← Κύπρος

Τοφαρίδη ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Τοφαρίδη κ.α. ν. Parton κ.α., Αρ. Αγ. 1047/08, 29/3/2019

Τοφαρίδη ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Τοφαρίδη κ.α. ν. Parton κ.α., Αρ. Αγ. 1047/08, 29/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A36 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 1047/08 Μεταξύ: XXXXX XXXXX Τοφαρίδη Ενάγουσας και

  1. XXXXX - XXXXX Parton
  2. XXXXX Bladon
  3. XXXXX Μεταξά
  4. XXXXX Κ. Μιχαήλ προσωπικά και/ή ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Χριστοδούλου ή XXXXX Κυνηγός
  5. XXXXX Κ. Πογιατζή προσωπικά και/ή ως νόμιμος αντιπρόσωπος των κληρονόμων του αποβιώσαντα XXXXX Χριστοδούλου ή XXXXX Κυνηγός
  6. Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένων ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 8/10/10 ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Αρ. Αγ. 1047/08 Μεταξύ:
  7. XXXXX XXXXX Τοφαρίδη
  8. XXXXX Τοφαρίδη
  9. XXXXX Τοφαρίδης Εναγόντων και
  10. XXXXX - XXXXX Parton
  11. XXXXX Bladon
  12. XXXXX Μεταξά
  13. XXXXX Κ. Μιχαήλ προσωπικά και/ή ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Χριστοδούλου ή XXXXX Κυνηγός
  14. Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ως διαχειριστού της περιουσίας του XXXXX Πογιατζιή προσωπικά και/ή ως νόμιμος αντιπρόσωπος των κληρονόμων του αποβιώσαντα XXXXX Χριστοδούλου ή XXXXX Κυνηγός
  15. Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εναγομένων ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 13.2.2013 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Αρ. Αγ. 1047/08 Μεταξύ:
  16. XXXXX Τοφαρίδη ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX Τοφαρίδη 2.XXXXX Τοφαρίδη
  17. XXXXX Τοφαρίδης Εναγόντων και 1.XXXXX - XXXXX Parton
  18. XXXXX Bladon
  19. XXXXX Μεταξά
  20. XXXXX Κ. Μιχαήλ προσωπικά και/ή ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Χριστοδούλου ή XXXXX Κυνηγός
  21. Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ως διαχειριστού της περιουσίας του XXXXX Πογιατζιή προσωπικά και/ή ως νόμιμος αντιπρόσωπος των κληρονόμων του αποβιώσαντα XXXXX Χριστοδούλου ή XXXXX Κυνηγός
  22. Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εναγομένων Αίτηση Έρευνας από Εναγόμενη 4/Αιτήτρια ημερ. 24/8/2018 εναντίον Ενάγουσας 2 /Καθ΄ ης η Αίτηση Ημερ.: 29 Μαρτίου 2019 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 4/Αιτήτρια: Κ. Μουτσουρής Για Ενάγουσα / Καθ΄ ης η Αίτηση: Θ. Παυλήμπεης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στις 15/9/2015 εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου Απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, σύμφωνα με την οποία η Αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 4 απερρίφθη με έξοδα. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διέταξε τους Ενάγοντες να πληρώσουν την Εναγόμενη 4/Αιτήτρια το ποσό των €9.328 με τόκο 8% ετησίως από 10/10/2008 μέχρι 14/10/2008 και ακολούθως με τόκο προς 5,5% ετησίως από 15/10/2008 μέχρι 31/12/2014 και από 1/1/2015 μέχρι εξοφλήσεως με τόκο προς 4% ετησίως πλέον ΦΠΑ επί του ποσού των €9.
  23. Αίτηση και ΄Ενορκη Δήλωση που τη συνοδεύει Λόγω της μη καταβολής οποιουδήποτε ποσού από πλευράς Ενάγουσας / Καθ΄ ης η Αίτηση κατεχωρήθη η υπό κρίση Αίτηση με την οποία η Εναγόμενη / Αιτήτρια αιτείται, μεταξύ άλλων, και των ακόλουθων διαταγμάτων: Α. Όπως η Ενάγουσα καταθέσει στο Δικαστήριο Ένορκη Δήλωση που να αποκαλύπτει: (α) Όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς της. (β) Όλη την ακίνητη περιουσία. (γ) Όλη την κινητή της περιουσία που δύναται να κατασχεθεί. (δ) Οποιοδήποτε άλλο συμφέρον έχει επί ακίνητης ή κινητής περιουσίας ως ενοικιαστής, ενοικιαγοραστής ή αγοραστής. (ε) Όλες τις απαιτήσεις που έχει κατά τρίτων. (στ) Οποιαδήποτε ασφαλιστικά συμβόλαια της. (ζ) Οποιεσδήποτε μεταβιβάσεις ακίνητης ή κινητής περιουσίας που έγιναν από το 2008 μέχρι σήμερα. (η) Στοιχεία των εργοδοτών της και των απολαβών της από την εργασία της (θ) Όλες τις μετοχές, ομόλογα και αξιόγραφα που έχει σε οποιαδήποτε εταιρεία. (ι) Τον αριθμό των μελών της οικογένειας της και τις όποιες ανάγκες αυτών που ζουν μαζί της καθώς και των εσόδων τους. (ια) Οποιαδήποτε άλλα έγγραφα σχετικά με τα περιουσιακά της στοιχεία. Β (α) Όπως η Ενάγουσα εξεταστεί ενόρκως αναφορικά με την οικονομική της ικανότητα για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. (β) Όπως η Ενάγουσα εξεταστεί ενόρκως και αποκαλύψει στοιχεία του εργοδότη της, των απολαβών της, οποιωνδήποτε εισοδημάτων από εργασία ή άλλη πηγή καθώς και τις οικονομικές ανάγκες της ιδίας και της οικογένειας της. (γ) Όπως η Ενάγουσα εξεταστεί ενόρκως για τη διάθεση οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων στην οποία προέβη μετά τη δημιουργία του εξ Αποφάσεως χρέους της μέχρι σήμερα. (δ) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Ενάγουσα να πληρώσει το εξ Αποφάσεως χρέος και τα έξοδα με μηνιαίες δόσεις σε ποσό που θα καθοριστεί από το Δικαστήριο αναλόγως των εσόδων και των οικονομικών της αναγκών. (ε) Διάταγμα ακύρωσης οποιασδήποτε πράξης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ή επιβαρύνσεων σε περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας. Νομική Βάση Αίτησης Η παρούσα Αίτηση στηρίζεται στα Άρθρα 82 - 88 του Μέρους VIII του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 134

(1)/99, στη Δ.48, θ.θ.2
(1), 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και επί της συμφυούς και διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Παναγιώτας Μουτσουρή Η Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της XXXXX Μουτσουρή, δικηγόρο στο γραφείο του δικηγόρου της Εναγόμενης 4, στην οποία αναφέρεται ότι η Ενάγουσα δεν έχει μέχρι σήμερα καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ Αποφάσεως χρέους της παρά τις συνεχείς οχλήσεις της Εναγόμενης και του δικηγόρου της. Παράλληλα διατυπώνεται η θέση ότι η Ενάγουσα αποκρύπτει την κινητή και ακίνητη περιουσία της καθώς και τα εισοδήματα της. Επιπλέον αναφέρεται ότι είναι δίκαιο να διαταχθεί να καταβάλει το χρέος της με μηνιαίες δόσεις στη βάση της πεποίθησης που εκφράζεται ότι τα εισοδήματα της Ενάγουσας είναι υψηλά. Ένσταση Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση με την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση στην οποία ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει είναι παράτυπη, άκυρη, λανθασμένη και κατά παράβαση της Νομοθεσίας, των Θεσμών και της νομολογίας καθότι δεν παραθέτει επαρκή και/ή οποιαδήποτε μαρτυρία που να στηρίζει την Αίτηση και τα Αιτητικά της. · Η Αίτηση δεν πληροί τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. · Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. · Η Καθ΄ ης η Αίτηση στερείται οποιωνδήποτε εισοδημάτων που να της παρέχουν δυνατότητα πληρωμής οποιουδήποτε ποσού έναντι του εξ Αποφάσεως χρέους της. · Η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν εργάζεται. · Η Καθ΄ ης η Αίτηση έχει ακίνητη περιουσία στην Κύπρο την οποία η Αιτήτρια μπορεί με έρευνα στο Κτηματολόγιο να εντοπίσει και/ή την οποία έχει ήδη επιβαρύνει. · Η Αιτήτρια λαμβάνει ταυτόχρονα μέτρα εκτέλεσης εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση πράγμα που δεν επιτρέπεται. · Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι άκυρη και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη καθότι γίνεται από δικηγόρο. · Η κινητή περιουσία της Καθ΄ ης η Αίτηση στην Κύπρο συνίσταται σε τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς με συνολικό υπόλοιπο σήμερα περί τα €150. Ένορκη Δήλωση Καθ΄ης η Αίτηση Στην Ένορκη Δήλωσης της η Καθ΄ ης η Αίτηση, αφού υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους Ένστασης, αναφέρει ότι δεν εργάζεται και ότι δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα για να μπορεί να προσφέρει οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση του χρέους της. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι εδώ και δύο περίπου χρόνια έχει επιστρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου πλέον ζει μόνιμα και συντηρείται πλήρως από το σύζυγο της. Αναφέρει, επίσης, ότι μεταξύ της χρονικής περιόδου 2008 - 2014 εργαζόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο με μερική απασχόληση. Σε ό,τι αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία της στην Κύπρο επισημαίνει ότι αυτή είναι εις γνώση της Αιτήτριας και ότι αυτή υπερκαλύπτει την απαίτηση. Εκφράζει δε την πεποίθηση ότι η Αιτήτρια θα πρέπει να έχει ήδη επιβαρύνει με ΜΕΜΟ την ακίνητη της περιουσία στην Κύπρο, γεγονός που αποκαλύπτει τη λήψη ταυτόχρονα διαφόρων μέτρων εκτέλεσης. Στη βάση όλων των πιο πάνω αξιώνει την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα σε βάρος της Αιτήτριας. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στα Άρθρα 82-87, 90 91Α του ΚΕΦ.6 ο οποίος αργότερα τροποποιήθηκε από τους Ν.134
(1)/99 και Ν.138(Ι)/06. Οι εν λόγω νομοθετικές διατάξεις παρέχουν στο Δικαστήριο την εξουσία μετά από σχετική έρευνα να διατάξει την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Gesico Photographics Ltd v. J.K. Video Art Co. Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 134 και Αντώνης Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ.686, η διαδικασία που προβλέπει το Μέρος VIII του Κεφ. 6. «έχει ουσιαστικά ανακριτικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην παροχή ευχέρειας στο Δικαστήριο μετά τη διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας σχετικά με τα πλαίσια του χρεώστη να αποφασίσει κατά πόσον είναι σε θέση να αποπληρώσει με δόσεις το χρέος του». Το Άρθρο 84
(2)του Κεφ. 6 ως έχει τροποποιηθεί προνοεί ότι, «
(2)Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης υποχρεούται να παρουσιάσει ενόρκως ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο νόμιμα θεωρούμενο υποκατάστατο του όρκου όλα τα βιβλία, έγγραφα, συμβόλαια, καταστάσεις λογαριασμών, αποδείξεις και άλλα παρόμοια αποδεικτικά τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχο του ή στη φύλαξη ή κάτω από τον έλεγχο τρίτου και τα οποία σχετίζονται με περιουσία που δύναται ή εδύνατο να διατεθεί για σκοπούς πληρωμής τους χρέους». Επιπρόσθετα σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου
(3)ο εξ αποφάσεως οφειλέτης υποχρεούται να αποκαλύψει, «(δ) οποιαδήποτε εισοδήματα από εργασία ή άλλες πηγές». Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Βασιλειάδης v. Τσουρή
(2007)1 Α.Α.Δ.43 ο σκοπός της πιο πάνω νομοθετικής πρόνοιας είναι πασιφανής. Ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί να γνωρίζει ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία του εξ αποφάσεως οφειλέτη τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έκδοση διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων. Έτσι το βάρος απόδειξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του μετατοπίζεται στους ώμους του. Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει ενόρκως σε πλήρη αποκάλυψη όλων των περιουσιακών του στοιχείων για να δείξει, αν έτσι ισχυρίζεται, πως δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του ή να καθορίσει το ποσό που προτείνει ότι είναι μέσα στην οικονομική του δυνατότητα να πληρώνει μηνιαίως. Ο εξ αποφάσεως πιστωτής μπορεί, επίσης, να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία έχει που αφορούν την περιουσία του εξ αποφάσεως χρεώστη. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ερμηνεύοντας τις καταργηθείσες διατάξεις του Κεφ. 6 έχει καθορίσει τις βασικές αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Σε αιτήσεις αυτού του είδους το Δικαστήριο, που έχει πρωταρχικά την εξουσία να εξετάσει τον Καθ'ου η Αίτηση για την ικανότητα του να πληρώνει, πρέπει να ισοζυγίσει την αναγκαιότητα το τυχόν διάταγμα για μηνιαίες δόσεις να είναι τέτοιο ώστε να είναι στα πλαίσια της πραγματικότητας, δίνοντας τη δυνατότητα στον ίδιο τον χρεώστη να πληρώνει, ενώ από την άλλη θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αξίωση ενός πιστωτή που αναμένει να λάβει το προϊόν της εξ αποφάσεως οφειλής του το συντομότερο δυνατόν. Για τον πιο πάνω σκοπό, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισόδημα και τις εύλογες προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες του χρεώστη. Δεν εκδίδεται διάταγμα εάν αυτό θα επηρεάσει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του[1]. Στην υπόθεση Αντώνης Φλαγκοφάς v. Αταλέζα Λτδ.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 686, επιβεβαιώθηκε η αυστηρή προσήλωση στην γενική αρχή ότι η πληρωμή εξ αποφάσεως οφειλών πρέπει να εντάσσεται μέσα στα όρια που να επιτρέπουν ταυτόχρονα και την αξιοπρεπή διαβίωση του οφειλέτη. Όπως λέχθηκε στη σελίδα 689: «Η ατομική ευχέρεια για την αποπληρωμή εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις, μετά τον προσδιορισμό των μέσων του χρεώστη, συναρτάται άμεσα με τις ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειας του για αξιοπρεπή διαβίωση. Αυτές περιλαμβάνουν τη στέγαση, τη διατροφή και την ιατρική περίθαλψη των μελών της οικογένειας καθώς και τη μόρφωση των παιδιών και κάποια ευχέρεια για την κοινωνική διακίνηση του χρεώστη.» Στην υπόθεση National Bank of Greece v. Nicos Trihinas
(1976)2 J.S.C. 411 ο τότε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου και πρώην Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου Γ.Μ. Πικής ανέφερε τα εξής στην σελ.415: (σε ελεύθερη μετάφραση). «Χωρίς να αποσκοπείται η εξαντλητική απαρίθμηση των γεγονότων που θα ληφθούν υπόψη στην απόφαση του Δικαστηρίου, μερικοί από τους παράγοντες παραθέτονται πιο κάτω: (α) Οι απολαβές του εξ αποφάσεως χρεώστη (β) Οι απαραίτητες ανάγκες του εξ αποφάσεως χρεώστη και των μελών της οικογένειας του (γ) Άλλες υποχρεώσεις του εξ αποφάσεως χρεώστη προς τρίτα πρόσωπα (δ) Το μέγεθος του χρέους και ο χρόνος που θα απαιτηθεί για την αποπληρωμή του με την κάθε δεδομένη δόση * ("Without seeking to enumerate exhaustively the facts that will have a bearing on the decision of the Court, some of the salient facts are given here in below, The earnings of the judgment debtor The needs for necessaries of the judgment debtor and members of his family. The education of infant children under the age of 18, may be legitimately classified as a "necessary". Other obligations of the debtor to third parties The magnitude of the debt and the time that would be required to pay it off by any given installment.").» Περαιτέρω στην υπόθεση Κούλα Χρ. Μιχαήλ v. Κυπριακής Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ.812 αναφέρεται στη σελίδα 815 ότι: «Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη είναι το εισόδημα και οι εύλογες προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες του χρεώστη. Δεν εκδίδεται διαταγή για πληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις εάν η διαταγή αυτή επηρεάζει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του.» Το Δικαστήριο, αφού λάβει υπόψη του τα εισοδήματα του χρεώστη και τις οικογενειακές και προσωπικές του ανάγκες, μπορεί να διατάξει την καταβολή ποσού που είναι το περίσσευμα από τις απολαβές, μετά από την αφαίρεση εύλογου ποσού που είναι αναγκαίο για την συντήρηση του χρεώστη και των εξαρτωμένων του.[2] Στις κατάλληλες περιπτώσεις το Δικαστήριο δικαιούται να μην λάβει υπόψη το τι κερδίζει πραγματικά κατά το χρόνο της εξέτασης ο χρεώστης, αλλά την εισοδηματική του ικανότητα, δηλαδή τι θα μπορούσε να κερδίζει, έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων, τις προηγούμενες εργασίες του χρεώστη, την κατάσταση της υγείας και το μορφωτικό του επίπεδο[3]. Επιπλέον, στις κατάλληλες περιπτώσεις και όπου αυτό επιτρέπεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία είναι δυνατό να αποφασιστεί πως όταν η απασχόληση δεν είναι προσοδοφόρα, ο χρεώστης οφείλει να εξεύρει άλλες ευκαιρίες για εργοδότηση και, ακόμα και ασχολίες που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες γνώσεις[4]. Σχολιασμός Λόγων Ένστασης Αναφορικά με τον λόγο ένστασης περί αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση λόγω του αυτή ότι γίνεται από δικηγόρο, παρατηρώ τα ακόλουθα: Η υπό κρίση Αίτηση έρευνας έγινε λόγω μη πληρωμής εκ των Καθ' ων η Αίτηση εξ' αποφάσεως χρέους που αφορά αποκλειστικά σε δικηγορικά έξοδα. Επομένως, η ομνύουσα ως δικηγόρος που εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο, το οποίο υπέβαλε τον σχετικό κατάλογο εξόδων και η οποία είχε στην κατοχή της, πέραν από τη δικαστική απόφαση και το πιστοποιητικό υπολογισμού των εξόδων από την Πρωτοκολλητή ως είχε εγκριθεί από το Δικαστήριο, ήτοι το εξ' αποφάσεως χρέος, θεωρώ πως ήταν, υπό τις περιστάσεις κατάλληλο άτομο, για να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω με βάση την σχετική επί του θέματος νομολογία, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλώς και μόνο επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Είναι, βεβαίως, ορθότερο οι δικηγόροι να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Ενώ στην περίπτωση που δικηγόρος έχει καταστεί μάρτυρας γεγονότων, δεν δύναται λόγω ασυμβίβαστου, να συνεχίζει να εκπροσωπεί διάδικο[5]. Επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπιστώνεται να υπήρξε οποιαδήποτε εμπλοκή στο χειρισμό της παρούσας υπόθεσης από μέρους της ομνύουσας. Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω ο υπό κρίση λόγος Ένστασης δεν ευσταθεί και, συνεπώς, απορρίπτεται. Ένας από τους λόγους ένστασης ήταν και ότι λαμβάνονται από την Αίτητρια εναντίον της Καθ΄ης η Αίτηση ταυτόχρονα μέτρα εκτέλεσης πράγμα, κατά τη θέση της Αίτητριας, ανεπίτρεπτο. Η σύντομη τοποθέτηση του Δικαστηρίου είναι ότι οι μηνιαίες δόσεις είναι πάντοτε ένα πρόσφορο μέσο που παρέχει ο Νόμος στον εξ' αποφάσεως πιστωτή και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για εκτέλεση της απόφασης συνδυαζόμενο και με άλλα μέτρα εκτέλεσης τα οποία ο εξ' αποφάσεως πιστωτής έχει, επίσης, στην διάθεση του. Τέτοιο μέτρο είναι, για παράδειγμα, η επιβάρυνση ακίνητης ιδιοκτησίας με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης για το οποίο γίνεται ρητή αναφορά στην ένορκη δήλωση της Καθ΄ης η Αίτηση. Οι πρόνοιες του Άρθρου 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 είναι σαφείς. Τις παραθέτω: «14.—
(1)Κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγµα του ∆ικαστηρίου που διατάσσει πληρωµή χρηµάτων, δύναται τηρουµένων των διατάξεων του Νόµου αυτού, να εκτελεστεί µε όλα ή µε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα µέσα:— (α) µε κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας· (β) µε πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιβάρυνση αυτής µε την εγγραφή της δικαστικής απόφασης· (γ) µε µεσεγγύηση ακίνητης ιδιοκτησίας· (δ) µε κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου δυνάµει του Μέρους VII του Νόµου αυτού· 2 του 134(Ι) του
  1. (ε) µε την εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάµει του Μέρους VΙΙΙ και την έκδοση διατάγµατος δυνάµει του Μέρους ΙΧ του Νόµου αυτού». Στη βάση όλων των πιο πάνω ο υπό εξέταση λόγος Ένστασης είναι άνευ οποιουδήποτε ερείσματος και, συνεπώς, απορρίπτεται. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ -Αξιολόγηση Μαρτυρίας Εξετάζοντας τη μαρτυρία της Καθ΄ης η Αίτηση λέω εξαρχής ότι δεν έχω διαπιστώσει να μην ήταν ειλικρινής. Θεωρώ ότι απάντησε κάθε ερώτηση που της υπεβλήθηκε με ειλικρίνεια δίδοντας κάθε στοιχείο ή διευκρίνιση της ζητήθηκε χωρίς να διακρίνεται οποιαδήποτε διάθεση υπεκφυγής ή απόκρυψης των πραγματικών δεδομένων. Με άνεση και φυσικότητα αναφέρθηκε στο χρονικό στάδιο κατά το οποίο ασκούσε το επάγγελμα της επί πλήρους βάσεως καθώς και το στάδιο που η απασχόληση της ήταν μερικής φύσεως. Υπήρξε δε κατηγορηματική σε σχέση με την περιουσία της στην Κύπρο μη αρνούμενη ότι διαθέτει ακίνητη περιουσία, ενώ, καθόσον αφορά την κινητή της περιουσία, ο ισχυρισμός της ότι διαθέτει μόνο ένα ευτελές ποσό, συνολικά, σε τρείς τραπεζικούς λογαριασμούς επιβεβαιώθηκε από την Βεβαίωση Υπολοίπων που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  2. Η θέση της δε ότι δεν εμβάζει σε αυτούς τους λογαριασμούς πολύ μεγαλύτερα ποσά όπως της υπεβλήθη από το συνήγορο της Αιτήτριας δεν κλονίστηκε. Ερωτηθείσα ειδικότερα σε σχέση με την ακίνητη περιουσία στην Κύπρο ήταν σαφής ότι πρόκειται για περιουσία της Διαχείρισης της περιουσίας της αποβιωσάσης μητέρας της - της οποίας η ίδια είναι η διαχειρίστρια - και ότι εντός αυτής εμπίπτουν δύο διαμερίσματα για τα οποία δεν έχει ακόμη εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας. Αναφέρθηκε, ακόμη, σε ακίνητο της μητέρας της το οποίο είχε πωληθεί το 2015 για το ποσό των €90.000 εξηγώντας παράλληλα, όταν ρωτήθηκε, ότι το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε προς κάλυψη διαφόρων εξόδων ανακαίνισης των δύο διαμερισμάτων για τα οποία υπήρχε ήδη ανειλημμένη υποχρέωση από την μητέρα της πριν το θάνατο της. Δεν θεωρώ ότι η θέση της ότι σήμερα δεν εργάζεται έχει με οποιονδήποτε τρόπο διαψευσθεί ή καταρριφθεί. Αντίθετα θεωρώ ότι η Καθ΄ης η Αίτηση ήταν ειλικρινής στα όσα σχετικά κατέθεσε απαντώντας τις ερωτήσεις. Εκείνο, όμως, το οποίο προέκυψε τόσο με βάση τα ακαδημαϊκά της προσόντα που η ίδια ανέφερε ότι κατέχει όσο και με βάση τα ίδια τα λεγόμενα της είναι ότι η δυνατότητα της να ασχοληθεί εκ νέου με το επάγγελμα της είναι και υπαρκτή και δυνατή. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι η περίπτωση της Καθ΄ης η Αίτηση αφορά άτομο που, αν και στο παρελθόν διετέλεσε καθηγήτρια ξένων γλωσσών και είναι κάτοχος αρκετών ακαδημαϊκών προσόντων όπως μεταπτυχιακού και διδακτορικού τίτλου, δεν ασκεί σήμερα το επάγγελμα της. Ήταν προφανές από τη μαρτυρία της ότι η μη εξάσκηση του επαγγέλματος της από ένα στάδιο και μετά ήταν αποτέλεσμα δικής της απόφασης και δικής της επιλογής στη βάση των δεδομένων που η ίδια επικαλέστηκε. Ήταν χαρακτηριστική επί τούτου η θέση της «..ναι ξέρω ότι έχω δοκτοράτο, αλλά περιμένω να τελειώσουν οι υπόθέσεις, να μεγαλώσουν εντελώς τα παιδιά και μετά να ασχοληθώ ξανά επαγγελματικά..». Το γεγονός ότι κάποιος δεν εργάζεται δεν επαρκεί από μόνο του για να οδηγήσει στην μη έκδοση διατάγματος αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο χρεώστης έχει την δυνατότητα να εργαστεί αλλά ότι αυτό που ελλείπει στην περίπτωση είναι η βούληση του να εξεύρει εργασία. Η δυνατότητα εξεύρεσης εργασίας σαν παράγοντας για έκδοση διατάγματος μηνιαίων πληρωμών λήφθηκε υπόψη στην αγγλική υπόθεση McEwan v. McEwan
(1972)2 All E.R. 706, 714[6]. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε σε σχέση με διάταγμα διατροφής ότι το Δικαστήριο μπορούσε να λάβει υπόψη και τη δυνατότητα του Καθ'ου η Αίτηση για εργασία. Η ίδια αρχή επικροτήθηκε και στην Κύπρο σε σχέση με διαδικασία όπως και η παρούσα. Στην υπόθεση Λέφος Σάββα v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Π.Ε.9542 η οποία δόθηκε στις 20/6/97 λέχθηκε ότι: «Είναι σωστή η αρχή η οποία καθιερώθηκε από την Αγγλική McEwan v. McEwan
(1972)2 All E.R.708[7] στη σελ. 714, ότι είναι δυνατή η έκδοση τέτοιου διατάγματος έστω και αν κατά την δεδομένη χρονική στιγμή δεν εργάζεται ο εξ αποφάσεως οφειλέτης, δεδομένου ότι έχει τέτοια δυνατότητα ...». Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο είχε προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος εφόσον είχε αποδειχθεί ότι ο Καθ'ου η Αίτηση ήταν άτομο διανοητικά και σωματικά υγιές και μπορούσε αν το επιθυμούσε να εξεύρει εργασία. Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Παναγιώτου v. Μιχαήλ
(1998)1 Α.Α.Δ. 422 στην οποία εκεί επικροτήθηκε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να διατάξει την Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλλει μηνιαίως κάποιο ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους παρά το ότι δεν εργαζόταν, εφόσον είχε κριθεί ότι αυτό που έλειπε δεν ήταν η δυνατότητα για εργασία αλλά η αναγκαία βούληση. Όπως λέχθηκε στην πιο πάνω απόφαση: «........ Το πρόβλημα υγείας της Εφεσείουσας, το οποίο θα μπορούσε και μπορεί να αντιμετωπιστεί, η αφοσίωση της προς το συμβίο της τον οποίο θέλει να φροντίζει και οι ευθύνες της προς το παιδί της που διαμένει μαζί τους δεν αποτελούν, ακόμα και σωρευτικά ιδωμένα, βάσιμες αιτίες για τη μη αναζήτηση εργασίας από μέρους της. Αλλά και το επίπεδο μόρφωσης και κατάρτισης της, δεν αποτελούν αφ΄εαυτών, στη σημερινή κυπριακή οικονομική πραγματικότητα εμπόδιο για την εξασφάλιση κάποιας εργασίας. Εκείνο που εν προκειμένω ελλείπει στην περίπτωση της Εφεσείουσας είναι απλώς η αναγκαία βούληση ...» Ας σημειωθεί ότι στην πιο πάνω υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταλήξει ότι η χρεώστρια διατηρούσε τη δυνατότητα να εργοδοτηθεί παρά το γεγονός ότι είχε πρόβλημα στους μηνίσκους, μόνο στοιχειώδη εκπαίδευση και επίσης φρόντιζε τον άρρωστο συμβίο της και το δεκάχρονο παιδί της. Για τον λόγο αυτό η διαταγή του πρωτόδικου Δικαστηρίου για πληρωμή περιοδικών δόσεων εκ Λ.Κ.20 μηνιαίως επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του διαπιστώνω ότι η Καθ' ης η Αίτηση θα μπορούσε κάλλιστα να εξεύρει εργασία λαμβάνοντας υπόψη αφενός το υψηλό μορφωτικό της επίπεδο, και αφετέρου τις ευκαιρίες που προσφέρονται για εξασφάλιση κάποιας εργασίας είτε πλήρους απασχόλησης, είτε μερικής. Εκείνο το οποίο διαπίστωσα είναι να μην φάνηκε η Καθ' ης η Αίτηση να έχει επιδείξει, στο παρόν στάδιο, το απαραίτητο ενδιαφέρον και βούληση για εξεύρεση της κατάλληλης για την ίδια εργασίας. Κάτω από τις περιστάσεις θεωρώ ότι θα πρέπει να εκδώσω Διάταγμα με βάση τη θέση ότι η Καθ'ης η Αίτηση θα μπορούσε να εργαστεί σε εργασία αλλά δεν το έπραξε. Κατάληξη Το ύψος του ποσού καθορίζεται αφού έλαβα υπόψη μου την εισοδηματική ικανότητα της Καθ΄ης η Αίτηση, δηλ. τι θα μπορούσε να κερδίζει έχοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, το υψηλό μορφωτικό της επίπεδο, την προηγούμενη της εργασιακή εμπειρία ως Καθηγήτρια τόσο επί πλήρους όσο και επί μερικούς απασχόλησης ενώ δεν αναφέρθηκε να αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας που να την εμποδίζει να εργαστεί. Όσον δε αφορά τις οικονομικές της ανάγκες για διαβίωση από τη μαρτυρία της προέκυψε ότι τα έξοδα συντήρησης της ιδίας και των παιδιών της, ηλικίας 19 ετών και 16 ετών αντίστοιχα, τα επωμίζεται εξολοκλήρου ο σύζυγος της ο οποίος εργάζεται και έχει εισόδημα ενώ όλη η οικογένεια διαμένει σε ιδιόκτητο σπίτι. Σε αυτό το πλαίσιο και, έχοντας κατά νουν και τα όσα η ίδια ανέφερε σε σχέση με το εισόδημα που λάμβανε ημερησίως όταν εργάζετο σε μερική βάση, θεωρώ ότι θα μπορούσε η Καθ΄ης η Αίτηση να εξασφαλίσει ένα κατ΄ελάχιστο μηνιαίο εισόδημα της τάξης των €400 - €500 μηνιαίως σε μερική απασχόληση. Επιπλέον έλαβα υπόψη μου το γεγονός ότι δεν αναφέρθηκαν οποιεσδήποτε άλλες οφειλές της Καθ΄ης η Αίτηση πέραν της υπό κρίση. Τέλος έλαβα υπόψη μου το ύψος της οφειλής και το χρόνο που θα απαιτηθεί για την αποπληρωμή του. Κατ΄ακολουθίαν λοιπόν όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι, ένα ποσό της τάξης των €400 προς αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Συνεπώς η Καθ'ης η Αίτηση/Ενάγουσα 2 διατάσσεται να πληρώνει €400 μηνιαίως από 3/6/19 και ακολούθως την τρίτη μέρα εκάστου επόμενου μηνός μέχρι πλήρους εξόφλησης ή άλλης διαταγής Δικαστηρίου. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Αιτήτρια δικαιούνται και στα έξοδα της. Η Καθ'ης η Αίτηση/Ενάγουσα 2 να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Chrysostomou v. Athanasiou
(1981)1 C.L.R. 696, Λαϊκή Τράπεζα v. Θεοχάρη Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. 536. [2] Δέστε Gesico Photographic v. J.K. Video
(1991)1 Α.Α.Δ.134,141. [3] Δέστε Λουγκρίδης ν. Eurolife Ltd
(2004)1 (B) 1 A.A.Δ. 886. [4] Δέστε Βασιλείου ν. Μακρίδης
(2002)1 Α.Α.Δ 801. [5] Δέστε Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1Α.Α.Δ 82, Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036. [6] " In a case such as the present where justices have concluded that a husband has not been frank as to his financial position they are entitled to have regard to the realities and to draw inferences that his actual or potential earning capacity is greater than he has stated: see Ette v. Ette [1964] 1 W.L.R. 1433 and Brett v. Brett [1969] 1 W.L.R. 487 , 490, per Willmer L.J. Mr. Percy has sought to argue that in a case where a husband is in fact unemployed at the time of the hearing it is wrong to award any sum upon an assessment of his potential earning capacity. He argued that there is a distinction to be drawn between such a case and one in which the husband is in employment but is earning less than a court finds he could earn if he wished. In our judgment such a distinction is not a valid one. Whether the man is in employment or not it is open to justices in an appropriate case upon direct evidence or justifiable inference to make an order on the basis of potential earning capacity". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.