← Κύπρος

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ ν. PAPANTONIA ESTATES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 102/2018, 28/2/2019

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ ν. PAPANTONIA ESTATES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 102/2018, 28/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 102/2018 Μεταξύ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ Εναγόντων -και- PAPANTONIA ESTATES LIMITED Εναγόμενης Αίτηση ημερομηνίας 19.3.

  1. (για έκδοση συνοπτικής απόφασης) Ημερομηνία: 28/2/19 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: Η κα. Θεοχάρη για Αντώνης Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενη-Καθ΄ής η αίτηση: Ο κ. Μ. Μαρκουλής για Γιώργος Φ.Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Ο.2,6), που οι Ενάγοντες-Αιτητές (στο εξής καλούμενοι «οι αιτητές») καταχώρησαν στις 26/01/18, αξιώνουν από την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση (στο εξής καλούμενη «η καθ' ης η αίτηση») το ποσό των €44.511.96, ως οφειλόμενα αποχετευτικά τέλη για τα έτη 2013 μέχρι και
  2. Με την επίδοση της αγωγής η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 2/3/18 ενώ στις 15/3/18 καταχώρησε και την Υπεράσπιση της. ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΈΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ Ακολούθως οι αιτητές, καταχώρησαν στις 19/3/18, και πριν προβούν σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα, την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση ως η αξίωση τους στην Έκθεση Απαίτησης. Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ. 1 (a), 2 και Δ.48 Θ. 1-9, Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρώπινων Δικαιωμάτων επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, επί των Κανόνων της Επιείκειας της Πρακτικής και Συμφυείς εξουσίες των Δικαστηρίων. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Κοιτάζου, Αναπληρωτή Διευθυντή των αιτητών, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα:
  3. Γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Εξ' όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει, λόγω της θέσης του στο Συμβούλιο Αποχετεύσεως Παραλιμνίου, μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της παρούσας αγωγής.
  4. Κατά την 26/01/18 καταχωρήθηκε εναντίον της καθ' ης η αίτηση η παρούσα αγωγή. Εξ όσων τον πληροφορεί ο δικηγόρος των αιτητών, το κλητήριο ένταλμα της Αγωγής το οποίο καταχωρήθηκε είναι τύπου 2.
  5. Η αγωγή επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση την 27/03/18 ενώ κατά την 02/03/18 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στην Αγωγή. Ο λόγος για τον οποίο προβαίνει στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι διότι εξ όσων προσωπικά γνωρίζει, αλλά και σύμφωνα με τα όσα τον πληροφορούν οι δικηγόροι των αιτητών, η καθ΄ ης η αίτηση καμία ουσιαστική υπεράσπιση δεν έχει στην παρούσα αγωγή, ενώ ο λόγος για τον οποίο καταχώρισε υπεράσπιση είναι απλά και μόνο για να προκληθεί καθυστέρηση στη διαδικασία.
  6. Εξ όσων τον πληροφορούν οι δικηγόροι των αιτητών, η καθ' ης η αίτηση δεν έχει ή και δεν εγείρει γνήσια και καλόπιστη υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής, καθότι τα θέματα τα οποία αναφέρονται επ' αυτής αφορούν την εγκυρότητα και τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης, με την οποία επιβλήθηκαν τα αποχετευτικά τέλη, θέματα τα οποία δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει το Δικαστήριο τούτο. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η απαίτηση των αιτητών είναι τόσο καθαρά, που η διενέργεια κανονικής δίκης, θα καθυστερούσε απλά και μόνο την διαδικασία.
  7. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης υιοθετεί πλήρως τα όσα περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης των αιτητών. Οι αιτητές είναι νομικό πρόσωπο Δημόσιου Δικαίου και η ίδρυση, η λειτουργία και η εξουσία τους διέπεται από τον περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου του 1971 (1/1971) και τους Περί Αποχετεύσεων Παραλιμνίου (ΣΑΠ) Κανονισμούς.
  8. Η καθ' ης η αίτηση είναι ιδιωτική Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με αριθμούς εγγραφής ΗΕ 33431 (Τεκμήριο Α) και είναι ιδιοκτήτρια των ακινήτων με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά και / ή στοιχεία: (α) Φ/Σχ. 2-XXX-377, Τμήμα 15, Αρ. Εγγραφής 1XXX2, Τεμάχιο 3X9, Παραλίμνι (β) Φ/Σχ. 2-XXX-377, Τμήμα 15, Αρ. Εγγραφής 7XX6, Τεμάχιο 3X2, Παραλίμνι (γ) Φ/Σχ. 2-XXX-377, Τμήμα 15, Αρ. Εγγραφής 7XX3, Τεμάχιο 3X1, Παραλίμνι
  9. Η πιο πάνω ακίνητη περιουσία της καθ' ης η αίτηση βρίσκεται μέσα στην κηρυχθείσα περιοχή του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Παραλιμνίου, η οποία εξυπηρετείται από το Σύστημα Αποχετεύσεων Λυμάτων και Όμβριων του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου.
  10. Με βάση τα πιο πάνω η καθ' ης η αίτηση οφείλει να καταβάλει στους αιτητές αποχετευτικά τέλη για την πιο πάνω ακίνητη ιδιοκτησία της, περιλαμβανομένης και της πρόσθετης επιβάρυνσης, η οποία επιβάλλεται βάσει του Νόμου Περί Αποχετεύσεως Συστημάτων και Κανονισμών λόγω μη έγκαιρης εξόφλησης.
  11. Η καθ' ης η αίτηση, σύμφωνα με τους κανονισμούς που διέπουν τον καθορισμό και την επιβολή τελών αποχέτευσης, οφείλει στους αιτητές για τα έτη 2013, 2014, 2015 το συνολικό ποσό, ως η παράγραφος Α της Έκθεσης Απαίτησης, το οποίο υπολογίσθηκε ως περιγράφεται στην παράγραφο 9.6 της ένορκης του δήλωσης.
  12. Οι αιτητές, κατά την 12/07/17, απέστειλαν στην καθ' ης η αίτηση υπενθύμιση για το οφειλόμενο σε αυτούς ποσό (Τεκμήριο Β). Οι αιτητές, κατά την 25/07/17, απέστειλαν επίσης επιστολή διά των δικηγόρων τους για πληρωμή των οφειλόμενων σε αυτούς ποσών (Τεκμήριο Γ). Οι αιτητές, κατά την 27/11/17, απέστειλαν εκ νέου στην καθ' ης η αίτηση κατάσταση υπολοίπων για το οφειλόμενο σε αυτούς ποσό (Τεκμήριο Δ).
  13. Η απόφαση των αιτητών για την επιβολή των επίδικων τελών, δεν ακυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περαιτέρω η απόφαση των αιτητών για την επιβολή των επίδικων τελών είναι σε ισχύ και δεν έχει ανασταλεί ή ανακληθεί. Θέματα όπως η ιδιοκτησία ή κατοχή περιουσίας και το ύψος των επιβληθέντων τελών, είναι θέματα τα οποία δεν μπορεί να αποφασίσει το Δικαστήριο τούτο. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και καλόπιστα πιστεύει οι αιτητές δεν έχουν υπεράσπιση στην παρούσα Αγωγή και ο μόνος λόγος για τον οποίο καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης είναι διότι επιδιώκουν την καθυστέρηση της διαδικασίας. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΈΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση η οποία ήγειρε τους ακόλουθους 4 λόγους ένστασης: «
  14. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
  15. Οι ισχυρισμοί των Εναγόντων δεν είναι αποδεκτοί και ούτε δικαιολογούν την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων.
  16. Οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν τα ισχυριζόμενα ποσά.
  17. Οι Εναγόμενοι κατέθεσαν προσφυγές εναντίον των Εναγόντων για τα ισχυριζόμενα τέλη με τις οποίες αμφισβητείται η νομιμότητα και εγκυρότητα των πράξεων των Εναγόντων και οι προσφυγές αυτές εκκρεμούν ακόμα στο Διοικητικό Δικαστήριο για εκδίκαση». Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση της κας XXXXX Τσόκκου, διευθύντρια της καθ' ης η αίτηση η οποία, συνοπτικά, αναφέρει τα ακόλουθα:
  18. Αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των αιτητών. Οι καθ' ων η αίτηση έχουν πολύ καλή υπεράσπιση στην ανωτέρω αγωγή. Η αγωγή τους είναι επιπόλαια και καταχρηστική και θα πρέπει να απορριφθεί.
  19. Οι αιτητές αναφέρονται σε τέλη αποχέτευσης, χωρίς να προσδιορίζουν τι τέλη αφορούν τα ποσά που ισχυρίζονται, πάνω σε ποιες διοικητικές πράξεις εδράζονται και πώς υπολογίστηκαν. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρισε τις προσφυγές υπ' αριθμούς 1295/2013, 1324/2013, 457/2013, 235/2014, και 181/2015 εναντίον των αιτητών και αμφισβητούν έντονα τις αποφάσεις τους για επιβολή αποχετευτικών τελών, μεταξύ των οποίων και των ισχυριζόμενων επίδικων τελών, για λόγους οι οποίοι καταγράφονται στις προσφυγές και θα αποφασίσει το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμούν οι προσφυγές μέχρι σήμερα.
  20. Είναι η θέση της ότι η ύπαρξη προσφυγών αναστέλλει το δικαίωμα των αιτητών να εισπράξουν οποιαδήποτε ποσά από την καθ' ης η αίτηση και ως εκ τούτου η αγωγή τους είναι επιπόλαια, ενοχλητική και καταχρηστική.
  21. Πέραν και άνευ βλάβης των ανωτέρω, ακόμα κι αν απορριφθούν οι πρόσφυγες της καθ' ης η αίτηση ή και το Σεβαστό Δικαστήριο θεωρήσει ότι η είσπραξη των τελών δεν αναστέλλεται και οι αποφάσεις των αιτητών είναι έγκυρες και ισχυρές, είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι οι αιτητές την χρεώνουν με αυθαίρετα και παράνομα ποσά που δεν έχουν καμία σχέση με τις εκδοθείσες αποφάσεις τους και ούτε απέδειξαν πως προκύπτουν τα αξιούμενα ποσά ή και πως συσχετίζονται με τις αποφάσεις τους για επιβολή αποχετευτικών τελών. Ούτως ή άλλως, τα ισχυριζόμενα τέλη δεν κατέστησαν πληρωτέα δια τον λόγο ότι δεν δημοσιεύτηκαν και σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες.
  22. Αναφορικά με το Τεκμήριο Β, το περιεχόμενο του επιβεβαιώνει την θέση της καθ' ης η αίτηση ότι οι αιτητές χρεώνουν κατά το δοκούν, αφού οι αξίες που έλαβαν υπόψη είναι λανθασμένες και τα επιβληθέντα τέλη δεν αντιστοιχούν στην κατηγορία των επίδικων ακινήτων. Είναι επίσης η θέση της ότι η καθ' ης η αίτηση διαμαρτυρήθηκε πάρα πολλές φορές στους αιτητές για τις αποφάσεις και χρεώσεις που επιβάλλουν στην καθ' ης η αίτηση. Για το λόγο αυτό κατέθεσε τις ανωτέρω προσφυγές στο Διοικητικό Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται, κυρίως, στην Δ.181(α) των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2, Θεσμός 6, ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκο δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης». Σκοπός της πιο πάνω Διαταγής είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση("summary judgement") χωρίς δίκη, αν μπορεί να αποδείξει την απαίτηση του καθαρά και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη (bona fide) υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Με την διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης επιτυγχάνεται η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και ταυτόχρονα η αχρείαστη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της επίδικης διαφοράς. Ενδεικτικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ

(2005)1 ΑΑΔ 818 στην οποία συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robertv. Plant [1895] 1 Q.B.597,το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126,Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: `H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Aποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322).» Συνοπτική απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ειδωθεί και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος, όπου ορίζεται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπισθεί, εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο, ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης, δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (The Annual Practice 1958, σελ. 243) Τα κριτήρια καθώς και οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται, όπως συνάγονται από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής και όπως έχουν επιβεβαιωθεί από τις πιο πάνω αυθεντίες που παρατέθηκαν, είναι τα ακόλουθα: (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.
  1. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια, όπως για παράδειγμα να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι, απ' ότι πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί όμως όπου ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο (όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση) τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία, το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S. (ανωτέρω). Σε σχέση με την προϋπόθεση υπό στοιχείο (γ), ως εξειδικεύεται ανωτέρω, απόλυτα καθοδηγητική, για το τί πρέπει να περιλαμβάνει μία ένορκη δήλωση ώστε να θεωρείται επαρκής από το Δικαστήριο και να ικανοποιεί τα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, είναι, μεταξύ άλλων, η υπόθεση Δημητρίου v Tράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) όπου και παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα: «.Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία. Δεν μπορεί να ορκισθεί. Κάποιος πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Ο θ.2 της Δ.39, η οποία διέπει τα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων προβλέπει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στα όσα ο μάρτυρας πληροφορείται και πιστεύει, επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων (Βλ.Stavrinides(πιο πάνω), σελ. 137). Στην Lagos v. Grunwaldt [1910] 1 K.B. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV is special ..... when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.
  2. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθησή του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές." Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Συνάγεται επομένως μέσα από το περιεχόμενο της πιο πάνω υπόθεσης ότι η (γ) προϋπόθεση πρέπει να εφαρμόζεται αυστηρά από το Δικαστήριο. Αυτές είναι οι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προκαταρτικών προϋποθέσεων το βάρος, σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία μας, μετατοπίζεται στους ώμους του καθ' ου η αίτηση, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγράφει ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (Λαζάρου ν. Μακεδόνας (ανωτέρω). Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς (Παχατουριάν v Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1.(Α) Α.Α.Δ 352). Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκή του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισής του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί. Όπως επίσης έχει νομολογιακά καθιερωθεί, είναι αρκετό για τον εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα, ανεξάρτητα αν το Δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην πετύχει (N.V. Caterchef Ltd v. P.C. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. (Γ)). Το Δικαστήριο επίσης δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση. Ούτε το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ωσάν να πρόκειται για αξιολόγηση της μαρτυρίας σε επίπεδο δίκης. Στην υπόθεση Κυριάκου Κώστας ν. Θεράποντα Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148 έχει λεχθεί ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Σε σχέση με την παρούσα αίτηση και εξετάζοντας αν ικανοποιούνται τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που τάσσει η Δ.18 Θ.1(α), κρίνω ότι αυτές έχουν αποδειχθεί από τους αιτητές. Διαπιστώνω δηλαδή και είναι πρόδηλο ότι έχει καταχωρηθεί ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ότι η καθ' ης η αίτηση κατέθεσε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι ο κ. XXXXX Κοιτάζου, ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Το ζήτημα της καταλληλόλητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 Θ. 1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, με βάση το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του προσώπου αυτού. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο αυτής διαπιστώνω ότι ρητά ο ομνύοντας αναφέρει την ιδιότητα του, ότι δηλαδή είναι ο αναπληρωτής Διευθυντής των αιτητών. Δηλώνει περαιτέρω ότι έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης εκ της ιδιότητας του. Θεωρώ επομένως ότι ο ενόρκως δηλών είναι πρόσωπο ικανό και εντός του ορισμού της Δ.18, θ.1, εφόσον έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα όσα αναφέρει. Ο ενόρκως δηλών δεν είναι πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Έχει ο ίδιος προσωπική γνώση λόγω της θέσης του. Αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του, ότι δηλαδή προκύπτει ευθύνη από την ανάμειξη του στον χειρισμό της υπόθεσης και υπό την ιδιότητα ως προσώπου που βρίσκεται στην υπηρεσία των αιτητών, και ειδικότερα από την θέση του Αναπληρωτή Διευθυντή. Προκύπτει επομένως ότι ο ομνύων έχει θετική γνώση των γεγονότων (Αθηνούλας Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου) (ανωτέρω). Οι Αιτητές με βάση το άρθρο 6 του Περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου του 1971(Ν. 1/71)είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, και αποτελεί άμεσο λογικό συνεπακόλουθο η ένορκη δήλωση να γίνεται από φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται στην υπηρεσία. Εξάλλου το ζήτημα ότι, ο ενόρκως δηλών δεν μπορεί να ορκισθεί θετικά και ότι δεν είναι πρόσωπο κατάλληλο να ορκισθεί ως προς τα επίδικα γεγονότα ουδόλως έχει αμφισβητηθεί από την καθ' ης η αίτηση. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί, ως έχει λεχθεί ανωτέρω, ότι η καθ' ης η αίτηση ήδη καταχώρισε σχετική υπεράσπιση. Το γεγονός αυτό όμως δεν μπορεί να αποστερήσει από τους αιτητές το δικαίωμα τους να υποβάλουν αίτηση για συνοπτική απόφαση, εάν και εφόσον πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις (Sigma v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν συμμορφωθεί σωρευτικά με τις 3 προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1 και επομένως το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στους ώμους της καθ' ης η αίτηση να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να τα προωθήσει. Όπως προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της καθ' ης η αίτηση, μέσα από την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της αλλά και κυρίως μέσω της καταχωρημένης ήδη υπεράσπισής της, η καθ' ης η αίτηση προβάλλει τις ακόλουθες υπερασπίσεις. Αφενός ότι εκκρεμούν προσφυγές οι οποίες καταχωρήθηκαν από την καθ' ης η αίτηση και με την οποία ζητεί ακύρωση της επιβολής των αποχετευτικών τελών που της επιβλήθηκαν και αφετέρου ότι οι αιτητές προέβηκαν σε αυθαίρετους και λανθασμένους υπολογισμούς και οι ειδοποιήσεις τους είναι παράτυπες. Τέλος, διατείνουν ότι τα επίδικα τέλη που τους έχουν επιβληθεί δεν κατέστησαν πληρωτέα επειδή δεν δημοσιεύθηκαν σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες όπως προνοεί η σχετική επί του προκειμένου κείμενη νομοθεσία και ότι δεν δικογραφείται η διοικητική πράξη στη βάση της οποίας έγινε η επιβολή των τελών. Θα σχολιάσω ευθύς αμέσως κατά πόσο οι πιο πάνω υπερασπίσεις είναι ικανές ώστε να δοθεί άδεια στην καθ' ης η αίτηση να τις προωθήσει, μέσω της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Ως έχει αναφερθεί αποτελεί θέση της καθ' ης η αίτηση, γεγονός το οποίο έχει παραμείνει αναντίλεκτο, ότι καταχώρισε τις προσφυγές υπ' αριθμούς 1295/2013, 1324/2013, 457/2013, 235/2014, και 181/2015 εναντίον των αιτητών. Με τις εν λόγω προσφυγές η καθ' ης η αίτηση αμφισβητεί και ζητά ακύρωση των αποφάσεων των αιτητών να της επιβάλουν, μεταξύ άλλων, και τα επίδικα αποχετευτικά τέλη. Οι εν λόγω προσφυγές εκκρεμούν μέχρι και σήμερα. Είναι επίσης η θέση της ότι η ύπαρξη προσφυγών αναστέλλει το δικαίωμα των αιτητών να εισπράξουν οποιαδήποτε ποσά από την καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί της Εγκαθιδρύσεως και Κατασκευής Αποχετευτικών Συστημάτων, του Ελέγχου και Διαχειρίσεως Τούτων, δια την Επεξεργασίαν και Διάθεσιν Λυμάτων και περί Ετέρων Συναφών Ζητημάτων Νόμου αρ. 1/71 (όπως έχει έκτοτε τροποποιηθεί), (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος») το Υπουργικό Συμβούλιο έχει τη διακριτική ευχέρεια να κηρύξει μια περιοχή ότι εμπίπτει μέσα στις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου, εφόσον ικανοποιηθεί ότι στην περιοχή αυτή δεν υφίστανται κατάλληλα συστήματα αποχέτευσης ή ότι τα ήδη υπάρχοντα συστήματα αποχέτευσης είναι ανεπαρκή και δεν λειτουργούν ικανοποιητικά. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου 1/71 το Υπουργικό Συμβούλιο κήρυξε την περιοχή του Παραλιμνίου ως "περιοχή" για τους σκοπούς του νόμου. Το Συμβούλιο Αποχετεύσεων μεριμνά μεταξύ άλλων για την κατασκευή, συντήρηση και λειτουργία κατάλληλων και επαρκών συστημάτων αποχέτευσης, συλλογής και επεξεργασίας λυμάτων ή όμβριων υδάτων (άρθρο 12 του Νόμου). Πρέπει να τονιστεί ότι από την καθίδρυση του Συμβουλίου Αποχετεύσεων για μια ορισμένη περιοχή, απαγορεύεται η εγκαθίδρυση, λειτουργία ή συντήρηση, από οποιαδήποτε αρχή ή πρόσωπο, συστημάτων αποχέτευσης λυμάτων ή όμβριων υδάτων στην περιοχή αυτή (άρθρο 11 του Νόμου) και έκαστος ιδιοκτήτης ή κάτοχος υποστατικού οφείλει, μέσα στη χρονική προθεσμία που του καθορίζει το Συμβούλιο, να κατασκευάσει σχέδιο οικοδομής και ιδιωτική υπόνομο οικοδομής και να διοχετεύει όλα τα λύματα του μέσα σε δημόσια υπόνομο οικοδομής (άρθρο 33 του Νόμου). Εξουσία επιβολής τελών και δικαιωμάτων από το Συμβούλιο «ως ήθελε εκάστοτε καθορισθεί» μέσα στα όρια της περιοχής του, παρέχει το άρθρο 30
(1)(β) του Νόμου του 1971. Το άρθρο 49 του Νόμου παρέχει εξουσιοδότηση στο Συμβούλιο για θέσπιση Κανονισμών. Το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, ασκώντας τις εξουσίες που του χορηγούνται με το άρθρο 49, εξέδωσε τους Περί Αποχετεύσεων Παραλιμνίου Κανονισμούς του 1992 μέχρι 2017 (Κ.Δ.Π.120/2017) με τις συναφείς τροποποιήσεις τους. Στον Κανονισμό 32 των περί Αποχετεύσεων Παραλιμνίου Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 261/92, προβλέπεται: "Κάθε ιδιοκτήτης ή κάτοχος υποστατικού το οποίο βρίσκεται μέσα στην περιοχή η οποία θα εξυπηρετηθεί ή μπορεί να εξυπηρετηθεί από το σύστημα αποχέτευσης λυμάτων του Συμβουλίου το οποίο θα κατασκευαστεί σύμφωνα με τα σχέδια τα οποία έχουν κατατεθεί στο Γραφείο του Συμβουλίου, πρέπει να καταβάλλει ετήσιο τέλος το οποίο καθορίζει το Συμβούλιο και περιλαμβάνεται στο Παράρτημα 1 των παρόντων Κανονισμών και το οποίο δε θα υπερβαίνει ποσό το οποίο θα υπολογίζεται με βάση την εκτιμημένη αξία του ακινήτου όπως αυτή είναι εγγεγραμμένη ή καταχωρημένη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, κατά τρόπο ο οποίος εκάστοτε θα καθορίζεται από το Συμβούλιο." Σύμφωνα με τον Κανονισμό 36, «τα τέλη που επιβάλλονται δυνάμει των Κανονισμών 32, 33 και 34 είναι πληρωτέα κάθε χρόνο κατά το χρόνο και χρόνους και στον τόπο ή τόπους τους οποίους εκάστοτε θα καθορίζει το Συμβούλιο με γνωστοποίηση του η οποία θα δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε τρεις τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες». Περαιτέρω, ο Κανονισμός 39 αναφέρει «Σε περίπτωση κατά την οποία ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος υποστατικού, ο οποίος είναι υπόχρεος σύμφωνα με τα πιο πάνω να καταβάλλει χρηματικό ποσό ως τέλος, καθυστερεί την πληρωμή, αυτή θα επιβαρύνεται με ποσό ύψους 20% πάνω στο οφειλόμενο τέλος.» Οι αιτητές, ασκώντας τις εξουσίες που τους χορηγούνται από τους Κανονισμούς 32,34,36 και 37 των περί Αποχετεύσεων Παραλιμνίου Κανονισμών του 1992 μέχρι 2011, καθόρισε τα τέλη για το έτος 2013, 2014 και 2015 με βάση τις Κ.Δ.Π 426/2013, Κ.Δ.Π 552/14 και Κ.Δ.Π 425 αντιστοίχως. Οι εν λόγω Κ.Δ.Π γνωστοποιήθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 6/12/13,12/12/14 και 11/12/15 αντιστοίχως. Από το σύνολο της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει ότι, οι γνωστοποιήσεις τις οποίες δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας κάθε έτος το Συμβούλιο Αποχετευσεων Παραλιμνίου αποτελούν και συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, οι οποίες μπορούν να προσβληθούν βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος μόνο με Προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, είναι το μόνο αρμόδιο να ελέγξει την εγκυρότητα και νομιμότητα των γνωστοποιήσεων αυτών στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας και κανένα Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει παρόμοια εξουσία (Kanika Hotels Ltd. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού
(1996)3 ΑΑΔ 169 και Ε.Ο.Ε Tourist Enterprises Ltd v. Συμβούλιον Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2000)3 ΑΑΔ 441). Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεών Λάρνακας
(2000)3 ΑΑΔ 311 η απόφαση που περιέχεται στην γνωστοποίηση αποτελεί ατομική πράξη. Έτσι, εφόσον η χρηματική απαίτηση στην οποία αναφέρεται η αγωγή είναι το αποτέλεσμα εκτελεστής διοικητικής πράξης, για την ορθότητα της οποίας το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί, αφ' ης στιγμής δεν προσβλήθηκε η εγκυρότητα της, η οφειλή θεωρείται ως δεδομένη (Νίτσα Κυριάκου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)3 ΑΑΔ 589 και Philippa Estates Ltd κ.α. ν. Συμβούλιο Αποχετευσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2001)3 ΑΑΔ 1026). Στην υπόθεση Πεττεμερίδη ν. Συμβούλιο Βελτ. Αμαθούντας
(1990)3 Α.Α.Δ. 2116 λέχθηκε ότι, «τέλος» επιβάλλεται μονομερώς στον πολίτη, αλλά είναι αντάλλαγμα δημοσίου δικαίου για ιδιαίτερη χρησιμοποίηση και υπηρεσία ή ωφέλεια του ιδιώτη. Το τέλος έχει σκοπό να καλύψει, μερικά ή ολικά, δαπάνη για κάποια υπηρεσία και τη δημιουργία των μέσων για παροχή της υπηρεσίας. Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η απόφαση για τον καθορισμό των τελών, (περιλαμβανομένου του τόπου, τρόπου και χρόνου πληρωμής τους) που περιέχεται σε γνωστοποίηση, όπως προβλέπεται από τον προπαρατεθέντα Κανονισμό 34, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και ως τέτοια δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος, διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Όπως εξηγείται στην απόφαση της Ολομέλειας Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολ. Μηχανικών ω. Κωνσταντίνου κ.α
(1994)2 Α.Α.Δ. 453, οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο και Takis P. Marlides Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας
(1997)1 ΑΑΑΔ 1424). Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αν δεν ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Στην υπόθεση AOMM Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ ν. Δήμου Στροβόλου, ECLI:CY:AD:2014:A520, Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2010, 11/7/2014 λέχθηκαν, επί του προκειμένου, τα εξής σχετικά: «Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εφόσον δεν προσβληθεί ή ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό Δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή (Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων & Πολιτικών Μηχανικών v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453). Η αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων η παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας, τα οποία ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, επαφίεται, λοιπόν, μόνο στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σταθερή είναι η γραμμή της νομολογίας ότι δεν μπορούν να υπάρχουν παράλληλες θεραπείες στο πλαίσιο του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ενόψει των προνοιών του, είναι νομολογημένη αρχή του Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου ότι η εγκυρότητα διοικητικών πράξεων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Με βάση τις ρητές πρόνοιες του Άρθρου 146, παροχή παράλληλης δικαιοδοσίας σε άλλα Δικαστήρια είναι ανεπίτρεπτη και ο θεσμικός αυτός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος. Θέματα όπως η ιδιοκτησία ή κατοχή, το είδος του υποστατικού και το ύψος των τελών, είναι ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του τέλους και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στα πλαίσια άλλης παράλληλης διαδικασίας, πέραν της αναθεωρητικής που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος (James Peter v. Δήμου Αγίου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 612, 615). Εφόσον η απόφαση για επιβολή τέλους δεν ακυρώθηκε ή δεν προσβλήθηκε, αυτό καθίσταται απαιτητό με αγωγή, στην οποία η νομιμότητα της απόφασης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και η οφειλή πρέπει να θεωρείται δεδομένη (D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd κ.ά. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος
(2000)1 Α.Α.Δ. 1946, Amazing Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2002)1 Α.Α.Δ. 1136, 1138-9). Η πιο πάνω νομική προσέγγιση απλοποιεί και την κατάληξή μας σε σχέση με τους υπό αναφορά λόγους έφεσης, η απόρριψη των οποίων είναι αναπόφευκτη. Οι Εφεσείοντες στόχευαν, μέσω του διαγραφέντος δικογράφου τους, στην αμφισβήτηση, ουσιαστικά, της απόφασης των Εφεσιβλήτων για επιβολή τέλους θεάματος και ανάλογης επιβάρυνσης. Επιχείρησαν ένδικη ανατροπή διοικητικής πράξης, υπερφαλαγγίζοντας την αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατ' ακολουθία του άρθρου 146 του Συντάγματος. Η πρωτόδικη διαδικασία είχε ως αντικείμενο τη διεκδίκηση, υπό τύπο αστικού δικαιώματος, της καταβολής του αναφερόμενου φόρου θεάματος. Η πράξη που στοιχειοθετούσε το αγώγιμο δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας των Εφεσιβλήτων, άρρηκτα συνυφασμένης με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημόσιου δικαίου. Συνιστούσε διοικητική πράξη νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, η οποία είχε παράξει έννομο αποτέλεσμα. Η αμφισβήτηση της νομιμότητάς της δεν μπορούσε να λάβει χώρα μέσω υπεράσπισης στα πλαίσια διαδικασίας ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου. Συνακόλουθα, η έλλειψη τέτοιας δικαιοδοσίας αποστερούσε από το πρωτόδικο Δικαστήριο της οποιασδήποτε εξουσίας εξέτασης οιουδήποτε θέματος ουσίας εγειρόταν στα πλαίσια υπεράσπισης και το οποίο ουσιαστικό σκοπό είχε την αμφισβήτηση της νομιμότητας της προαναφερθείσας διοικητικής πράξης. Μια διοικητική πράξη παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι ακύρωσης ή ανάκλησής της. Η υπό εξέταση ούτε ανακλήθηκε, ούτε ακυρώθηκε δικαστικά. Ως απόρροια, συνέχιζε να παράγει έννομα αποτελέσματα και παρείχε, ταυτόχρονα, το δικαίωμα στους Εφεσίβλητους να αξιώνουν την καταβολή των οφειλόμενων τελών. Αξίωση χρηματικής μεν μορφής, η οποία όμως στηριζόταν σε προηγηθείσα διοικητική πράξη.» Η επιβολή τέλους που προβλέπεται από τον Νόμο (Άρθρο 30 του Ν.1/71, Κ.Δ.Π 120/2017 Καν.39) έχει τα γνωρίσματα διοικητικής πράξης από την οποία παράγονται έννομα αποτελέσματα. Επιχειρείται από μέρους της καθ' ης η αίτηση, η ένδικη αμφισβήτηση και ανατροπή της διοικητική πράξης επιβολής τέλους μέσω αυτής της διαδικασίας και αυτό είναι λάθος. Το τεκμήριο της νομιμότητας είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της διοικητικής πράξης. Σύμφωνα με πάγια αρχή του Διοικητικού Δικαίου, η διοικητική πράξη από την έναρξη της ισχύος της έως την ακύρωση της με δικαστική απόφαση ή με διοικητική πράξη ή ανάκληση ή κατάργηση της ή γενικά την παύση της ισχύος της, κατά οποιοδήποτε τρόπο, παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα της, ανεξάρτητα από το αν τυχόν έχει νομική πλημμέλεια. Συνεπακόλουθα, τα όσα επικαλείται ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση ότι οι αιτητές καθόρισαν αυθαίρετα, αδικαιολόγητα και παράνομα τα επίδικα αποχετευτικά τέλη, δεν μπορούν να προβληθούν με την ενώπιον του Δικαστηρίου προβληθείσα διαδικασία. Το γεγονός της επιβολής των αποχετευτικών τελών αρκεί και δίδει δικαίωμα στους αιτητές να τα απαιτήσουν από την καθ' ης η αίτηση. Αν η επιβολή έγινε νόμιμα ή παράνομα, ορθά ή εσφαλμένα, δεν μπορεί να κριθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο και οι αιτητές έχουν δικαίωμα να διεκδικήσουν τα τέλη και την πρόσθετη επιβάρυνση με αγωγή (Νίτσα Κυριάκου κα. ν. Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων (ανωτέρω). Επομένως οι οφειλές των αιτητών δυνάμει των εκδοθεισών έγκυρων εκτελεστών διοικητικών πράξεων είναι δεδομένες σύμφωνα με την υφισταμένη νομολογία. Η καθ' ης η αίτηση, από την στιγμή που οι πιο πάνω διοικητικές πράξεις δεν έχουν ακυρωθεί και ανακληθεί, δεν δύναναι να προβάλει οποιαδήποτε βάσιμη υπεράσπιση σε σχέση με τα οφειλόμενα ποσά σε αυτό το στάδιο. Ως εκ των ανωτέρω από τη στιγμή που τα επιβληθέντα προς την καθ' ης η αίτηση αποχετευτικά τέλη συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις οι οποίες οι οποίες, αν και προσβλήθηκαν, εντούτοις μέχρι στιγμής δεν ακυρώθηκαν και παρήγαγαν έννομα αποτελέσματα. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να προβληθεί από την καθ' ης η αίτηση ως υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή το γεγονός ότι τα επίδικα τέλη δεν κατέστησαν πληρωτέα δια τον λόγο ότι δεν δημοσιεύθηκαν και σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες. Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στην υπόθεση Philippa Estates Ltd κ.α ν. Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2001)1Β Α.Α.Δ 1026, στην οποία λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «Κύριο αντικείμενο συζήτησης πρωτοδίκως, αποτέλεσε η δυνατότητα αμφισβήτησης, σε πολιτική διαδικασία, των επιβληθέντων τελών και συναφώς της νομιμότητας και κανονικότητας της διαδικασίας η οποία οδήγησε στην επιβολή τους. .................................... Στη Takis P. Markides Ltd v. Γεν. Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424 και στη Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολ. Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, υπογραμμίζεται ως υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι δεν χωρεί συγχρωτισμός της αναθεωρητικής και πολιτικής δικαιοδοσίας σε κανένα σημείο. Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αν δεν ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Έτσι στην προκείμενη περίπτωση η γνωστοποίηση των τελών αποχετεύσεων σε συνάρτηση με τον καθορισμό του τόπου και χρόνου καταβολής τους συνιστούσε αφ' εαυτής εκτελεστή διοικητική πράξη. Οπόταν παρεχόταν στους εφεσίβλητους δικαίωμα να διεκδικήσουν τα τέλη με αγωγή, όπως βάσιμα έπραξαν, με επακόλουθο τη δικαίωσή τους από το Επαρχιακό Δικαστήριο.» Η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται, επιπλέον, ότι οι αιτητές χρεώνουν κατά το δοκούν, αφού οι αξίες που έλαβαν υπόψη είναι λανθασμένες και τα επιβληθέντα τέλη για τα έτη 2013,2014 και 2015 δεν αντιστοιχούν στην κατηγορία των επίδικων ακινήτων. Ο προβληθέν όμως ισχυρισμός παραμένει γενικός και αόριστος, εφόσον η καθ' ης η αίτηση δεν εξειδικεύει ποιό κατά την γνώμη της είναι το τελικό οφειλόμενο ποσό αλλά και την μέθοδο υπολογισμού της. Ούτε παραθέτει οποιαδήποτε στοιχεία γιατί ο υπολογισμός των επιβληθέντων τελών είναι λανθασμένος. Ούτε και παράπεμψε το Δικαστήριο σε οτιδήποτε σχετικό που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της. Με βάση την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία η καθ' ης η αίτηση θα πρέπει να προβεί σε θετική αναφορά παρουσιάζοντας λεπτομέρειες ικανές να τεκμηριώσουν τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς της. Έπεται ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στους ισχυρισμούς αυτούς και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να εκληφθούν ως λόγοι υπεράσπισης εφόσον αυτοί παρέμειναν απλοί ισχυρισμοί. Επίσης, διαπιστώνω και την εξής αντιφατικότητα εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση. Από την μία, διατείνει και αμφισβητεί την έκδοση της διοικητικής πράξης και ότι αυτή δεν δικογραφείται και από την άλλη, έχει καταχωρήσει σχετικές προσφυγές εναντίων των αποφάσεων των αιτητών. Τέλος, δεν μπορώ να μην σχολιάσω και το γεγονός, ότι η καθ' ης η αίτηση ουδέποτε αντέδρασε στις επιστολές των αιτητών για την είσπραξη των οφειλόμενων αποχετευτικών τελών. Το γεγονός ότι τις παρέλαβε ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την ίδια. Εν κατακλείδει θεωρώ ότι η καθ' ης η αίτηση προβαίνει σε αναφορές εντελώς αόριστες, γενικές χωρίς περαιτέρω αιτιολόγηση. Δεν έχει δώσει αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης η έχει παραθέσει ή έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν αρκετά για να της δώσουν το δικαίωμα να προωθήσει την υπεράσπιση της. Δεν έχω πεισθεί ούτε κατ' ελάχιστον ότι η καθ' ης η αίτηση έχει μία καλή και καλόπιστη (bona fide) υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Σε καμία περίπτωση τα όσα έχει παραθέσει μπορούν να εκληφθούν ως λόγοι υπεράσπισης και δεν έχει αποσείσει το βάρος που βρίσκεται στους ώμους της. Συνεπακόλουθα, όλοι οι λόγοι ένστασης της απορρίπτονται και οι ισχυρισμοί της είναι ανεδαφικοί και αβάσιμοι. Η γενικότητα, ασάφεια και αοριστία των προβαλλόμενων εκ μέρους της ισχυρισμών, σε συνδυασμό με τα γεγονότα που οι αιτητές προβάλλουν, κρίνω ότι επιτρέπουν στο Δικαστήριο να παράσχει με ασφάλεια τη δυνατότητα στους αιτητές να πάρουν συνοπτική απόφαση χωρίς τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, η οποία θα οδηγήσει σε απονομή δικαιοσύνης και θα δώσει τέλος σε μία μακρόχρονη δικαστική διαδικασία. Αναπόδραστα τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι αιτητές δικαιούνται συνοπτική απόφαση και έτσι προχωρώ στην έκδοση απόφασης εναντίον της καθ' ης η αίτηση σύμφωνα με την παράγραφο Α και Β της Έκθεσης απαιτήσεως για το ποσό των €44.511,96 πλέον νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, δηλαδή από 26/01/2018 μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται επίσης δικηγορικά έξοδα υπέρ των εναγόντων - αιτητών και εναντίον της εναγομένης - καθ΄ ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.