναφορικά με τα έξοδα της έφεσης εκδόθηκε διαταγή, όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά. Ωστόσο, αυτό έγινε για διαφορετικό λόγο, που καμία σχέση έχει με τα δεδομένα της παρούσας αίτησης. Ο λόγος περικλείεται στο ακόλουθο απόσπασμα: «Για τα έξοδα της έφεσης έχουν σημασία τα ακόλουθα: (α) η νομοθεσία για το εφέσιμο τροποποιήθηκε το 2017, τέσσερα χρόνια μετά την καταχώρηση της έφεσης. Η δε νομολογία η ερμηνευτική του νέου άρθρου 25 έχει εκδοθεί κατά τα έτη 2018-2019 (β) αμφότεροι οι διάδικοι δεν επέδειξαν προθυμία να συνεκδικάσουν τις εφέσεις ή να τις εντάξουν σε κοινό πλαίσιο εξέτασης, όπως ήδη εξηγήσαμε. Συνεπώς κρίνουμε ορθότερο όπως, αναφορικά με την έφεση, η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα δικά της έξοδα.» Κατά συνέπεια, τα έξοδα της αίτησης, σε ποσοστό ½, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου 1 και σε βάρος των εναγόντων. (Υπ.) ................ Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση παραμερισμού διατάγματος εκτός δικαιοδοσίας και των σχετικών με αυτό επιδόσεων.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο