← Κύπρος

LUBLINACO LTD ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 405/18, 21/3/2019

LUBLINACO LTD ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 405/18, 21/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 405/18 LUBLINACO LTD Ενάγοντες - Αιτητές και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας 19.10.2018 Ημερομηνία: 21.3.2019. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Μάριος Μαρκουλλής για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. (κ. Κ. Κουτσόφτας για να ακούσει απόφαση). Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (κα Α. Ζαχαρίου για να ακούσει απόφαση). Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ΄ ων η αίτηση - Εφεσίβλητοι καταχώρησαν εναντίον των Αιτητών - Εφεσειόντων και του διευθυντού τους Φώτου Πιττάτζη την αγωγή 962/16 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου για ισχυριζόμενο ενυπόθηκο χρέος το οποίο οι Αιτητές - Εφεσείοντες αμφισβητούν και για το οποίο καταχώρησαν ξεχωριστές υπερασπίσεις, με τις οποίες αμφισβητούν την εγκυρότητα της συμφωνίας δανείου και της συμφωνίας υποθήκης χωρίς να καταχωρήσουν ανταπαιτήσεις. Με την ίδια αγωγή οι Εφεσίβλητοι - Καθ΄ ων η Αίτηση επιδιώκουν διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου των Αιτητών που εξασφαλίζει το χρέος (Υ.2290/11). Παρά την εκκρεμοδικία της αγωγής 962/16 οι Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι επέδωσαν στις 7.5.18 στους Αιτητές - Εφεσείοντες ειδοποιήσεις τύπου Ι και Θ με τις οποίες άρχισαν τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, δηλαδή την δια δημοσίου πλειστηριασμού πώληση του σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/65 και των σχετικών τροποποιήσεων του. Στις 11.6.18 οι Αιτητές - Εφεσείοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή 405/18 γιατί όπως οι ίδιοι διατείνονται στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της Στυλιανής Αρναούτη που συνοδεύει αποσυρθείσα αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημερ. 7.3.19 "με το προηγούμενο νομικό καθεστώς και πριν την τροποποίηση του Ν.9/1965 τον Ιούλιο του 2018[1] η εκκρεμοδικία αγωγής αποτελούσε λόγο παραμερισμού τυχόν ειδοποίησης τύπου ΙΑ και συνεπώς ακύρωση ενδεχόμενου μελλοντικού πλειστηριασμού." Μετά την έναρξη της ισχύος του τροποποιητικού Νόμου 87(Ι)/18 που προνοούσε την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος (και όχι απλά την ύπαρξη εκκρεμοδικίας) για αναστολή και/ή παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου ΙΑ οι Αιτητές - Εφεσείοντες καταχώρησαν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής στις 19.10.18 μονομερή αίτηση με την οποία επιδιώκουν την έκδοση τέτοιου απαγορευτικού διατάγματος. Της αίτησης επελήφθη άλλο Δικαστήριο και διέταξε την επίδοση της. Αφού καταχωρήθηκε ένσταση από τους Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφεσίβλητους στις 30.11.18 η ακρόαση της αίτησης προγραμματίστηκε στις 6.12.18 οπότε η κλίμακα της αγωγής αυξήθηκε (καθ΄ υπόδειξη του Δικαστηρίου λόγω της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου) από €10.000-€50.000 σε €500.000-€2.000.000 και εδόθησαν οδηγίες από το προηγούμενο Δικαστήριο να παραπεμφθεί "το συντομότερο δυνατό" ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Για άγνωστο λόγο (προφανώς γιατί απωλέσθηκε ο φάκελος) η αίτηση ετέθηκε ενώπιον μου 2 και πλέον μήνες αργότερα στις 12.2.19 και έδωσα οδηγίες όπως ειδοποιηθούν οι δικηγόροι των διαδίκων να παρουσιαστούν ενώπιον μου στις 19.2.19 ημερομηνία κατά την οποία όρισα την αίτηση για ακρόαση στις 21.3.19 9:00 π.μ. Στις 8.2.19 οι Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι εξέδωσαν ειδοποίηση τύπου ΙΑ και Δελτίο Α τα οποία επέδωσαν στους Αιτητές στις 19.2.19 με τα οποία ορίζουν τον δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου στις 22.3.19 (μια δηλαδή ημέρα μετά την προγραμματισμένη ακρόαση της παρούσας αίτησης). Στις 7.3.19 (18 ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ και του Δελτίου Α) οι Αιτητές - Εφεσείοντες εκκρεμούσης της αίτησης τους ημερ. 19.10.18 για ακρόαση καταχώρησαν νέα μονομερή αίτηση με την οποία επεδίωκαν την έκδοση του ίδιου απαγορευτικού διατάγματος, η οποία ορίστηκε την επόμενη και την οποία απέσυραν για να εκδικαστεί με τη σύμφωνη γνώμη των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφειβλήτων η προηγούμενη (ημερ. 19.10.18) και να εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου σήμερα 21.3.19, πριν δηλαδή τον προγραμματισμένο για αύριο πλειστηριασμό (αφού αμφότεροι οι δικηγόροι των διαδίκων συγκατατέθηκαν και καταχώρησαν προς τούτο γραπτές αγορεύσεις στις 14.3.19). Έχω παραθέσει με πολλή λεπτομέρεια την παράλληλη διαδρομή της διαδικασίας του μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/65με τους τροποποιητικούς αυτού Νόμους που ακολούθησαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφεσίβλητοι και των δύο αγωγών και στη συνέχεια δύο μονομερών αιτήσεων εκ μέρους των Αιτητών-Εφεσειόντων για να εξασφαλίσουν απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να δημιουργεί προϋπόθεση (βλέπε άρθρο 44(Γ)

(3)(ε) του Νόμου) για ακύρωση και/ή παραμερισμό του προγραμματισμένου πλειστηριασμού. Στη δισέλιδη αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Αιτητών-Εφεσειόντων καταλήγει ότι το Δικαστήριο για τους λόγους που παραθέτει δεν έχει "καν διακριτική εξουσία" να αρνηθεί την έκδοση του διατάγματος. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς (βλ. Decades v. Studio
(1996)1 AAΔ και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704). Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 CLR 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 CLR 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 CLR 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 CLR 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 CLR 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 ΑΑΔ 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) ΑΑΔ 282, Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτό εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) ΑΑΔ 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) AAΔ 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 ΑΑΔ 149). Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 CLR 263. 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(A) AAΔ 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802). Ωστόσο σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (βλ. Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 CLR 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Απλή ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης της αγωγής και των επιδιωκόμενων θεραπειών θεωρώ ότι ικανοποιεί τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ο πιο σημαντικός λόγος όμως που το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα είναι το ότι δεν ικανοποιείται ο παράγοντας της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση με έκδοσης του διατάγματος. Η ζημιά θα πρέπει να αναφέρεται ειδικά και με σαφήνεια και οι κίνδυνοι πρόκλησης ζημίας πρέπει να στοιχειοθετούνται με κατάλληλη μαρτυρία. Το βάρος απόδειξης κείται επί των ώμων του αιτητή (βλ. Colocassides & Associates and others v. The Republic
(1985)3 CLR 1780 και Moyo and another v. The Republic
(1988)3 CLR 1203, 1209). Η πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης δεν πρέπει να παραμείνει σε επίπεδο ισχυρισμών. Σε διαδικασία πώλησης ακινήτου, εκτός εάν καταδειχθεί κάτι εξαιρετικό, η ισχυριζόμενη ζημιά μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και μπορεί να ικανοποιηθεί τυχόν τέτοια απαίτηση από τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφεσίβλητους. Ο δεύτερος λόγος που η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει είναι η κατάχρηση της διαδικασίας. Είναι διάχυτο μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι η καταχώρηση της αγωγής έγινε με σκοπό απλά και μόνο για να δημιουργηθεί υπόβαθρο για να ανασταλεί η διαδικασία εκποίησης και όχι γιατί οι Ενάγοντες-Αιτητές είχαν οποιαδήποτε πραγματική, γνήσια και αληθινή αμφισβήτηση, σε σχέση με την οφειλή της συμφωνίας δανείου (της οποίας αμφισβητείται το ύψος λόγω παράνομων χρεώσεων και τόκων) αλλά κυρίως της συμφωνίας της υποθήκης. Η παρούσα υπόθεση αποτελεί κλασική περίπτωση κατάχρησης, αφού χρησιμοποιείται η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και η αγωγή για αλλότριους σκοπούς και όχι επειδή υπάρχει ένα εύλογο και γνήσιο ζήτημα. Οι Αιτητές ανέφεραν ξεκάθαρα ότι ενώ υπήρχε αγωγή καταχωρημένη εναντίον τους από το 2016, στην οποία ούτε και ανταπαίτηση καταχώρησαν, αλλά μόνο μια υπεράσπιση η οποία συνιστά γενική άρνηση και τίποτα περισσότερο αποφάσισαν αφότου έλαβαν την ειδοποίηση τύπου Ι και Θ να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή και με την τροποποίηση του Νόμου την παρούσα αίτηση. Καμία δικαιολογία δε δίδεται για αυτό ούτε και επιδιώχθηκε να δοθεί κάποια εξήγηση όταν το θέμα τέθηκε μέσα από την ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση, προφανώς γιατί η μόνη εξήγηση είναι ότι η καταχώρηση των διαδικασιών αυτών έγινε με μοναδικό σκοπό τη δημιουργία προϋποθέσεων στη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου και όχι λόγω γνήσιας αμφισβήτησης. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν καταχώρησαν εμπρόθεσμα Αίτηση-Έφεση μετά την επίδοση των ειδοποιήσεων τύπου ΙΑ και προσπαθούν να παρακάμψουν την ορθή διαδικασία της Αίτησης-Έφεσης και να καταστήσουν αχρείαστη μια τέτοια Αίτηση-Έφεση με την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος σε μια καταχρηστική διαδικασία νέας αγωγής. Περαιτέρω δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του κατεπείγοντως που αποτελεί δικαιοδοτικό όρο στην έκδοση απαγορευτικού διατάγματος μονομερώς όπως επιχειρήθηκε να γίνει στην παρούσα υπόθεση. Τέτοιο διάταγμα θα μπορούσε να εξασφαλισθεί για καλούς λόγους που ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 τόσο στην αγωγή 962/16 όσο και στην παρούσα αγωγή με την καταχώρηση της (11.6.18) και όχι να επιχειρηθεί έκδοση του μετά την έναρξη της ισχύος του τροποποιητικού Νόμου Ν.87(Ι)/18, ο οποίος διαφοροποίησε τις προϋποθέσεις αναστολής και/ή παραμερισμού της διαδικασίας του πλειστηριασμού. Στην απόφαση Αναφορικά με Αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1(B) ΑΑΔ 911, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: "Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: "Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου." Εάν άλλωστε οι Ενάγοντες είχαν οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με την εγκυρότητα των συμφωνιών δανείου, το όφελος των οποίων προσπορίστηκαν και της συμφωνίας υποθήκης, θα ήταν αναμενόμενο από ένα καλόπιστο μέσο συνετό άτομο να προβεί σε ενέργειες αμφισβήτησης των συμφωνιών σύντομα μετά την κατάρτιση τους ή έστω να καταχωρήσει και προβάλει τις σχετικές θέσεις του καθώς και τα όσα επιδιώκει σήμερα στα πλαίσια της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής στα πλαίσια της προηγούμενης αγωγής (962/16) που καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους εναντίον των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή, στην οποία ούτε καν ανταπαίτηση δεν καταχώρησαν οι Αιτητές, αλλά αρκέστηκαν σε γενικές και αόριστες θέσεις και αρνήσεις κυρίως όσον αφορά την αμφισβήτηση του οφειλόμενου υπόλοιπου. Είναι φανερό ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές ουδέν έπραξαν παρά μόνο όταν οχλήθηκαν και βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις συνέπειες της συμφωνίας υποθήκης, τις οποίες και προσπαθούν όχι με ορθόδοξο τρόπο να αποφύγουν. Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος Εναγόντων-Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ν.87(Ι)/18(13.7.18) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.