← Κύπρος

OTIS ELEVATOR (CYPRUS) LTD ν. ΜΟΥΖΟΥΡΗΣ, Αρ. Αγωγής: 377/2012, 7/1/2019

OTIS ELEVATOR (CYPRUS) LTD ν. ΜΟΥΖΟΥΡΗΣ, Αρ. Αγωγής: 377/2012, 7/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 377/2012 ΜΕΤΑΞΥ: OTIS ELEVATOR (CYPRUS) LTD, εκ Λεμεσού Εναγόντων -και- XXXXX ΜΟΥΖΟΥΡΗΣ (Δ.Τ.[...]), εκ Λάρνακος Εναγόμενου Ημερομηνία꞉ 7.1.2019 Εμφανίσεις꞉ Για τους Ενάγοντες꞉ κ. Α. Ευσταθίου, για Α. Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο꞉ κ. Α. Λάντος, για Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η αξίωση των Eναγόντων εναντίον του Eναγομένου είναι: Α. €6.813,05- δυνάμει οφειλόμενου ποσού και/ή έναντι λογαριασμού και/ή δυνάμει τιμολογίων ή ως μη καταβληθέν τίμημα διά προμήθεια ή εγκατάσταση ενός

(1)ανελκυστήρα εντός υποστατικού του Εναγόμενου και/ή για εκτελεσθείσες εργασίες και/ή για υπηρεσίες και/ή για παράβαση συμφωνίας με αριθμόν G1NE0731 και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας με αριθμόν G1NE0731 και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού ή/και άλλως ως διαλαμβάνεται στην Έκθεση Απαίτησης. Β. Συμφωνηθέντα τόκο 9% επί ποσού €6.813,05- από 22/10/2017 μέχρι τελείας εξοφλήσεως ή νόμιμο τόκο επί ποσού €6.813,05- από 22/10/2007 μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Γ. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης. Η Εκδοχή γεγονότων που δικογράφησαν οι Ενάγοντες στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα έχει ως εξής꞉ Οι Ενάγοντες ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, με έδρα των εργασιών της στη Λεμεσό και ασχολείται με την εισαγωγή, εμπορία, τοποθέτηση, συντήρηση και επιδιόρθωση ανελκυστήρων και άλλων μηχανημάτων και/ή με τη διεξαγωγή άλλων συναφών εργασιών. Ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πρόεδρος και/ή μέλος διαχειριστικής επιτροπής και/ή ιδιοκτήτης και/ή συνιδιοκτήτης και/ή είχε την κάρπωση, χρήση και εκεμετάλλευση ενός υποστατικού στο Παραλίμνι. Κατά ή περί την 1.3.2007, δυνάμει γραπτής συμφωνίας με αριθμό G1NE0731 οι Ενάγοντες ανέλαβαν την προμήθεια (πώληση) και/ή τοποθέτηση και/ή εγκατάσταση ενός ανελκυστήρα τύπου 02000Ε, με κωδικό unit G1NE0731 στο πιο πάνω υποστατικό του Εναγόμενου έναντι συνολικού ποσού €17.513,16σ. (Λ.Κ. 20.250,00σ), πλέον ΦΠΑ, το οποίο θα πληρωνόταν σε τρεις δόσεις ως εξής: €3.502,63 (Λ.Κ. 2.050,00σ) πλέον ΦΠΑ, με την υπογραφή της συμφωνίας. €10.507,90σ (Λ.Κ. 6.150,00σ) πλέον ΦΠΑ, με την άφιξη του ανελκυστήρα και/ή των άλλων παραγγελθέντων εμπορευμάτων, στις αποθήκες των Εναγόντων στην Κύπρο, με ταυτόχρονη ειδοποίηση του Εναγομένου για την άφιξή τους. €3.502,63σ (Λ.Κ. 2.050,00σ) πλέον ΦΠΑ, με την αποπεράτωση της εγκατάστασης. Ήταν ρητός και /ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ότι αν ο Εναγόμενος αρνήτο ή παρέλειπε να συμμορφωθεί με τους όρους πληρωμής, οι Ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα να αποστείλουν στον Εναγόμενο ειδοποίηση προθεσμίας 7 ημερών προς συμμόρφωση. Αν πάλι αρνείτο ο Εναγόμενος να συμμορφωθεί, τότε οι Ενάγοντες θα είχαν δικαίωμα να τερματίσουν την εν λόγω συμφωνία και να κρατήσουν οποιαδήποτε ποσά καταβλήθηκαν μέχρι τότε από τον Εναγόμενο έναντι του τιμήματος πώλησης ως ανωτέρω. Ήταν συγχρόνως ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ότι η εγκατάσταση του ανελκυστήρα θα συμπληρωνόταν μέχρι τις 10/5/
  1. Αφότου υπεγράφη η συμφωνία, οι Ενάγοντες προχώρησαν στην προμήθεια (πώληση) και εγκατάσταση και παράδοση του επίδικου ανελκυστήρα στο επίδικο υποστατικό του Εναγόμενου, εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας. Ο Εναγόμενος κατέβαλε στους Ενάγοντες διάφορα ποσά κατά διαστήματα, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να συμμορφωθεί με όλους τους όρους πληρωμής ως η συμφωνία τους. Συγκεκριμένα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγόντων, με επιστολές ημερ. 10/9/2010, 4/3/2011 και 13/1/2012, ο Εναγόμενος παραλείπει και/ή αμελεί και/ή αρνείται την καταβολή του οφειλόμενου ποσού ύψους €6.813,05σ, πλέον τόκους από 22/10/2017 μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Εξακολουθεί να οφείλει στους Ενάγοντες το εν λόγω ποσό. Ο Εναγόμενος αρνείται την εκδοχή των Εναγόντων. Συγκεκριμένα, στην Έκθεση Υπεράσπισής του, ο Εναγόμενος εκθέτει τη δική του εκδοχή γεγονότων ως εξής꞉ Αρνείται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός ήταν Πρόεδρος και/ή μέλος του επίδικου υποστατικού, αλλά παραδέχεται ότι υπέγραψε τη γραπτή συμφωνία ημερ. 1.3.2007 που δικογράφησαν οι Ενάγοντες. Ισχυρίζεται ότι με την υπογραφή της συμφωνίας ο ίδιος κατέβαλε πράγματι το ποσό των €3.502,63σ (Λ.Κ. 2.050). Παραδέχεται ότι έγινε η εγκατάσταση του επίδικου ανελκυστήρα από τους Ενάγοντες, αλλά αρνείται ότι η εγκατάστση έγινε εντός του συμφωνημένου χρόνου. Αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες και ισχυρίζεται ότι αυτός εξόφλησε ολόκληρο το ποσό της συμφωνίας, καταβάλλοντας ποσά ως εξής: Με την υπογραφή της συμφωνίας, το ποσό των €3.502,63σ (Λ.Κ. 2.050). Στις 3.7.2007, το ποσό των €5.125,80σ (Λ.Κ. 3.000). Στις 31/7/2007, το ποσό των €3.417,20σ (Λ.Κ. 2.000). Στις 22/10/2007, το ποσό των €8.543,00σ (Λ.Κ. 5.000). Στις 28/7/2008, το ποσό των €538,21σ (Λ.Κ. 315). Δηλαδή, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι πλήρωσε συνολικά ΛΚ12.365 (€21.126,85σ.) και έτσι εξόφλησε το συμβόλαιό του. Παραδέχεται ο Εναγόμενος ότι αυτός έλαβε ορισμένες επιστολές από τους Ενάγοντες και θέτει σε αμφιβολία το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών ως εξής: Στην επιστολή ημερ. 10/9/2010 οι Ενάγοντες ζητούν από τον Εναγόμενο το ποσό των €10.342,08σ. χωρίς να κάνουν αναφορά για ποιο Συμβόλαιο απαιτούν το ποσό αυτό. Στην επιστολή ημερ. 4/3/2011 οι Ενάγοντες ζητούν από τον Εναγόμενο ποσό €2.631,69σ. χωρίς να κάνουν αναφορά για ποιο Συμβόλαιο απαιτούν το ποσό αυτό. Στην επιστολή ημερ. 13/1/2012 οι Ενάγοντες πληροφορούν τον Εναγόμενο ότι τερματίζουν τη συμφωνία, χωρίς να κάνουν αναφορά για ποια συμφωνία και για ποιο ανελκυστήρα αναφέρονται. Για τους πιο πάνω λόγους, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί, με έξοδα εναντίον των Εναγόντων. Σε Απάντηση που καταχώρησαν οι Ενάγοντες εγείρονται οι εξής απαντητικοί ισχυρισμοί꞉ Αρνούνται κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του Εναγόμενου περί εξόφλησης της μεταξύ τους συμφωνίας, ως ανυπόστατο και μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Αντ'αυτού, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το ποσό που ο Εναγόμενος κατέβαλε προς αυτούς ανέρχεται συνολικά σε €13.668,80σ., πληρώνοντάς το ως εξής: Με επιταγή ημερ. 3/7/2007, ποσό €5.125,80σ (Λ.Κ. 3000). Με επιταγή ημερ. 22/10/2017, ποσό €8.543,00σ (Λ.Κ. 5.000). Ως εκ των πιο πάνω, ο Εναγόμενος εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €6.813,05σ., το οποίο αξιώνουν οι Ενάγοντες. Αρνούνται οι Εναγόμενοι ότι υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εγκατάσταση του επίδικου ανελκυστήρα και καλούν τον Εναγόμενο σε αυστηρή απόδειξη του ισχυρισμού του. Λένε, συγχρόνως, ότι, εάν αποδειχθεί ότι υπήρξε καθυστέρηση, τότε αυτή οφείλεται αποκλειστικά σε ενέργειες του Εναγόμενου. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, προσήλθε στο Δικαστήριο μία μόνο μάρτυρας, η κα XXXXX Γιάγκου (στο εξής «η ΜΕ1»), ενώ από πλευράς Εναγομένου, μαρτυρία έδωσε μόνο ο ίδιος (στο εξής «ο ΜΥ1»). Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της υπόθεσης με τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίες υπεβλήθηκαν στο Δικαστήριο γραπτώς. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕ
  2. Η ΜΕ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής της δήλωσης (βλ. Έγγραφο Α), όπου αναφέρονται τα εξής꞉ · Η ΜΕ1 βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων και προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπεύθυνη εισπράξεων στο λογιστήριο στα κεντρικά γραφεία της Ενάγουσας στη Λεμεσό και είναι εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες να δώσει μαρτυρία. Ισχυρίστηκε ότι ως εκ της θέσης της αυτής, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, καθώς επίσης έλαβε πλήρη και ολοκληρωμένη ενημέρωση από τα εξής τέσσερα άλλα άτομα꞉ - Τον κ. XXXXX Χατζιαντωνίου, ο οποίος χειριζόταν την υπόθεση μέχρι την 1.3.2009 στο λογιστήριο των Εναγόντων. - Την κα XXXXX Πιτσιλλίδου του Τμήματος Πωλήσεων των Εναγόντων. - Τον κ. XXXXX Γιάγκου του Τεχνικού Τμήματος των Εναγόντων. - Τον κ. XXXXX Κουνναφή του Τεχνικού Τμήματος των Εναγόντων. · Η ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, τα αποτελέσματα έρευνας στην επίσημη σελίδα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, αναφορικά με τη σύσταση της εταιρείας των Εναγόντων με αρ. ΗΕ
  3. · Επανέλαβε η ΜΕ1 τη θέση που δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος ήταν ο ιδιοκτήτης ή ο χρήστης ή/και αυτός που είχε την εκμετάλλευση του υποστατικού στο οποίο συμφωνήθηκε να εγκαταστήσουν οι Ενάγοντες τον επίδικο ανελκυστήρα. · Η ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α αντίγραφο της επίδικης συμφωνίας πώλησης του ανελκυστήρα, ημερ. 1.3.2007, υποδεικνύοντας ότι το πρωτότυπο αυτής κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου σε προγενέστερο στάδιο, ως επισυνημμένο στην ένορκη δήλωση της κας Πωλίνας Παναγίδου, ημερ. 23.5.2012, όταν οι Ενάγοντες αξίωναν την έκδοση απόφασης ερήμην του Εναγομένου λόγω παράλειψης εμπρόθεσης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης. · Ήταν η θέση της ΜΕ1 (βλ. την παρα. 11 του Εγγράφου Α) ότι με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, ανοίχτηκε στο σύστημα των Εναγόντων σχετική ημερίδα σε λογαριασμό επ' ονόματι του Εναγόμενου. Εκδίδονταν τιμολόγια και πιστωνόταν ο λογαριασμός με τις εκάστοτε πληρωμές στις οποίες προέβαινε ο Εναγόμενος έναντι του χρέους του, ως οι όροι της επίδικης συμφωνίας ημερ. 1.3.
  4. · Αναλυτική Κατάσταση του λογαριασμού που άνοιξαν οι Ενάγοντες επ' ονόματι του Εναγομένου παρουσιάστηκε και κατατέθηκε από την ΜΕ1 ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. Διευκρίνισε η ΜΕ1 στην παρα. 12 του Εγγράφου Α (βλ. τη δεύτερη υποπαράγραφο αυτής) ότι η πρώτη σελίδα της Κατάστασης Λογαριασμού δείχνει την οφειλή του Εναγόμενου τόσο για την εγκατάσταση του ανελκυστήρα όσο και για τη συντήρησή του. Στις υπόλοιπες δύο σελίδες, διαχωρίζεται ο λογαριασμός ώστε να φαίνεται ξεχωριστά το ποσό που αφορούσε σε οφειλή για την εγκατάσταση και ξεχωριστά το ποσό που αφορούσε στη συντήρηση του ανελκυστήρα. · Παρουσίασε και κατέθεσε η ΜΕ1 τέσσερα ξεχωριστά τιμολόγια που, ως ισχυρίζεται, εξέδωσαν οι Ενάγοντες και απέστειλαν ταχυδρομικώς στον Εναγόμενο στη διεύθυνση που ο ίδιος τους υπέδειξε. Πρόκειται για τα εξής꞉ - Τιμολόγιο αρ. 142, ημερ. 24.4.2007, για το ποσό των Λ.Κ.2.357,50σ., ήτοι €4.028,02σ. (βλ. Τεκμήριο 4Α υπό Έγγραφο Α). - Τιμολόγιο αρ. 197, ημερ. 20.6.2007, για το ποσό των Λ.Κ.7.072,50σ., ήτοι €12.084,08σ. (βλ. Τεκμήριο 4Β υπό Έγγραφο Α). - Τιμολόγιο αρ. 024263, ημερ. 12.10.2007, για το ποσό των Λ.Κ. 2.357,50σ., ήτοι €4.028,02σ. (βλ. Τεκμήριο 4Γ υπό Έγγραφο Α). - Τιμολόγιο αρ. 024264, ημερ. 12.10.2007, για το ποσό των Λ.Κ.200, ήτοι €341,72σ. (Τεκμήριο 4Δ υπό Έγγραφο Α). · Ήταν η θέση της ΜΕ1 ότι η ίδια προσκόμισε αντίγραφα των πιο πάνω τιμολογίων, αφού τα πρωτότυπα στάληκαν στον Εναγόμενο και ουδέποτε επιστράφηκαν. · Ήταν, συγχρόνως, η θέση της ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος δεν επικοινώνησε ποτέ με τους Ενάγοντες για να παραπονεθεί για αδικαιολόγητες χρεώσεις, ούτε για ισχυριστεί ότι δεν παραλάμβανε οποιαδήποτε τιμολόγια. · Η ΜΕ1 ισχυρίστηκε επίσης ότι ο Εναγόμενος έκανε μόνο δύο πληρωμές προς τους Ενάγοντες έναντι του χρέους του, ήτοι στις 3.7.2007 και στις 22.10.2007 για ποσά ΛΚ. 3000 και ΛΚ 5.000, αντίστοιχα. Παρουσίασε και κατέθεσε αντίγραφα των αποδείξεων πληρωμών ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, υποδεικνύοντας ότι τα πρωτότυπα πρέπει να βρίσκονται στην κατοχή του Εναγόμενου. · Κατέληξε η ΜΕ1 να ισχυρίζεται ότι, μετά τις πιο πάνω δύο αναφερόμενες πληρωμές που έκανε ο Εναγόμενος όσον αφορά την επίδικη συμφωνία εγκατάστασης του ανελκυστήρα, το ποσό που απέμεινε να οφείλεται από τον Εναγόμενο ανέρχεται σε €6.813,05σ.. · Με βάση πληροφορίες που έλαβε από το Τεχνικό Τμήμα των Εναγόντων, η ΜΕ1 δήλωσε ότι ο ανελκυστήρας με αριθμό unit G1NE0731 εγκαταστάθηκε πλήρως, σε ικανοποιητική και λειτουργίσιμη κατάσταση, πληρώντας απόλυτα τους όρους της επίδικης συμφωνίας, στο υποστατικό του Εναγόμενου στις 23.10.
  5. Αντίγραφο του σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης του ανελκυστήρα κατατέθηκε από την ΜΕ1 ως Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α. Επεσήμανε η ΜΕ1 ότι το πρωτότυπο του ιδίου πρωτοκόλλου παράδοσης βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου ως επισυνημμένο στην ένορκη δήλωση της κας Πωλίνας Παναγίδου ημερ. 23.5.
  6. · Σχετική Πιστοποίηση Τελικού Ελέγχου ότι ο ανελκυστήρας που παραδόθηκε στο υποστατικό του Εναγόμενου πληρούσε τις απαιτήσεις της Οδηγίας 95/16/ΕΚ εκδόθηκε στις 15.10.2007 (βλ. το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α). Για την έκδοσή του οι Ενάγοντες αποτάθηκαν σε ανεξάρτητο φορέα πιστοποίησης και δαπάνησαν το ποσό των Λ.Κ. 297,16σ (€341,72σ). Για την κάλυψη της δαπάνης αυτής, οι Ενάγοντες εξέδωσαν προς τον Εναγόμενο το τιμολόγιο ως το Τεκμήριο 4Δ υπό Έγγραφο Α. · Τέλος, η ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφα των επιστολών που οι δικηγόροι των Εναγόντων απέστειλαν με συστημένο Ταχυδρομείο στον Εναγόμενο στις 10.9.2010 και στις 4.3.2011 (βλ. τα Τεκμήρια 8Α και 8Β υπό Έγγραφο Α, αντίστοιχα), καλώντας τον να πληρώσει το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Περαιτέρω, η ΜΕ1 κατέθεσε αντίγραφο της επιστολής τερματισμού που οι δικηγόροι των Εναγόντων απέστειλαν στον Εναγόμενο στις 13.1.2012, λόγω της συνεχούς παράλειψής του να εξοφλήσει το υπόλοιπο λογαριασμού του (βλ. το Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α). Ήταν η θέση της ΜΕ1 ότι τα πρωτότυπα των εν λόγω επιστολών πρέπει να βρίσκονται στην κατοχή του Εναγόμενου, στον οποίο είχαν σταλεί. Απαντώντας σε διευκρινιστική ερώτηση του συνηγόρου των Εναγόντων, η ΜΕ1 απάντησε ότι η πληροφόρηση που είχε από τους δικηγόρους των Εναγόντων οι οποίοι είχαν λάβει εντολή από την ίδια τη ΜΕ1 να στείλουν στον Εναγόμενο τις εν λόγω επιστολές, αυτές όντως στάληκαν και πρέπει να παραλήφθηκαν από τον Εναγόμενο. · 'Εχοντας μελετήσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Εναγομένου και ιδιαίτερα την παράγραφο 5 της Υπεράσπισης του, η ΜΕ1 έκρινε σκόπιμο να απαντήσει, λέγοντας τα εξής: (α) Είναι η θέση των Εναγόντων ότι εξ υπαιτιότητάς του Εναγομένου σημειώθηκε καθυστέρηση στην εγκατάσταση και παράδοση του ανελκυστήρα με κωδικό unit G1NE0731, λόγω του ότι ο Εναγόμενος αρνείτο, παρέλειπε και αμελούσε να καταβάλει τα συμφωνημένα ποσά στους Ενάγοντες, παραβιάζοντας έτσι τον όρο 2 επί της συμφωνίας ημερομηνίας 1.3.
  7. (β) Περαιτέρω, εξ' όσων η ΜΕ1 έχει πληροφορηθεί από το Τεχνικό Τμήμα των Εναγόντων, ο Εναγόμενος αρνείτο, αμελούσε και παρέλειπε να εκτελέσει τους όρους 12[1] και 14[2] επί της εν λόγω γραπτής συμφωνίας, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να υποστούν μεγάλη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της εγκατάστασης και παράδοσης σε λειτουργία του ανελκυστήρα στον Εναγόμενο. Οι Ενάγοντες δεν αποδέχονται οποιαδήποτε ευθύνη στην καθυστέρηση παράδοσης του ως άνω ανελκυστήρα, βάσει και του όρου 9[3] επί της αναφερόμενης γραπτής συμφωνίας. Αντεξετάστηκε η ΜΕ1 από το συνήγορο Υπεράσπισης, ο οποίος της έθιξε τα εξής σημεία꞉ · Πρώτον, αμφισβητήθηκε το αν η ΜΕ1 έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Η ΜΕ1 δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι τα γεγονότα όσον αφορά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δεν τα έζησε προσωπικά, παρά μόνον τα πληροφορήθηκε από τους προκατόχους της. Τούτο διότι η επίδικη συμφωνία συνήφθη την 1.3.2007, ενώ η ίδια το 2009 άρχισε να εργάζεται στους Ενάγοντες. · Δεύτερον, αφμισβητήθηκε το αν η ΜΕ1 γνώριζε το πρόσωπο που υπέγραψε εκ μέρους των Εναγόντων την επίδικη συμφωνία. Συγκεκριμένα, της ζητήθηκε να δει την επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο A) που η ίδια είχε καταθέσει στο Δικαστήριο ως τεκμήριο και να πει ποιος υπέγραψε για τους Ενάγοντες. Η μόνη απάντηση που μπόρεσε να δώσει η ΜΕ1 ήταν ότι πρέπει να υπέγραψε «ο τότε διευθυντής, γιατί αυτός έχει την εξουσιοδότηση να υπογράφει για υπογραφή συμφωνιών νέων έργων», χωρίς όμως να θυμάται η ίδια ποιος ήταν τότε διευθυντής, επικαλούμενη ως δικαιολογία ότι «άλλαξαν διάφοροι διευθυντές». Θα έπρεπε να συσχετίσει την υπογραφή που υπάρχει στην επίδικη συμφωνία, μαζί με τις υπογραφές που υπάρχουν σε άλλα έγγραφα, για να μπορεί η ίδια να καταλάβει ποιου είναι. · Τρίτον, αμφισβητήθηκε η αλήθεια του περιεχομένου της Κατάστασης Λογαριασμού που κατέθεσε η ΜΕ1 ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α, επί τω ότι δεν εμφανίζει την πληρωμή του ποσού της προκαταβολής που προβλεπόταν να γίνει «με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας», ήτοι του ποσού των €3.502,63σ (Λ.Κ. 2.050). Η ΜΕ1 απάντησε ότι πράγματι δεν φαίνεται τέτοια πληρωμή και τούτο διότι ουδέποτε δόθηκε τέτοιο ποσό. Ερωτηθείσα να πει πως το γνωρίζει αυτό, εφόσον η ίδια δεν ήταν στην υπηρεσία της εταιρείας κατά την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης υσμφωνίας, η ΜΕ1 απάντησε λέγοντας «Ελέγχοντας στο αρχείο δεν βρήκα κάποιο έγγραφο σχετικό με αυτήν την πληρωμή.». Υποβλήθηκε στην ΜΕ1 η θέση της Υπεράσπισης ότι «η προκαταβολή πληρώθηκε την ημέρα που υπογράφηκε η σύμβαση, στο πρόσωπο το οποίο υπέγραψε και τη σύμβαση». Η αντίδραση της ΜΕ1 στη θέση αυτή ήταν ότι «Θα πρέπει τότε να μας φέρετε κάποια απόδειξη που να δείχνει αυτήν την πληρωμή ή κάποιον αριθμό επιταγής, γιατί απ' ό,τι είδα οι πληρωμές γίνονταν με επιταγές. Η τράπεζα θα μπορεί να μας πει αν ξεκαθαρίστηκε κάποια επιταγή επιπλέον από αυτές που έχουμε εδώ.». · Τέταρτον, υποβλήθηκε στην ΜΕ1 ότι το πρόσωπο που υπηρετούσε ως Διευθυντής της εταιρείας των Εναγόντων καθ' ον χρόνο υπεγράφη η σύμβαση, και ο οποίος, ως η θέση του Εναγομένου έλαβε από αυτόν το ποσό της προκαταβολής με την υπογραφή της συμφωνίας, έφυγε από την εταιρεία λόγω κάποιων οικονομικών ατασθαλιών. Η ΜΕ1 απάντησε ότι η ίδια δεν μπορεί να γνωρίζει αν συνέβηκε κάτι τέτοιο, εφόσον δεν γνωρίζει κατ' αρχάς ποιος ήταν ο διευθυντής την τότε περίοδο. · Πέμπτον, αντεξετάσθηκε όσον αφορά τα τιμολόγια που παρουσίασε η ΜΕ1 (Τεκμήρια 4Α, 4Β, 4Γ υπό Έγγραφο Α) και ερωτήθηκε σχετικά με το ποιος τα υπέγραψε ως εκδότης. Η ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι δεν είχαν εκδοθεί από την ίδια, αλλά από άλλη συνάδελφος της στο Λογιστήριο, ονόματι «Βασιλική». · Έκτον, αντεξετάσθηκε ως προς τις δύο αποδείξεις πληρωμής που κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α. Ζητήθηκε από τη ΜΕ1 να πει αν αναγνωρίζει ποιο πρόσωπο υπέγραψε στις αποδείξεις πληρωμής που δόθηκαν στον Εναγόμενο κατά την είσπραξη των αναφερόμενων στις αποδείξεις ποσών. Η ΜΕ1 αναγνώρισε ότι η υπογραφή δεν είναι δική της, αλλά του κ. Κουναφή, που ήταν ο τότε εργοδηγός, υπεύθυνος για το έργο. Ο εν λόγω κ. Κουνναφής δεν εργάζεται πλέον στους Ενάγοντες, αφού αφυπηρέτησε πριν από ένα ή δύο χρόνια. Κληθείσα να πει μήπως η μία εκ των δύο αποδείξεων φέρει την υπογραφή του κ. XXXXX Νικολαΐδη, ως είναι η θέση του Εναγόμενου, η ΜΕ1 απάντησε ότι δεν υπήρχε ποτέ τέτοιο όνομα στην υπηρεσία των Εναγόντων. Δεν θυμόταν να υπήρχε ως υπάλληλος των Εναγόντων, αλλά θα μπορούσε να γνωρίζει καλύτερα το τεχνικό τμήμα της εταιρείας. · Έβδομο, υπεδείχθη στη ΜΕ1 ότι στη μία απόδειξη αναγράφεται ότι το ποσό των ΛΚ5000 πληρώθηκε για το λογαριασμό GINEO731, ενώ στη δεύτερη απόδειξη το ποσό των ΛΚ3000 αναφέρεται ότι πληρώθηκε για το λογαριασμό GINEO
  8. Η ΜΕ1 απάντησε ότι «μπορεί εκ παραδρομής» να γράφτηκε διαφορετικός αριθμός στις αποδείξεις, αλλά η επίδικη συμφωνία και τα χρήματα που εισπράχθηκαν αφορούσαν στο GINEO
  9. Οι Ενάγοντες δεν διατηρούσαν άλλο λογαριασμό στο όνομα του Εναγόμενου. · Όγδοο, αντεξετάστηκε η ΜΕ1 αναφορικά με το περιεχόμενο της Κατάστασης Λογαριασμού (Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α). Όπως είχε αναφέρει η ίδια, η πρώτη σελίδα αφορούσε τόσο τη χρέωση εγκατάστασης όσο και τη χρέωση συντήρησης. Για το ποσό της συντήρησης, η ΜΕ1 γνώριζε ότι οδηγήθηκε στο Δικαστήριο ξεχωριστή υπόθεση και ότι το αποτέλεσμα της δίκης ήταν υπέρ του πελάτη. Ο μόνος λόγος που το Τεκμήριο 3 εξακολουθούσε να εμφανίζει υπόλοιπο που σχετιζόταν με τις χρεώσεις για τη συντήρηση του ανελκυστήρα, είναι διότι η ίδια έφερε την αρχική κατάσταση λογαριασμού. Δεν τύπωσε καινούργια κατάσταση που να δείχνει «0» το υπόλοιπο της συντήρησης, γιατί δεν ήξερε ότι θα ζητηθεί. Θα μπορούσε όμως να το κάνει. Αυτή ήταν η απάντηση της ΜΕ
  10. · Έννατο, υπεβλήθη στη ΜΕ1 ότι, μέσω του κ. Χάρη Νικολαϊδη, στις 28.7.2007 στάλθηκαν από τον Εναγόμενο προς τους Ενάγοντες ποσό €2.000, ποσό που δεν φαίνεται στην Κατάσταση Λογαριασμού ότι πληρώθηκε. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι η πληρωμή αυτή έγινε με επιταγή. Η ΜΕ1 απάντησε στη θέση της Υπεράσπισης, λέγοντας ότι «Ουδέποτε δεν μας έχουν αναφέρει ξανά γι' αυτήν την επιταγή. Ελέγχοντας το αρχείο δεν βρήκα οποιανδήποτε απόδειξη ή κάτι που να παραπέμπει σε αυτήν την επιταγή, ούτε το όνομα που λέει ο κύριος Λάντος μου λέει κάτι, δεν θυμάμαι να είχαμε ποτέ τέτοιο υπάλληλο.». · Δέκατο, υπεδείχθη στη ΜΕ1 η επιστολή ημερ. 22.10.2007 ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, την οποία φέρεται να υπογράφει κάποιος «Εκ μέρους της MOUZOURIS, Αρ. δελτίου ταυτότητας ΧΧΧΧ[4]», και η οποία επιστολή απευθύνεται προς τους Ενάγοντες και λέγει ότι ο υπογράφων παρέλαβε στις 22.10.2017 τον ανελκυστήρα «GINE0731» πλήρως εγκατεστημένο στο κτίριο MOUZOURIS ΣΤΟ PARALIMNI και ότι πληροί απόλυτα τους όρους της συμφωνίας. Ερωτήθηκε η ΜΕ1 αν γνωρίζει ποιος υπέγραψε αυτό το έγγραφο. Δεν γνώριζε η ΜΕ1 να πει. Ούτε γνωρίζει την υπογραφή του Εναγόμενου, γι'αυτό και δεν μπορούσε να πει αν ήταν δική του υπογραφή. Δεν γνώριζε η ΜΕ1 ούτε αν ο συγκεκριμένος αριθμός ταυτότητας που αναγράφεται στο εν λόγω έγγραφο ανήκει στον Εναγόμενο. Της υπεδείχθη ο αριθμός ταυτότητας του Εναγόμενου ως αναγράφεται στην επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α) και αναγνώρισε ότι ήταν διαφορετικός από τον αριθμό ταυτότητας που αναγράφεται στο Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α. Πέραν αυτού η ΜΕ1 ερωτήθηκε αν η ίδια έχει τεχνική κατάρτιση για να κρίνει αν ο ανελκυστήρας πληρούσε τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται στη Βεβαίωση Τεχνικού Ελέγχου ως το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α που η ίδια κατέθεσε στο Δικαστήριο. Απάντησε η ΜΕ1 ότι δεν έχει τέτοια γνώση. · Ενδέκατο, αντεξετάστηκε η ΜΕ1 αναφορικά με τις διάφορες διευθύνσεις στις οποίες απευθύνονταν οι επιστολές που η ίδια κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τα Τεκμήρια 8Α, 8Β και 9 υπό Έγγραφο Α. Όπως φαίνεται από τα εν λόγω έγγραφα꞉ - Η επιστολή ημερ. 10.9.2010 απευθυνόταν στον Εναγόμενο στη διεύθυνση «XXXXX 35, XXXXX XXXXX, Λάρνακα» (βλ. Τεκμήριο 8Α υπό Έγγραφο Α). Συνοδεύεται με απόδειξη κατάθεσης ταχυδρομικού αντικειμένου για ταχυδρόμιση στις 16.9.
  11. Πληροφορούσε τον Εναγόμενο για χρεωστικό υπόλοιπο €10.342,
  12. - Η επιστολή ημερ. 4.3.2011 απευθυνόταν στον Εναγόμενο στη διεύθυνση «XXXXX 3, XXXXX Λεμεσός» (βλ. Τεκμήριο 8Β υπό Έγγραφο Α). Συνοδεύεται με απόδειξη κατάθεσης ταχυδρομικού αντικειμένου για ταχυδρόμιση στις 9.3.
  13. Πληροφορούσε τον Εναγόμενο για χρεωστικό υπόλοιπο €2.631,69σ. - Η επιστολή ημερ. 13.1.2012 απευθυνόταν στον Εναγόμενο στη διεύθυνση «XXXXXX 35, XXXXX XXXXX, Λάρνακα» (βλ. Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α). Συνοδεύεται με απόδειξη κατάθεσης ταχυδρομικού αντικειμένου για ταχυδρόμιση σε ημερομηνία που δεν είναι ευδιάκριτη - ευανάγνωστη επί της σφραγίδας. Πληροφορούσε τον Εναγόμενο για τερματισμό της συμφωνίας λόγω μη ανταπόκρισής του στις προηγούμενες δύο επιστολές. · Κλήθηκε η ΜΕ1 να εξηγήσει αν οι Έναγοντες έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή από τον Εναγόμενο που να τους ενημερώνει ότι άλλαζε συνεχώς διευθύνσεις. Απάντησε η ΜΕ1 λέγοντας «Επιστολή όχι, αλλά μας ενημέρωνε προφορικώς. Πού ζητούσε να στέλνουμε την αλληλογραφία.». Ισχυρίστηκε η ΜΕ1 ότι αυτή η προφορική ενημέρωση εδίδετο από τον Εναγόμενο προς τους προκατόχους της, ήτοι στον κ. XXXXX Χ'' Αντωνίου. Αυτό της δήλωσε ο κ. Χ''Αντωνίου όταν η ΜΕ1 εκδήλωσε την ίδια απορία, γιατί υπήρχαν διαφορετικές διευθύνσεις στις επιστολές. Διερωτήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης γιατί τότε η Αναλυτική Κατάσταση Λογαριασμού ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α που τηρήτο για τον Εναγόμενο εμφάνιζε τη διεύθυνση «XXXXX 35, XXXXX» και δεν άλλαζε και εκεί τη διεύθυνση διαμονής του. Ισχυρίστηκε η ΜΕ1 ότι εκείνη ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση του Εναγομένου, γι'αυτό και εκείνην έδειχνε στο σύστημα. Επεσήμανε ο συνήγορος Υπεράσπισης οτι οι επιστολές ως τα Τεκμήρια 8Α και 8Β υπό Έγγραφο Α είναι από τους δικηγόρους των Εναγόντων που συντάχθηκαν και σταληκαν, όχι από τους Ενάγοντες. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε παρέλαβε τις εν λόγω δύο επιστολές ακριβώς επειδή ουδέποτε διέμενε στις εν λόγω δύο διευθύνσεις και ουδέποτε ειδοποίησε ο ίδιος τους Ενάγοντες ή τους δικηγόρους τους για τέτοια διεύθυνση διαμονής του. Οι απαντήσεις της ΜΕ1 καταγράφονται αυτολεξεί꞉ «Πώς μπορούμε να καταχωρήσουμε μια διεύθυνση χωρίς να μας τη δώσει ο πελάτης; Πού να την εντοπίσουμε και γιατί να το κάνουμε τούτο να το στείλουμε κάπου αλλού, ποιος ο σκοπός; Τι να σχολιάσω; Οι δικηγόροι μας για να αποστείλουν την επιστολή στη συγκεκριμένη τοποθεσία κάποια πληροφορία θα είχαν συγκεκριμένη, κάπου θα ήβραν τούντη διεύθυνση για να τη στείλουν, δεν νομίζω να είναι τυχαία.». · Παραδέχθηκε η ΜΕ1 ότι στην επιστολή ως το Τεκμήριο 8Α υπό Έγγραφο Α, οι Ενάγοντες εμφανίζονταν να ζητούν από τον Εναγόμενο το ποσό των €10,342,08σ., το οποίο στην ουσία περιλάμβανε και το υπόλοιπο της συντήρησης του ανελκυστήρα, ενώ η επίδικη συμφωνία δεν διελάμβανε τη συντήρηση αυτού. Η επιστολή δεν έκανε ρητή αναφορά σε ποιο συμβόλαιο μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου αφορούσε. Παρομοίως, στην επιστολή ως το Τεκμήριο 8Β υπό Έγγραφο Α, διαπίστωσε η ΜΕ1 ότι εκ παραδρομής οι δικηγόροι των Εναγόντων, αντί να γράψουν το σωστό ποσό που αφορούσε την εγκατάσταση του ανελκυστήρα, που ήταν €6.813, ανάφεραν το ποσό που αφορούσε στη συντήρηση, ήτοι €2,
  14. Τέλος, η ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι στις 13.1.2012 που στάληκε το Τεκμήριο 9, το επίδικο συμβόλαιο είχε ήδη εκτελεστεί, με την έννοια ότι είχε εγκατασταθεί ο ανελκυστήρας. · Ολοκληρώθηκε η αντεξέταση της ΜΕ1 με την υποβολή προς αυτήν της θέσης της Υπεράσπισης ότι «Με βάση τις πληρωμές που θα φέρουμε μέσω της τράπεζας και του κυρίου XXXXX Νικολαΐδη, έχουμε αποστείλει προς την εταιρεία σας ολόκληρο το ποσό του συμβολαίου και δεν χρωστούμε κανένα ποσό συμβολαίου ως σήμερα ως το Τεκμήριο
  15. Έχει πληρωθεί είτε απευθείας στην εταιρεία, είτε μέσω του κυρίου XXXXX Νικολαΐδη και αυτού που υπόγραψε το συμβόλαιο τη δεδομένη στιγμή, ο οποίος πήρε και την προκαταβολή.». Η ΜΕ1 απάντησε λέγοντας ότι «Τους καλώ να το πράξουν πολύ ευχαρίστως. Δηλαδή να φέρουν καταστάσεις, αποδεικτικό της τράπεζας μπορώ και εγώ να φέρω αποδεικτικό της δικής μας τράπεζας για την περίοδο αυτήν που να αποδεικνύει αν εισπράξαμε επιταγή με αυτόν τον αριθμό. Αλλά από τη στιγμή που δεν έχω κάτι στο αρχείο και ουδέποτε μας έχει αναφερθεί αυτός ο αριθμός επιταγής, απορρίπτω ότι έχουμε εισπράξει αυτό το ποσό και ότι έχει εξοφληθεί ο λογαριασμός.». Δεν υπήρξε επανεξέταση της ΜΕ
  16. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΥ
  17. Ο ΜΥ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ως το Έγγραφο Β. Παραθέτω αυτούσιες τις παραγράφους 3 έως 8꞉ «
  18. Κατ' αρχή θέλω να αναφέρω ότι είναι η μοναδική δουλειά που έκαμα με την Εταιρεία αυτή. Για να συνεργασθώ με την Εταιρεία αυτή με έφερε σε επαφή ο κ. XXXXX Νικολαΐδης, Πολιτικός Μηχανικός, ο οποίος παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος της Εταιρείας στην περιοχή Κοκκινοχωρίων. Είχε διευθετηθεί μια συνάντηση στο Παραλίμνι, στην οποία παρών ήταν ο κ. Γιάγκου, ο κ. Νικολαΐδης και εγώ και όπου συμφωνήθηκε όπως η Εταιρεία ΟΤΙS μου δώσει προσφορά για την εγκατάσταση ενός ανελκυστήρα, νομίζω ότι ήταν Ιανουάριο
  19. Μετά από λίγες μέρες πήρα προσφορά για την προμήθεια και εγκατάσταση ενός ανελκυστήρα. Ύστερα από λίγες μέρες, ο κ. Γιάγκου έφερε το Συμβόλαιο που καταχώρησε η Εταιρεία και είναι το Τεκμήριο «2». Παρόλο που δεν είχεν φέρει απόδειξη για το ποσό που θα πλήρωνα ως προκαταβολή, εν τούτοις στο Συμβόλαιο υπάρχει όρος ότι με την υπογραφή είχα υποχρέωση να πληρώσω το ποσό των Λ.Κ.2.050, το οποίο και πλήρωσα τοις μετρητοίς στον κ. Γιάγκου στην παρουσία του κ. Νικολαϊδη.
  20. Σύμφωνα με τα αντίγραφα του λογαριασμού μου που διατηρώ στην Τράπεζα φαίνεται να πλήρωσα το ποσό των Λ.Κ.3.000 στις 04/07/2007, ενώ στις 31/07/2007 στο απόκομμα του βιβλιαρίου επιταγών μου έχω σημείωση ότι πλήρωσα το ποσό των Λ.Κ.2.000 στην Εταιρεία OTIS μέσω του κ. Νικολαΐδη και στις 25/10/2007 πλήρωσα το ποσό των Λ.Κ.5.000, οπότε και εξόφλησα το κάθε οφειλόμενο ποσό προς την εν λόγω Εταιρεία. Έχω αποταθεί στην Τράπεζα μου για το εντοπισμό των πιο πάνω επιταγών μου με επιστολή του δικηγόρου μου ημερ. 19/04/2018 (βλ. Τεκμήριο 1), η οποία Τράπεζα με ενημέρωσε ότι η επιταγή είχε εκδοθεί επ' ονόματι μου και την οπισθογράφησα στον κ.Νικολαϊδη. Μετά που ζήτησα από την Τράπεζα μου να μου βρει την επιταγή που πληρώθηκε στις 31/07/2007, η Τράπεζα μου έφερε φωτοαντίγραφο (βλ. το Τεκμήριο 2 που είναι επιταγή ημερ. έκδοσης 28.7.2007) όπου φαίνεται ότι η επιταγή εκδόθηκε στο όνομα μου και οπισθογραφήθηκε και παρεδόθη στον κ. Νικολαίδη, ο οποίος φαίνεται να την είχε καταθέσει στη ΣΠΕ Δερύνειας. Δεν γνωρίζω εάν ο κ. Νικολαΐδης έδωσε τα χρήματα ή όχι στην Εταιρεία ΟΤΙS.
  21. Επειδή κατά την αντεξέταση της κυρίας XXXXX υπεβλήθη ερώτηση για τον κ. XXXXX Νικολαϊδη, πληροφορώ το Δικαστήριο ότι δεν μπορώ να τον κλητεύσω στο Δικαστήριο, γιατί δεν βρίσκεται στη ζωή εδώ και δύο χρόνια. Θα ήθελα επίσης να κλητεύσω και το δεύτερο πρόσωπο που αναφέρθηκε, τον κ. Κονναφή, αλλά δεν βρήκα τη διεύθυνσή του, εφόσον έχει αφυπηρετήσει από την Εταιρεία. Επίσης θα ήθελα να κλητεύσω τον κ Γιάγκου που υπέγραψε την Σύμβαση και ο οποίος πήρε τα χρήματα της προκαταβολής, αλλά δεν μπόρεσα να τον εντοπίσω, εκτός εάν ο δικηγόρος της Ενάγουσας γνωρίζει πού διαμένει και μου δώσει την ευκαιρία να τον κλητεύσω. Διερωτώμαι κατά πόσο ο κ. Γιάγκου είναι ο πατέρας της μάρτυρος Μαριλένας Γιάγκου ή απλώς είναι συνωνυμία.
  22. Με την Ενάγουσα Εταιρεία είναι η δεύτερη αγωγή που έχει καταχωρήσει εναντίον μου και πληροφορώ ότι η πρώτη αγωγή απερρίφθη (βλ. Τεκμήριο 3). Η αγωγή εκείνη αφορούσε απαίτηση για έξοδα συντήρησης του ανελκυστήρα, αλλά δεν είχα καμία σχέση.
  23. Η Ενάγουσα Εταιρεία και η κυρία XXXXX παρουσίασαν διάφορες επιστολές σε διάφορες διευθύνσεις. Εγώ από την αρχή ανέφερα στην Ενάγουσα Εταιρεία ότι διαμένω στον XXXXX. Ουδέποτε ήμουν κάτοικος σε οποιαδήποτε διεύθυνση και ούτε γνωρίζω που έβρισκε τις διευθύνσεις που αναφέρουν σε αυτή στη Λεμεσό ή στην Αραδίππου και ως εκ τούτου δηλώνω ότι τα Τεκμήρια 6, 8Α, 8Β ουδέποτε τα παρέλαβα.
  24. Ενόψει των πιο πάνω, είναι η θέση μου ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί, καθ' όσον έχω εξοφλήσει πλήρως το ποσό που υπάρχει ισχυρισμός από μέρους της Ενάγουσας Εταιρείας ότι οφείλεται. Καταλαβαίνω ότι με το θάνατο του κ. Νικολαίδη η θέση μου είναι δύσκολη, αλλά ορκίσθηκα στο Δικαστήριο να πω την αλήθεια και αυτή λέγω.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του συνηγόρου του, αναφορικά με τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, ο ΜΥ1 είδε και αναγνώρισε την υπογραφή του στην εν λόγω συμφωνία και περαιτέρω ανέφερε ότι «Η συμφωνία έχει γίνει στο Φρέναρος στο εστιατόριο που πήγαμε να τους κάνω τραπέζι και συμφωνήσαμε και υπογράφηκε εκεί. Παρόντες ήταν ο κ. Γιάγκου, ο κ. Νικολαΐδης και εγώ.». Είδε ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΥ1 τα Τεκμήρια 8A, 8Β και 6 υπό Έγγραφο Α και τα αναγνώρισε ως τις επιστολές που ανέφερε στην παρα. 7 της γραπτής του δήλωσης ανωτέρω (βλ. Έγγραφο Β) ότι ουδέποτε παρέλαβε. Είδε επίσης τα τιμολόγια ως τα Τεκμήριο 4A, 4Β και 4Γ υπό Έγγραφο Α και δήλωσε ότι δενπήρχε η υπογραφή του σε κανένα εξ αυτών. Ούτε στην Αναλυτική Κατάσταση Λογαριασμού ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α υπήρχε δική του υπογραφή. Αντεξετάστηκε ο ΜΥ1 από το συνήγορο των Εναγόντων. Αν και ήταν παραδεκτό εκατέρωθεν ότι συνήφθη η συμφωνία αγοραπωλησίας και εγκατάστασης του ανελκυστήρα ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, εντούτοις αντεξετάστηκε ο Εναγόμενος σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι δήθεν έκαμε δύο πληρωμές που δεν φαίνονται στην Κατάσταση Λογαριασμού ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α και διά των οποίων αυτός ισχυρίζεται ότι εξόφλησε κάθε οφειλή, ήτοι, αφενός την πληρωμή της προκαταβολής τοις μετρητοίς προς τον εκπρόσωπο των Εναγόντων που υπέγραψε τη συμφωνία εκ μέρους τους, ήτοι τον κ. Γιάγκου, και αφετέρου την πληρωμή με επιταγή ημερ. 28.7.2007 που πληρώθηκε στον κ. Χ. Νικολαϊδη ως τον αντιπρόσωπο των Εναγόντων στο Παραλίμνι. Ο ΜΥ1 έδωσε λεπτομέρειες για τα εξής꞉ · Ο ίδιος ο ΜΥ1 δεν γνώριζε καθόλου την εταιρεία των Εναγόντων. Του τη συνέστησε ο κ. XXXXX Νικολαΐδης που ήταν ο πολιτικός μηχανικός στο έργο του XXXXX Παναγίδη. Ο ίδιος ο ΜΥ1 ήταν ο εργολάβος του έργου. Ο ΜΥ1 γνωριζόταν πολλά με τον XXXXX Νικολαίδη. Εκείνος παρουσιάστηκε στον ΜΥ1 ως αντιπρόσωπος της εταιρείας των Εναγόντων στο Παραλίμνι και του σύστησε να λάβει προσφορά από τους Ενάγοντες για τον ανελκυστήρα που ήθελε ν'αγοράσει. Συγκεκριμένα, του είπε ότι θα καλούσε τον Γιάγκου να του δώσει μια προσφορά για τον ανελκυστήρα στο Παραλίμνι. Ήρθαν σε επαφή με τον κ. Γιάγκου, γνωριστήκαν και έδωσε στον ΜΥ1 μια προσφορά. Μετά από λίγο καιρό, κατέληξαν σε συμφωνία προφορικά, στο Παραλίμνι εκεί που είναι το Νοσοκοκομείο όπου ήταν το έργο, δηλαδή η πολυκατοικία στην οποία θα εγκαθίστατο ο ανελκυστήρας. Μετά πήγαν στο Φρέναρος, έκατσαν στο τραπέζι, έφαγαν οι τρεις μαζί και υπέγραψαν τα έγγραφα της επίδικης συμφωνίας. · Δεν ζήτησε ο ΜΥ1 να επαληθεύσει με οποιοδήποτε τρόπο τη δήλωση του κ. Νικολαΐδη ότι ήταν αντιπρόσωπος των Εναγόντων στο Παραλίμνι. Δεν ζήτησε να ελέγξει αν πράγματι εργαζόταν γι'αυτούς. · Ήταν έντονος ο ΜΥ1 στη θέση του ότι «Με τη συμφωνία που κάναμε και υπογράψαμε εγώ έχω πληρώσει 2.050 λίρες. Μετά με την πρόοδο των εργασιών της εγκατάστασης θα πλήρωνα το υπόλοιπο ποσό το οποίο πλήρωσα. Πόσες φορές να το πληρώσω; Κανεί.». · Ο ΜΥ1 ξεκαθάρισε ότι οι πληρωμές δεν έγιναν σε τρεις δόσεις όπως προβλέπει η συμφωνία (βλ. Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α), αλλά γίνονταν όποτε αυτός λάμβανε το διατακτικό που έπρεπε να πληρώσει. Δεν μπορούσε να το πληρώσει cash μια φορά, αφού δεν είχε μπει ακόμη ο ανελκυστήρας. «Με την πρόοδο του ανελκυστήρα, επλήρωνα το». · Υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι αυτός ουδέποτε πλήρωσε το ποσό της προκαταβολής. Δήλωνε βέβαιος ο ΜΥ1 ότι αυτός έδωσε σε μετρητά το ποσό της προκαταβολής στον κ. Γιάγκου των Εναγόντων «εκεί στο Φρέναρος στο τραπέζι που τρώγαμε» και για να πείσει ότι είχε καθαρή μνήνη για τα γεγονότα εκείνης της μέρας, ισχυρίστηκε ότι θυμόταν ακόμη και τί φαγητό έφαγαν. Είπε χαρακτηριστικά ότι «Εφάμεν κλέφτικο τζιαί τζιείνος λαλεί θα φάω λουφκιά με τσαρτέλλες και έμεινε στο μυαλό μου.». Δεν ζήτησε να λάβει απόδειξη από τον κ. Γιάγκου για την πληρωμή, θεωρώντας ότι δεν ήταν σημαντικό, εφόσον η συμφωνία η ίδια έγραφε πάνω ότι η προκαταβολή θα πληρωνόταν με την υπογραφή της συμφωνίας. «Κάναμε συμφωνία, υπογράφηκε, λέει πρέπει να δώσεις 2.050 λίρες, έβγαλα τα λεφτά, του τα έδωσα, παρουσία του κυρίου Νικολαΐδη.». · Αντεξετάσθηκε ο ΜΥ1 σε σχέση με τις αποδείξεις πληρωμών που είχε καταθέσει η ΜΕ1 ως Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α. Ρωτήθηκε αν θυμόταν σε ποιον έδωσε τα λεφτά που αναφέρονται ως εισπραχθέντα στις δύο αποδείξεις πληρωμών. Εξ όσων θυμόταν στον κύριο Γιάγκου έδωσε τις 5.000 λίρες και τις άλλες 3.000 στον κύριο Κουνναφή. Δεν θυμόταν πού συναντήθηκαν για να τους δώσει τα ποσά αυτά. · Αντεξετάστηκε ο ΜΥ2 σε σχέση με την επιταγή που ο ίδιος κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β. Ερωτήθηκε, εφόσον συμβλήθηκε με τους Ενάγοντες, γιατί τότε έβγαλε την επιταγή στο όνομά του και την έδωσε στον κ. XXXXX Νικολαΐδη; Η απάντησή του ήταν ότι «Την έδωσα στον κύριο XXXXX τον Νικολαΐδη, για να τη δώσει στον κύριο Γιάγκου.». Πρόσθεσε ότι «Για να είναι σίγουρη η επιταγή ότι θα περάσει, έφερε το όνομα το δικό μου, να την πάρει στον κύριο Γιάγκου. Δεν ήξερα εγώ τι ήταν να μου συμβεί.». Έδειξε ο ΜΥ1 την οπισθογράφιση της επιταγής όπου φαίνεται η δική του υπογραφή και η υπογραφή του Νικολαΐδη. Πίστευε ο ΜΥ1 ότι ακόμη και η έκδοση επιταγής ήταν απόδειξη, γι'αυτό δεν ζήτησε άλλη απόδειξη. · Υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι ο κύριος Νικολαΐδης δεν είναι και ουδέποτε υπήρξε υπάλληλος των Εναγόντων. Επανέλαβε τη θέση του ο ΜΥ1 ότι «Εγώ δεν γνώριζα τον κύριο Γιάγκου ούτε την εταιρεία του Otis. Έκανα τόσες δουλειές ούτε τον γνώριζα. Τον έφερε ο κύριος XXXXX Νικολαΐδης και μου τον σύστησε ότι είναι μια καλή εταιρεία, μια έγκυρη εταιρεία, και, και, και.», και «Εντιμοτάτη, εμένα είπε μου ότι ήταν αντιπρόσωπος της εταιρείας. Εγώ δεν γνώριζα με Γιάγκου με κανέναν.». · Υποβλήθηκε επίσης στον ΜΥ1 ότι το ποσό της επιταγής ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β, ουδέποτε το παρέλαβαν οι Ενάγοντες. Ο ΜΥ1 επέμεινε ότι η επιταγή του εξαργυρώθηκε. Ερωτηθείς αν αποτάθηκε ποτέ στους Ενάγοντες για να τους πει ότι γιατί πλήρωσε το εν λόγω ποσό με τούτην την επιταγή ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α ή/και ότι την εν λόγω επιταγή την πήρε το τάδε πρόσωπο (δηλ. ο κ. Χ. Νικολαΐδης), ο ΜΥ1 απάντησε λέγοντας «Εγώ δεν γνώριζα ότι είχαμε διαφορά με την εταιρεία.» Ερωτηθείς να πει πώς αντέδρασε όταν το έμαθε, ο ΜΥ1 απάντησε λέγοντας ότι μετά που αυτός παρέλαβε την αγωγή ««Πήρα τηλέφωνο τον κύριο Γιάγκου, έχει και πολλά χρόνια και μου είπε «XXXXXX, άσε να το κανονίσουμε».». · Αντεξετάστηκε ο ΜΥ1 αναφορικά και με τον ισχυρισμό του ότι δεν παρέλαβε ποτέ τις προειδοποιητικές επιστολές ως τα Τεκμήρια 8Α και 8Β υπό Έγγραφο Α. Διερωτήθηκε ο συνήγορος των Εναγόντων, γιατί ο ΜΥ1 λέει ότι δεν τις παρέλαβε, ενώ στην παρα. 8 της Έκθεσης Υπεράσπισής του τις δικογραφεί ως μερικές από τις επιστολές που παρέλαβε και θέτει απλώς εν αμφιβόλω το περιεχόμενο τους. Δεν απάντησε ο ΜΥ1 οτιδήποτε αναφορικά με τη δικογράφιση της Έκθεσης Υπεράσπισης, παρά μόνο επανέλαβε ότι η μόνη επιστολή που παρέλαβε είναι αυτή που ήρθε στο σπίτι του,ως το Τεκμήριο 8Γ υπό Έγγραφο Α. Ούτε Λεμεσό έμενε ούτε Αραδίππου. Δεν άλλαξε ποτέ του διεύθυνση. Είναι μετά από την επιστολή του Τεκμηρίου 8Γ που ισχυρίζεται ο ΜΥ1 ότι τηλεφώνησε στον κύριο Γιάγκου στο τηλέφωνο και όχι μετά την καταχώρηση της αγωγής. Απεναντίας, ο συνήγορος των Εναγόντων υπέβαλε στο ΜΥ1 τη θέση ότι ουδέποτε επικοινώνησε με τους Ενάγοντες. Επέμεινε ο ΜΥ1 ότι επικοινώνησε με τον κ. Γιάγκου. · Aντεξετάστηκε ο ΜΥ1 αναφορικά με τα τιμολόγια ως το Τεκμήριο 4Α - 4Δ υπό Έγγραφο Α. Ισχυρίστηκε ότι ούτε την υπογραφή του έχουν πάνω ως παραλήπτη ούτε τα πήρε καμιά φορά. Διερωτήθηκε ο συνήγορος των Εναγόντων, αφού δεν τα παράλαβε πώς τότε προέβαινε σε πληρωμές; Έβγαζε μια επιταγή έτσι, χωρίς να παραλάβει κάποιο τιμολόγιο στα χέρια του; Η απάντηση του ΜΥ1 αυτούσια ήταν η εξής꞉ «Ναι, χωρίς, ναι. Ήταν ο ανελκυστήρας σε εξέλιξη, θέλουμε €3.000, πάρτε €3.
  25. Δεν είναι έτσι που γίνονται οι δουλειές;». · Στη συνέχεια, ο συνήγορος των Εναγόντων επεσήμανε στον ΜΥ1 ότι το συνολικό ποσό ως αναγράφεται στην επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α) ήταν Λ.Κ.10.250 πλέον ΦΠΑ, δηλαδή ποσό Λ.Κ.11.787.50σ., ενώ στην παρα. 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης του ΜΥ1 αυτός ισχυρίζεται ότι πλήρωσε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.12.365 (€21.126,85σ) εξοφλώντας έτσι τη συμφωνία. Δηλαδή, επεσήμανε ο συνήγορος των Εναγόντων ότι ο ΜΥ1 δικογράφησε ότι πλήρωσε μεγαλύτερο ποσό από εκείνο που προέβλεπε η συμφωνία (συμπεριλαμβανομένου πάντοτε του ΦΠΑ). Διερωτήθηκε ο συνήγορος των Εναγόντων, πώς συμβαίνει αυτό το πράγμα. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ήγειρε ένσταση, λέγοντας ότι παραπλανείται ο μάρτυρας, αφού η διαφορά έγκειται στο πρόσθετο τιμολόγιο ως το Τεκμήριο 4Δ που εξέδωσαν οι Ενάγοντες, πλην όμως ο ΜΥ1 έσπευσε να απαντήσει ότι η διαφορά έγκειται σε χρήματα που πλήρωσε επειδή μέσα στην επίδικη συμφωνία, αυτός ανέλαβε την υποχρέωση για φύλαξη των εξαρτημάτων και των μηχανημάτων και είχε νυχτοφύλακα στο έργο. Πόσα πλήρωσε τον νυχτοφύλακα δεν θυμόταν να πει ακριβώς, αλλά ήταν βέβαιος ότι «Εγώ έχω πληρώσει τούντα ποσά στην εταιρεία καθαρότατα. Το αν πλήρωσα παραπάνω σου λέω για ποιον σκοπό ήταν. Είχα υποχρέωση να φυλάξω τα μηχανήματα και τα πράματα. Λέει το έγγραφο το ίδιο.». έδειξε ο ΜΥ1 τους όρους 7[5] και 8[6], σελ. 2, του Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο A, τους οποίους και ανέγνωσε. Υπεβλήθη τότε στον ΜΥ1 ότι αυτός ψεύδεται, ότι στην πραγματικότητα δεν έχει πληρώσει αυτά τα ποσά και φαίνεται και η σύγχυση που έχει από τα ποσά που αναφέρει στο Δικαστήριο σε αντιδιαστολή με τα ποσά που αναγράφονται στο δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης. Εξεμάνη ο ΜΥ1, ο οποίος δήλωσε ότι οι Ενάγοντες είναι εκείνοι που με πλαστά έγγραφα προσπάθησαν να κερδίσουν λεφτά και παρέπεμψε στην απόφαση που εξέδωσε το αστικό Δικαστήριο στην αγωγή για την υπόθεση συντήρησης του ανελκυστήρα, ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Β. · Τέλος, ο συνήγορος των Εναγόντων υπέβαλε στον ΜΥ1 τη θέση ότι η έγγραφη βεβαίωση ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α ότι ο ανελκυστήρας που εγκατέστησαν οι Ενάγοντες ήταν της απολύτου αρεσκείας του Εναγομένου και πληρούσε τα τεχνικά χαρακτηριστικά βάσει της συμφωνίας με τους Ενάγοντες, ήταν υπογεγραμμένη από τον κ. XXXXX Κυριάκου. Παρά το ότι ο ΜΥ1 δήλωσε ότι γνωρίζει τον XXXXX Κυριάκου ως έναν υπάλληλο που δούλευε ως υπεργολάβος για την εταιρεία του Γιαννάκη Παναγίδη, εντούτοις δεν γνώριζε να πει αν η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 6 υπό Έγγραφο Α ανήκει πράγματι στον XXXXX Κυριάκου, ούτε όμως και τον ενδιαφέρει αν ανήκει σ' εκείνον. · Όσον αφορά την καταληκτική θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €6.813.05σ. στους Ενάγοντες, ο Εναγόμενος επεσήμανε ότι η έγγραφη συμφωνία ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, έλεγε καθαρά ότι αν δεν γίνονταν σωστά οι πληρωμές, θα διακόπτετουν η συμφωνία και θα πωλούσαν οι Ενάγοντες και τα μηχανήματα, για να εισπράξουν τα λεφτά. Ενώ ο ίδιος πλήρωσε στο ακέραιο τις υποχρεώσεις του και με το παραπάνω. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη επιστολή τερματισμού που έστειλαν οι Ενάγοντες, ως το Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι άπαξ και την παρέλαβε, μίλησε με τον κ. Γιάγκου, ο οποίος του είπε «XXXXX, άστο να το κανονίσω εγώ με τον κύριο XXXXX. Τούτο είναι για την υπόθεση την άλλη.». Ισχυρίστηκε δηλαδή ο ΜΥ1 ότι η επιστολή τερματισμού ήταν για τη σύμβαση συντήρησης και όχι για την εγκατάσταση. Κατά την επανεξέτασή του, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι όταν αυτός έδινε τις επιταγές για τα ποσά ως φαίνονται στις αποδείξεις (Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α) είτε στον κ. Γιάγκου είτε στον κ. Κουνναφή, πάντα ήταν για να τις πάρουν στους Ενάγοντες. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι όταν στάληκε η ισχυριζόμενη επιστολή τερματισμού, ως το Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α, που φέρει ημερομηνία 13.1.2012, η δουλειά (δηλ. η εγκατάσταση του ανελκυστήρα) ήταν ήδη συμπληρωμένη. ΝΟΜΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε αστικής φύσεως υποθέσεις όπως είναι η παρούσα, η επιτυχία της υπόθεσης των Εναγόντων προϋποθέτει ότι αυτή θα επιτύχει να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είναι πιο πιθανή, παρά να μην είναι, ως ορθή και αληθής, η δική της εκδοχή. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους των Εναγόντων για να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους που στοιχειοθετούν την αξίωση τους στην Έκθεση Απαίτησης, προσκομίζοντας την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους των Εναγόντων και δεν μεταφέρεται. Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Έχει νομολογιακά αποσαφηνιστεί ότι όταν η υπεράσπιση εδράζεται στον ισχυρισμό της εξόφλησης του χρέους, τότε εκείνος που ισχυρίζεται ότι εξόφλησε ή ότι έκανε συγκεκριμένη πληρωμή, έχει το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού αυτού. Παραπέμπω στην Rahim Havariyoun v Ανδρέα Ρουσή
(2008)1 Α.Α.Δ.
  1. Τα γεγονότα ήταν ως εξής꞉ Tα μέρη συνήψαν γραπτή σύμβαση για την εκτέλεση, από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα, ξυλουργικών εργασιών στο υπό ανέγερση σπίτι του εφεσείοντα-εναγομένου. Οι εργασίες καθορίστηκαν και η αμοιβή του εφεσίβλητου γι' αυτές ορίστηκε στις £6.000, ποσό που αυξήθηκε, με μεταγενέστερη προφορική συμφωνία, στις £6.050 για επιπλέον εργασία. Ο εφεσίβλητος, υποστηρίζοντας πως ο εφεσείοντας πλήρωσε έναντι το ποσό των £3.900, αξίωσε το ποσό των £2.150 ως οφειλόμενο υπόλοιπο. Ο εφεσείων, με την υπεράσπισή του, επικαλούμενος γραπτές αποδείξεις, τις λεπτομέρειες των οποίων παρέθεσε, υποστήριξε πως στην πραγματικότητα πλήρωσε έναντι το ποσό των £5.
  2. Κρίθηκε, αναφορικά με το βάρος της απόδειξης, ότι, εφόσον επίδικο ήταν το ποσό που πληρώθηκε, ο εφεσείων - εναγόμενος είχε το βάρος απόδειξης και ασφαλώς ο εφεσίβλητος - ενάγων είχε τη δυνατότητα να προσαγάγει και ο ίδιος την όποια μαρτυρία είχε αλλά και την εξήγηση της απόδειξης που επικαλείτο ο εφεσείων. Η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο (βλ. Χ'' Παυλή κ.ά v. Α. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220, Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής, με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Είναι πάγια νομολογημένη αρχή, ότι τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα θέματα. Δεν είναι επιτρεπτή η εξέταση θεμάτων που δεν εγείρονται στα δικόγραφα. Ισχυρισμοί που δεν αναφέρονται σε αυτά, δεν αποτελούν επίδικα θέματα, έστω και αν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία και το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να δεχθεί τέτοια μαρτυρία (βλ. D. Nikolaou & Sons (Landowners) Ltd v. Nίκου Κ. Χ'' Αντώνη
(1997)1 ΑΑΔ 273, Δημήτρη Χαραλάμπους κ.ά. v. Λοΐζου Κούτα). Στην παρούσα υπόθεση, η ΜΕ1 ήταν μάρτυρας που προσήλθε με ειλικρινή διάθεση να πει αυτά που προέκυπταν από τα στοιχεία που τηρούνταν στην υπηρεσία της και να μεταφέρει στο Δικαστήριο την πληροφόρηση που έλαβε από προκατόχους της στο Λογιστήριο της εταιρείας των Εναγόντων ή/και από άλλους υπαλλήλους του τεχνικού τμήματος των Εναγόντων, τους οποίους δεν δίστασε να κατονομάσει. Πλην όμως, όλα όσα είπε αποτελούν ακριβώς εξ ακοής μαρτυρία. Συγκεκριμένα, συνοψίζοντας όσα προέκυψαν από τα λεγόμενά της κατά την αντεξέτασή της, η ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι δεν είχε καμία ανάμειξη꞉ · στη σύναψη της συμφωνίας ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, αφού είναι Διευθυντής των Εναγόντων εκείνος που είχε εξουσιοδότηση να υπογράφει τέτοιες συμφωνίες, · στην έκδοση των τιμολογίων ως τα Τεκμήρια 4Α, 4Β, 4Γ υπό Έγγραφο Α αφού εκείνα τα εξέδωσε «η Βασιλική», · στην έκδοση των αποδείξεων πληρωμής ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α αφού εκείνες τις υπέγραψε άλλος υπάλληλος των Εναγόντων που παρέλαβε τα χρήματα, · στην έκδοση της Βεβαίωσης Αποδοχής ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α αφού εκείνο το έγγραφο το υπέγραφε άγνωστο για την ίδια πρόσωπο εκ μέρους του Εναγόμενου, · στη Βεβαίωση Τεχνικού Ελέγχου ως το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α, · στις προειδοποιητικές επιστολές ως τα Τεκμήρια 8Α και 8Β υπό Έγγραφο Α και στην επιστολή τερματισμού ως το Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α, εφόσον εκείνες συντάχθηκαν από τους δικηγόρους των Εναγόντων. Εν τέλει, το μόνο έγγραφο που παρουσίασε η ΜΕ1 για το οποίο η ίδια είχε προσωπική ανάμειξη στη σύνταξή του ως άτομο που εργάζεται στο Λογιστήριο των Εναγόντων ήταν η Κατάσταση Λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α), αλλά ακόμη και εκείνο περιέχει καταχωρήσεις στοιχείων που, στο βαθμό που ενδιαφέρουν το παρόν Δικαστήριο, χρονολογούνται την περίοδο από 24.4.2007 μέχρι 22.10.2007 (βλ. τη σελίδα 3 του Τεκμηρίου 3 όπου απομόνωσε ό,τι αφορά στην επίδικη σύμβαση εγκατάστασης του ανελκυστήρα), ενώ η ίδια η ΜΕ1 παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή της ότι άρχισε να εργάζεται στο Λογιστήριο των Εναγόντων το 2009. Επομένως, και πάλιν αυτή δεν είχε προσωπική και άμεση ανάμειξη στις καταχωρήσεις στο Λογαριασμό του Εναγομένου που τηρούσαν οι Ενάγοντες καθ' ον χρόνο διενεργούνταν εκείνες οι καταχωρήσεις, παρά μόνο παρακολούθησε την πορεία του λογαριασμού από το 2009 που εισήλθε στην υπηρεσία των Εναγόντων. Δεδομένου ότι από το 2009 και έπειτα ουδεμία καταχώρηση έγινε στον εν λόγω λογαριασμό, καταλήγει να μην υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο για το οποίο η ΜΕ1 να μπορούσε να δώσει άμεση μαρτυρία. Προχωρώ να εξετάσω ποια βαρύτητα μπορεί να δοθεί στην εξ ακοής μαρτυρία της ΜΕ1. Σύμφωνα με το Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Hippasus Publishing, Λευκωσία 2014, σελ. 319 - «Το άρθρο 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, προνοεί ότι σε περίπτωση που οποιοσδήποτε διάδικος προσάγει εξ ακοής μαρτυρία και δεν κλητεύει το πρόσωπο που είχε προβεί στην αρχική δήλωση, τότε οποιοσδήποτε άλλος διάδικος μπορεί, με άδεια του Δικαστηρίου, να τον κλητεύσει για να τον αντεξετάσει, σε σχέση με τη δήλωση. Κατ' ακολουθίαν, η προσαγωγή εξ ακοής μαρτυρίας δεν αλλοιώνει το θεμελιώδες δικαίωμα αντεξέτασης (Μελάς και άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 412). Η κλήση για αντεξέταση προϋποθέτει- εκτός από την τω όντι παράθεση εξ ακοής μαρτυρίας (Λουλλά ν Cyprus Investment & Securities Ltd, ΠΕ 275/2009, ημερ. 3.9.14) και ύπαρξη του προσώπου που προέβη στη δήλωση, ώστε να είναι δυνατή η κλήτευσή του. [...] ο διάδικος που επιθυμεί κλήτευση προσώπου που προέβη στην αρχική δήλωση, μπορεί να επιφυλάξει το δικαίωμα του να το πράξει, κατά την ακροαματική διαδικασία (Αριστείδου ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 32. [...]» «Η αντεξέταση βάσει του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 πρέπει να λαμβάνει χώραν, πριν ο διάδικος που υποβάλλει το αίτημα αρχίσει την υπόθεσή του. Το Δικαστήριο μπορεί να μην επιτρέψει την κλήτευση αν κρίνει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι υπό τις περιστάσεις εύλογο, εφικτό ή αναγκαίο για σκοπούς για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. [...]». Σύμφωνα με το άρθρο 27
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, κατά την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας - την αποδοχή της οποίας ο Δικαστής πρέπει να εξηγεί (Ανδρέου κ.α. ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 152) - το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Ιδιαίτερα αξιολογεί αν θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος που έχει παρουσιάσει τη μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση, το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται, το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή παραποιήσει τα γεγονότα, το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, το πλαίσιο στο οποίο έγινε η δήλωση ή τους οποιουσδήποτε σκοπούς πίσω από την αρχική δήλωση, το αν η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση και το αν υπό τις περιστάσεις που προσάγεται φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητάς της ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της. Η πιο πάνω αξιολόγηση επιβάλλεται να γίνεται από το Δικαστήριο είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική μαρτυρία (Γεωργίου ν Στυλιανού
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 70), είτε από γραπτή μαρτυρία (Μονός και Άλλης ν S Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1002).». Όλη θα έλεγα η εξ ακοής μαρτυρία που έδωσε η ΜΕ1 τέθηκε υπό αμφισβήτηση από το συνήγορο Υπεράσπισης. Θα επισημάνω εκείνα τα στοιχεία ή έγγραφα, σε σχέση με τα οποία, δεδομένης της αμφισβήτησης που έτυχαν, θα το θεωρούσα χρήσιμο ή/και αναγκαίο να ετίθετο ο συντάκτης της αρχικής δήλωσης ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου αντί η ΜΕ1꞉ (α) Τέτοιο είναι κατά την κρίση μου το Τιμολόγιο ημερ. 24.4.2007 (βλ. Τεκμήριο 4Α υπό Έγγραφο Α). Θυμίζω ότι η θέση της Υπεράσπισης τόσο στη δικογραφία όσο και στις θέσεις που υπέβαλλε στη ΜΕ1 ο συνήγορος Υπεράσπισης (και αργότερα η μαρτυρία του ΜΥ1) ήταν ότι ο Εναγόμενος πλήρωσε την προκαταβολή την ίδια ημέρα που υπεγράφη η σύμβαση (βλ. Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α), όπως άλλωστε προνοούσε η σύμβαση. Διερωτούμαι, εφόσον η σύμβαση είναι παραδεκτό ότι υπεγράφη την 1.3.2007 γιατί εκδόθηκε το τιμολόγιο στις 24.4.2007 με περιγραφή «Advance Payment as per Agreement for Contract no CNE0731»; Οι Ενάγοντες δεν έφεραν στο Δικαστήριο τον εκδότη του εν λόγω τιμολογίου ως μάρτυρα, για να εξηγήσει πώς συμβαίνει, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στη σύμβαση στην οποία στηρίζονται, να εξέδωσαν σχεδόν 2 μήνες αργότερα το τιμολόγιο προκαταβολής. Διερωτάται, επίσης, το Δικαστήριο γιατί εκδόθηκε τιμολόγιο για σύμβαση με αριθμό CNE0731 ενώ ο κωδικός που αναφέρεται εντός της σύμβασης είναι «G1NE0731». (β) Σε σχέση πάντα με τον ίδιο ισχυρισμό της Υπεράσπισης, που τέθηκε στην ΜΕ1, ότι ο Εναγόμενος πλήρωσε την προκαταβολή τοις μετρητοίς στον εκπρόσωπο των Εναγόντων που υπέγραψε τη συμφωνία εκ μέρους τους, ουδεμία προσπάθεια φάνηκε να έγινε από πλευράς Εναγόντων για να εντοπισθεί ποιος ήταν εκείνος ο διευθυντής, να κατονομαστεί από τη ΜΕ1 σε νέα, ενδεχομένως, ακροαματική δικάσιμο ή/και να παρουσιαστεί ως μάρτυρας για να αμφισβητήσει τη θέση της Υπεράσπισης. (γ) Οι προειδοποιητικές επιστολές (Τεκμήρια 8Α και 8Β) ήταν παραδεκτό από την ΜΕ1 ότι δεν αφορούσαν στα κατάλληλα για την υπό κρίση σύμβαση ποσά, αλλά ενέπλεκαν σε αυτά και άλλα ποσά σχετικά προς τη σύμβαση συντήρησης. Δεν προσήλθε ο δικηγόρος που συνέταξε τις επιστολές να εξηγήσει για ποιο λόγο αναμείχθηκαν τα ποσά των δύο συμβάσεων, ούτε για να δώσει εξηγήσεις για να αντικρούσει τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι οι εν λόγω επιστολές αποστέλλονταν σε διευθύνσεις που ουδέποτε τους έδωσε ο Εναγόμενος και τις οποίες αυτός ουδέποτε παρέλαβε. Προχωρώ όμως να επισημάνω και αυτά που θεωρώ πιο ουσιώδη πλήγματα στην αξιοπιστία της εκδοχής των Εναγόντων, όπως την παρουσίασαν μέσω της ΜΕ1. Έχω ως αφετηρία μου το γεγονός ότι είναι παραδεκτό στην παρούσα υπόθεση ότι η σύμβαση που περιέχεται στο Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α αποτελούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο έγκυρη σύμβαση, κατά το δίκαιο των συμβάσεων (βλ. τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε). Συνεπώς, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των αντισυμβαλλομένων, ως επίσης οι εκατέρωθεν αξιώσεις τους, θα πρέπει να κριθούν βάσει των προνοιών της μεταξύ τους σύμβασης. Είναι νομολογιακά γνωστή η αρχή ότι για την ερμηνεία έγγραφης σύμβασης υιοθετείται η γραμματική ερμηνεία, συμπληρωμένη από την αντίληψη που δημιουργείται σ' ένα κοινό άνθρωπο, η δε πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική διατύπωση (βλ. Transnatco Ltd v. Superclima Eng. Ltd.
(2010)1 (A) AAΔ 643 και Καρατσιόλης ν. Royal Sports Betting Ltd.
(2008)1 (A) AAΔ.669). Το έργο του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση της έννοιας της σύμβασης και οποιουδήποτε όρου αυτής (με βάση την αντικειμενική θεωρία των συμβάσεων και το τι μεταδίδεται στο μέσο λογικό άνθρωπο) στο πλαίσιο του όλου κειμένου και έχοντας υπόψη το υπόβαθρο και τα δεδομένα της περίπτωσης, αλλά όχι με βάση τις υποθέσεις του Δικαστή σ' όσον αφορά στις επιδιώξεις των μερών (βλ. σύγγραμμα Πολύβιου Πολυβίου: «Το δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος Β, σελ. 479). Στην επίδικη συμφωνία, αναφέρονται ως Πρώτη Συμβαλλόμενοι οι Ενάγοντες που είναι νομικό πρόσωπο και ως Δεύτερος Συμβαλλόμενος ως ο Εναγόμενος Ανδρέας Μουζούρης με συγκεκριμένο αριθμό δελτίου ταυτότητας που αναγράφεται στη συμφωνία. Βάσει του όρου 23 της επίδικης συμφωνίας ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, όλοι οι όροι της συμφωνίας ήταν ουσιώδεις και σε περίπτωση παραβίασης τους ο παραβάτης θα είχε υποχρέωση να αποζημιώσει το θιγόμενο μέρος. Βάσει του όρου 21 της ίδιας συμφωνίας, σε περίπτωση που οι Δεύτεροι Συμβαλλόμενοι παρέλειπαν να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους, τότε οι Πρώτοι Συμβαλλόμενοι θα αποκτούσαν δικαίωμα να τερματίσουν τη συμφωνία αφού δώσουν ειδοποίηση 15 ημερών προς τους Δεύτερους Συμβαλλόμενους. Συγχρόνως, ο όρος 22 της ίδιας συμφωνίας καθόριζε ότι σε περίπτωση που οι Δεύτεροι Συμβαλλόμενοι αρνούνταν ή παρέλειπαν να συμμορφωθούν με τους όρους πληρωμής του τιμήματος πώλησης, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 2 (α),(β),(γ) και (δ) πιο πάνω, τότε οι Πρώτοι Συμβαλλόμενοι θα τους απέστελλαν σχετική ειδοποίηση με αποκλειστική προθεσμία
(7)ημερών για συμμόρφωση με τους όρους. Σε περίπτωση που οι Δεύτεροι Συμβαλλόμενοι και πάλιν αρνούνταν, τότε οι Πρώτοι Συμβαλλόμενοι θα είχαν δικαίωμα να τερματίσουν τη συμφωνία, να κρατήσουν οποιοδήποτε ποσό κατέβαλαν μέχρι τότε οι Δεύτεροι Συμβαλλόμενοι έναντι του τιμήματος πώλησης των ανελκυστήρων ως αποζημιώσεις και να πωλήσουν τον ανελκυστήρα σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Αν μετά την πώληση του ανελκυστήρα, εξακολουθούσε να παραμένει οποιοδήποτε υπόλοιπο από το τίμημα πώλησής του, οι Δεύτεροι Συμβαλλόμενοι θα υποχρεούνταν να αποζημιώσουν τους Πρώτους Συμβαλλόμενους για το υπόλοιπο αυτό και για οποιαδήποτε άλλη ζημιά ή απώλεια είχαν υποστεί λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των Δεύτερων Συμβαλλομένων. Βάσει του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και ειδικότερα βάσει του άρθρου 37
(1)αυτού, «Οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν ή προσφερθούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση αυτή, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου.». Βάσει του άρθρου 39 του ιδίου Νόμου, «Αν ένας από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί να εκπληρώσει, ή καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει, την υπόσχεση του στο σύνολο της, ο δανειστής δύναται να τερματίσει τη σύμβαση, εκτός αν εκδήλωσε προφορικά ή με συμπεριφορά, τη συγκατάθεση του για συνέχιση της σύμβασης.». Εν προκειμένω, όπως ορθά δικογράφησαν οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησής τους, βάσει του όρου 2 της προαναφερόμενης συμφωνίας꞉ Κατά ή περί την 1.3.2007, δυνάμει γραπτής συμφωνίας με αριθμό G1NE0731 οι Ενάγοντες ανέλαβαν την προμήθεια (πώληση) και/ή τοποθέτηση και/ή εγκατάσταση ενός ανελκυστήρα τύπου 02000Ε, με κωδικό unit G1NE0731 στο πιο πάνω υποστατικό του Εναγόμενου έναντι συνολικού ποσού €17.513,16σ. (Λ.Κ. 20.250,00σ), πλέον ΦΠΑ, το οποίο θα πληρωνόταν σε τρεις δόσεις ως εξής: €3.502,63 (Λ.Κ. 2.050,00σ) πλέον ΦΠΑ, με την υπογραφή της συμφωνίας. €10.507,90σ (Λ.Κ. 6.150,00σ) πλέον ΦΠΑ, με την άφιξη του ανελκυστήρα και/ή των άλλων παραγγελθέντων εμπορευμάτων, στις αποθήκες των Εναγόντων στην Κύπρο, με ταυτόχρονη ειδοποίηση του Εναγομένου για την άφιξή τους. €3.502,63σ (Λ.Κ. 2.050,00σ) πλέον ΦΠΑ, με την αποπεράτωση της εγκατάστασης. Από τα πιο πάνω προκύπτει καθαρά ότι η εκτέλεση της σύμβασης συμπληρωνόταν με την αποπεράτωση της εγκατάστασης του ανελκυστήρα, κατά την οποία προβλεπόταν να γίνει και η τελευταία πληρωμή από τον Εναγόμενο. Αποτελεί, λοιπόν, εξαιρετικά παράξενο γεγονός το ότι, ενώ οι Ενάγοντες ισχυρίζονται μέσω της ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε να πληρώσει την προκαταβολή (Λ.Κ. 2.050,00σ πλέον ΦΠΑ) την 1.3.2017 (ή για χάριν συζήτησης την 24.4.2007 που εκδόθηκε το τιμολόγιο ως το Τεκμήριο 4Α), εντούτοις αυτοί συνέχισαν στην εκτέλεση της σύμβασης και παρήγγειλαν τα υλικά, τα οποία τιμολόγησαν στις 20.6.2007 (βλ. το Τεκμήριο 4Β). Θα ανέμενα, αν οι μόνες πληρωμές που τους έκαμε ο Εναγόμενος ήταν αυτές που εμφαίνονται στις αποδείξεις ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, δηλ. στις 3.7.2007 και στις 22.10.2007, να έστελλαν τουλάχιστον δύο φορές προηγουμένως προειδοποιητική επιστολή για παράβαση της σύμβασης ή και επιστολή τερματισμού, αφού θα είχε αθετήσει ο Εναγόμενος τόσο τον όρο 2(α) της σύμβασης λόγω μη καταβολής της προκαταβολής μέχρι τις 3.7.2007, όσο και τον όρο 2(β) αφού η πληρωμή που έγινε στις 3.7.2007 ήταν για το ποσό των ΛΚ3.000 και άρα δεν κάλυπτε την προβλεπόμενη στη συμφωνία δεύτερη δόση. Είναι δηλαδή άξιον απορίας πώς οι Εναγόμενοι προχώρησαν σε πλήρη εκτέλεση της σύμβασης, εγκαθιστώντας στις 22.10.2007 τον ανελκυστήρα, ενώ δεν είχαν ακόμη γίνει όλες οι προβλεπόμενες στη σύμβαση πληρωμές για τις οποίες τον είχαν κατ' ισχυρισμόν τιμολογήσει με τα Τεκμήρια 4Α και 4Β. Επισημαίνω εδώ ότι η ΜΕ1 ισχυρίστηκε στην παρα. 17 του Εγγράφου Α ότι η εγκατάσταση του ανελκυστήρα έγινε στις 23.10.2007, ενώ παρουσίασε το Τεκμήριο 6 που δείχνει κατ' ισχυρισμόν την Βεβαίωση του πελάτη ότι παρέλαβε στις 22.10.
  1. Θεωρώ ότι για να εκδώσει ο Εναγόμενος επιταγή στις 22.10.2007 (βλ. το Τεκμήριο 5), είναι πιο πιθανό να έγινε η εγκατάσταση στις 22.10.2007, όπως είναι και η ημερομηνία της Βεβαίωσης (Τεκμήριο 6). Καταλήγω να κρίνω ότι είναι πιο αληθοφανής ο ισχυρισμός του ΜΥ1 ότι αυτός είχε πληρώσει δεόντως την προκαταβολή τοις μετρητοίς στο Διευθυντή των Εναγόντων τη μέρα που υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, γι'αυτό και οι Ενάγοντες προχώρησαν στην εκτέλεση της σύμβασης με την παραγγελία του ανελκυστήρα, παρά η θέση της ΜΕ1 ότι παραλείπει μέχρι και σήμερα ο Εναγόμενος να πληρώσει το ποσό της προκαταβολής. Ομοίως, θεωρώ πιο αληθοφανή τη θέση του ΜΥ1 ότι στις 22.10.2007 που οι Ενάγοντες προχώρησαν στην εγκατάσταση του παραγγελθέντος ανελκυστήρα, είχαν εξοφληθεί από τον Εναγόμενο με την επιταγή των ΛΚ5.000 ως φαίνεται στην απόδειξη πληρωμής του Τεκμηρίου 5 υπό Έγγραφο Α και με την προηγηθείσα πληρωμή των ΛΚ2.000 με την επιταγή ημερ. 28.7.2007 ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β, αντί τη θέση της ΜΕ1 ότι οι Ενάγοντες δέχθηκαν να εγκαταστήσουν τον ανελκυστήρα ενώ ο Εναγόμενος συνέχιζε να χρωστά σε αυτούς ποσό ΛΚ 4050 (€6.813), που είναι πέραν του μισού της συνολικής αξίας του ανελκυστήρα. Άλλωστε, αντί αποστολής επιστολής τερματισμού, οι Ενάγοντες εμφανίζονται να ήθελαν την συνέχιση της σύμβασης και να τιμολογούσαν στις 12.10.2012 με το Τεκμήριο 4Γ υπό Έγγραφο Α ως τελευταίο ποσό το ποσό των ΛΚ.2050, πλέον ΦΠΑ συν τα έξοδα για τον τεχνικό έλεγχο ως το Τεκμήριο 4Δ υπό Έγγραφο Α, που δεν συμποσούται σε ΛΚ
  2. Δεν ηγέρθηκε ποτέ ισχυρισμός ότι ενημερωνόταν μέχρι τότε ο Εναγόμενος με κατάσταση λογαριασμού για τυχόν υπόλοιπο ΛΚ
  3. Διερωτάται επίσης κανείς, γιατί οι Ενάγοντες περίμεναν μέχρι το 2012, δηλαδή 5 χρόνια μετά την εκτέλεση της σύμβασης για να στείλουν την επιστολή τερματισμού. Οι επιστολές ως τα Τεκμήρια 8Α και 8Β που έστειλαν οι δικηγόροι τους στο μεσοδιάστημα και τις οποίες ο Εναγόμενος αμφισβητεί ότι παρέλαβε, ουδεν συσχετισμό επιτρέπουν να κάνει το Δικαστήριο με τα κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενα από τον Εναγόμενο ποσά, αφού στις 10.9.2010 αξίωναν ποσό €10.342,08σ που είναι κατά πολύ μεγαλύτερο όχι μόνο από αυτό που αξιώνουν στην αγωγή αλλά και από αυτό που θα ήταν πράγματι οφειλόμενο αν ο Εναγόμενος είχε πληρώσει μέχρι τότε μόνο το ποσό των ΛΚ8.000 όπως οι ίδιοι οι Ενάγοντες παρουσίασαν με το Τεκμήριο
  4. Ανεξήγητα, δε, στις 4.3.2011 οι Ενάγοντες εμφανίζονται να περιορίζουν το ποσό που οφείλει ο Εναγόμενος σε μόνο €2.631,69σ. που είναι κατά πολύ μικρότερο από αυτό που αξιώνουν στην παρούσα αγωγή. Φαίνεται, κατά συνέπεια, να είναι αυθαίρετο ή/και μη συναρτημένο προς οποιοδήποτε άλλο στοιχείο μαρτυρίας το περιεχόμενο των εν λόγω δύο επιστολών. Από την άλλη, ο ΜΥ1 έδωσε ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν κλήτευσε ο ίδιος τον κ. XXXXX Νικολαΐδη ως μάρτυρα, για να τον θέσει και στη διάθεση των Εναγόντων για αντεξέταση, σχετικά με το ερώτημα τί έκανε εκείνος τα χρήματα όταν οπισθογράφησε την επιταγή του Εναγόμενου ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β. Ο λόγος μη κλήτευσής του είναι ότι απεβίωσε. Συνεπώς, ενώπιον του Δικαστηρίου παρέμεινε η μαρτυρία του ΜΥ1 ότι αυτός κάλεσε τον κ. Νικολαΐδη και του εξέδωσε την επιταγή για να πάρει τα χρήματα για τους Ενάγοντες, καθώς και ότι ο κ. Νικολαΐδης ήταν το πρόσωπο που εμφανιζόταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στον ΜΥ1 ως αντιπρόσωπος ή/και ως συνεργάτης των Εναγόντων στο Παραλίμνι. Όσον αφορά τον κ. Γιάγκου, αυτός υπηρετούσε ή/και συνέχισε να υπηρετεί στους Ενάγοντες, επομένως είχαν και οι ίδιοι την ευχέρεια να τον κλητεύσουν, ελλείψει οποιασδήποτε επίκλησης αντικειμενικής αδυναμίας να το πράξουν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω να αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ1 ως ειλικρινή και αξιόπιστη και να απορρίπτω τη μαρτυρία της ΜΕ1 ως ανεπαρκή ή/και ως αναξιόπιστη. Δεν έχουν πετύχει οι Ενάγοντες να αποδείξουν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι αληθής η δική τους εκδοχή ότι ο Εναγόμενος εξακολουθεί να οφείλει το ποσό που αξιώνουν στην αγωγή. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζω τα έξοδα υπέρ του Εναγομένου και εναντίον των Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)................................... Α. Πανταζή - Λαμπρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ο όρος 12 της επίδικης συμφωνίας προβλέπει ότι «Συμφωνείται μεταξύ των Συμβαλλομένων ότι οι Δεύτεροι Συμβαλλόμενοι θα παράσχουν την αναγκαία ηλεκτρική ισχύ για δοκιμή και ρύθμιση του ανελκυστήρα το αργότερο ένα μήνα πριν από την ημερομηνία παράδοσης.». [2] Ο όρος 14 της επίδικης συμφωνίας προβλέπει ότι «Συμφωνείται μεταξύ των Συμβαλλομένων ότι οι Δεύτεροι Συμβαλλόμενοι έχουν την ευθύνη εξασφάλισης των αναγκαίων αδειών και/ή εγκρίσεων από την Α.Η.Κ. και το Γραφείο Εργασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη άδεια και/ή έγκριση απαιτείται και/ή θ' απαιτηθεί από το νόμο.». [3] Ο όρος 9 της επίδικης συμφωνίας προβλέπει ότι «Συμφωνείται μεταξύ των Συμβαλλομένων ότι οι Πρώτοι Συμβαλλόμενοι δεν θα ευθύνονται για οποιαδήποτε καθυστέρηση τυχόν προκληθεί στην πρόοδο των εργασιών και την παράδοση του ανελκυστήρα λόγω της μη εκτέλεσης και/ή της μη έγκαιρης και/ή προσήκουσας εκτέλεσης των εργασιών που αποτελούν ευθύνη των Δεύτερων Συμβαλλομένων.». [4] Παραλείπω τον αριθμό εδώ για προστασία τυχόν αληθών προσωπικών δεδομένων. [5] «
  5. Συμφωνείται μεταξύ των Συμβαλλομένων ότι οι Δεύτεροι Συμβαλλόμενοι, με δικά τους έξοδα και ευθύνη θα ορίσουν χώρο αποθήκευσης τωνυλικών κοντά στο εργοτάξιο και ότι η ασφάλεια των υλικών κατά τη διάρκεια της αποθήκευσης θα αποτελεί ευθύνη των Δεύτερων Συμβαλλομένων.» [6] Συμφωνείται μεταξύ των Συμβαλλομένων ότι οι Πρώτοι Συμβαλλόμενοι δεν υποχρεούνται όπως εκτελέσουν οποιεσδήποτε εργασίες απαιτούνται για την εγκατάσταση του ανελκυστήρα στο Υποστατικό πέραν των εργασιών που ρητώς και περιοριστικώς αναφέρονται και περιγράφονται στην προσφορά, η οποία επισυνάπτεται στο παρόν και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας συμφωνίας και ότι οποιεσδήποτε άλλες εργασίες αποτελούν υποχρέωση των Δεύτερων Συμβαλλομένων.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.