← Κύπρος

Αίτηση υπό ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Επί τοις αφορώσι την HYDRO POOL TRADING COMPANY LIMITED, Αίτηση Αρ. 1/2018, 18/3/2019

Αίτηση υπό ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Επί τοις αφορώσι την HYDRO POOL TRADING COMPANY LIMITED, Αίτηση Αρ. 1/2018, 18/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A29 Εκδοθέν Μετοχικό Κεφάλαιο €1-710 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Αίτηση Αρ. 1/2018 Επί τοις αφορώσι τα άρθρα 90-96 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και Επί τοις αφορώσι την HYDRO POOL TRADING COMPANY LIMITED Αίτηση υπό: ALPHA BANK CYPRUS LTD- Αιτήτριας Ημερομηνία: 18/3/

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια: Η κα. Έλενα Ανδρέου για Αντωνάκης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε ενάγοντας Για Εναγόμενους: Ο κ. Μ. Μαρκουλλής για Γ.Φ.Πιττάτζη Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Με εναρκτήρια αίτηση, την οποία καταχώρησε η Alpha Bank Cyprus Ltd (στο εξής καλούμενη «η Αιτήτρια»), εξαιτείται από το Δικαστήριο διάταγμα με το οποίο να παρατείνει, για περίοδο 6 μηνών ή για μικρότερο χρονικό διάστημα και με τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει ορθό το Δικαστήριο, την εγγραφή στον Έφορο Εταιρειών από την εταιρεία Hydro Pool Trading Company Limited (στο εξής καλούμενη «η καθ' ης η αίτηση») των ακόλουθων επιβαρύνσεων:
  2. Της συμφωνίας, ημερομηνίας 9.7.2010, για εκχώρηση των δικαιωμάτων της καθ' ης η αίτηση ως αγοραστής, δυνάμει του Αγοραπωλητηρίου Συμβολαίου με αρ. ΠΩΕ 559/10 αναφορικά με το διαμέρισμα με αρ. 107, το οποίο αποτελεί μονάδα στο οικοδομικό συγκρότημα με την ονομασία «XXXXX» το οποίο ανεγείρεται / έχει ανεγερθεί επί των ακινήτων με αρ. εγγραφής 7XX0, 7XX3, 7XX4, 7XX9, 7XX3, 7XX1 και 7XX8, Σχέδιο 2-XXX-377 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου (στο εξής καλούμενο «το διαμέρισμα») για εξασφάλιση ποσού ύψους €395.
  3. Της συμφωνίας, ημερομηνίας 9.7.2010, για εκχώρηση των δικαιωμάτων, τίτλων και συμφέροντα στα εισοδήματα της εταιρείας και όλα τα χρήματα που είναι εισπρακτέα σε σχέση με αυτά, για εξασφάλιση ποσού ύψους €201.000 πλέον τόκους και έξοδα. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 90 έως 96 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  4. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του XXXXXX Άδωνη, λειτουργού στην αιτήτρια, ο οποίος, συνοπτικά, αναφέρει τα ακόλουθα:
  5. Δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.3.15 η Εμπορική Bank - Cyprus Ltd μεταβίβασε την επιχείρηση, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της στην αιτήτρια. Το εγγεγραμμένο γραφείο της καθ΄ης η αίτηση βρίσκεται στο Παραλίμνι.
  6. Στις 9.7.10 η καθ' ης η αίτηση σύνηψε με την Εμπορική Τράπεζα συμφωνία δανείου, ύψους €201.000 (Τεκμήριο 1). Μεταξύ των εξασφαλίσεων που παραχωρήθηκαν από την καθ' ης η αίτηση για την πληρωμή του ως άνω δανείου ήταν και η συμφωνία ημερομηνίας 9.7.10 (Τεκμήριο 2) για εκχώρηση στην τράπεζα, και τώρα στην αιτήτρια, των δικαιωμάτων της καθ' ης η αίτηση που πηγάζουν από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, το οποίο σύναψε η τελευταία με την εταιρεία Adam & Pambos Developing Co Ltd για την αγορά του διαμερίσματος (Τεκμήριο 3). Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και φέρει αριθμό ΠΩΕ 559/
  7. Προς περαιτέρω εξασφάλιση του ως άνω δανείου η καθ' ης η αίτηση δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης, ημερομηνίας 9.7.10, (Τεκμήριο 4), εκχώρησε προς όφελος της αιτήτριας όλα τα δικαιώματα, τίτλους και συμφέροντα της, στα εισοδήματα και όλα τα χρήματα που είναι εισπρακτέα σε σχέση με αυτά.
  8. Κατά τη διεξαγωγή έρευνας στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών διαφάνηκε ότι οι εν λόγω συμφωνίες εκχώρησης αναγράφονταν στις επιβαρύνσεις της καθ' ης η αίτηση. Η καθ' ης η αίτηση παρέλειψε να στείλει εγκαίρως στον Έφορο Εταιρειών λεπτομέρειες των εν λόγω συμφωνιών εκχώρησης προς εγγραφή. Το προαναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο παραμένει σε ισχύ και εγγεγραμμένο. Η μη έγκαιρη αποστολή προς τον Έφορο Εταιρειών, των ως άνω συμφωνιών εκχώρησης, δεν έγινε δόλια και ουδενός τα δικαιώματα επηρεάζονται από την μη έγκαιρη αποστολή προς εγγραφή των εν λόγω λεπτομερειών των συμβάσεων εκχώρησης. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση η οποία ήγειρε τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  9. Η αίτηση είναι τυπικά, νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη
  10. Δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος Η ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48(1-9), στον Περί Εταιρειών Νόμο (ΚΕΦ.113) άρθρα 90-96, στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς, Καν.1-12 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε υπό την ένορκη δήλωση του κ. Κυριάκου Ιωακείμ, ενός εκ των διευθυντών της καθ' ης η αίτηση. Αναφέρει ο ομνύοντας, συνοπτικά, ότι οι διαφορές της αιτήτριας με την καθ' ης η αίτηση, αναφορικά με τη σύμβαση δανείου και τις εξασφαλίσεις που δόθηκαν έναντι αυτού, αποτελούν επίδικα γεγονότα στην αγωγή με αριθμό 137/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (Τεκμήριο Α), που η αιτήτρια καταχώρησε εναντίον της καθ' ης η αίτηση. Η καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει σχετικό σημείωμα εμφάνισης στην εν λόγω αγωγή καταχωρώντας μάλιστα και σχετική υπεράσπιση. Περαιτέρω είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εφόσον η καθ' ης η αίτηση δεν υποχρεούται να εγγράψει τις ισχυριζόμενες συμφωνίες στον Έφορο Εταιρειών και ούτε είναι νομικά επιτρεπτό να το πράξει. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη μέσω γραπτών αγορεύσεων που οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν προς το Δικαστήριο, επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις τους. Ουδείς εκ των διαδίκων υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Τα όσα και οι δύο πλευρές παρέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν ληφθεί δεόντως υπόψιν και αναφορά σε αυτά θα γίνει όταν και εφόσον κρίνεται αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Θα εξετάσω κατά προτεραιότητα, υπό τύπο προδικαστικής ένστασης, τον 1ο λόγο ένστασης που η καθ' ης η αίτηση εγείρει περί το ότι η αίτηση «είναι τυπικά, νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη». Προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, μέσω της γραπτής του αγόρευσης, ισχυρίζεται βασικά ότι η αίτηση είναι ελαττωματική εφόσον η νομική της βάση στηρίζεται μόνο στα άρθρα 90-96 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 και ουδεμία αναφορά δεν γίνεται, ως έπρεπε, στους Περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς (396/1994). Παράπεμψε δε το Δικαστήριο στην απόφαση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ. ά.

(1990)1 Α.Α.Δ 965 προς υποστηρίξη των θέσεων του. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην δική της αγόρευση, επί του ζητήματος αυτού. Ανατρέχοντας στη νομική βάση της αίτησης, διαπιστώνεται πράγματι ότι αυτή στηρίζεται μόνο στα άρθρα 90-96 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113. Δηλαδή δεν περιέχεται οποιαδήποτε αναφορά είτε στους περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς (396/1994) (στο εξής καλούμενοι «οι εταιρικοί κανονισμοί») είτε στους Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση είναι κατά πόσο η παράλειψη αυτή της αιτήτριας έχει οποιεσδήποτε καταλυτικές συνέπειες ως προς την ακυρότητα της παρούσας αίτησης. Με βάση τους πιο πάνω Εταιρικούς Κανονισμούς, εταιρικές αιτήσεις μπορεί να υποβληθούν είτε με εναρκτήρια κλήση ("summons"), είτε με "petition" Οι εν λόγω Κανονισμοί διευκρινίζουν πότε χρησιμοποιείται η μία διαδικασία και πότε η άλλη. Eιδικότερα 'petition' καταχωρούνται σε διάφορες εταιρικές αιτήσεις οι οποίες καθορίζονται από τον Κανονισμό 5, των Περί Εταιρειών Κανονισμών, όπως: (i) αίτηση για μείωση μετοχικού κεφαλαίου (Άρθρο 64, Κεφ. 113) (ii) αίτηση για επαναφορά του ονόματος της εταιρείας στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών (Άρθρο 327, Κεφ. 113) (iii) αίτηση για επικύρωση έκδοσης μετοχών υπέρ το άρτιο (Άρθρο 55, Κεφ. 113). Σ΄ αντιπαραβολή, ο Κανονισμός 6 των Περί Εταιρειών Κανονισμών, προνοεί το πότε χρησιμοποιείται το ένδικο μέσο της εναρκτήριας κλήσης σε εταιρικές αιτήσεις. Στον εν λόγω Κανονισμό, αναφέρεται ότι οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται με "summons" και στον επόμενο Κανονισμό 7 διευκρινίζεται ότι με "summons" εννοείται "originating summons" (εναρκτήρια κλήση). Περιγράφονται χαρακτηριστικά 27 περιπτώσεις τέτοιων αιτήσεων. Μία από τις περιπτώσεις αυτές (βλέπε
(27)(t)) είναι και οι αιτήσεις για παράταση του χρόνου εγγραφής μίας επιβάρυνσης, με βάση το άρθρο 95 του Κεφ.113, όπως είναι και το αντικείμενο της παρούσας αίτησης. Ειδικότερα το άρθρο 27 (
  1. t)προβλέπει ότι: «.(
  2. t)Applications to extend the time for registration of a charge or to rectify any omission or misstatement with respect to any charge or in a memorandum of satisfaction under section 95 of the Law». (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Η παρούσα αίτηση ως συνάγεται, μέσα από το αιτούμενο διάταγμα, έχει ως αντικείμενο την παράταση χρόνου εγγραφής των προαναφερόμων επιβαρύνσεων. Επομένως θα έπρεπε να χρησιμοποιείτο το ένδικο μέσο της εναρκτήριας κλήσης. Από το σώμα της αίτησης διαφαίνεται ότι η παρούσα αίτηση, καταχωρίστηκε, υπό τύπο "summons" εναρκτήριας κλήσεως, κατ' ακολουθία των όσων προβλέπονται από τους πιο πάνω Εταιρειών Κανονισμούς. Στην Κασπαρής Σάββας Ιωάννη
(2013)1 ΑΑΔ 2476 λέχθηκε ότι: «Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του 1951» Στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ. ά. (ανωτερω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η παράλειψη αναφοράς στο άρθρο 51
(1)κρίθηκε από το Δικαστήριο μοιραία για την εγκυρότητα της έφεσης. Και όπως έχει αναφερθεί, η διαπίστωση αυτή αποτέλεσε τον πρώτο λόγο απόρριψής της. Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppaand Another v. Vassiliades* αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.l. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά· εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα, για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασης τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.1. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται· συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς.» Σε άλλο σημείο της απόφασης αναφέρεται ότι: «To σφάλμα στην εναρκτήρια κλήση επιφέρει την ακυρότητά της μόνο όταν θίγει το θεμέλιο της διαδικασίας σε βαθμό που να μην επιτρέπει τη γένεση θέματος προς εκδίκαση. Στην προκείμενη περίπτωση η παράλειψη ήταν επουσιώδης και άφησε ανεπηρέαστο το βάθρο της έφεσης ως έγκυρο μέσο για αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή. Συνεπώς η παράλειψη του εφεσείοντα να αναφερθεί στην αίτησή του και στο άρθρο 51
(1)του Ν.9/65 δεν συνεπαγόταν ούτε επέφερε την ακυρότητα της διαδικασίας. Ο πρώτος λόγος για τον οποίο απορρίφθηκε η έφεση του εφεσείοντα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου κρίνεται ανεδαφικός». (Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Ακριβώς και στην προκειμένη περίπτωση η μη παράλειψη του άρθρου 6 των περί Εταιρειών Κανονισμών δεν επιφέρει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σφάλμα στην παρούσα αίτηση και δεν επιφέρει την ακυρώτητα της εφόσον δεν θίγει το θεμέλιο της διαδικασίας. Με την συμπερίληψη των άρθρων 90-96 του Κεφ. 113 γεννάται θέμα προς εκδίκαση, που είναι στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση για παράταση εγγραφής επιβάρνσης, που αποτελεί καθήκον μίας Κυπριακής εταιρείας με βάση το άρθρο 90
(1), στο οποίο γίνεται αναφορά κατωτέρω. Θεωρώ την παράλειψη επουσιώδη εφόσον αρκεί και μόνο η αναφορά στα άρθρα 90-96 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο γιατί τα εν λόγω άρθρα δίδουν την εξουσία στο Δικαστήριο, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να εξετάσει το υπό κρίση αίτημα. Η αναφορά στα εν λόγω άρθρα δεν είναι καθόλου άσχετη με την αιτούμενη θεραπεία. Σημειώνω ότι η παρούσα αίτηση δεν είναι ενδιάμεση αίτηση με βάση την Δ.48 αλλά εναρκτήρια διαδικασία με την έννοια που ενέχει ο όρος αυτός στο άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν14/60 (βλ. ορισμό «αγωγής»). Στην υπόθεση Ανδρέας Τρύφωνος v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 706, που αφορούσε βέβαια αίτηση Πτώχευσης αλλά πιστεύω τυγχάνει απόλυτης εφαρμογής και στην προκειμένη περίπτωση, τονίστηκε πως αίτηση για την έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν συνιστά ενδιάμεση αίτηση που, σύμφωνα με τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.48 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί προϋπόθεση της εγκυρότητας της η αναφορά στο άρθρο και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης. Καθίσταται πρόδηλο ότι η παράλειψη αναφοράς στη νομική βάση της παρούσας εναρκτήριας αίτησης των περί Εταιρειών Διαδικαστικών Κανονισμών δεν είναι μοιραία ως προς την τύχη της παρούσας αίτησης. Η καθ' ης η αίτηση εξάλλου ουδεμία ζημιά έχει υποστεί, έχει μάλιστα καταχωρήσει και σχετική ένσταση, έχει αντιληφθεί πλήρως το αντικείμενο του αιτούμενου διατάγματος και δεν προκαλείται οποιαδήποτε σε αυτήν αμηχανία ή σύγχυση στο Δικαστήριο. Γενικά το Δικαστήριο δεν διαβλέπει, με βάση τα ενώπιον του γεγονότα, οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό της άλλης πλευράς. Διαφορετική θα ήταν η προσέγγιση του Δικαστηρίου εάν η παρούσα αίτηση στηριζόταν σε θεραπεία που προκύπτει από τους ίδιους τους Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφόσον δεν έγινε παραπομπή στον Κανονισμό 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών ο οποίος προβλέπει ότι: "The Rules of Court for the time being in force relating to civil actions, and the general practice and procedure of the Courts in the Colony (or, in default of local provision, the practice and procedure observed by the Courts in England), shall apply as regards all proceedings in relation to applications to which these rules relate so far as may be practicable, except if and so far as the Law or these rules otherwise provide." Σε μετάφραση: «Οι Κανονισμοί του Δικαστηρίου που θα είναι σε ισχύ σχετικά με πολιτικές αγωγές και η γενική πρακτική και διαδικασία στα Δικαστήρια θα εφαρμόζεται σε σχέση με όλες τις διαδικασίες που σχετίζονται με αιτήσεις που έχουν σχέση αυτοί οι Κανονισμοί όσο είναι πρακτικό, εκτός αν το Κεφ. 113 ή αυτοί οι Κανονισμοί προνοούν διαφορετικά». Σε τέτοια περίπτωση δεν θα ενεργοποιείτο η εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει τέτοια αίτηση. Η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί πρωτογενή διαδικασία στο σώμα της οποίας προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα που τίθενται προς εξέταση. Ο τίτλος και το περιεχόμενο της αίτησης καθώς και τα άρθρα του Νόμου στα οποία αυτή στηρίζεται, προσδιορίζουν πλήρως τη φύση της διαδικασίας καθώς και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (Μεττής Χριστόδουλος
(2003)1 ΑΑΔ 1909). Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο 1ος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Με βάση συνεπώς τα πιο πάνω καθώς και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου θα προχωρήσω να εξετάσω, σε συνάρτηση και με τον 2ο λόγο ένστασης, κατά πόσο η υπό εξέταση αίτηση πληρεί τις απαιτούμενες από το Κεφ. 113. προυποθέσεις. H νομική βάση της αίτησης στηρίζεται, κυρίως, στο άρθρα 90, 91
(1)και 96 του Κεφ.113. Το Άρθρο 90 του Νόμου προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι κάθε επιβάρυνση που αναφέρεται στο εδάφιο
(2)και δημιουργείται από εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, εκτός εάν εγγραφεί στο Μητρώο Επιβαρύνσεων της Εταιρείας, είναι άκυρη έναντι του εκκαθαριστή και οποιουδήποτε πιστωτή της εταιρείας Το δε άρθρο 90
(2)κάτω από τον τίτλο «Εγγραφή επιβαρύνσεων που γίνονται από εταιρείες εγγεγραμμένες στη Δημοκρατία» διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο αυτό τυγχάνει εφαρμογής στις πιο κάτω επιβαρύνσεις: «... (γ) επιβάρυνση πάνω στους χρεωστικούς λογαριασμούς της εταιρείας (η) επιβάρυνση πάνω σε οποιαδήποτε άλλη κινητή ιδιοκτησία, που συστάθηκε ή αποδείχτηκε από έγγραφο, όταν η εταιρεία διατηρεί κατοχή της ιδιοκτησίας αυτής (θ) επιβάρυνση πάνω σε ακίνητη ιδιοκτησία, που βρίσκεται οπουδήποτε, ή συμφέροντος πάνω σε αυτή» Επομένως με βάση το πιο πάνω λεκτικό μόνο οι σχετικές επιβαρύνσεις που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο θα πρέπει να εγγραφούν στο Μητρώο Επιβαρύνσεων της Εταιρείας. Το δε άρθρο 91
(1)διαλαμβάνει ότι: «Καθήκον εταιρείας αναφορικά με επιβαρύνσεις και υποθήκες που γίνονται από εταιρεία: « 91.-
(1)Αποτελεί καθήκον εταιρείας να παραδίδει στον έφορο εταιρειών για εγγραφή τα στοιχεία κάθε επιβάρυνσης που έγινε από την εταιρεία και των εκδόσεων χρεωστικών ομολόγων σειράς που χρειάζεται εγγραφή με βάση το άρθρο 90, αλλά εγγραφή οποιασδήποτε τέτοιας επιβάρυνσης δύναται να πραγματοποιηθεί μετά από αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου που έχει συμφέρον σε αυτήν». Με βάση το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου καθίσταται πρόδηλο πως αποτελεί καθήκον εταιρείας να παραδίδει στον έφορο εταιρειών για εγγραφή τα στοιχεία κάθε επιβάρυνσης που έγινε από την εταιρεία και εγγραφή τέτοιας επιβάρυνσης δύναται να πραγματοποιηθεί μετά από αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου που έχει συμφέρον σε αυτήν. Σύμφωνα με το άρθρο 90(1Α) τα καθορισμένα στοιχεία κάθε επιβάρυνσης, κάθε εκχώρησης αυτής και κάθε τροποποίηση ή αλλαγή των στοιχείων αυτής, παραδίδονται, μαζί με κατάλληλα χαρτοσημασμένο έγγραφο, αν υπάρχει, με το οποίο γίνεται ή αποδεικνύεται η επιβάρυνση ή η εκχώρηση αυτής ή η τροποποίηση ή η αλλαγή των στοιχείων της, στον έφορο εταιρειών για καταχώριση μέσα σε είκοσι μία
(21)ημέρες από την ημερομηνία της σύστασης της επιβάρυνσης ή της εκχώρησης αυτής ή της τροποποίησης ή της αλλαγής των στοιχείων της. To δε άρθρο 96
(1)τέλος διαλαμβάνει ότι: «96
(1)Το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι η παράλειψη εγγραφής επιβαρύνσεως ή καταγραφής υποθήκης μέσα στην περίοδο που απαιτεί ο Νόμος αυτός, ή ότι η παράλειψη ή ανακριβής δήλωση κάποιου στοιχείου αναφορικά με οποιαδήποτε τέτοια επιβάρυνση ή υποθήκη ή σε μνημόνιο εξόφλησης ή ακύρωσης υποθήκης, ήταν τυχαία, ή οφειλόταν σε παραδρομή ή άλλη ικανοποιητική αιτία ή δεν είναι τέτοιας φύσης ώστε να επηρεάζει τη θέση των πιστωτών ή μετόχων της εταιρείας, ή ότι για άλλους λόγους η παροχή ανακούφισης είναι δίκαιη και σύμφωνα με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, δύναται, με αίτηση της εταιρείας ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου, και με τέτοιους όρους που φαίνονται στο Δικαστήριο δίκαιοι και σκόπιμοι να διατάξει ώστε η περίοδος για εγγραφή ή καταχώρηση επεκταθεί, ή, ανάλογα με την περίπτωση, η παράλειψη ή η ανακριβής δήλωση διορθωθεί.» Το πρώτο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξετασθεί είναι κατά πόσο οι συμφωνίες ημερομηνίας 9/7/10, τις οποίες η αιτήτρια επιθυμεί όπως η Καθ' ης η Αίτηση εγγράψει ως επιβαρύνσεις, θεωρούνται επιβαρύνσεις εν τη έννοια του Κεφ. 113 και κατά δεύτερο κατά πόσο πληρούνται οι προυποθέσεις του άρθρου 96
(1), δηλαδή κατά πόσο η παράλειψη εγγραφής των εν λόγω επιβαρύνσεων ήταν τυχαία, ή οφειλόταν σε παραδρομή ή άλλη ικανοποιητική αιτία ή δεν είναι τέτοιας φύσης ώστε να επηρεάζει τη θέση των πιστωτών ή μετόχων της εταιρείας, ή ότι για άλλους λόγους η παροχή ανακούφισης είναι δίκαιη και σύμφωνα με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Τέλος το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η αιτήτρια είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο και συνεπώς δικαιούται στο να καταχωρίσει την παρούσα αίτηση. Αξίζει να σημειωθεί στο στάδιο αυτό ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι οι δυο πιο πάνω επιβαρύνσεις πράγματι δεν έχουν εγγραφεί στο Μητρώο Επιβαρύνσεων της Εταιρείας που διατηρεί ο Έφορος Εταιρειών. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, ως εμφαίνεται μέσα από την αίτηση και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, η αιτήτρια επιθυμεί να εγγράψει την συμφωνία, ημερομηνίας 9.7.10, για εκχώρηση των δικαιωμάτων της καθ'ής η αίτηση ως αγοράστριας, δυνάμει του αγοραπωλητηρίου εγγράφου με αριθμό ΠΩΕ 559 για εξασφάλιση ποσού ύψους €395,000 (Τεκμήρια 2 και 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι στις 9.7.10 η καθ' ης η αίτηση σύνηψε με την αιτήτρια συμφωνία δανείου ύψους €201.000,00 (Τεκμήριο 1). Μεταξύ των εξασφαλίσεων που παραχωρήθηκαν από την καθ' ης η αίτηση για την πληρωμή του ως άνω δανείου ήταν και η συμφωνία ημερομηνίας 9.7.10 για εκχώρηση στην αιτήτρια των δικαιωμάτων της εταιρείας που πηγάζουν από το πιο πάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Το εν λόγω αγοραπωλητήριο έγγραφο, όπως προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία εφόσον κάτι τέτοιο δεν αμφισβητήθηκε από την καθ' ης η αίτηση, κατατέθηκε από αυτήν στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου με αριθμό ΠΩΕ 559/10. Έχει νομολογηθεί ότι οι συνέπειες της κατάθεσης ενός αγοραπωλητηρίου εγγράφου, δηλαδή η σύμβαση για την πώληση γης η οποία κατατίθεται στο κτηματολόγιο βάσει των προνοιών του Κεφ. 132 συνιστά εμπράγματο βάρος (Δάφνης Δρυάδης κ.α v Kώστα Καλησπέρα
(1998)1 ΑΑΔ 881). Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 (81(I)/2011) «ακίνητη ιδιοκτησία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο και περιλαμβάνει εμπράγματο δικαίωμα που αποκτάται με την εγγραφή σύμβασης μίσθωσης, η οποία εγγράφεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νόμου Το άρθρο 5 του πιο πάνω Νόμου επίσης διαλαμβάνει ότι: «5.
(1)Τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων του παρόντος Νόμου, η κατάθεση σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της». Εμπράγματο βάρος με βάση τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του πιο πάνω Νόμου έχει την έννοια «που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο». Σύμφωνα τώρα με την ερμηνεία που δίδεται στο άρθρο 12
(5)(α) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκευσεως Νόμου, Ν.9/65 'εμπράγματο βάρος' σημαίνει «άμεσον τινα επί ακινήτου απαίτησιν, δικαίωμα επιβαρύνσεως (lien) ή υποχρέωσιν, υφισταμένην δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύ νόμου» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Επομένως στην ερμηνεία του όρου 'εμπράγματος βάρος', ως έχει παρατεθεί ανωτέρω, συμπεριλαμβάνεται και το γεγονός ότι ο το συμβαλλόμενο μέρος που καταθέτει την σύμβαση, στην προκειμένη περίπτωση η καθ' ης η αίτηση, απέκτησε πέραν των προσωπικών της δικαιωμάτων και δικαίωμα επιβάρυνσης επί του διαμερίσματος που αγόρασε από την εταιρεία Adam & Pambos Developing Co Ltd. Επομένως η καθ' ης η αίτηση απέκτησε περιουσιακό δικαίωμα επί του εν λόγω διαμερίσματος από την στιγμή που κατατέθηκε το εν λόγω αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο. Ως έχει προαναφερθεί το άρθρο 90
(2)(θ) διαλαμβάνει ότι μία εταιρεία έχει καθήκον να εγγράψει επιβάρυνση στο μητρώο του Εφόρου, «πάνω σε ακίνητη ιδιοκτησία, που βρίσκεται οπουδήποτε, ή συμφέροντος πάνω σε αυτή». (Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Από τη στιγμή που η καθ' ης η αίτηση έχει αποκτήσει περιουσιακό δικαίωμα βάσει του πιο πάνω εμπράγματου βάρους, από τις συνδυασμένες πρόνοιες των πιο πάνω Νόμων ασφαλώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έχει συμφέρον επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που στην προκειμένη περίπτωση είναι το εν λόγω διαμέρισμα. Με βάση τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 «ακίνητη ιδιοκτησία» περιλαμβάνει- «(α) γη (β) οικοδομές και άλλα κατασκευάσματα, οικοδομήματα ή προσαρτήματα σταθερά συνδεδεμένα με οποιαδήποτε γη ή με οποιαδήποτε οικοδομή ή με άλλο κατασκεύασμα ή οικοδόμημα (γ) δέντρα, αμπέλια και κάθε άλλο πράγμα που φυτεύτηκε ή βλάστησε πάνω σε οποιαδήποτε γη όπως και τους οποιουσδήποτε καρπούς τους πριν από τον αποχωρισμό (δ) πηγές, φρέατα, νερά και δικαιώματα πάνω σε νερά είτε αυτά κατέχονται μαζί με οποιαδήποτε γη είτε ανεξάρτητα από αυτή (ε) προνόμια ελευθερίας, δουλείας και οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα και πλεονεκτήματα που ανήκουν ή θεωρούνται ότι ανήκουν σε οποιαδήποτε γη ή οικοδομή ή άλλο κατασκεύασμα ή οικοδόμημα (στ) εξ αδιαιρέτου ιδανική μερίδα ιδιοκτησίας όπως αναφέρεται πιο πάνω.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Επομένως θεωρώ ότι το διαμέρισμα που αγόρασε η καθ' ης η αίτηση ασφαλώς και εμπίπτει στην ερμηνεία που δίδεται πιο πάνω. Περαιτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου η φράση «και οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα» συμπεριλαμβάνει και το δικαίωμα επιβάρυνσης επί του ακινήτου που αποκτάται από το εμπράγματο βάρος. Επομένως συνάγεται από τα πιο πάνω ότι η καθ' ης η αίτηση όφειλε να εγγράψει την εν λόγω επιβάρυνση στον Έφορο Εταιρειών. Το εν λόγω πωλητήριο αποτελεί εμπράγματο βάρος επί του εν λόγω διαμερίσματος και η καθ'ής η αίτηση κατέχει το δικαίωμα εγγραφής της εν λόγω ακίνητης περιουσίας. Στην Αγγλική υπόθεση Oldham & Ors v Kyrris & Anor [2003] EWCA Civ 1506 (04 November 2003) όπου γίνεται αναφορά στην υπόθεση National Provincial Bank v. Charnley
(1924)1 KB 431 στην οποία εύστοχα με έχει παραπέμψει η συνήγορος της αιτήτριας λέχθηκαν επί του προκειμένου τα ακόλουθα: "The first question that arises is whether or not this document does create a mortgage or charge, and to determine that it is necessary to form an idea of what is meant by a "charge". It is not necessary to give a formal definition of a charge, but I think there can be no doubt that where in a transaction for value both parties evince an intention that property, existing or future, shall be made available as security for the payment of a debt, and that the creditor shall have a present right to have it made available, there is a charge, even though the present legal right which is contemplated can only be enforced at some future date, and though the creditor gets no legal right of property, either absolute or special, or any legal right to possession, but only gets a right to have the security made available by an order of the Court. If those conditions exist I think there is a charge. If, on the other hand, the parties do not intend that there should be a present right to have the security made available, but only that there should be a right in the future by agreement, such as a licence, to seize the goods, there will be no charge. (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Στη συμφωνία εκχώρησης αναφέρεται ρητά ότι η εκχώρηση γίνεται ως εξασφάλιση πληρωμής των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχώρησε η αιτήτρια στην καθ' ης η αίτηση και η καθ' ης η αίτηση εκχώρησε προς όφελος της αιτήτριας τα δικαιώματα της ως Αγοράστρια δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου που έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Κτηματολόγιο (βλέπε όρο 2, 7 και 8 της συμφωνίας εκχώρησης) Στην υπόθεση Λαική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ 729, στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, η οποία αφορούσε προσφυγή την οποία καταχώρησε η αιτήτρια τράπεζα, μετά την άρνηση Εφόρου Εταιρειών να δεχθεί εγγραφή, με βάση το άρθρο 90
(2)του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, εκχωρήσεως από εταιρεία του δικαιώματος της από αγοραπωλητήριο έγγραφο, λέχθηκαν τα εξής: «Το Άρθρο 90 του Νόμου προβλέπει ότι κάθε επιβάρυνση που αναφέρεται στο εδάφιο
(2)και δημιουργείται από εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, εκτός εάν εγγραφεί στο Μητρώο Επιβαρύνσεων της Εταιρείας, είναι άκυρη έναντι του εκκαθαριστή και οποιουδήποτε πιστωτή της εταιρείας. Το εδάφιο
(3)του Άρθρου 93 απλώς δίδει δικαίωμα στο κοινό να επιθεωρεί το Μητρώο. Βασικός και πρωταρχικός σκοπός της εγγραφής επιβαρύνσεων και της εγγραφής υποθηκών, με βάση το Μέρος III του Νόμου, είναι η ρύθμιση και διασφάλιση των συμφερόντων των μερών _ έναντι άλλων δανειστών. Το ενδιαφέρον του κοινού είναι δευτερεύουσας φύσης και απομακρυσμένο. Με βάση τα πιο πάνω κατάληξα στο συμπέρασμα ότι οι επίδικες αποφάσεις, με τις οποίες ο Έφορος αρνήθηκε να αποδεχθεί την εγγραφή των δικαιωμάτων εκχώρησης σαν επιβαρύνσεις στα βιβλία της εταιρείας Γεώργιος Θεοφάνους και Υιός Λτδ., δεν είναι πράξεις ή αποφάσεις με το νόημα της παραγράφου 1 του Άρθρου 146. Για τους πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο αυτό δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της νομιμότητας των προσβαλλόμενων πράξεων ή αποφάσεων. Η προσφυγή θα απορριφθεί. Και αν ακόμα κατάληγα ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις και/ή αποφάσεις είναι εκτελεστές διοικητικές πράξεις στην έννοια του Άρθρου 146.1 και είχα δικαιοδοσία, θα απόρριπτα την προσφυγή, γιατί ορθά ο Έφορος ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο.Το Άρθρο 90
(2)(ι) του Νόμου εφαρμόζεται σε επιβάρυνση "επί ακίνητης ιδιοκτησίας, οπουδήποτε ευρίσκεται, ή επί οποιουδήποτε συμφέροντος σ' αυτή". Ακίνητη ιδιοκτησία ορίζεται στο Άρθρο 2 του Νόμου με ορισμό ταυτόσημο στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμον, Κεφ. 224. "Εμπράγματο βάρος" ορίζεται στο Άρθρο 12 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Αρ. 9/65). Η εταιρεία Γεώργιος Θεοφάνους και Υιός Λτδ. είχε απλώς συμβατικά δικαιώματα από τρίτους, τα οποία εκχώρησε εξ ολοκλήρου στην αιτήτρια τράπεζα. Με βάση το σύστημα κατοχής και εγγραφής ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο και τις νομοθετικές πρόνοιες για την εγγραφή επιβαρύνσεων εταιρειών δεν μπορούσε να γίνει ή να εγγραφεί επιβάρυσνη με τα στοιχεία της υπόθεσης αυτής». Τα όσα έχουν λεχθεί στην εν λόγω υπόθεση δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο, με κάθε σεβασμό ως προς τη θέση της καθ' ης η αίτηση, εφόσον καταρχάς η εν λόγω απόφαση είναι απόφαση μονομέλειας μετά από προσφυγή. Τα όσα σχετικά με την παρούσα υπόθεση λέχθηκαν ήταν κάτι περαιτέρω «εν παρόδω λεχθέν» (obiter dictum) και επομένως δεν αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο ούτε και είναι μέρος του ratio decidenti της απόφασης (L' Union Nationale (Tourism Sea Resorts) Ltd και Άλλοι ν. Συμβουλίου Aποχετεύσεων Λεμεσού - Aμαθούντας,
(1998)3 Α.Α.Δ. 513). Επιπρόσθετα στην εν λόγω υπόθεση δεν διευκρινίζεται κατά πόσο το εν λόγω αγοραπωλητήριο έγγραφο έχει κατατεθεί, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, στο Κτηματολόγιο ώστε η εταιρεία Γεώργιος Θεοφάνους να είχε αποκτήσει εμπράγματο βάρος από αυτή. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται η εγκυρότητα της επιβάρυνσης. Στην υπόθεση In re Heathstar Properties Ltd
(1966)1 W.L.R. 993, διαβάζουμε τα ακόλουθα: «The hearing of this application might, in the normal case, have been expected to take a few minutes, but in the event it has occupied nearly a week, principally as a result of the prolonged cross-examination of three of the deponents to affidavits filed on behalf of the applicants, namely, Whitelaw, Armstrong and Veitch. Although at an early stage I made it plain that I did not propose to decide the question of the validity of the charge in these proceedings, counsel for the re­spondents took the view that the cross-examination was relevant to the question of inadvertence, and to the question of the exercise of the court's discretion under section 101 of the Act of 1948. I did not feel it right to stop him. I am only puzzled why this application should have been fought at such length and at such ex­pense, having regard to the fact that no satisfactory explanation has been given as to why it is said that the respondents will suffer any real prejudice if the charge is registered pending a decision of the action. ..................................... I turn then to section 101, which is in these terms: [His Lordship read the section, and continued:] There is no reference there to the court being satisfied as to the validity of the charge, and it would have been very simple to insert such a reference if it had been intended. What section 101 does is to give the court power in certain circumstanc­es to substitute its own time-limit for the time-limit in section 95, but apart from that it leaves section 95 to operate as if the application to register had been made in time. ..................................... The question then arises whether I should now exercise my discretion by extending the time for registration, or by refusing to do so. It seems to me that any risk of injustice to the respondents by allowing registration is far less than the risk of injustice to the applicants by refusing to do so, and I propose, therefore, to extend the time for 10 days from the date of the order. I need hardly say that this is without prejudice to the respondents' or anybody else's claims in the action. » (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, θεωρώ ότι η συμφωνία ημερομηνίας 9/7/10 για εκχώρηση των δικαιωμάτων της καθ' ης η αίτησης ως αγοράστριας του Διαμερίσματος αποτελεί επιβάρυνση εν τη έννοια του Κεφ,113 και θα έπρεπε να εγγραφεί στο Μητρώο της καθ' ης η αίτηση στον Έφορο Εταιρειών, εντός 21 ημερών από την ημερομηνία της σύστασης της επιβάρυνσης ή της εκχώρησης αυτής . Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Θα πρέπει ακολούθως το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η παράλειψη εγγραφής της πιο πάνω επιβάρυνσης, εντός της πιο πάνω προθεσμίας, ήταν τυχαία ή οφειλόταν σε παραδρομή ή άλλη ικανοποιητική αιτία ή δεν είναι τέτοιας φύσης ώστε να επηρεάζει τη θέση των πιστωτών ή μετόχων της εταιρείας, ή ότι για άλλους λόγους η παροχή ανακούφισης είναι δίκαιη και σύμφωνα με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Σε περίπτωση που πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις και ο αιτητής, αν δεν είναι η ίδια η εταιρεία που έχει υποχρέωση εγγραφής της εν λόγω επιβάρυνσης, ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο το Δικαστήριο μπορεί να επεκτείνει την περίοδο εγγραφής της. Ασφαλώς και η αιτήτρια είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο εφόσον είναι πιστωτής της καθ' ης η αίτηση και προς όφελος της υπάρχει η συμφωνία εκχώρησης του εν λόγω αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Από τη στιγμή που η καθ' ης η αίτηση, παρέλειψε ως όφειλε, να εγγράψει την επιβάρυνση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, η αιτήτρια, η οποία είναι πιστωτής, έχει δικαίωμα με βάση το Άρθρο 96
(1)του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, να αποταθεί στο Δικαστήριο για εγγραφή της επιβάρυνσης. Και αυτό έπραξε με την καταχώριση της υπό εκδίκαση Αίτησης. Περαιτέρω, από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ότι η καθ' ης η αίτηση εξ αβλεψίας παρέλειψε να στείλει εγκαίρως στον Έφορο εταιρειών λεπτομέρειες της εν λόγω συμφωνίας εκχώρησης προς εγγραφή. Το προαναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο παραμένει σε ισχύ και εγγεγραμμένο. Η μη έγκαιρη αποστολή προς τον Έφορο Εταιρειών των ως άνω συμφωνιών εκχώρησης δεν έγινε δόλια και ουδενός τα δικαιώματα επηρεάζονται από την μη έγκαιρη αποστολή προς εγγραφή των εν λόγω λεπτομερειών των συμβάσεων εκχώρησης. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί της αιτήτριας ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί. Η καθ' ης η αίτηση δεν αναφέρει οτιδήποτε για το λόγο που δεν ενέγραψε την σχετική επιβάρυνση. Απλά επικαλείται το γεγονός ότι η εν λόγω επιβάρυνση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου ώστε να εγγραφεί. Ούτε και η καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι με την εγγραφή της εν λόγω επιβάρυνσης επηρεάζονται οποιαδήποτε πρόσωπα ή πιστωτές. Διαπιστώνεται επίσης ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έχει άλλους εξασφαλισμένους πιστωτές και συνεπώς δεν τίθεται θέμα επηρεασμού αυτών από την εγγραφή της επιβάρυνσης. Τα όσα προσπαθεί να εισάξει, μέσω της αγόρευσης του, ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ' ης η αίτηση ότι δηλαδή η καθ' ης η αίτηση δεν ενέγραψε την εν λόγω επιβάρυνση εξ αβλεψίας, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη εφόσον κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην ένσταση και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. Στην υπόθεση FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL) v ΝΙΚΟΥ Κ. ΣΙΑΚΟΛΑ
(2002)1 Α Α.Α.Δ. 223 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Εφόσον, όμως δεν υπήρχε ισχυρισμός και μαρτυρία επί του προκειμένου στην ένορκη δήλωση, τούτο δεν θα μπορούσε να συμπληρωθεί με την αγόρευση του δικηγόρου και να αποτελέσει λόγο επί του οποίου να βασίσει το Δικαστήριο την απόφαση του». Για όλους τους πιο πάνω λόγους εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 1 της αίτησης. Επιπρόσθετα η αιτήτρια αιτείται να εγγράψει επίσης ως επιβάρυνση στα Μητρώα της καθ' ης η αίτηση την συμφωνία, ημερομηνίας 9.7.10, για εκχώρηση των δικαιωμάτων, τίτλων και συμφέροντα στα εισοδήματα της εταιρείας και όλα τα χρήματα που είναι εισπρακτέα σε σχέση με αυτά. Όπως προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία, προς περαιτέρω εξασφάλιση του ως άνω δανείου η καθ' ης η αίτηση δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ημερ. 9.7.10 (Τεκμήριο 4) εκχώρησε προς όφελος της αιτήτριας όλα τα δικαιώματα, τίτλους και συμφέροντα της στα εισοδήματα και όλα τα χρήματα που είναι εισπρακτέα σε σχέση με αυτά. Η δε συμφωνία εκχώρησης σε σχέση με τα δικαιώματα, τίτλους και συμφέροντα της καθ'ής η αίτση στα εισοδήματα και όλα τα χρήματα που είναι εισπρακτέα σε σχέση με αυτά εμπίπτει στην πρόνοια του άρθρου 90
(2)(γ)(η), εφόσον η εκχώρηση στην αιτήτρια αφορά επιβάρυνση πάνω στους χρεωστικούς λογαριασμούς της εταιρείας καθώς και επιβάρυνση πάνω σε οποιαδήποτε άλλη κινητή ιδιοκτησία, που συστάθηκε ή αποδείχτηκε από έγγραφο, της καθ' ης η αίτηση (βλέπε άρθρο 3 και 4 του Τεκμηρίου 4). Και στην προκειμένη περίπτωση ισχύουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 96, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, επομένως η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις ώστε να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό που περιέχεται στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν αναφέρει τον λόγο που ζητεί παράταση της εγγραφής, 8 χρονιά μετά την σύσταση της, και πάλι δεν μπορώ να λάβω υπόψη τη θέση αυτή εφόσον δεν υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, με βάση τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL) v ΝΙΚΟΥ Κ. ΣΙΑΚΟΛΑ (ανωτέρω) Περαιτέρω στο νομικό σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές πτυχές» των Τάκη Ηλιάδη και Ν. Τ. Σάντη, αναφέρεται στις σελίδες 127-128 ότι: «Οι αγορεύσεις των διαδίκων δεν αποτελούν μέσο προσαγωγής μαρτυρίας ή διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων (NA Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 739, Μισιρλής v Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 Α.Α.Δ. 379) ούτε και μέθοδο αμφισβήτησης άλλων γεγονότων (Ζαχαρία v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2011)3 (Α) ΑΑΔ 293) ή συστατικό στοιχείο απόδειξης της υπόθεσης ή οποιωνδήποτε συναφών επιχειρημάτων και εκεί όπου δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία, θα πρέπει να αγνοούνται (βλ. Ιωσηφίδη v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 243/12 ημ. 2.5.14 Yugos Finance BV και Άλλων v Halebay Holdings Limited, ΠΕ 180/09, ημ. 8.3.13, Χαραλάμπους v. Χριστοφόρου, ΠΕ 177/09, ημ. 21.12.12, Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ v Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ΑΕ
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, Mitsui and Co Ltd and Others v. Rockwell Marine Ltd and Another
(1989)1 CLR 112)». Τέλος το γεγονός ότι εκκρεμεί η αγωγή 137/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου που ήγειρε η αιτήτρια εναντίον της καθ' ης η αίτηση ουδόλως επηρεάζει και αποτελεί κώλυμα, ώστε αυτή να αξιώνει την αιτούμενη θεραπεία. Εάν αποτελούσε εμπόδιο η ύπαρξη παράλληλης αγωγής με την εγγραφή οποιασδήποτε επιβάρυνσης, θεωρώ ότι ο Νομοθέτης θα έκανε τέτοια σχετική αναφορά. Εν κατακλείδι, βρίσκω πως όλοι οι λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι και ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία πηγάζει από τον πιο πάνω Νόμο, ασκηθεί και ασκείται προς όφελος της αιτήτριας. Συνεπακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση με έξοδα υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση ως αυτά θα υπολογισθούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η καθ' 'ης η αίτηση να παραδώσει στον Έφορο Εταιρειών για εγγραφή στο Μητρώο Επιβαρύνσεων της, ως επιβαρύνσεις τις συμφωνίες εκχώρησης, ημερομηνίας 9.7.10, εντός τριών μηνών από την σύνταξη του διατάγματος. Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.