← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΞΙΟΥΡΟΣ κ.α., Αγωγή αρ.: 860/2010, 9/1/2019

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΞΙΟΥΡΟΣ κ.α., Αγωγή αρ.: 860/2010, 9/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 860/2010 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων -και-

  1. XXXXX ΞΙΟΥΡΟΣ
  2. XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενων ------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 27.10.2015 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για εναγόμενη 2- αιτήτρια: Η κα Μ. Λαζαρή (για ν΄ακούσει απόφαση) για ΑΧΙΛΛΕΥΣ & ΑΜΙΛΙΟΣ Κ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΙΔΗΣ Για ενάγοντες-καθ'ων η Αίτηση: Η κα Καραϊσκάκη για Ε.ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ & ΣΙΑ (για ν΄ακούσει απόφαση ο κ. Μ. Πελεκάνος) Για εναγόμενο 1-καθ΄ου η Αίτηση: Ο κ. Α. Φλουρέντζου (για ν΄ακούσει απόφαση) για ΝΙΚΟΛΑΣ Γ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ Εναγόμενη 2-Αιτήτρια: Παρούσα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, αξιούσαν από τους εναγόμενους αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, την καταβολή του ποσού των €200.898,59 πλέον τόκου προς 10,25% ετησίως, επί του ιδίου ποσού, από 18.5.2010 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιούμενου του τόκου δύο φορές ετησίως. Περαιτέρω αξιούσαν την εκποίηση ακινήτου επί του οποίου ενεγράφη η Υποθήκη Υ2142/06 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου. Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, οι ενάγοντες (τραπεζίτες) παραχώρησαν στον εναγόμενο 1, στην βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 16.12.2005, δάνειο ύψους ΛΚ105.000 (€179.403,15). Η εναγόμενη 2 στην βάση γραπτής συμφωνίας της ίδιας ημερομηνίας, εγγυήθηκε την αποπληρωμή του δανείου. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, οι εναγόμενοι 1 και 2 ενέγραψαν προς όφελος των εναγόντων, την Υποθήκη Υ2142/06 επί ακινήτου τους στο Παραλίμνι. Κατά τους ενάγοντες, οι εναγόμενοι 1 και 2, παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, γι΄αυτό και καταχωρήθηκε η αγωγή. Το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση από την παρούσα) εξέδωσε στις 10.5.2017, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, απόφαση υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων, ευθυνομένων αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, για το ποσό των €196.649,66, με τόκο προς 6% από 30.6.2010 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιούμενου του τόκου δύο φορές ετησίως, πλέον έξοδα. Διέταξε επίσης την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Με την υπό κρίση Αίτηση, η οποία σημειωτέον καταχωρήθηκε προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, η εναγόμενη 2-αιτήτρια αιτείται: «Α. Αναστολή της Εκτέλεσης Απόφασης καθ΄όσον αφορά τον εγγυητή, εξαιρουμένης της εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση με το ενυπόθηκο ακίνητο, διότι σύμφωνα με τη μαρτυρία ο Πρωτοφειλέτης έχει οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Β. Έκδοση όλων των σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος αναστολής εκτέλεσης, περιλαμβανομένου και διατάγματος απαγόρευσης αποξένωσης της προσδιοριζόμενης στο διάταγμα περιουσίας ή μέρους αυτής ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ αποφάσεως οφειλή ή οποιοδήποτε μέρος αυτής.» Η Αίτηση στηρίζεται πρωτίστως στον Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο 197

(1)/2003, άρθρα 1-15 και ιδιαίτερα στα άρθρα 9 και 10 αυτού, καθώς και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-9. Την Αίτηση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση της εναγόμενης 2, η οποία αναφέρει τα εξής. Το δάνειο παραχωρήθηκε στον πρώην σύζυγο της (εναγόμενο 1) με σκοπό την αγορά δύο ακινήτων, ένα στο Παραλίμνι (το ενυπόθηκο) και ένα στην Αγία Νάπα. Το ακίνητο στο Παραλίμνι είναι εγγεγραμμένο κατά 1/16 μερίδιο και στους δύο. Η ίδια δεν αμφισβητεί «το κύρος της σύμβασης υποθήκης». Αμφισβητεί την νομιμότητα της Σύμβασης Εγγύησης για τους λόγους που «εξηγεί» στην Υπεράσπιση της. Είναι η θέση της (κατόπιν συμβουλής που έλαβε από τον δικηγόρο της) πως «έχει δικαίωμα» σε έκδοση σχετικού διατάγματος αναστολής δυνάμει του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197
(1)/2003. Προσθέτει πως αφ΄ης στιγμής «δικαιούται» σε έκδοση τέτοιου διατάγματος, δεν «θα είχε πρακτικό νόημα να προχωρήσει σε εκδίκαση της υπόθεσης για αμφισβήτηση της σύμβασης εγγύησης», νοουμένου ότι θα εξασφάλιζε τούτο, «προτού προχωρήσει η διαδικασία». Στην βάση Εκτίμησης που διενεργήθηκε για λογαριασμό της τον Οκτώβριο του 2015, η αγοραία αξία των ακινήτων στο Παραλίμνι (είναι εγγεγραμμένο κατά 1/16 μερίδιο στην ίδια και στον εναγόμενο 1) και στην Αγία Νάπα (είναι εγγεγραμμένο επ΄ονόματι της εταιρείας Sakykro Developments Ltd και υπάρχει Πωλητήριο Έγγραφο προς τον εναγόμενο 1) ανήρχετο στο ποσό των €136.000,= και €315.000,= αντίστοιχα. Είναι η θέση της πως ο εναγόμενος 1 (πρωτοφειλέτης) έχει επαρκή περιουσία για να αποπληρώσει το δάνειο. Δεν έχει ένσταση να εκποιηθεί το ενυπόθηκο ακίνητο. Οι ενάγοντες καταχώρησαν Ένσταση, προβάλλοντας πως η Αίτηση είναι «καταχρηστική και/ή αβάσιμη και/ή πρόωρη και/ή αποτελεί λανθασμένο δικονομικό διάβημα», πως οι ίδιοι δεν έχουν προβεί σε οποιοδήποτε δικονομικό μέτρο εκτέλεσης της εκδοθείσης υπέρ τους απόφασης ώστε να δικαιολογείται η υπό κρίση Αίτηση και πως η εναγόμενη 2 δεν παρείχε οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει πως ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή την περιουσία να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Σωφρονίου, υπαλλήλου των εναγόντων, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Είναι η θέση του πως τα στοιχεία που η εναγόμενη 2 παρουσίασε στο Δικαστήριο, δεν καταδεικνύουν πως ο εναγόμενος 1 (πρωτοφειλέτης) έχει την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσει την εξ΄αποφάσεως οφειλή. Το ενυπόθηκο ακίνητο στο Παραλίμνι είναι εγγεγραμμένο ανά 1/16 μερίδιο σε κάθε έναν από τους εναγόμενους 1 και 2, ενώ τα υπόλοιπα 14/16 μερίδια είναι εγγεγραμμένα επ΄ονόματι άλλων προσώπων, το δε ακίνητο στην Αγία Νάπα, είναι εγγεγραμμένο επ΄ονόματι της εταιρείας Sakykro Developments Ltd και όχι του εναγόμενου 1 και συνεπώς η εκποίηση του είναι δύσκολη. Πέραν τούτου, ο ομνύων μνημονεύει πως η Αίτηση καταχωρήθηκε σε πολύ πρόωρο στάδιο (προτού ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία και προτού εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση σε βάρος των εναγομένων 1 και 2) με αποτέλεσμα να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου Ν.197
(1)/2003. Παρόλο που η εναγόμενη 2 επέδωσε την Αίτηση στον εναγόμενο 1, εντούτοις διατείνετο πως ο τελευταίος δεν εδικαιούτο να παρέμβει στην διαδικασία προβάλλοντας την θέση πως το Δικαστήριο «έχει αποφανθεί ως προς το καθεστώς του εναγόμενου 1 το οποίο έχει μεταβληθεί πλέον από συνεναγόμενο σε πρωτοφειλέτη». Το ζήτημα ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο απεφάνθη πως ο εναγόμενος 1 είχε το δικαίωμα να παρέμβει στην διαδικασία και εάν επιθυμούσε να καταχωρήσει και ένσταση. Ο εναγόμενος 1 στην Ένσταση του προέβαλε πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου 197
(1)/2003, καθότι η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και προωθείται καταχρηστικά. Επί της ουσίας του ζητήματος υποστήριξε επίσης πως η εναγόμενη 2 δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να τεκμηριώνουν πως ο ίδιος έχει την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει το εξ΄αποφάσεως χρέος. Από τα πρακτικά του Δικαστηρίου φαίνεται πως όλες οι πλευρές συναίνεσαν όπως η υπό κρίση Αίτηση παραμείνει για εκδίκαση μετά την έκδοση της απόφασης. Τούτο απαντά στην εισήγηση πως η Αίτηση έχει καταχωρηθεί πρόωρα, θέση η οποία δεν θα εξεταστεί αφού πλέον έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Άρα αυτό που απομένει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης όσον αφορά την εναγόμενη 2, για τους λόγους που η ίδια προβάλλει στην Αίτηση της. Το άρθρο 9 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, Νόμος 197
(1)/2003, παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να διατάξει αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εναντίον εγγυητού, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Στο άρθρο 10 του ίδιου Νόμου, απαριθμούνται οι περιπτώσεις όπου εκδίδεται, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή και νοουμένου ότι το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο και ορθό, διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης απόφασης όσον αφορά τον εγγυητή. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία, ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ΄αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Στο ίδιο άρθρο [10.1(γ)] τίθεται ως επιφύλαξη πως σε περίπτωση που ο πιστωτής δεν καταφέρει να αποδείξει πως έχουν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα εναντίον του πρωτοφειλέτη, τα οποία απαριθμούνται διαζευκτικά, τότε το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί, με βάση τα ενώπιον του τεθέντα, πως ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει το εξ΄αποφάσεως χρέος. Ο ίδιος ο Νόμος εναποθέτει στους ώμους του εγγυητή, το βάρος να αποδείξει πως ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει το εξ΄αποφάσεως χρέος. Η εναγόμενη 2 εισηγήθηκε, μέσω του συνηγόρου της, πως ο πρωτοφειλέτης «έχει εγγεγραμμένα στο όνομα της ενάγουσας ενυπόθηκα ακίνητα που δεν έχουν εκποιηθεί και αυτό από μόνο του συνιστά επαρκή λόγο για έκδοση του διατάγματος αναστολής». Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί στην βάση μαρτυρικού υλικού πως η περιουσία του πρωτοφειλέτη είναι τέτοιας αξίας ώστε να επαρκεί προς ικανοποίηση της εξ΄αποφάσεως οφειλής. Από τα στοιχεία που η ίδια η εναγόμενη 2 παρέθεσε, δεν φαίνεται να ικανοποιείται η εν λόγω προϋπόθεση. Η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου (διώροφη κατοικία που έχει ανεγερθεί στα 2/16 μερίδια του τεμαχίου της γης) ανέρχεται, σύμφωνα με την Εκτίμηση, Τεκμήριο Α στην ένορκη της Δήλωση, σε €136.
  1. Το εξ΄αποφάσεως χρέος ανέρχεται σε €196.649,66, πλέον τόκους και έξοδα. Στην Εκτίμηση δεν καταγράφεται ποια είναι η αξία της κατοικίας σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης. Ακόμη και εάν θεωρηθεί πως στην περίπτωση αυτή, η αξία θα είναι η ίδια με την αγοραία, απλή μαθηματική πράξη καταδεικνύει πως η εξ΄αποφάσεως οφειλή δεν εξοφλείται. Όσον αφορά το ακίνητο στην Αγία Νάπα, τούτο δεν είναι εγγεγραμμένο επ΄ονόματι του πρωτοφειλέτη αλλά τρίτου προσώπου. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την εξόφληση ή όχι του τιμήματος πώλησης ή εάν έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να καταδεικνύει ότι στο τέλος της ημέρας το εν λόγω ακίνητο θα μεταβιβαστεί επ΄ονόματι του εναγόμενου 1, ώστε οι ενάγοντες-πιστωτές να μπορούν να το επιβαρύνουν με ΜΕΜΟ. Συνεπώς, το εν λόγω ακίνητο δεν μπορεί να θεωρηθεί περιουσιακό στοιχείο το οποίο δύναται, με τα υπάρχοντα δεδομένα, να ληφθεί υπόψη σε σχέση με την εξόφληση του εξ΄αποφάσεως χρέους. Είναι παραδεκτό από όλες τις πλευρές πως οι ενάγοντες-πιστωτές, δεν έχουν λάβει, μέχρι και σήμερα, οποιαδήποτε μέτρα εναντίον είτε του εναγόμενου 1 είτε της εναγόμενης 2, για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης. Η θέση της εναγόμενης 2, πως τούτο θα πρέπει να προσμετρήσει υπέρ της ώστε να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η παράλειψη του πιστωτή να λάβει μέτρα εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, στο συμπέρασμα ότι ο τελευταίος έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει την εξ΄αποφάσεως οφειλή. Δεν είναι αυτό που ορίζει ο Νόμος [άρθρο 10.1(γ)]. Εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο στο τέλος της ημέρας θα αποφασίσει, ασκώντας μεν την διακριτική του ευχέρεια, αλλά κρίνοντας με βάση τα ενώπιον του τεθέντα στοιχεία. Καταληκτικά, θεωρώ πως η εναγόμενη 2 δεν απέσεισε από τους ώμους της, το βάρος που είχε να αποδείξει ότι ο πρωτοφειλέτης-εναγόμενος 1 έχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία ώστε να εξοφλήσει το εξ΄αποφάσεως χρέος. Θεωρώ πως με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν είναι ούτε δίκαιο αλλά ούτε και ορθό να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Συνεπώς το αίτημα της θα πρέπει να απορριφθεί. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα καλό λόγο ώστε να αποστώ από τον κανόνα πως αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και του εναγόμενου 1 και σε βάρος της εναγόμενης
  2. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.