← Κύπρος

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ ν. CRAICIAS HOLDING LTD, Αρ. Αγωγής: 99/2018, 9/1/2019

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ ν. CRAICIAS HOLDING LTD, Αρ. Αγωγής: 99/2018, 9/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A2 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 99/2018 Μεταξύ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ Εναγόντων -και- CRAICIAS HOLDING LTD Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 19.3.2018 για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντες-Αιτητές: κα Δ. Χ΄Δημήτρη για Α. ΚΑΡΑΣ ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους-Καθ'ων η αίτηση: κος Μ. Μαρκουλλής για ΓΙΩΡΓΟΣ Φ. ΠΙΤΤΑΤΖΗΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ.2 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι ενάγοντες αξιώνουν από την εναγόμενη εταιρεία την πληρωμή του ποσού των €101.914,82, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, ως «αποχετευτικά τέλη και/ή φόρους και/ή εισφορές και/ή τέλη και/ή δικαιώματα και/ή επιβαρύνσεις.» Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, οι ενάγοντες είναι νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, υπεύθυνο για την εγκαθίδρυση και κατασκευή του αποχετευτικού συστήματος στον Δήμο Παραλιμνίου. Έχουν δε εξουσία δυνάμει των Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμων και Κανονισμών, να καθορίζουν και να εισπράττουν τέλη και/ή δικαιώματα από τους ιδιοκτήτες και/ή κατόχους και/ή ενοικιαστές ακινήτου ιδιοκτησίας, οι οποίοι εξυπηρετούνται και/ή πρόκειται να εξυπηρετηθούν από τα συστήματα αποχετεύσεων λυμάτων. Η εναγόμενη εταιρεία κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ήταν κάτοχος ή/και ιδιοκτήτης ή/και ενοικιαστής συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας (περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης), η οποία βρίσκεται εντός της κηρυχθείσας περιοχής του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Παραλιμνίου, η οποία εξυπηρετείται ή θα εξυπηρετηθεί από το Σύστημα Αποχετεύσεως Λυμάτων και Ομβρίων Υδάτων. Οι ενάγοντες επέβαλαν στην εναγόμενη, αποχετευτικά τέλη και/ή δικαιώματα τα οποία, περιλαμβανομένης της πρόσθετης επιβάρυνσης (επεβλήθη λόγω της μη έγκαιρης εξόφλησης) ανέρχονται συνολικά στο αξιούμενο ποσό. Η εναγόμενη, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων και την επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 25.7.2017, δεν κατέβαλαν κανένα ποσό και εξακολουθούν να οφείλουν τα αξιούμενα ποσά. Η εναγόμενη εταιρεία καταχώρισε Υπεράσπιση με την οποία διατείνεται πως οι ενάγοντες καθόρισαν «αυθαίρετα, αδικαιολόγητα και παράνομα» τα κατ΄ισχυρισμόν οφειλόμενα ποσά. Είναι η θέση της πως δεν δικογραφείται η διοικητική πράξη στην βάση της οποίας έγινε η επιβολή τέλους ώστε να γνωρίζει η εναγόμενη «πώς να υπερασπισθεί». Διατείνεται πως δεν έχει εκδοθεί ποτέ έγκυρη και δεσμευτική πράξη που να καθιστά οριστικά πληρωτέο οποιοδήποτε ποσό από την εναγόμενη και πως έχει προσβάλει όλες τις διοικητικές πράξεις σε ό,τι αφορά αποχετευτικά τέλη στον Δήμο Παραλιμνίου, στο αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο, όπου εκκρεμεί ακόμη η εκδίκαση των προσφυγών. Είναι η θέση της καταληκτικά, πως «προτού οριστικοποιηθεί η διοικητική διαδικασία επιβολής τέτοιων τελών, δεν γεννάται αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων ή και οποιουδήποτε, εναντίον της εναγόμενης». Με την υπό κρίση Αίτηση, οι ενάγοντες αιτούνται την έκδοση Συνοπτικής Απόφασης εναντίον της εναγόμενης, ισχυριζόμενοι την έλλειψη Υπεράσπισης εκ μέρους της. Η Αίτηση στηρίζεται στην Δ.18 θ.1(α), 2, στην Δ.48 θ.1-9, στην Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στις Γενικές Αρχές του Νόμου, στην συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Κοιτάζου, αναπληρωτή διευθυντή των εναγόντων ο οποίος, όπως διατείνεται, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και υιοθετεί το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Όπως αναφέρει «οι εναγόμενοι, καμιά ουσιαστική υπεράσπιση δεν έχουν στην παρούσα Αγωγή, ενώ ο λόγος για τον οποίο καταχώρισαν υπεράσπιση είναι απλά και μόνο για να προκληθεί καθυστέρηση στην διαδικασία». Επί της ουσίας της υπόθεσης αναφέρει πως οι ενάγοντες είναι νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, η ίδρυση, η λειτουργία και η εξουσία του οποίου διέπεται από τον Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμο του 1971 (Νόμος 1/1971) και τους Περί Αποχετεύσεων Παραλιμνίου (ΣΑΠ) Κανονισμούς. Είναι στα πλαίσια αυτού του Νόμου και των Κανονισμών που επέβαλαν αποχετευτικά τέλη στην εναγόμενη εταιρεία, η οποία είναι ιδιοκτήτρια ακινήτων εντός κηρυχθείσης περιοχής του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Παραλιμνίου, τα οποία εξυπηρετούνται από το Σύστημα Αποχέτευσης Λυμάτων και Ομβρίων Υδάτων. Τα αποχετευτικά τέλη για τα έτη 2013, 2014, 2015, 2016 και 2017, περιλαμβανομένης της πρόσθετης επιβάρυνσης η οποία επεβλήθη λόγω μη έγκαιρης εξόφλησης, ανέρχονται στο ποσό των €101.914,
  2. Οι ενάγοντες την 12.7.2017 απέστειλαν στην εναγόμενη «υπενθύμιση» (Τεκμήριο Β) για το οφειλόμενο ποσό, ενώ στις 25.7.2017 απέστειλαν επιστολή μέσω των δικηγόρων τους (Τεκμήριο Γ). Στις δε 27.11.2017, απέστειλαν «κατάσταση υπολοίπων» (Τεκμήριο Δ) για τα οφειλόμενα ποσά ως τέλη αποχέτευσης. Κατά τον ομνύοντα, η απόφαση των εναγόντων για την επιβολή των επίδικων τελών, δεν έχει ανασταλεί ή ανακληθεί, δεν ακυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο και είναι σε ισχύ. Θέματα δε όπως «η ιδιοκτησία, η κατοχή περιουσίας και το ύψος των επιβληθέντων τελών», δεν μπορούν να αποφασιστούν από το εκδικάζον την αγωγή Δικαστήριο. Η εναγόμενη καταχώρησε Ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους Λόγους: «(α) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. (β) Οι ισχυρισμοί των εναγόντων δεν είναι αποδεκτοί και ούτε δικαιολογούν την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων. (γ) Οι εναγόμενοι δεν οφείλουν τα ισχυριζόμενα ποσά. (δ) Οι εναγόμενοι κατέθεσαν προσφυγές εναντίον των εναγομένων για τα ισχυριζόμενα τέλη με τις οποίες αμφισβητείται η νομιμότητα και εγκυρότητα των πράξεων των εναγόντων και οι προσφυγές αυτές εκκρεμούν ακόμα στο Διοικητικό Δικαστήριο για εκδίκαση.» Η Ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, θ.1-9, Δ.48, θ.4-8, στον Περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμο, άρθρα 2 και 37, στον Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμο, άρθρο 30, στους Περί Αποχετεύσεων Παραλιμνίου Κανονισμούς, καν. 2, 31-
  3. Την Ένσταση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση της XXXXX Τσόκκου, διευθύντριας της εναγόμενης εταιρείας. Η ομνύουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς και την θέση των εναγόντων. Διατείνεται πως οι ενάγοντες αναφέρονται σε τέλη αποχέτευσης, χωρίς να προσδιορίζουν «τί τέλη αφορούν τα ποσά, πάνω σε ποιες διοικητικές πράξεις εδράζονται και πώς υπολογίστηκαν». Αναφέρει πως η εναγόμενη καταχώρισε τις προσφυγές με αριθμούς 1290/13, 1311/13, 449/13, 231/14 και 184/15, με τις οποίες αμφισβητείται η εγκυρότητα των αποφάσεων των εναγόντων να επιβάλουν τα σχετικά τέλη. Είναι η θέση της πως η ύπαρξη των προσφυγών «αναστέλλει το δικαίωμα των εναγόντων να εισπράξουν οποιαδήποτε ποσά». Τονίζει περαιτέρω πως οι χρεώσεις είναι αυθαίρετες και παράνομες και πως οι ενάγοντες «δεν απέδειξαν πώς προκύπτουν τα αξιούμενα ποσά ή πώς σχετίζονται με τις αποφάσεις τους για επιβολή αποχετευτικών τελών». Πως οι ενάγοντες χρεώνουν κατά το δοκούν, αφού οι αξίες που έλαβαν υπόψη είναι λανθασμένες. Επίσης πως τα «ισχυριζόμενα τέλη δεν κατέστησαν πληρωτέα για τον λόγο ότι δεν δημοσιεύτηκαν και σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες». Κατά τις τελικές αγορεύσεις, η κα Χατζηδημήτρη εκ μέρους των εναγόντων, εισηγήθηκε πως για την έκδοση απόφασης όταν αντικείμενο της αγωγής είναι η επιβολή διοικητικών τελών (όπως είναι τα τέλη αποχέτευσης), είναι «αρκετή η απόδειξη της επιβολής των επίδικων τελών και μόνο». Η χρηματική αξίωση δεν είναι διοικητική πράξη, αλλά στηρίζεται σ΄αυτήν. Ισχυρισμοί όσον αφορά την νομιμότητα της διοικητικής πράξης δεν μπορούν να εξεταστούν από το Επαρχιακό Δικαστήριο, το οποίο στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας. Εν προκειμένω, κατέληξε η κα Χατζηδημήτρη, η εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει πως έχει καλόπιστη υπεράσπιση, αφού η διοικητική πράξη στην οποία βασίζεται η αξίωση εξακολουθεί να έχει νομική ισχύ. Ως εκ τούτου θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση σε βάρος της. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Μαρκουλλή εκ μέρους της εναγόμενης. Εισηγήθηκε πως η αξίωση των εναγόντων δεν είναι «ξεκάθαρη» αφού στην υποστηρίζουσα την Αίτηση Ένορκη Δήλωση, δεν «υπάρχει η στοιχειώδης μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τις αξιώσεις των αιτητών». Δεν αναφέρονται οι Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις, ούτε και πώς υπολογίστηκαν τα κατ΄ισχυρισμόν οφειλόμενα ποσά στην βάση των εν λόγω Κανονιστικών Πράξεων. Ως εκ τούτου, κατέληξε, θα πρέπει να δοθεί στην εναγόμενη το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, αυτές έχουν κατ΄ επανάληψη διατυπωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτικές αποφάσεις δυνάμει της Δ.18, ασκείται μόνο σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει υπεράσπιση για σκοπούς καθυστέρησης. Η Δ.18 προνοεί μια ειδική διαδικασία καθορισμού δικαιωμάτων, χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και κατά τρόπο που να αποκλείει τον εναγόμενο να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 δίνεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις της Δ.18 και όταν τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης. Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, είναι απαραίτητες για να παρέχεται στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και αν ο ενάγων δεν ικανοποιήσει πρώτα αυτές τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, το ζήτημα κατά πόσον ο εναγόμενος θα προβάλει ισχυρισμούς τέτοιους που θα του δίνουν δικαίωμα να υπερασπιστεί, δεν εξετάζεται. Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α) υπάρχουν τρείς προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προτού το Δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς του εναγομένου.

(1)Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει εμφανιστεί.
(3)Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί θετικά να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα και που να μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή [Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchoudi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130]. Εάν και εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται από τον ενάγοντα, τότε το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος πρέπει να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. [Βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CYEMS CO Ltd v. The Central Co-Operative Co. Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 879, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ΄΄Νέστωρος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 204, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, Ανδρέας Σωκράτους ν. Παναγιώτου Ανδρέου κ.α.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 40 και Χριστάκης Αυγουστή κ.α. ν. Γεώργιου Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5]. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και η μη ικανοποίηση τους, στερεί από το Δικαστήριο την δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση [Βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska (ανωτέρω)]. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, το Κλητήριο Ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6 και η εναγόμενη καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 2.3.
  1. Κατά συνέπεια, ικανοποιούμαι ότι η αίτηση πληροί τις δύο πιο πάνω προϋποθέσεις. Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσο πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία της λήψης συνοπτικής απόφασης, ιδιαίτερα όσον αφορά το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, είναι πολύ αυστηρή. Αυτό επιβάλλει ο δραστικός της χαρακτήρας (Ανδρέας Θεμιστοκλέους &Υιοί Λτδ ν. Arizona Trading Co. Ltd, Πολιτική Έφεση 9728/ημ. 22.10.1997, Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση 9670, ημερ, 10.7.1997). Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του Θ1(α) της Δ.
  2. Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1970 στην σελ.124, παράγραφος 14, 2-5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Διαταγής 14: «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £..../for and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action». H ορθή πρακτική, όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική, επιβεβαιώνεται και από την νομολογία στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου (ανωτέρω). Όσον αφορά την καταλληλότητα του προσώπου που καταθέτει ενόρκως σε σχέση με τα γεγονότα, το ζήτημα πραγματεύεται και πάλι η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου (ανωτέρω) η οποία αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και εξηγεί πως η Δ.39 θ.2 περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Αναγνωρίζεται επίσης, στην ίδια υπόθεση, ότι στην περίπτωση που ο ενάγων-αιτητής είναι εταιρεία, κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της. Σύμφωνα όμως με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Επιπλέον στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ότι το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Στην κρινόμενη περίπτωση ορκίζεται ο ίδιος ο αναπληρωτής διευθυντής των εναγόντων, ο οποίος διαλαλεί ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Προκύπτει από τα λεχθέντα του ομνύοντα (στην ένορκη του δήλωση) πως είναι πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18 θ.1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει μέχρι τώρα, έχω ικανοποιηθεί ότι η αίτηση πληροί και τις τρείς πιο πάνω προϋποθέσεις. Συνεπώς η εναγόμενη έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής ή να αποκαλύψει ή παραθέσει τέτοια γεγονότα ή ισχυρισμούς που συνιστούν καλή υπεράσπιση. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, στις σελ. 243-244, αναφέρεται ότι: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-operative Industries Co. Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 897). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Όπως πολύ εύστοχα και περιεκτικά ετέθη το ζήτημα στην υπόθεση Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, η συζήτηση αφορά στην ύπαρξη ή μη υπεράσπισης και κατ΄ ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Εν προκειμένω, εκείνο το οποίο ουσιαστικά ενδιαφέρει είναι το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης της XXXXX Τσόκκου που συνοδεύει την Ένσταση. Αυτό που η εναγόμενη προβάλλει ως υπεράσπιση, είναι πως η εγκυρότητα των Διοικητικών Πράξεων δυνάμει των οποίων έχουν επιβληθεί τα τέλη αποχέτευσης, έχει προσβληθεί στο αρμόδιο Δικαστήριο και μέχρις ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία, οι ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα να διεκδικήσουν την καταβολή των τελών. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας που ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία έχει το Διοικητικό Δικαστήριο (ΑΟΜΜ Γαλαξίας Παραγωγές Λίμιτεδ ν. Δήμου Στροβόλου, ECLI:CY:AD:2014:A520, Πολιτική Έφεση 348/10, ημερομηνίας 11.7.2014). Η θέση των εναγόντων πως αφ΄ης στιγμής το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ελέγχου της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, άρα στερείται δικαιοδοσίας ελέγχου και των επίδικων στην βάση των οποίων έχουν επιβληθεί τα αξιούμενα τέλη, με βρίσκει σύμφωνη. Οι τελευταίες δεν έχουν ακυρωθεί ή ανακληθεί, με επακόλουθο να παράγουν έννομα αποτελέσματα. Παρέχουν δε το δικαίωμα στους ενάγοντες να αξιώνουν με αγωγή την καταβολή των επιβληθέντων τελών. Έχοντας κατά νου τα προαναφερθέντα, θεωρώ πως τα όσα η εναγόμενη προβάλλει, δεν συνιστούν υπεράσπιση. Όσον αφορά την καταχώρηση γραπτής Έκθεσης Υπεράσπισης, θα ήθελα να τονίσω πως τούτο δεν συνιστά κώλυμα για την υποβολή αιτήματος για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958, Annual Practice 1958, στη σελίδα 260, αναφέρονται τα εξής: «By delivering Defence - The fact that he has delivered a defence may be sufficient to enable a defendant to get leave to defend. But it is clear that a plaintiff may apply for a summary judgement even after defence delivered. See McLardy v. Slateum, 24 Q.B.D. 504, where such an application was successfully made one month after defence. It is submitted, having regard to that case and to the language of the rule, that a defendant cannot prevent a plaintiff from proceeding under O.14 by putting in what may be only a sham defence at or soon after the date of his appearance.» Η πιο πάνω αρχή επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Melita Manufactures Ltd v. Chris Ioannou Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 1238. Με βάση τα όσα ανέφερα μέχρι τώρα κρίνω πως θα πρέπει να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια την οποία και ασκώ υπέρ της έγκρισης της Αίτησης. Διά ταύτα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγόμενης ως η απαίτηση. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγόμενης, τόσο τα έξοδα της Αίτησης όσο και της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................................ Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.