Ριαλά ν. Α. Ανδρέου, ως εκκαθαριστή της εταιρείας K&M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD, Αρ. Αγωγής: 27/2017, 28/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 27/2017 Ενώπιον: XXXXX Ριαλά Ενάγοντα -και- XXXXX Α. Ανδρέου, ως εκκαθαριστή της εταιρείας K&M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD Εναγομένου Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα/αιτητή: Ο κ. Δ. Κούτρας. Για εναγόμενο/καθ΄ ου η αίτηση: Ο κ. Θ. Ποσνακίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση ημερομηνίας 28/6/2018 για ασφάλεια εξόδων) Δια της αίτησης για ασφάλεια εξόδων, που καταχωρίστηκε από τον ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου, ο ενάγοντας αιτείται: «Διατάγματος του Δικαστηρίου διατάττον τον εναγόμενο όπως δώσει εντός 20 ημερών από την ημερομηνία του τοιούτου διατάγματος ασφάλεια για τα έξοδα στο ποσό των €7.619,00, πλέον Φ.Π.Α., πλέον €347,42 πραγματικά έξοδα, σύνολο €9.414,03 και διάταγμα όπως η περαιτέρω διαδικασία ανασταλεί μέχρις ότου δοθεί τέτοια ασφάλεια και σε περίπτωση που δεν θα δοθεί τέτοια ασφάλεια εντός του χρόνου που θα εγκρίνει το δικαστήριο η υπεράσπιση να απορριφθεί με έξοδα.» Αναφέρεται, υπό τύπο εισαγωγής, ότι με την έκθεση απαίτησής του ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον του εναγόμενου αναγνωριστική απόφαση ότι η συμφωνία αντιπαροχής ημερομηνίας 11/4/2008 μεταξύ του ενάγοντα και της εναγόμενης εταιρείας είναι άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος, πλέον διάταγμα δυνάμει του οποίου να διατάσσεται ο διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου να διαγράψει από το σχετικό μητρώο την πιο πάνω αναφερθείσα συμφωνία η οποία καταχωρίστηκε για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, πλέον αναγνωριστική απόφαση ότι η εν λόγω συμφωνία έχει τερματιστεί νόμιμα από τον ενάγοντα καθότι αυτή δεν ολοκληρώθηκε εξ υπαιτιότητας της εναγόμενης, πλέον αποζημιώσεις για αθέτηση συμφωνίας. Η αγωγή καταχωρίστηκε εναντίον του εκκαθαριστή, κατόπιν αδείας του Επαρχιακού Δικαστήριου Αμμοχώστου στην αίτηση υπ' αρ. 11/2011 ημερομηνίας 22/11/
- Στο δικόγραφό του, ο ενάγων αναφέρει ότι η συμφωνία αντιπαροχής ημερομηνίας 11/4/2008 ουδέποτε ολοκληρώθηκε και ουδέποτε υλοποιήθηκε λόγω του ότι η εναγόμενη εταιρεία σε ουδεμία ενέργεια προέβη για υλοποίησή της, με αποτέλεσμα ο ενάγων να την τερματίσει, χωρίς όμως η εναγόμενη να αποδέχεται την απόσυρση της εν λόγω συμφωνίας από το σχετικό μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, η οποία κατατέθηκε για σκοπούς ειδικής εκτέλεσής. Δια της υπεράσπισης και ανταπαίτησής της, η εναγόμενη αρνείται οτιδήποτε της προσάπτεται, ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας είναι που παραβίασε τους όρους της συμφωνίας αντιπαροχής αφού αρνείτο να υπογράψει όλες τις απαραίτητες αιτήσεις για έκδοση των απαραίτητων αδειών για έναρξη των εργασιών ανέγερσης των διαμερισμάτων εντός του επίδικου ακινήτου. Παραβίασε, έτσι, τους όρους της συμφωνίας αντιπαροχής. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι η επίδικη συμφωνία ουδέποτε τερματίστηκε, ευρίσκεται ακόμα σε ισχύ και η εναγόμενη κατέχει το επίδικο ακίνητο νόμιμα. Ζητεί, επίσης, δι΄ ανταπαίτησης, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία αντιπαροχής ημερ. 11/4/2008 συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ, είναι νόμιμα καταχωρισμένη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και ότι η εναγόμενη καμία παράνομη επέμβαση δεν διαπράττει επί του εν λόγω ακινήτου. Αξιώνει, επίσης, αποζημιώσεις για παραβίαση της συμφωνίας αντιπαροχής. Δια της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση της εναγόμενης, η ενάγουσα αναφέρει ότι ο μόνος λόγος που η εναγόμενη καθυστέρησε στην απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου από το Κτηματολόγιο, παρόλο που συμφώνησε ρητά προς τούτο, ήταν οι οικονομικές ατασθαλίες που αυτή διέπραξε δυνάμει των οποίων ο διευθυντής της, XXXXX Κυπριανού, έκτισε πολυετή ποινή φυλάκισης. Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση για ασφάλεια εξόδων, ο ενάγων αναφέρει ότι λόγω του ότι γνώριζε ότι η εναγόμενη εταιρεία βρίσκετο υπό εκκαθάριση προέβηκε δια του δικηγόρου της σε έρευνα σε σχέση με τα περιουσιακά της στοιχεία, από την οποία προέκυψε ότι η αυτή δεν διαθέτει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο. Αντίθετα, υπάρχει μεγάλος αριθμός δανειστών, οι οποίοι αξιώνουν υπέρογκα ποσά. Επισυνάπτει, δε, στην αίτησή του προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων, βάσει του οποίου τα έξοδα μέχρι και το τέλος εκδίκασης της αγωγής υπολογίζονται στο ποσό που αναφέρεται στο αιτητικό της αίτησης. Λόγω της μη εμπρόθεσμης καταχώρισης της ένστασης, το Δικαστήριο δεν ενέκρινε αίτημα παράτασης χρόνου για καταχώριση της. Εντούτοις, άκουσα με προσοχή τα όσα ο κ. Ποσνακίδης ανέφερε ως προς το γιατί η αίτηση δεν πρέπει να εγκριθεί. Διεξήλθα, επίσης, της γραπτής αγόρευσης του κ. Κούτρα προς υποστήριξη της αίτησης. Θα εξετάσω κατά προτεραιότητα, κατά πόσο η αίτηση μπορούσε να καταχωριστεί στο χρόνο που καταχωρίστηκε, με γνώμονα ότι η κλήση για οδηγίες που καταχώρισε ο ενάγοντας στις 19/9/2017 έτυχε χειρισμού από το Δικαστήριο στις 21/11/2017 και εκδόθηκαν, δυνάμει των καταχωρισθέντων παραρτημάτων των μερών, εκ συμφώνου διατάγματα για εκατέρωθεν αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων, μόνο, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε αίτημα ασφάλειας εξόδων. Επτά και πλέον μήνες μετά τις προαναφερθείσες οδηγίες του Δικαστηρίου, καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση και ενώ μεσολάβησε η εμφάνιση των μερών ενώπιον του Δικαστηρίου στις 5/6/
- Σύμφωνα με τη Δ.30, θ.3 (α) και (β), ως τροποποιήθηκε: «
- (α) Κατά την πρώτη εμφάνιση της κλήσης για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προνοείται στην παράγραφο 1(α) ανωτέρω, εκδίδονται οι ανάλογες οδηγίες από το Δικαστήριο στη βάση των αιτημάτων που καταγράφηκαν από τους διαδίκους στο Παράρτημα του Τύπου
- Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, ως κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, να εκδίδει είτε αυτεπάγγελτα, ή με κοινή δήλωση των διαδίκων, είτε στη βάση προφορικού αιτήματος ενός ή περισσοτέρων των διαδίκων ανάλογα διατάγματα για τα θέματα που καλύπτονται από το Παράρτημα του Τύπου 25, εκδίδοντας, εάν χρειάζεται, συνοπτική προς τούτο απόφαση. (β) Οι Διαταγές 14, 19 θεσμοί 6-9, 24, 28, 33, 38, 49, 57, 59 και 60 που αναφέρονται στο Παράρτημα του Τύπου 25, θα διαβάζονται υπό το πρίσμα της παρούσας Διαταγής. Νοείται ότι διάδικος ο οποίος δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα, εν όλω ή εν μέρει, δεν δικαιούται να υποβάλει ή να προωθήσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αίτημα που αφορά στην έκδοση σχετικών οδηγιών και θεωρείται ότι δεν επιθυμεί την έκδοση τέτοιων οδηγιών στο βαθμό και στην έκταση που δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα.» (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Ενώ, το Παράρτημα του ενάγοντα ημερομηνίας 19/9/2017 σημειώνει και την αναζήτηση οδηγιών ως προς «
- Άλλο αίτημα που δεν καλύπτεται από τα ανωτέρω», ως προκύπτει από το πρακτικό ημερομηνίας 21/11/2017, δεν ζητήθηκαν οποιαδήποτε διατάγματα ή οδηγίες πέραν από την αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του θ.3(β), ανωτέρω, η μη συμπλήρωση του παραρτήματος και η μη αναζήτηση σχετικών οδηγιών στο βαθμό και έκταση που το παράρτημα δεν συμπληρώθηκε, συνιστά τροχοπέδη στην υποβολή ή την προφορική προώθηση ενώπιον του Δικαστηρίου οποιουδήποτε μεταγενέστερου αιτήματος. Εάν, παρά τη θέσπιση της νέας Δ.30 η οποία αποσκοπούσε κυρίως στην απάλειψη των καθυστερήσεων στην αστική δικαιοσύνη μέσω διαδικασιών που προβλέπονται στην εν λόγω Διαταγή και αποσκοπούν σύμφωνα με τη Δ.30 θ.2 και 3 στον χειρισμό από το Δικαστήριο κατά το συντομότερο δυνατό και με συνοπτικό τρόπο όλων των προδικαστικών θεμάτων που δυνατό να εγερθούν σε μια αγωγή, κάθε διάδικος μπορούσε, παρά τη συμπλήρωση του παραρτήματος και παρά το ότι δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο βάσει αυτού, να εγείρει προδικαστικό θέμα όπως η παρούσα αίτηση σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, τότε θα οδηγούμασταν σε σαφή καταστρατήγηση των σκοπών και στόχων της νέας Δ.
- Βεβαίως, για θέματα τα οποία δεν θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί νωρίτερα και κατά το στάδιο καταχώρισης της κλήσης για οδηγίες, επειδή δεν ήταν γνωστά στον αιτητή ή για τα οποία υπήρξε αποδεδειγμένη αντικειμενική δυσκολία έγερσης τους, δυνατόν να υπάρξει, σύμφωνα με τη λογική, διαφορετική ερμηνεία της επιφύλαξης στο θ.3(β), ανωτέρω. Εντούτοις, στην παρούσα περίπτωση όπου ο ενάγων προωθεί την παρούσα αίτηση λόγω της εκκαθάρισης της εναγόμενης και της μη ύπαρξης οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων της για να ικανοποιήσει τους πιστωτές της (χωρίς να αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πότε έγινε αυτή η έρευνα), είναι προφανές ότι ακόμα και πριν την καταχώριση της αγωγής ο ενάγων γνώριζε για τη διαδικασία εκκαθάρισης της εναγόμενης, αφού εξασφάλισε διάταγμα για καταχώριση αγωγής εναντίον του εκκαθαριστή της. Επομένως, ο ενάγοντας κατά το χρόνο που συμπλήρωνε το Παράρτημά του, ήξερε πολύ καλά τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Θα έπρεπε, επομένως, να ζητήσει τότε, έστω και προφορικά και δυνάμει του σημείου 10 στο συμπληρωθέν Παράρτημά του, την ασφάλεια εξόδων εναντίον της εναγόμενης που τώρα αναζητεί. Κρίνω ότι, αφού δεν το έπραξε, απεμπόλησε το δικαίωμά του να το πράξει αργότερα. Ούτε και ζήτησε, ως φαίνεται από το πρακτικό του Δικαστηρίου, παράταση χρόνου για να θέσει τέτοιο αίτημα, η οποία παράταση θα κρινόταν με αναφορά, μεταξύ άλλων, στη Δ.30, θ.3(β). Η συμμόρφωση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας δεν είναι μόνο θέμα διαδικασίας, αλλά απολήγει και σε θέμα ουσίας. Εάν, ανερώτητα και αυτεπάγγελτα το Δικαστήριο, παράτεινε τον χρόνο υποβολής τέτοιου αιτήματος, η νέα Δ.30 τόσο στο λεκτικό της όσο και στον σκοπό της θα παραβλεπόταν. Σύμφωνα, δε, με την Δ.57, Θ.2: «
- A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these Rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed : provided that when the time for delivering any pleading or document or filing any affidavit, answer or document, or doing any act is or has been fixed or limited by any of these Rules or by any direction or order of the Court or Judge, the costs of any application to extend such time and of any order made thereon shall be borne by the party making such application unless the Court or Judge shall otherwise order.» Πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι η Δ.57 πρέπει πλέον, μετά τη Θέσπιση της νέας Δ.30 ως τροποποιήθηκε, να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της τελευταίας, ως αναφέρεται στο θ. 3(β) αυτής, δηλαδή αυστηρά και με αυξημένη προσκόλληση στα χρονοδιαγράμματα που προνοούνται από τους Θ.Π.Δ. και που δίνονται από το Δικαστήριο. Προκύπτει, επομένως, από το λεκτικό της Δ.57, θ.2 ότι όταν οι Θ.Π.Δ. καθορίζουν χρονικό περιθώριο εντός του οποίου μπορεί δικονομικό διάβημα να ληφθεί, το Δικαστήριο δύναται να παρατείνει τέτοιο χρόνο ακόμα και κατόπιν της λήψης τέτοιου δικονομικού διαβήματος, με την προϋπόθεση, όμως, ότι καταχωρίζεται αίτηση προς τούτο ( .. although the application for the same ....). Στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1Α Α.Α.Δ. 364 εξετάστηκε το θέμα της παράτασης προθεσμίας βάσει της Δ.57, θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και αναφέρθηκε ότι: «Από την επισκόπηση της σχετικής νομολογίας προκύπτουν οι πιο κάτω αρχές: 1. Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis
(1968)1 C.L.R. 291, 293 και Schafer v. Blyth [1920] 3 K.B. 143). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ., 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic
(1981)3 C.L.R. 271). 2. Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης v. Χρίστου
(1996)1(B) A.A.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1348 και Βαρδιάνου ν. Richards
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 698). Όπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρο για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή
(1993)Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Σενέκη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1108). 3. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 904).
- Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σελ.
- Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.ά.,
(2000)1 Α.Α.Δ. 7 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: "Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. Όπως εξηγείται στη Χοππής, σελ. 143: "Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης" (Βλ. επίσης Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1997)3 Α.Α.Δ. 241 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 257).» Στη Γιώργου Φαλέκκου ν. Κυριάκου Χριστοφίδη, Π.Ε.63/10 και ημερομηνίας 12.8.2014, παρά το ότι το Εφετείο σημείωσε ότι είναι καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει παρατυπία στη διαδικασία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο, εντούτοις επικρότησε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, υπό τις εκεί περιστάσεις, να θεραπεύσει αυτεπάγγελτα και στη βάση της Δ.64, θ.3, την παρατυπία που παρατηρήθηκε στη διαδικασία, με την έναρξή της με ειδικώς και όχι γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Εντούτοις, στη Χριστίνα Περικλέους v. Ellinas Finance Ltd. Κ.ά. Π.Ε.283/10 ημερ. 3.7.2014 και στην οποία τέθηκε ζήτημα κατά πόσο η απουσία της σχετικής δικονομικής διάταξης από τη νομική βάση της αίτησης τροποποίησης των λόγων έφεσης, ήτοι της Δ.35, θ.4, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως θεραπεύσιμη παρατυπία βάσει της Δ.64, θ.1, το Εφετείο σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι: «Όμως καμία αίτηση δεν υποβλήθηκε από την Αιτήτρια ζητώντας να θεραπευθεί η παράλειψη, ώστε να αποκτήσει η αίτηση το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο. Υπάρχουν περιπτώσεις που το δικαστήριο κατ' εξαίρεση μπορεί αυτεπάγγελτα να θεωρήσει ότι η παράλειψη έχει ήδη θεραπευθεί, αλλά η παρούσα δεν είναι μια τέτοια περίπτωση. Στην υπόθεση Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ.63/10, ημερ.17.12.2013, τονίσαμε ότι οι παρατηρήσεις μας ως προς την ευχέρεια που πάντοτε έχει το δικαστήριο να θεραπεύει παρατυπία «δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το δικαστήριο».» Προκύπτει, επομένως, από τα πιο πάνω ότι επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκείται πάντοτε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υπόθεσης και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, να θεραπεύσει αυτεπάγγελτα και βάσει της Δ.64, θ.1, παράλειψη διαδίκου να συμμορφωθεί με τους Θ.Π.Δ. σε σχέση με το χρόνο λήψης ενός διαδικαστικού διαβήματος. Εν προκειμένω, το ότι ουδέποτε υποβλήθηκε αίτημα ή αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρισης της παρούσας αίτησης είναι καθοριστικής σημασίας. Επίσης καθοριστικής σημασίας είναι ότι, ουδεμία εξήγηση ή δικαιολογία δόθηκε για την καταχώριση της αίτησης στο χρόνο που καταχωρίστηκε. Εάν, χωρίς σχετικό αίτημα ή αίτηση και χωρίς εξήγηση, το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, και παρά την αυστηρότητα της Δ.30, ως τροποποιήθηκε, σε σχέση με χρονοδιαγράμματα, παράτεινε το χρόνο για καταχώριση της παρούσας αίτησης θα ενθαρρύνονταν οι δικηγόροι να αφήνουν κάθε θέμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία στο Δικαστήριο να το αποφασίσει, ενώ στη Φαλέκκου (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι αυτό δεν πρέπει να γίνεται. Κάτι τέτοιο, θα παρέκκλινε επίσης, κρίνω, από την καλά εδραιωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι προθεσμίες που τάσσονται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας δεν είναι μόνο διαδικαστικά, αλλά και ουσιαστικά, εχέγγυα για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ των μερών. Βάσει των πιο πάνω θα απέρριπτα την αίτηση πριν καν εξετάσω αυτή στην ουσία της. Εν τούτοις, στην περίπτωση που κριθεί ότι η πιο πάνω κρίση μου σφάλλει, προχωρώ να εξετάσω την αίτηση στην ουσία της. Η Δ.60 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων. Παρατίθεται αυτούσια, ως ισχύει σήμερα: «1. A plaintiff (and, in respect of a counter-claim which is not merely in the nature of a set-off, a defendant) ordinarily resident out of Cyprus ή Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης may, at any stage of the action, be ordered to give security for costs, though he may be temporarily resident in Cyprus ή σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Νοείται ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων. 2. In actions brought by persons resident out of Cyprus ή Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, when the plaintiff's claim is founded on a judgment or order or on a negotiable instrument, the power to require the plaintiff to give security for costs shall be in the discretion of the Court. 3. Where a person sues as next friend of an infant or other person under disability he may, if an appellant, be ordered to give security for costs. 4. If it appears that a person suing is not the real plaintiff but is merely suing as nominal plaintiff in somebody else's interests, then such person may, at any stage of the action, be required to give security for costs on the grounds of insolvency or poverty. 5. Where the Court orders security for costs to be given it may stay the proceedings in the action until such security is given, and in the event of the security not being given within the time appointed may dismiss the action. 6. Where a bond is to be given as security for costs, it shall, unless the Court or a Judge otherwise directs, be given to the party or person requiring the security, and not to an officer of the Court. » Η πιο πάνω Διαταγή ως ισχύει σήμερα, αποκλείει την έκδοση διατάγματος εναντίον Κυπρίων και ατόμων που είναι κάτοικοι Κύπρου ή χώρας-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Βλ. Rashid v. Παπόρη
(2012)1 Α.Α.Δ. 2710, Julie Bibbs v. P.P. Dolphin Boat Safari Ltd. κ.α. Πολ. Έφ. 111/14, ημερ. 15/1/15 και Δημητρίου ν. Δημητρίου, Πολ. Εφ. 181/12, ημερ. 20/4/15). Εν τούτοις, στην Ανθίτσα Ιωάννου κ.α. ν. Χριστάκη Αντωνίου Σοφιανού, Πολ. Έφ. 155/15 ημερ. 15/7/16 λέχθηκε ότι όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αίτησης για ασφάλεια εξόδων δυνάμει της Δ.35 θ. 2 και όχι δυνάμει της Δ.60, Θ. 1, είναι δυνατή η ενάσκηση της κατ' έφεση δικαιοδοσίας κάτω από τη Δ.35 θ.2 ακόμη και εκεί όπου ο εφεσείων είναι Kύπριος ή κάτοικος μέλους-κράτους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή υπάρχουν άλλες ειδικές περιστάσεις όπως το ιστορικό της διαφοράς των διαδίκων, η παραβίαση του δεδικασμένου, η κατάχρηση της διαδικασίας και το ενοχλητικό μιας έφεσης. Η ισχύς της θέσης αυτής επιβεβαιώθηκε από τη μεταγενέστερη Φάρμα Ρένος Χατζηιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Παντελή, Π.Ε. 229/2015, ημερ. 13.2.17). Είναι νομολογημένο ότι οι πρόνοιες της Δ.60 θ.1 τυγχάνουν εφαρμογής και κατά τη διαδικασία της έφεσης, με τον εφεσείοντα και εφεσίβλητο να υπέχουν θέση ενάγοντα και εναγομένου αντίστοιχα (βλ. Studland Holdings Ltd κ.α. ν. Ευσταθίου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1809, F.K. & S. (VAROSIA) PROPERTIES LIMITED v. SIMON GEORGE PENNEY κ.α., Πολ. Εφ. 354/10 ημερ. 14/2/14 και Φάρμα Ρένος Χατζηιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Παντελή, Π.Ε. 229/2015, ημερ. 13.2.17). Οι πρόνοιες της Δ.60 θ.1 τυγχάνουν επίσης εφαρμογής σε αίτηση που καταχωρεί τριτοδιάδικος για ασφάλεια εξόδων εναντίον εναγομένου (βλ. The Continental Insurance Company of Hampshire v. O' Regan
(1998)1 ΑΑΔ 1087). Βάσει των προαναφερομένων, είναι ασφαλές να λεχθεί ότι όποτε διάδικος υπέχει θέση εναγόμενου, τότε δύναται να καταχωρίσει εναντίον του ενάγοντα αίτηση για ασφάλεια εξόδων. Παρά την επί του θέματος μελέτη μου, δεν έχω ανεύρει οποιαδήποτε νομολογία που να υποστηρίζει ότι στην έννοια της λέξης «ενάγων», όπως χρησιμοποιείται στη Δ.60, Θ.1, περιλαμβάνεται και εναγόμενος. Τούτο θα ερχόταν σε αντίθεση όχι μόνο με το ίδιο το λεκτικό της σχετικής διαταγής, αλλά και με σκεπτικό της, ότι δηλαδή ο εναγόμενος θα πρέπει να διαφυλαχτεί εναντίον της πιθανότητας να επιτύχει η υπεράσπιση του αλλά να μη δύναται, εν τέλει, να εισπράξει τα έξοδά του από τον ενάγοντα. Η αντίστροφη έννοια, δηλαδή της διαφύλαξης του ενάγοντα εναντίον της πιθανότητας να επιτύχει η αγωγή του αλλά να μη δύναται, εν τέλει, να εισπράξει τα έξοδά του από τον εναγόμενο, απλά δεν καλύπτεται από τη σχετική διάταξη. Τα πιο πάνω προδιαγράφουν την έκβαση της αίτησης, σε σχέση με την απαίτηση. Συνεπώς, η αίτηση σε σχέση με την απαίτηση απορρίπτεται, χωρίς εξέταση της ουσίας της, ως νομικά αβάσιμη αφού ο ενάγων δεν έχει locus standi για την προώθησή της. Σε σχέση όμως με την ανταπαίτηση στην οποία ο εναγόμενος υπέχει θέση ενάγοντος (βλ. ορισμό "plaintiff" στη Δ.2 και Δ.21 θ. 7Α ), κρίνω ότι ο ενάγοντας, ως εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενος, έχει locus standi για την προώθησή της αίτησης. Εν τούτοις, δεν θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση στην ουσία της σε σχέση με την ανταπαίτηση, διότι κάτι τέτοιο δεν ζητείται ρητά με την αίτηση. Ως σαφώς προκύπτει από το λεκτικό της αίτησης, αυτή αφορά στην απαίτηση, αφού ζητεί «σε περίπτωση που δεν θα δοθεί τέτοια ασφάλεια εντός του χρόνου που θα εγκρίνει το δικαστήριο η υπεράσπιση να απορριφθεί με έξοδα». Τίποτε στην αίτηση ή στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει ή στην επιχειρηματολογία που έθεσε ενώπιον μου ο κ. Κούτρας, δεν υποστήριξε, έστω αμυδρά, ότι η αίτηση προωθείται ως προς την ανταπαίτηση. Με δεδομένο το δικό μας διαιτητικό σύστημα δικαίου, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να εξετάσει αίτηση, άλλη από εκείνη, που σαφώς τέθηκε ενώπιον του. Η νομολογία που θέλει το Δικαστήριο να μπορεί να αποδώσει οποιαδήποτε νομική θεραπεία, με την προϋπόθεση πως τα αναγκαία προς τούτο γεγονότα είναι ξεκάθαρα και δικογραφημένα, περιορίζεται σε αγωγές, όπου το Δικαστήριο έχει ακούσει την υπόθεση στην ουσία της και είναι σε θέση να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων ( βλ. Stylianou v. Papakleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, Drane v. Evangelou [1978] 2 All E.R. 437 και Re Vandervell´s Trusts (No.2) [1974] 3 All E.R. 205, Αριστοδήμου Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319, Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjan
(1992)1 A.A.Δ. 400). Εάν εφαρμοζόταν, εν προκειμένω η πιο πανω νομολογία, θα αποδίδετο στον Ενάγοντα, υπό την αίρεση της πλήρωσης των αναγκαίων προϋποθέσεων, θεραπεία άλλη από αυτήν που ξεκάθαρα ζητείται με την αίτηση. Ενδεχομένως εκ του περισσού, αναφέρω ότι ακόμα και αν ήταν επιτρεπτό να εξεταστεί η αίτηση ωσάν να αφορούσε σε αίτημα ασφάλειας εξόδων σε σχέση με την ανταπαίτηση, αυτό θα απορρίπτετο αφού ελλείπει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου οποιαδήποτε αναφορά στο ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη, υπό εκκαθάριση, εταιρεία δεν διαμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αντιθέτως, προκύπτει ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι κυπριακή, ο εκκαθαριστής της είναι κύπριος δικηγόρος και εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισής της βάσει του κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Ως αναφέρθηκε στην Alahmari v. Alia the Royal Jordanian Airline
(1990)1 Α.Α.Δ. 434 από τον Πική, Δ. (ως ήταν τότε), θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε σχέση με αίτηση για ασφάλεια εξόδων είναι η διαπίστωση ότι ο ενάγων έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό. Τούτο προκύπτει από την ορθή ερμηνεία της Δ.60, Θ.1. (βλ. επίσης Continental Ins. Co. of Hamshire v. O' Regan
(1998)1 Α.Α.Δ. 1087 και Rashid v. Παπόρη
(2012)1 Α.Α.Δ. 2710). Συνεπώς, με την διαπίστωση ότι η εξ΄ανταπαιτήσεως ενάγουσα εταιρεία έχει τη διαμονή της στην Κύπρο, ελλείπει το δικαιοδοτικό βάθρο επί του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει διακριτική ευχέρεια κατά την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων της αίτησης, ακόμα και εάν αυτή αφορούσε στην ανταπαίτηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και βάσει του ότι ουδέποτε καταχωρίστηκε ένσταση στην αίτηση, η αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) ......... Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο