Αναφορικά με το Κατάστημα αρ. 3 μετά υπογείου στην οικοδομή COURT, Αρ. Γεν. Αίτησης: 56/2017, 21/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτησης: 56/2017 Αναφορικά με τον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 [Ν.81(Ι)/2011} ΚΑΙ Αναφορικά με το Κατάστημα αρ. 3 μετά υπογείου στην οικοδομή XXXXX COURT, ανεγερθέν επί του τεμαχίου 27/X, Φ/Σχ. 42/2XX1, Αγία Νάπα Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Θ. Χριστοδούλου για CHRYSSES DEMETRIADES & CO. LLC Για Καθ΄ης η αίτηση: κα Α. Προδρόμου για Χριστόφορος Χ"Στερκώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η H ΑΙΤΗΣΗ Με την παρούσα Γενική Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 17.7.2017, ο Αιτητής ζητεί άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να επιτρέπει σε αυτόν όπως εντός 6 μηνών από την ημερομηνία του Διατάγματος καταθέσει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου τα ακόλουθα έγγραφα και ή αντίγραφα αυτών: (α) το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 5.4.1985 με το οποίο η κα XXXXX Μιχαήλ Πιερέττη πώλησε στους κ.κ. Ανδρέας Σολομωνίδης & Σία το Κατάστημα αρ. Χ μετά υπογείου στην οικοδομή ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ, ανεγερθέν επί του τεμαχίου 27/X, Φ/Σχ. 42/2/2 Ε.1, Αγία Νάπα (στο εξής αναφερόμενο ως το «Ακίνητο»), (β) τη Συμφωνία Εκχωρήσεως ημερομηνίας 24.6.1995 με την οποία οι κ.κ. Ανδρέας Σολομωνίδης & Σία εκχώρησαν προς όφελος της κας XXXXX Παναγίδη τα δικαιώματά τους που προκύπτουν από το προαναφερόμενο Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 5.4.1985, (γ) τη Συμφωνία Εκχωρήσεως ημερομηνίας 10.7.1995 με την οπoία η κα XXXXX Παναγίδη εκχώρησε προς όφελος του Αιτητή τα δικαιώματά της που προκύπτουν από την προαναφερόμενη Συμφωνία Εκχωρήσεως ημερομηνίας 24.6.1995 και (δ) το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 3.8.1995 με το οποίο ο Αιτητής πώλησε στον κ. XXXXX Ανδρέα Πετεινό το Ακίνητο. Η Αίτηση βασίζεται στον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011 (81(Ι)/2011) και συγκεκριμένα στα άρθρα 2, 3
(1)(α)-(γ), 5, 12, 16, 16 Α, 17 και 18, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ. 1-9, Δ.55, Δ.57 θ.2, Δ.64, στη Νομολογία, στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου καθώς και στους κανόνες της επιείκειας. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση, εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερομηνίας 17.7.2017, η οποία συνοδεύει την αίτηση, με την οποία επισυνάπτονται πέντε
(5)Τεκμήρια, ήτοι ως Τεκμήριο 1 το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 5.4.1985, ως Τεκμήριο 2 το Εκχωρητήριο Έγγραφο ημερ. 24.6.1995, ως Τεκμήριο 3 το Εκχωρητήριο Έγγραφο ημερ. 10.7.1995, ως Τεκμήριο 4 το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 3.8.1995 και ως Τεκμήριο 5 η αγωγή 325/2017 Ε.Δ. Αμμοχώστου που καταχώρησε ο Πετεινός εναντίον του Αιτητή στις 6.6.2017 και επίσης στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Η Καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 14.2.2018, αν και η αίτηση επιδόθηκε σε αυτή στις 11.10.2017, όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου. Προβάλλονται είκοσι δύο
(22)λόγοι ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα: Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, καταχρηστική, παράτυπη, αντικανονική, αδικαιολόγητη, κακόπιστη, εκδικητική, άκυρη, επιδιώκει άλλους σκοπούς, ο τίτλος της είναι λανθασμένος και δεν περιλαμβάνονται σε αυτόν οι διάδικοι, δεν αναφέρονται τα ορθά άρθρα του Νόμου, δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και δη η Εταιρεία EFREM DEVELOPMENTS CO LTD (στο εξής EFREM), ο συνεταιρισμός Ανδρέας Σολωμονίδης & Σία (στο εξής Συνεταιρισμός) και η ΧΧΧΧΧ Στέλιου Παναγίδη (στο εξής ΧΧΧΧΧ). Επίσης αν και η Καθ΄ης η αίτηση είναι απλά ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου ουδέποτε συμβλήθηκε με τον αναφερθέν συνεταιρισμό ο οποίος φέρεται, κατά τον ισχυρισμό του Αιτητή, να αγόρασε το επίδικο κατάστημα από την Εταιρεία EFREM. Ακόμη υπήρξε αδικαιολόγητη παράλειψη και αμέλεια εκ μέρους του Αιτητή να καταθέσει το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 5.4.1985 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Η δικαιολογία δε που προβάλλει ο Αιτητής ότι δεν γνώριζε τις συνέπειες της μη κατάθεσης του είναι γενικός, αόριστος και αστήρικτος. Ούτε δικαιολογεί την αδράνεια του και την παρέλευση τόσων πολλών χρόνων, αλλά ούτε είναι και δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι συμβάσεις δε εκχωρήσεως δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές γιατί η σύμβαση ημερομηνίας 5.4.1985 δεν είναι κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο. Επιπλέον το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία και ούτε παρέχεται από το Νόμο τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αλλά ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο Ν.81(Ι)/2011για έκδοση του διατάγματος. Τυχόν έκδοση τέτοιου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα της Καθ΄ης η αίτηση. Τέλος για όλους τους πιο πάνω λόγους ζητείται η απόρριψη της Αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, της Καθ΄ης η αίτηση, η οποία δεν χρειάζεται να καταγραφεί ως έχει αφού θα σχολιασθεί στη συνέχεια, αλλά και γιατί ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης με περισσότερες λεπτομέρειες, με την οποία επισυνάπτεται ένα Τεκμήριο το οποίο αποτελεί έρευνα στον Έφορο Εταιρειών, από το οποίο φαίνεται ότι η Εταιρεία EFREM διαγράφηκε στις 9.5.
- Η ένσταση βασίζεται ουσιαστικά στην ίδια νομική βάση που στηρίζεται και η αίτηση και επιπλέον στα άρθρα 30 και 32 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΣΔΑ (Ν.39/62), στο Δίκαιο της Επιείκειας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο δικηγόρος του Αιτητή στην αγόρευσή του, αφού αναφέρει τι ζητείται με την Αίτηση και ότι αυτή επιδόθηκε στην Καθ΄ης η αίτηση μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, προβαίνει σε ανάλυση για τη νομική βάση της Αίτησης, ενώ στη συνέχεια κάνει επίκληση πρωτόδικων αποφάσεων προς επίρρωση της Αίτησης. Ακολούθως παραθέτει τα γεγονότα για να καταλήξει ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Από την άλλη ο δικηγόρος της Καθ΄ης η αίτηση αφού κι΄ αυτός αναφέρεται στην Αίτηση και τη νομική βάση αυτής, στη συνέχεια αναφέρεται στους λόγους ένστασης και στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις της Αίτησης. Ακολούθως κάνει αναφορά στη νομική πτυχή του θέματος και στην εφαρμογή των νομικών αρχών στα γεγονότα της παρούσας αίτησης για να εισηγηθεί την απόρριψη της Αίτησης. ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, τις δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που έγιναν προς υποστήριξη της Αίτησης και τα επισυναπτόμενα με όλες τις ένορκες δηλώσεις Τεκμήρια, καθώς και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, διαπιστώνονται τα ακόλουθα: Η Καθ΄ης η αίτηση ήταν η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 27/Χ, Φ/Σχ. 42/22 Ε.1, εκτάσεως 10.800 τ.π., στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου, όπως διαπιστώνεται από το Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ΧΧΧΧΧ Ενωτιάδου. Ότι είναι η ιδιοκτήτρια του ως άνω αναφερθέντος τεμαχίου γίνεται παραδεκτό εκ μέρους της Καθ'ης η αίτηση στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της που συνοδεύει την ένστασή της. Ως ιδιοκτήτρια του ως άνω τεμαχίου η Καθ΄ης η αίτηση συνήψε γραπτή σύμβαση ημερομηνίας 17.11.1982 με την Εταιρεία EFREM , Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ενωτιάδου, η οποία επιθυμούσε να ανεγείρει σε αυτό κτιριακό συγκρότημα, με την οποία αναλάμβανε να ανεγείρει κτιριακό συγκρότημα με δικά της έξοδα, αποτελούμενο εκ μίας κατοικίας πάνω σε κολώνες, με προοπτική όπως το ισόγειο διαμορφωθεί μελλοντικά από την Καθ΄ης η αίτηση σε καταστήματα και διαμέρισμα, ως τα σχέδια που επισυνάπτοντο με τη σύμβαση, καλούμενη στο εξής Οικοδομή 1, και σε συγκεκριμένο χώρο του τεμαχίου, από το οποίο τεμάχιο ένα μέρος, όπως αυτό εμφαίνετο στα τοπογραφικά σχέδια, παρέμενε κενό. Ως αντάλλαγμα για την ανέγερση της οικοδομής 1, η Καθ΄ης η αίτηση θα μεταβίβαζε στην EFREM το υπόλοιπο μέρος του τεμαχίου στο οποίο η EFREM δικαιούταν να ανεγείρει κτιριακό συγκρότημα για δική της χρήση και εκμετάλλευση, ήτοι την οικοδομή Χ. Για το σκοπό αυτό η Καθ΄ης η αίτηση υποχρεούταν όπως υπογράψει κάθε σχετική αίτηση για την ανέγερση των οικοδομών 1 και Χ. Για σκοπούς επίτευξης της ανέγερσης των δύο οικοδομών, στην ως άνω αναφερθείσα σύμβαση, Τεκμήριο Α, προβλέπονταν και άλλοι όροι. Ένας από αυτούς ήταν ότι με την αποπεράτωση της Οικοδομής 1 η EFREM θα δικαιούταν να απαιτήσει από την Καθ΄ης η αίτηση και αυτή υποχρεούταν να μεταβιβάσει στην EFREM το τεμάχιο που αναφέρεται ανωτέρω και διαζευκτικά, η EFREM θα δικαιούταν να αποπερατώσει την Οικοδομή Χ, οπότε, με την αποπεράτωση της Οικοδομής Χ ή οιουδήποτε μέρους αυτής, δικαιούταν να ζητήσει από την Καθ΄ης η αίτηση και αυτή υποχρεούταν όπως μεταβιβάσει σε οιοδήποτε πρόσωπο ήθελε υποδείξει η EFREM σε αυτή την κυριότητα του όλου ή μέρος της οικοδομής Χ. Για την επίτευξη των πιο πάνω σκοπών της σύμβασης ημερομηνίας 17.11.1982, Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ενωτιάδου, η Καθ΄ης η αίτηση με πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο Β στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ενωτιάδου, διόρισε το ΧΧΧΧΧ Εφραίμ, διευθυντή της Εταιρείας EFREM ή/και την Εταιρεία EFREM, όπως αντ΄ αυτής και δι΄ αυτής και εξ ονόματος της διαχειρίζονται την ακίνητη περιουσία της στο εν λόγω τεμάχιο, και δη τα καταστήματα αρ. 1, 2, 3 και 4 στο ισόγειο και τις αποθήκες αυτών μετά τουαλέτας και νιπτήρα στο ημιυπόγειο, τα διαμερίσματα 1, 2 και 3 στο ισόγειο στο πίσω μέρος των καταστημάτων και τα διαμερίσματα αρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6 στον όροφο, δικαιούμενοι να υπογράφουν εκ μέρους της Πωλητήρια Έγγραφα, για την πώληση σε τρίτα πρόσωπα των αναφερθέντων, ως άνω, καταστημάτων και διαμερισμάτων και όπως καταθέτουν ή και επιτρέπουν την κατάθεση των ρηθέντων πωλητηρίων εγγράφων στο Κτηματολόγιο, εισπράττουν χρήματα, εκδίδουν αποδείξεις και να επιτρέπουν την υποθήκευση οιουδήποτε και πάντων των αναφερθέντων καταστημάτων μετά την έκδοση των σχετικών τίτλων. Αναλάμβανε δε όπως αποδεχτεί όλες τις πράξεις δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου ως ορθές και έγκυρες ως υπό αυτή την ίδια γενομένες. Η Καθ΄ης η αίτηση με τον ισχυρισμό που προβάλλει στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, αμφισβητεί ότι η EFREM όταν συνήψε, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της, το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 5.4.1985 ενεργούσε δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ή έγκυρου πληρεξουσίου εγγράφου, καθότι ο Αιτητής δεν έχει επισυνάψει με την ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την Αίτηση πληρεξούσιο έγγραφο. Τούτο όμως έγινε με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ενωτιάδου, με την οποία επισυνάπτεται το πληρεξούσιο έγγραφο ως Τεκμήριο Β. Ο ισχυρισμός της δε για μη έγκυρο πληρεξούσιο παρέμεινε μετέωρος και χωρίς τεκμηρίωση. Επίσης ο ισχυρισμός της ότι η EFREM όταν συνήψε το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 5.4.1985 δεν ενεργούσε δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου επίσης δεν τεκμηριώθηκε, ενώ από την άλλη αναφέρεται ρητώς στο Πωλητήριο Έγγραφο ότι η EFREM ενεργούσε δυνάμει του αναφερθέντος πληρεξουσίου εγγράφου. Στη βάση του πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμήριο Β στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ενωτιάδου, η Καθ΄ης η αίτηση μέσω της πληρεξουσίου αντιπροσώπου της EFREM, συνήψε Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 5.4.1985, Τεκμήριο Γ στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ενωτιάδου, με τον Συνεταιρισμό, στον οποίο πώλησε το κατάστημα υπ΄ αριθμό Χ μετά υπογεόυ και/ή αποθήκης, (στο εξής κατάστημα) στην οικοδομή που έφερε το όνομα ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ, στο ως άνω αναφερθέν τεμάχιο, στην Αγία Νάπα, αντί του ποσού των £8.
- Η παράδοση δε προβλέπετο να γίνει στις 30.4.1985 και η πληρωμή θα γινόταν σε τρεις δόσεις, £100 με την υπογραφή του Τεκμηρίου Γ, £4.000 στις 31.12.1985 και £4.000 στις 30.4.
- Στο Τεκμήριο Γ προβλέπονταν και άλλοι όροι, όπως, μεταξύ άλλων, για την μη έγκαιρη παράδοση και ότι η μεταβίβαση θα γινόταν με την έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Ο εν λόγω Συνεταιρισμός στη συνέχεια δυνάμει γραπτής συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 24.6.1995, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, εκχώρησε τα δικαιώματα του επί του καταστήματος στη ΧΧΧΧΧ, η οποία είναι θυγατέρα των ομόρρυθμων συνεταίρων του Συνεταιρισμού, με τη συγκατάθεση και έγκριση της EFREM ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Καθ΄ης η αίτηση, όπως αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο του Τεκμηρίου 2 πριν από την αρίθμηση των παραγράφων, και η οποία αναγνωρίζει πλήρως την εκχώρηση που έγινε και συγκατατίθεται και αναλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις έναντι της ΧΧΧΧΧ ως εκδοχέα, η οποία δικαιούτο να αξιώνει από την Καθ΄ης η αίτηση όλα τα δικαιώματα που είχε ο Συνεταιρισμός, ως να ήταν ο αρχικός αγοραστής, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 του Τεκμηρίου
- Η EFREM υπέγραψε το Τεκμήριο 2 ως Πωλητής, δυνάμει του αναφερθέντος πληρεξουσίου εγγράφου, ως εμφαίνεται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου
- Η ΧΧΧΧΧ ακολούθως δυνάμει γραπτής συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 10.7.1995, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την Αίτηση, εκχώρησε τα δικαιώματα της επί του καταστήματος στον Αιτητή, ο οποίος είναι σύζυγός της, με την συγκατάθεση και έγκριση της EFREM ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Καθ΄ης η αίτηση με τον ίδιο τρόπο και την ίδια έκταση όπως έδωσε την συγκατάθεση της και την έγκρισή της στο αναφερθέν προηγουμένως Τεκμήριο 2, όπως φαίνεται από την πρώτη παράγραφο πριν την αρίθμηση των παραγράφων και την παράγραφο 4 του Τεκμηρίου 3, το οποίο υπέγραψε η EFREM ως Πωλητής, όπως εμφαίνεται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου
- Ο Αιτητής δυνάμει Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 3.8.1995, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, πώλησε το αναφερθέν κατάστημα στο ΧΧΧΧΧ Ανδρέα Πετεινού (στο εξής Πετεινός) αντί του ποσού των £30.
- Ο Πετεινός, επειδή ο Αιτητής δεν του μεταβίβασε το εν λόγω κατάστημα, καταχώρησε εναντίον του στις 6.6.2017 την αγωγή αρ. 325/2017 Ε.Δ. Αμμοχώστου, αφού εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για το κατάστημα, τον Απρίλιο του 2017, με την οποία αξιώνει διάφορες δηλώσεις και διατάγματα, μεταξύ των οποίων, ότι δικαιούται σε ειδική εκτέλεση του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 3.8.1995 και διάταγμα μεταβίβασης του εν λόγω καταστήματος επ΄ ονόματι του. Επίσης αξιώνει το ποσό των €51.258 (£30.000) με νόμιμο τόκο από 3.8.1995 μέχρι εξόφλησης και €80.000 ως αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης πώλησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ _ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Σύμφωνα με την γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Καθ΄ης η αίτηση δύο είναι τα ερωτήματα τα οποία πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο στην παρούσα Αίτηση. Το πρώτο ερώτημα περιλαμβάνει ή και αποτελείται από τρία
(3)υπο-ερωτήματα και παρατίθενται κατωτέρω: ΠΡΩΤΟ: (α) Κατά πόσο ο Αιτητής απέδειξε ότι το επίδικο Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 5.4.1985 αποτελεί σύμβαση η οποία παραμένει σε ισχύ. (β) Κατά πόσο τα εκχωρητήρια έγγραφα αποτελούν συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ, καθώς και αν δεσμεύουν τον πωλητή σύμφωνα με τον όρο 4 των εκχωρητηρίων εγγράφων. (γ) Κατά πόσο το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 3.8.1995 αποτελεί σύμβαση η ποία παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα, καθώς και αν δεσμεύεται από αυτήν η Καθ΄ης η αίτηση. ΔΕΥΤΕΡΟ: Κατά πόσο η εκπρόθεσμη κατάθεση των επιδίκων εγγράφων για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης είναι δίκαιη και εύλογη για την προστασία του Αιτητή. Όμως παρόλο που ο δικηγόρος της Καθ΄ης η αίτηση προβαίνει στην πιο πάνω εισήγηση στη συνέχεια της αγόρευσής του προωθεί και άλλους από τους λόγους ένστασης και δη ότι,
(1)δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (EFREM, Συνεταιρισμός και ΧΧΧΧΧ),
(2)ότι δεν επιδόθηκε σε αυτούς η Αίτηση,
(3)η Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική, αφού, έστω και αν στο άρθρο 12 του Ν.81(Ι)/2011, ως τροποποιήθηκε, δεν αναφέρεται ούτε καθορίζεται η ακολουθητέα διαδικασία για την αίτηση, ο Αιτητής επέλεξε τον μηχανισμό της Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ενώ ακολουθήθηκε ο Τύπος 46 δεν περιλαμβάνονται, ως έπρεπε, στον τίτλο οι διάδικοι. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί, μετά δε και από τις διευκρινιστικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν από το Δικαστήριο στη δικηγόρο της Καθ΄ης η αίτηση που εμφανίστηκε και τις απαντήσεις που έλαβε απ΄ αυτή, ότι θα πρέπει να εξετάσει όλους τους λόγους ένστασης, έστω και αν δεν θα γίνεται ειδική, αριθμητική, αναφορά σε αυτούς, εκτός εκείνων που ειδικά δεν επέμενε, αφού δημιουργείται μία, κάπως, ζοφερή εικόνα των λόγων ένστασης που τελικά προωθούνται. Αρχίζοντας από το λόγο ένστασης ότι η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αφού επιτυχία αυτού θα επιφέρει άμεσα τον τερματισμό της Αίτησης, κρίνεται ότι αυτός ο λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται, αφού το δικαίωμα για την αιτούμενη θεραπεία εκπηγάζει από το άρθρο 12 του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81(Ι)/2011, ως τροποποιήθηκε, με πιο πρόσφατο το Ν.48(Ι)/2017 ημερομηνίας 2.6.2017. Η μη αναφορά στην Αίτηση του Ν.48(Ι)/2017, ως διευκρινίστηκε ότι εδράζεται αυτός ο λόγος ένστασης, ουδεμία σημασία έχει αφού αναφέρεται ο αρχικός Νόμος 81(Ι)/2011, στον οποίο ενσωματώνεται κάθε μεταγενέστερος τροποποιητικός νόμος. Το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί, για τον ίδιο λόγο που αναφέρεται και ανωτέρω, εκτός αν κρίνετο παρατυπία που μπορούσε να θεραπευθεί, είναι ο λόγος ένστασης ότι η Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. Τούτος εμπερικλείει διάφορες θέσεις, όπως εξάγεται από την ένσταση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή, οι οποίες θέσεις στο βαθμό που αναφέρονται σε λανθασμένες διατάξεις και άρθρα του νόμου που στηρίζεται η Αίτηση, έχουν απαντηθεί αμέσως πιο πάνω, ενώ όσον αφορά τις υπόλοιπες θέσεις της Καθ΄ης η αίτηση ότι ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος και δεν περιλαμβάνονται σε αυτόν οι διάδικοι και ως εξηγήθηκε στην αγόρευση του δικηγόρου της Καθ΄ης η αίτηση ότι δεν συνάδει, ως φαίνεται, με τον Τύπο 46 αφού επιλέγηκε από τον Αιτητή να γίνει η Αίτηση με βάση τη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, μπορούν να λεχθούν τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 81(Ι)/2011, ως τροποποιήθηκε με το Ν.48(Ι)/2017 ημερομηνίας 2.6.2017, το Δικαστήριο δύναται κατόπιν σχετικής αίτησης να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης «.. για συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ . . όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή». Όμως παρότι προνοείται στο άρθρο αυτό η υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο, για συγκεκριμένους σκοπούς, δεν προνοείται ούτε στο άρθρο αυτό ούτε σε οιοδήποτε άλλο άρθρο του Ν.81(Ι)/2011 το είδος και ο τύπος της αίτησης, αλλά ούτε και αναφέρεται ότι εφαρμόζεται αναλογικά οιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού που προβλέπει ειδικά το είδος και τον τύπο της αίτησης που καταχωρείται. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν παρέχεται η δυνατότητα υποβολής αίτησης από το πρόσωπο που του δίδεται αυτό το δικαίωμα. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Limited
(1998)1 AAΔ 1978 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Καθίσταται αναγκαίο να προσδιορίσουμε τα μέσα, που προκρίνουν οι Θεσμοί, για την υποβολή αιτήματος για την απομάκρυνση διαιτητή, που ορίζεται σε συμφωνηθείσα διαιτησία. Εξουσία για τη μετακίνησή του παρέχεται από τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, ΚΕΦ. 4, (ο "Νόμος"). προβλέπεται, ειδικά, από τις πρόνοιες του Άρθρου 14
(2). Το ίδιο εδάφιο παρέχει εξουσία για την αποκήρυξη συμφωνίας για την παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία, που αποτελεί το δεύτερο σκέλος του αιτήματος των εφεσειόντων. Και οι δύο θεραπείες μπορεί, όπως το Άρθρο 14
(2)ορίζει, να ζητηθούν με "αίτηση" ("application"), που υποβάλλεται από πρόσωπο που αποτελεί μέρος στη συμφωνία διαιτησίας. Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις προνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.48. Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. Γίνεται πρόνοια σ' αυτούς (τύπους) για τον προσδιορισμό της επιζητούμενης θεραπείας και των γεγονότων στα οποία βασίζεται το αίτημα. Δεν έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το δικονομικό μέσο, το οποίο επιλέγηκε για την έγερση και τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Ο Διαδικαστικός Κανονισμός περιλαμβάνει, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Ν. 14/60), και τύπους δικογράφων, οι οποίοι, όπως ορίζεται στον Κ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι δεκτικοί προσαρμογών, ανάλογα με την περίπτωση. Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση υποβλήθηκε στον προβλεπόμενο από τους Θεσμούς Τύπο, με τις προσαρμογές εκείνες, που της προσδίδουν το χαρακτήρα εναρκτήριου δικονομικού μέτρου. Δε γίνεται αναφορά στο εισαγωγικό μέρος σε υφιστάμενη διαδικασία, αλλά στο θέμα, το οποίο εγείρεται προς εξέταση στη συγκεκριμένη διαιτησία, και στον ίδιο το Νόμο, οι πρόνοιες του οποίου διέπουν την επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Οι διάδικοι καθορίζονται στο τέλος. Είναι τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνεται η αίτηση: (α) η Dynacon Limited και (β) ο Παύλος Παυλίδης, ο Διαιτητής. Ο όρος "αγωγή" περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον ορισμό ο οποίος παρέχεται τόσο στο Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και στον Κ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάθε πολιτική διαδικασία, η οποία αρχίζει με κλητήριο ένταλμα ή με άλλο τρόπο που καθορίζεται από το Διαδικαστικό Κανονισμό· σ' αυτή την περίπτωση, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Το Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου προσδιορίζει, επίσης, τα πρόσωπα τα οποία ενέχουν την ιδιότητα του ενάγοντα και του εναγομένου σε πολιτική διαδικασία. Ενάγων είναι κάθε πρόσωπο, το οποίο αξιώνει την παροχή θεραπείας από το δικαστήριο εναντίον άλλου προσώπου, σε διαδικασία η οποία εγείρεται με κλητήριο ένταλμα, αίτηση, ή με αναφορά, ή με άλλη εναρκτήρια διαδικασία. Εναγόμενος είναι κάθε πρόσωπο, στο οποίο επιδίδεται το ένταλμα ή άλλο εναρκτήριο διαδικαστικό έγγραφο. Η Δ.48, θ.3, επιβάλλει την επίδοση αίτησης, η οποία υποβάλλεται βάσει των προνοιών της Δ.48, σε κάθε πρόσωπο, το οποίο επηρεάζεται από τη θεραπεία η οποία επιζητείται. Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση επιδόθηκε στο Διαιτητή, ο οποίος, αναμφισβήτητα, επηρεάζεται από τη θεραπεία την οποία εξαιτείται η Τράπεζα Κύπρου Λτδ. Το διαδικαστικό μέσο, το οποίο προβλέπουν οι Θεσμοί για την υποβολή της υπεράσπισης επηρεαζομένου προσώπου, όπως ορίζεται από τη Δ.48, θ.4, είναι η ένσταση, η οποία, όπως ρητά καθορίζεται, μπορεί να υποβληθεί από κάθε πρόσωπο, στο οποίο επιδίδεται η αίτηση και το οποίο φέρει ένσταση σ' αυτή. Αυτό έπραξε ο Διαιτητής στη διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ν. Cyllenius Holding Ltd κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:A500, Πολιτική Έφεση 142/2011, ημερομηνίας 26.10.2016, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πρόδηλο από την πιο πάνω πρόνοια ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής δίδουν το δικαίωμα εγγραφής και εκτέλεσής τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Για να μπορεί, όμως, να εκτελεστεί μια τέτοια απόφαση θα πρέπει αυτή να καταχωριστεί στα αρχεία του Πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου για να προχωρήσει η εκτέλεσή της. Στο άρθρο 16(Α)
(1)δεν προβλέπεται ο τύπος της αίτησης που θα πρέπει να υποβληθεί. Στην υπόθεση Udruzena Beogradska Banka v. Westcare Investment Inc.
(1999)1 ΑΑΔ 124 υπεδείχθη ότι, στην απουσία ειδικών κανονισμών, υπάρχει δυνατότητα αναζήτησης δικονομικού μηχανισμού, ούτως ώστε να μην καθίστανται ανενεργά τα δικαιώματα που παρέχονται από συγκεκριμένο νόμο. Στις περιπτώσεις αυτές, η πρόσβαση στο Δικαστήριο καθίσταται δυνατή με τη χρησιμοποίηση γνωστών στο δίκαιο διαδικασιών, υπό την προϋπόθεση ότι κατοχυρώνονται τα δικαιώματα όλων των μερών. Άλλωστε υπάρχει σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου ως αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για την αποτελεσματική άσκηση της δικαιοδοσίας του, όπως είναι η παρούσα περίπτωση. Εφόσον, λοιπόν, στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχουν ειδικοί δικονομικοί κανονισμοί για να μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 16(Α)
(1)(πιο πάνω), θεωρούμε ότι θα μπορούσε να καταχωριστεί γενική αίτηση, στην οποία να γίνεται αναφορά στις πρόνοιες του Νόμου στις οποίες αφορά, καθώς και στις νομικές πρόνοιες επί των οποίων στηρίζονται οι εφεσείοντες αιτητές, καθώς και το πραγματικό υπόβαθρο αυτής. Διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος θα ακύρωνε το σκοπό του νομοθέτη και θα είχε ως αποτέλεσμα την στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο των αιτητών με την προσκόλληση σε τυπολατρεία, σε μία περίπτωση όπου δεν υπάρχουν ρητοί διαδικαστικοί κανονισμοί που να διέπουν το θέμα. Αυτό που θα πρέπει να εξετάζει το Δικαστήριο σε τέτοιου είδους υποθέσεις είναι η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των διαδίκων. Στην παρούσα περίπτωση θεωρούμε ότι με τη διαδικασία που ακολούθησαν οι εφεσείοντες, όπου η αίτηση επιδόθηκε στους εφεσίβλητους, δίδοντάς τους το δικαίωμα να προβάλουν στο Δικαστήριο ο,τιδήποτε επιθυμούν σε συνάρτηση βέβαια με το επίδικο θέμα της προώθησης της εκτέλεσης της απόφασης της Επιτροπής, δεν επηρεάζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα νόμιμα και θεμιτά δικαιώματα των εφεσιβλήτων, ούτε έχει προβληθεί οποιοσδήποτε τέτοιος βάσιμος ισχυρισμός. ........................ Με το λόγο Α της Ένστασης οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι το ορθό δικονομικό μέτρο για να εγγραφεί μία διαιτητική απόφαση είναι η Γενική Αίτηση και θα έπρεπε να περιλαμβάνεται στη νομική της βάση η Δ.55 των Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία αφορά σε πρωτογενείς αιτήσεις. ........................ Συμφωνούμε με την πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Από τη στιγμή που το άρθρο 16(Α)
(1)των Κανονισμών (πιο πάνω) δεν προβλέπει τον δικονομικό τρόπο με τον οποίο μπορεί να αιτηθεί ένας διάδικος την εγγραφή και εκτέλεση απόφασης της Επιτροπής και από τη στιγμή που δεν προβάλλεται από τους εφεσίβλητους οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων τους, θεωρούμε ότι η μη συμπερίληψη της Δ.55 των Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία αφορά σε πρωτογενείς αιτήσεις, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της αίτησης. Αυτό οδηγεί και στην απόρριψη του πρώτου λόγου αντέφεσης. Η αυστηρή τήρηση του τύπου που καθορίζει η Δ.55 δεν καθίσταται αναγκαία υπό τις περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης.» Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1 ΑΑΔ 724 ειπώθηκαν τα κατωτέρω: «Η Δ.48 στην οποία θεμελιώνεται διαδικαστικά η αίτηση διέπει την υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Η παρούσα συνιστά εναρκτήρια πρωτογενή αίτηση, σκοπούσα στον προσδιορισμό του θέματος το οποίο τίθεται προς εκδίκαση και την παροχή των θεραπειών που ζητούνται. Η καθ' ης η αίτηση συναινεί στο αίτημα. Διατηρούμε τις επιφυλάξεις μας για το παραδεχτό της αίτησης ενόψει του μέσου με το οποίο υποβάλλεται. (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Παναγιώτη Ανδριανού και 1. Του πλοίου "Mavroudis", Κυπριακής Σημαίας, τώρα ευρισκόμενου στο Λιμάνι Λεμεσού, 2. P.P. Winds Shipping Co. Limited. Πολιτική Έφεση αρ. 9408 - 19.5.1995. Γερασάκη v. Waft Shipping
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 393. Ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις αυτές καμιά από τις συνταγματικές ή νομοθετικές διατάξεις στις οποίες βασίζεται η αίτηση δεν παρέχει εξουσία στο Ανώτατο Δικαστήριο για την έκδοση του διατάγματος το οποίο επιδιώκεται. Όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γενικός Εισαγγελέας v. Αρτεμίου και Άλλου
(1991)2 Α.Α.Δ. 150· και Ορφανίδης κ.α. v. Δημοκρατίας
(1992)3 Α.Α.Δ. 44, δεν παρέχεται εξουσία για τη χορήγηση θεραπείας μέσω εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης ή οποιουδήποτε άλλου διαβήματος έξω από τα όρια της δικαιοδοσίας και των εξουσιών του Δικαστηρίου. Οι «εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου», τις οποίες επικαλείται ο αιτητής, δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου, ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. Οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών.» Στην παρούσα περίπτωση όμως προβλέπεται από σχετική διάταξη νόμου η υποβολή αίτησης για διεκδίκηση δικαιώματος που εκπηγάζει από το νόμο και γι΄ αυτό είναι που διαφοροποιείται η παρούσα από εκείνη και βρίσκεται εντός των εξουσιών του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Wilfrid Wortham v. Nτίνας Κώστα Τσίμον
(2001)1 ΑΑΔ 1442 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Η ουσιαστική φύση των θεραπειών του άρθρου 53 καθορίζεται από αυτό και η παραπομπή στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς αποβλέπει στην κάλυψη του θέματος από την καθαρά δικονομική σκοπιά. Θα αυτοαναιρείτο το άρθρο αν είχε την έννοια που του αποδίδουν οι εφεσίβλητοι. Εκείνο που σαφώς προκύπτει είναι πως οι θεραπείες που αναφέρει μπορούν να δοθούν στο πλαίσιο εναρκτήριας κλήσης, για την οποία θα ισχύουν οι ιδιαίτερες δικονομικές διατάξεις. Και σημειώνουμε πως η Δ.55 θ.2 και 3 περιλαμβάνει πρόνοιες αναφορικά με την επίδοση της εναρκτήριας κλήσης και τη στήριξή της με μαρτυρία, όπως θα ζητούσε το Δικαστήριο.» Στην υπόθεση Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, Inc.
(1999)1 AAΔ 124 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Άλλος άξονας επιχειρηματολογίας ήταν το κατά πόσο είχαν στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Με τους οποίους προβλέπεται ότι διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου εισάγεται με αγωγή ή εναρκτήρια κλήση. Ο συνήγορος των εφεσειόντων επικαλέστηκε σχετικά την HjiChambis v. Attorney-General
(1986)1 C.L.R. 386. Η υπόθεση αφορούσε εκλογική αίτηση για ακύρωση της εκλογής μέλους Χωριτικής Αρχής δυνάμει του περί Χωριτικών Αρχών Νόμου, Κεφ. 244 όπως τροποποιήθηκε. Αντιδιαστάληκε εκεί η εναρκτήρια κλήση (originating summons) όπως ορίζεται στη Δ.2, με την διά κλήσεως αίτηση βάσει της Δ.48, η οποία αφορά ενδιάμεσες διαδικασίες και δεν προσφερόταν ως μέσο για έναρξη διαδικασίας. Για τον ίδιο - και μείζονα μάλιστα - λόγο δεν προσφερόταν η μονομερής αίτηση ως εναρκτήρια. Ο συνήγορος επίσης αναφέρθηκε στη Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689 που αφορούσε αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για διατροφή δυνάμει του άρθρου 40 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60). Λέχθηκε εκεί ότι εφόσον δεν είχαν εκδοθεί ειδικοί θεσμοί που να διέπουν το ζήτημα, ορθά ήταν που, ως θέμα πρακτικής, ακολουθήθηκαν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας με τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης. Επισημαίνουμε ότι παρόλον που εκεί επρόκειτο για αίτηση διά κλήσεως, δικονομικά βασισμένη στη Δ.48, εντούτοις θεωρήθηκε εναρκτήρια. Τέλος, ο συνήγορος παρέπεμψε στην In re Phileleftheros Ltd
(1988)1 C.L.R. 344, πρωτόδικη σε αίτηση για ένταλμα certiorari. Εξετάστηκε εκεί, με αναφορά και στη HjiChambis (ανωτέρω), το κατά πόσο μονομερής αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, βάσει της οποίας εκδόθηκε προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, μπορούσε να αποτελέσει εναρκτήρια διαδικασία. Δόθηκε αρνητική απάντηση. Ο συνήγορος των εφεσιβλήτων στάθηκε, από την άλλη μεριά, στην άποψη ότι η ιδία η Σύμβαση προέβλεπε, έστω έμμεσα, τη μονομερή αίτηση ως το αρχικό δικονομικό διάβημα. Τέλος, και οι δύο πλευρές προέβησαν σε παραλληλισμό της παρούσας περίπτωσης με τα ισχύοντα σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες στην Κύπρο - ημεδαπές διαιτητικές αποφάσεις, αλλοδαπές δικαστικές αποφάσεις, ημεδαπά διατάγματα για τα οποία σκοπείται η δικαστική εκτέλεση - όπως και τα ισχύοντα στην Αγγλία, ώστε να αντληθεί καθοδήγηση κατ' αναλογίαν. Δεν παρίσταται ανάγκη να επεκταθούμε. Παρατηρούμε εν πρώτοις ότι στο Άρθρο ΙΙΙ της Σύμβασης, το οποίο παραθέσαμε, προβλέπεται πως η αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες διαδικασίας της χώρας στην οποία τίθεται το ζήτημα. Ως αποτέλεσμα, δεν μπορεί να αναζητηθεί από το λεκτικό της Σύμβασης οποιοσδήποτε προσδιορισμός δικονομικού μηχανισμού όσο και αν δημιουργούνται εντυπώσεις για τη μια ή την άλλη λύση. Στην Κύπρο δεν έγιναν ειδικοί κανόνες για εφαρμογή της Σύμβασης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι καθίστανται ανενεργά τα δικαιώματα τα οποία παρέχει. Σημαίνει μόνο ότι για πρόσβαση στο Δικαστήριο χρησιμοποιούνται οι γνωστές στο δίκαιο διαδικασίες, φτάνει να κατοχυρώνονται τα δικαιώματα όλων των μερών. Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν διέπουν άμεσα την περίπτωση εφόσον δεν έχει γίνει πρόνοια γι' αυτό το σκοπό. Παρέχουν ωστόσο τους μηχανισμούς που μπορεί να χρησιμοποιηθούν. Οι προσφερόμενες διαδικασίες δεν ταυτίζονται κατ' ανάγκη με εκείνες που προβλέπονται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ως εναρκτήριες. Θα μπορούσε, στην προκείμενη περίπτωση, να είχε χρησιμοποιηθεί μια από εκείνες. Σημειώνουμε ότι υπάρχει και η αίτηση η γνωστή στο σύστημα ως "petition". Τίποτε όμως δεν επέβαλλε τη μια ή την άλλη λύση. Τίποτε δεν απέκλειε τη μονομερή αίτηση προς έκδοση του προκαταρκτικού και υπό αίρεση διατάγματος για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, κατόπιν διαπίστωσης της ύπαρξης των προαπαιτουμένων που, σύμφωνα με το Άρθρο ΙΙΙ της Σύμβασης, πρέπει να παρουσιάσει ο δικαιούχος και της μη εμφανούς ύπαρξης κωλύματος. Διατηρήθηκε στην άλλη πλευρά η δυνατότητα να αντιταχθεί και να ακουστεί σε ζητήματα που αυτή θα έθετε βάσει του Άρθρου V. Με εναρκτήρια τότε διαδικασία. Στην οποία εκείνοι που επικαλούνταν τη διαιτητική απόφαση θα αντιμάχονταν τα όσα προβάλλονταν. Δεν διακρίνουμε σε τέτοια διαδικασία ο,τιδήποτε το άτοπο ή οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό του προσώπου κατά του οποίου εκδόθηκε διαιτητική απόφαση. Τουναντίον, μας φαίνεται αυτή η διαδικασία η πλέον πρόσφορη. Είναι δε η ρητά προβλεπομένη για την εγγραφή αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων δυνάμει του περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 10. Επειδή οι εφεσείοντες προβάλλουν και ότι εν πάση περιπτώσει η μονομερής αίτηση θα έπρεπε να υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση, προσθέτουμε, ως προς αυτό, ότι οι ανάγκες μονομερούς αίτησης στον υπό αναφορά τομέα δεν έχουν σχέση με εκείνες για τις οποίες προβλέπεται στους Θεσμούς ότι η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Ο ίδιος ο νόμος καθορίζει τί χρειάζεται. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν διατηρεί δυνατότητα ελέγχου στην απόδειξη. Η αντίρρηση ότι η μονομερής αίτηση δεν μπορεί να αποτελέσει - δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή ακόμα και ευρύτερα - εναρκτήρια διαδικασία, είναι βάσιμη μόνο εφόσον πρόκειται για διαδικασία που αποβλέπει στην επίλυση κάποιου ζητήματος νομικού ή πραγματικού είτε κατόπιν προκύψασας διαφοράς είτε μη. Δεν καλύπτει την περίπτωση όπου, με τη μονομερή αίτηση, καλείται το Δικαστήριο να προβεί σε κάποια διαπίστωση, ιδιαίτερα μάλιστα όταν πρόκειται, όπως εδώ, για προκαταρκτική. Οι αποφάσεις στις οποίες αναφερθήκαμε ενωρίτερα διακρίνονται όλες από την παρούσα εκ του ότι έκδηλα αφορούσαν εναρκτήρια διαδικασία για την επίλυση διαφοράς. Δεν είναι ως εκ τούτου ανάγκη να τις συζητήσουμε. Ό,τι αναφέραμε για τις δυνατότητες της μονομερούς (ex parte) αίτησης εκφράζουν μόνο μια από τις έννοιες της. Η Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως και, έξω από αυτούς, το Κεφ. 10 αποτελούν παραδείγματα της ίδιας έννοιας. Η οποία διακρίνεται από τη συνηθισμένη που είναι - εκεί όπου προβλέπεται - το ενδιάμεσο διάβημα, χωρίς ειδοποίηση στον αντίδικο, σε υπάρχουσα διαδικασία. Επίσης διακρίνεται από την αρχική έννοια. Που ήταν εκείνη της αίτησης μη διαδίκου ο οποίος όμως είχε συμφέρον σε υπάρχουσα διαδικασία, όπως η πτώχευση ή διαχείριση. Στην προκείμενη περίπτωση, ως εναρκτήρια διαδικασία προοριζόταν, καθώς είπαμε, να ήταν η αίτηση για παραμερισμό η οποία, σε περίπτωση αμφισβήτησης, θα ακολουθούσε τη μονομερή αίτηση στη βάση της οποίας έγινε προκαταρκτικά η δικαστική διαπίστωση. Δεν συμφωνούμε λοιπόν με την πρωτόδικη κατάληξη ότι η μονομερής αίτηση ήταν παράτυπη. Γι' αυτό η αντέφεση επιτυγχάνει.» Στην ECLI:CY:AD:2017:D295, Αίτηση Αρ. 115/2017 ημερομηνίας 15.9.2017 Αναφορικά με την αίτηση Junportinternational Limited κ.ά. καταγράφονται τα εξής: «Η εναρκτήρια κλήση δικονομικά προσφέρεται στη βάση του μηχανισμού που οριοθετεί η Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει τις καταβολές της στη δικαιοδοσία του Chancery και περιοριζόταν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην υπόθεση In re Busfield
(1886)32 Ch. D. 123, στις απλές υποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων για τη διαχείριση της προσωπικής περιουσίας αποβιώσαντος. Στην πορεία βεβαίως του χρόνου το πεδίο της διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει και την εκτέλεση διαθηκών και εμπιστευμάτων. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ εναρκτήριας κλήσης και κλητηρίου εντάλματος είναι ότι στο κλητήριο ένταλμα υπάρχουν έγγραφες προτάσεις, ενώ στην εναρκτήρια κλήση η διαδικασία λαμβάνει χώρα στο γραφείο του Δικαστή και δεν υπάρχουν δικόγραφα. Πρόκειται, σύμφωνα με την υπόθεση In re Fawsitt 30 Ch. D. 231, για πολιτική διαδικασία που αρχίζει κατά τρόπο άλλο από το γνωστό κλητήριο ένταλμα και θεωρείται «αγωγή» εντός της έννοιας της, αλλά δεν εξισώνεται η εναρκτήρια κλήση με το κλητήριο ένταλμα. Σύμφωνα με τον Odgers' Principles of Pleading and Practice 2η έκδοση σελ. 314 κ.ε., η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Στην απόφαση του το κατώτερο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην εμβέλεια της Δ.55 με αναφορά σε νομολογία, (In re E-PhilippouLtd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 C.L.R. 716 και Consortia Estates Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 387/2011, ημερ. 17.10.2014), θεωρώντας ότι θα πρέπει για τη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου να υπάρχει ειδική πρόνοια. Κατά το Δικαστήριο, η ίδια η Δ.55 θ. 1 προνοεί πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή η διαδικασία, ενώ η χρήση της καθίσταται επιβεβλημένη και όταν ρητώς μνημονεύεται σε νομοθετική διάταξη, όπως τα άρθρα 53 και 54 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ.
- Είναι πρόδηλο ότι η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ρητά όπου επιδιώκεται αυτό που η ίδια η Δ.55 προδιαγράφει, δηλαδή, η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ΄ ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο. Οι τύποι αρ. 50 και 51 που μνημονεύονται στο θ. 1 της Διαταγής, περιορίζουν ακριβώς τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης σε θέματα που προκύπτουν από διαχείριση (τύπος 50), ή, από ζητήματα προκύπτοντα από εμπιστεύματα προερχόμενα από διαθήκη (τύπος 51). Κατά παρόμοιο τρόπο, στην περίπτωση του Κεφ. 189, προβλέπεται η εναρκτήρια κλήση προς επίλυση διαφορών που προκύπτουν από τη διαχείριση και τον καθορισμό των δικαιωμάτων οποιουδήποτε προσώπου. Δεν αποκλείεται όμως η χρήση της εναρκτήριας κλήσης και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, εφόσον με την εισαγωγική πρόνοια της Δ.1, η εναρκτήρια κλήση («originating summons»), σημαίνει κάθε κλήση εκτός από κλήση σε υφιστάμενη διαδικασία ή ζήτημα. Όπως αναφέρεται στον Odgers' σελ. 314, εκτός και όπου προσδιορίζεται από νομοθέτημα ότι μια διαδικασία μπορεί να αρχίσει με κλητήριο ένταλμα, τότε η διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε με κλητήριο είτε με εναρκτήρια κλήση στην επιλογή του ενάγοντα. Υπό τον περιορισμό όμως της γενικότερης εμβέλειας ως προς την καταλληλότητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης ως εξηγήθηκε πιο πάνω. Έστω λοιπόν και αν ο κάθετος τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε το κατώτερο Δικαστήριο τις περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η χρήση εναρκτήριας κλήσης δεν ήταν δόκιμος, εν τούτοις, μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, όπως και έπραξε, για να παραμερίσει το μέσο το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τους καταθέτες. Έδωσε γι΄ αυτό ικανοποιητικούς λόγους που βασίζονται ορθά στο δεδομένο ότι οι ίδιοι οι καταθέτες δεν στήριξαν την εναρκτήρια κλήση τους σε κάποιο νομοθετικό ή δικονομικό θεσμό που επιτρέπει για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης. Άλλωστε οι ίδιοι εισηγούνται στην αίτηση τους ότι επέλεξαν εκείνο που θεωρούσαν το προσφορότερο μέσο για την περίπτωση. Όμως η έκταση των γεγονότων που παρατίθενται εκατέρωθεν από τους διαδίκους δηλαδή τους καταθέτες αφενός και τον ειδικό διαχειριστή της τράπεζας αφετέρου, είναι τέτοια που παραπέμπει σε ιδιαίτερα περίπλοκα δεδομένα και πολύ αμφίβολο είναι αν είναι όλα παραδεκτά ή κατά το πλείστο μέρος τους, εξ ου και ο ειδικός διαχειριστής στην αίτηση διαγραφής διερωτάται από πού άντλησαν οι καταθέτες όλες τις σχετικές πληροφορίες, ιδιαίτερα εκείνοι που δεν ήσαν μέρος της διαδικασίας για το διορισμό και απομάκρυνση του ειδικού διαχειριστή που είχαν υποβάλει ορισμένοι καταθέτες. Περαιτέρω, διερωτάται ο ειδικός διαχειριστής, επί ποιας μαρτυρίας θα βασιστεί το Δικαστήριο όταν θα κληθεί να εξετάσει την εναρκτήρια κλήση (δέστε παραγράφους 52 και 53 της ένορκης δήλωσης του), ούτως ώστε να τίθεται υπό σοβαρή αμφισβήτηση η θέση των καταθετών ότι δεν υπάρχουν στην ουσία αμφισβητούμενα δεδομένα. Αντίθετα και πάλι ορθά ο ειδικός διαχειριστής στην παράγραφο 51 της ένορκης δήλωσης του προβάλλει το γεγονός ότι οι καταθέτες παρέλειψαν να ζητήσουν οδηγίες από το Δικαστήριο ως προς την παρουσίαση οποιασδήποτε μαρτυρίας και ουδεμία οδηγία σχετική δόθηκε από το Δικαστήριο. Οι καταθέτες υποστήριξαν απλώς την εναρκτήρια κλήση τους με ένορκη δήλωση κάτι που είναι εκτός των προβλεπόμενων από τον θ. 3 της Δ.
- Ακριβώς η αναζήτηση οδηγιών από το Δικαστήριο κάτω από το δικονομικό μέτρο της Δ.55, σκοπό έχει να διασαφηνιστεί το πεδίο της διαφοράς και να εντοπιστεί κατά πόσο χρειάζεται ή όχι η παρουσίαση μαρτυρίας. Εισηγείται περαιτέρω ο ειδικός διαχειριστής ότι οι αναγνωριστικές θεραπείες που ζητούνται από τους καταθέτες δεν είναι απλώς αναγνωριστικές λαμβανομένου υπόψη του δραστικού χαρακτήρα του διορισμού παραλήπτη και των εξουσιών αυτού, ιδιαίτερα από την άποψη ότι τα όλα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας περιήλθαν στην κατοχή του. Το ενδεχόμενο είναι οι όποιες αναγνωριστικές δηλώσεις να επηρεάσουν τον τρόπο λειτουργίας και άσκησης των εξουσιών του. Στην παράγραφο 57 της ένορκης δήλωσης αναφέρεται ότι οι καταθέτες προβάλλουν ισχυρισμούς αξίωσης εναντίον της τράπεζας στην Τανζανία χωρίς να είχαν ποτέ συμβληθεί με το υποκατάστημα στη Δημοκρατία ώστε να υπαγάγουν εαυτούς στην εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου. Τα πιο πάνω αναφέρονται απλώς ως δείγματα του εύρους της διαφοράς που υφίσταται μεταξύ των διαδίκων και του γεγονότος ότι ενδεχομένως να χρειασθεί μαρτυρία προς αποσαφήνιση γεγονότων ούτως ώστε το κατώτερο Δικαστήριο εύλογα να είχε καταγράψει τη θέση ότι δεν εναπόκειτο στους καταθέτες να επιλέξουν κατά βούληση το δικονομικό μέτρο που οι ίδιοι θεωρούσαν πρόσφορο. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο κατά το θ. 4 της Δ.55 μπορεί να κρίνει ότι η ενώπιον του διαφορά δεν πρέπει να τύχει εξέτασης με τη μέθοδο της εναρκτήριας κλήσης. Η περιπλοκότητα της υπόθεσης φανερώνεται από το ογκώδες υλικό το οποίο έχει ήδη παρουσιασθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίσης αίτησης και των πλείστων όσων λεπτομερειών που αναφέρονται σε αυτό. Στην υπόθεση Παναγιώτα Χρίστου Βρόντη κ.ά. ν. Μιχαήλ Βασιλείου ως Εκτελεστή Διαθήκης, Εναρκτήρια Κλήση αρ. 182/88, ημερ. 25.10.1989, του τότε Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, επί απλής σχετικά υποθέσεως στη βάση του άρθρου 53 του Κεφ. 189, διατάχθηκε ο παραμερισμός της εναρκτήριας κλήσης για εκείνο το μέρος της θεραπείας που ενδέχετο να χρειασθεί μαρτυρία.» Όπως αναφέρεται στη Δ.1 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εναρκτήρια κλήση είναι οιαδήποτε κλήση εκτός από κλήση σε θέμα ή ζήτημα που εκκρεμεί. Επομένως η διαδικασία της εναρκτήριας κλήσης που προνοείται στη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (originating summons) αποτελεί ένα άλλο είδος διαδικασίας προς επιδίωξη θεραπείας, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπου υπάρχει ειδική πρόνοια προς τούτο σε νόμο ή κανονισμό, αλλά δεν αποκλείεται η χρήση της και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, όπως αναδεικνύεται από την ως άνω νομολογία. Η Δ.55 προνοεί: «ORDER 55 : DECLARATION ON ORIGINATING SUMMONS
- Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.
- The Court or Judge may direct such persons to be served with the summons as they or he may think fit.
- The application shall be supported by such evidence as the Court or Judge may require.
- The Court or Judge shall not be bound to determine any such question of construction if in their or his opinion it ought not to be determined on originating summons.» Και σε ελληνική μετάφραση: «ΔΙΑΤΑΞΗ 55 - ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΣΕ ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΑΙΤΗΣΕΙΣ
- Οιονδήποτε πρόσωπο που απαιτεί ότι είναι ενδιαφερόμενον σύμφωνα με έγγραφο μεταβιβάσεως, διαθήκη ή άλλη γραπτή πράξη μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο δια πρωτογενούς αιτήσεως (Τύπος 50 και 51) για απόφαση σε οιονδήποτε ερώτημα που εγείρεται από την πράξη και για δήλωση για τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων προσώπων.
- Το Δικαστήριον ή Δικαστής μπορεί να δώσει οδηγίες στα τοιαύτα πρόσωπα να τους γίνει επίδοση όπως θα κρίνει βολικό.
- Η αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από τέτοια μαρτυρία που το Δικαστήριο ή Δικαστής θα δικαιούται να ζητήσει.
- Το Δικαστήριο ή Δικαστής δεν θα δεσμεύεται να αποφασίσει οιονδήποτε τέτοιο ερώτημα αν είναι της γνώμης ότι δεν πρέπει να αποφασισθεί διά πρωτογενούς κλήσεως.» Η Δ.48 θ.1 και 2 προβλέπουν: «ORDER 48 : APPLICATIONS
- Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records, it shall be supported by affidavit. 2.
(1)Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded.» Και σε ελληνική μετάφραση: «Διάταξη 48 - ΑΙΤΗΣΕΙΣ 1. Κάθε αίτηση στον Πρωτοκολλητή θα πρέπει να είναι γραπτή και να αναφέρει την φύση της παράκλησης που γίνεται και να αναφέρεται στο ειδικό άρθρο του Νόμου ή τον ειδικόν κανόνα του Δικαστηρίου που στηρίζεται. Αν η αίτηση στηρίζεται σε οιαδήποτε γεγονότα που δεν υπάρχουν στα βιβλία ή πρακτικά του Δικαστηρίου, πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση. 2.
(1)Εκτός όπου γίνεται άλλη πρόνοια, κάθε αίτηση προς το Δικαστήριον πρέπει να είναι γραπτή, και να εκθέτει τη φύση του διατάγματος ή οδηγίας που ζητούνται και να αναφέρει το ειδικό άρθρο του Νόμου ή τους ειδικούς κανόνες του Δικαστηρίου στους οποίους στηρίζεται.» Στη νομική βάση της αίτησης συμπεριλαμβάνεται τόσο η Δ.48 θ.1-9, όσο και η Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η θέση του δικηγόρου της Καθ΄ης η αίτηση ότι στην προμετωπίδα της Αίτησης δεν αναφέρονται άλλα πρόσωπα πλην του Αιτητή είναι ορθή, όμως στην τρίτη (3η) σελίδα της Αίτησης αναγράφεται: «Προς Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου» Τούτο καταδεικνύει ότι η Αίτηση απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, στο οποίο μάλιστα επιδόθηκε η Αίτηση στις 2.7.17, ως εμφαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, αλλά αυτό αμέλησε να εμφανιστεί στις 28.9.2017 που ήταν ορισμένη για επίδοση η Αίτηση, αλλά και στη συνέχεια. Κατ΄ εκείνη δε την ημερομηνία το Δικαστήριο διέταξε όπως η Αίτηση επιδοθεί στην Καθ΄ης η αίτηση, η οποία επιδόθηκε στις 11.10.2017 για την οποία εμφανίστηκε ο δικηγόρος της στις 30.10.2017 που ήταν ορισμένη η Αίτηση για επίδοση γι΄ αυτή. Στη συνέχεια η Καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 14.2.2018. Όπως και στην υπόθεση Γιώργος Φαλέκκος ν. Κυριάκου Χριστοφίδη
(2013)1 ΑΑΔ 2534, στην οποία θα έπρεπε να καταχωρηθεί η αγωγή σε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δυνάμει της Δ.2 θ.1 και καταχωρήθηκε επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος δυνάμει της Δ.2 θ.6 και κρίθηκε, με αναφορά στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 (A) ΑΑΔ 366 και την υπόθεση Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union
(1985)1 WLR 513, σελίδες 522-523, ότι ήταν θεραπεύσιμη η παρατυπία δυνάμει της Δ.64, έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση και να μην είναι ορθός ο τίτλος της αίτησης, αφού αναφέρεται η Δ.64 στη νομική βάση της παρούσας Αίτησης, θα εξέδιδα διάταγμα άρσης της παρατυπίας και θεραπείας αυτής, αφού το ουσιαστικό θέμα είναι ότι επιδόθηκε στην Καθ΄ης η αίτηση η Αίτηση, έλαβε μέρος στη διαδικασία καταχωρώντας ένσταση και προώθησε τις δικές της θέσεις αμφισβητώντας την Αίτηση και ως εκ τούτου ουδέν δικαίωμα της παραβιάστηκε ή παραβλάφθηκε από την παρατυπία, αν θεωρηθεί ότι υπάρχει τέτοια. Ως προς το ζήτημα ότι δεν έλαβαν μέρος στη διαδικασία και άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ήτοι η EFREM, ο Συνεταιρισμός και η ΧΧΧΧΧ, πρέπει να λεχθεί ότι αυτά τα πρόσωπα δεν είναι ενδιαφερόμενα πρόσωπα στην έννοια του Νόμου. Όσον αφορά την EFREM, αυτή αντιπροσώπευε την Καθ΄ης η αίτηση δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου για συγκεκριμένες πράξεις, μεταξύ των οποίων και η πώληση καταστημάτων. Η ιδιοκτήτρια, τότε, της γης επί των οποίων ανεγέρθηκαν οι οικοδομές και η σημερινή ιδιοκτήτρια του εν λόγω καταστήματος είναι η Καθ΄ης η αίτηση και επομένως πέραν του γεγονότος ότι η Καθ΄ης η αίτηση λαμβάνει μέρος στη διαδικασία και προστατεύει τα συμφέροντα και τα δικαιώματα της εξ αυτής της ιδιότητας της, που δεν έχει η EFREM, η τελευταία δεν έχει οι οιονδήποτε συμφέρον επί του καταστήματος. Όσον αφορά τον Συνεταιρισμό και την ΧΧΧΧΧ, αυτοί εκχώρησαν τα δικαιώματα τους, η μεν πρώτη στη δεύτερη (θυγατέρα τους) και η δε δεύτερη στον Αιτητή (σύζυγό της) και ουδέν δικαίωμα έχουν πλέον επί του καταστήματος. Στις δύο εκχωρήσεις μάλιστα έλαβε μέρος ως συμβαλλόμενη η EFREM ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Καθ΄ης η αίτηση, για την οποία γίνεται ειδική αναφορά στην πρώτη παράγραφο πριν την αρίθμηση των παραγράφων στις δύο συμφωνίες εκχώρησης, Τεκμήρια 2 και 3 και στην παράγραφο 4 αυτών, ενώ η EFREM υπέγραψε τις εν λόγω δύο συμφωνίες εκχώρησης Τεκμήρια 2 και 3, όπως φαίνεται στη δεύτερη σελίδα αυτών. Εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε να λεχθεί ότι, αν είχαν οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον αυτά τα δύο πρόσωπα στο κατάστημα, που δεν έχουν, αυτά προωθούνται διά μέσω του γαμπρού και συζύγου, αντίστοιχα, αυτών, ήτοι του Αιτητή. Οι μόνοι που έχουν συμφέρον είναι ο Αιτητής και ο αγοραστής απ΄ αυτόν του καταστήματος, Πετεινός, ο οποίος κίνησε αγωγή εναντίον του Αιτητή και αξιώνει την ειδική εκτέλεση και ως εκ τούτου ο μόνος που μπορούσε να κινήσει την παρούσα διαδικασία είναι ο Αιτητής. Συνεπώς αυτός ο πολυθεματικός λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου 81(Ι)/2011, όπως τροποποιήθηκε, με την πιο πρόσφατη και τελευταία τροποποίηση διά του Ν.48(Ι)/2017 ημερομηνίας 2.6.17, προνοούνται τα ακόλουθα: «3.
(1)Η κατάθεση της σύμβασης από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων μερών γίνεται αποδεκτή μόνο αν (α) υπάρχει εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, στο όνομα τουλάχιστον ενός των πωλητών σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία (
- i)η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, ή (
- ii)στην οποία περιλαμβάνεται το τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης: Νοείται ότι, αν το αντικείμενο της σύμβασης είναι τμήμα συνιδιόκτητης ακίνητης ιδιοκτησίας, για το οποίο δεν υπάρχει χωριστή εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου και πωλητές δεν είναι όλοι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες, αυτή συνοδεύεται από συμφωνία διανομής, υπογεγραμμένη από όλους τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες της ακίνητης ιδιοκτησίας, των οποίων οι υπογραφές είναι δεόντως πιστοποιημένες, και το τμήμα που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης αναλογεί σε ένα τουλάχιστον από τους πωλητές στη σύμβαση, ο οποίος έχει δικαίωμα ελεύθερης κατοχής, χρήσης και διάθεσης αυτού. (β) η σύμβαση είναι γραπτή, περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων μερών, περιγράφει επαρκώς την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της σύμβασης, αναφέρει το αντάλλαγμα και είναι υπογεγραμμένη από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη· και (γ) η σύμβαση κατατεθεί εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της, στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας της επαρχίας που βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία: Νοείται ότι - (
- i)στην περίπτωση σύμβασης αντιπαροχής, η πιο πάνω προβλεπόμενη προθεσμία για τον πάροχο αρχίζει με τη μεταβίβαση της ακίνητης ιδιοκτησίας στον αντιπάροχο∙ (
- ii)σε περίπτωση που δεν υπάρχει, κατά τη διάρκεια της εν λόγω προθεσμίας, εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου στο όνομα τουλάχιστον ενός εκ των πωλητών σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, ή στην οποία περιλαμβάνεται το τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, η σύμβαση δύναται να κατατεθεί εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία της εν λόγω εγγραφής· (iii) αν ο αγοραστής είναι εκδοχέας σε σύμβαση εκχώρησης, η οποία συνομολογείται πριν από την κατάθεση της σύμβασης που αυτή αφορά και εντός της περιόδου των έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης, η κατάθεση της σύμβασης συνοδεύεται από αντίγραφο της σύμβασης εκχώρησης και πιστοποιητικό διευθέτησης του φόρου που επιβάλλεται με τον περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμο· (iv) αν συνομολογείται σύμβαση εκχώρησης που αφορά σύμβαση η οποία είναι κατατεθειμένη στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, αντίγραφο της σύμβασης εκχώρησης παρουσιάζεται στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέσα σε δύο
(2)μήνες από την υπογραφή της σύμβασης εκχώρησης και επισυνάπτεται στη σύμβαση μαζί με πιστοποιητικό διευθέτησης του φόρου που επιβάλλεται με τον περί Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμο.» Στην παρούσα αίτηση, διαπιστώνεται ότι επιχειρείται από τον Αιτητή η λήψη άδειας και/ή η έκδοση διατάγματος για κατάθεση δύο συμβάσεων πώλησης, μίας ως αγοραστής ο Συνεταιρισμός από την Καθ΄ης η αίτηση διά της πληρεξουσίου αντιπροσώπου της EFREM, και μίας ως πωλητής ο Αιτητής στον Πετεινό και δύο συμφωνίες εκχώρησης ως αναλύεται ανωτέρω, οι οποίες συνομολογήθηκαν πριν τεθεί σε ισχύ ο Περί Πώλησης Ακινήτων Νόμος (Ειδική Εκτέλεση) 81(Ι)/2011, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 29.7.2011. Με βάση την πρόνοια του άρθρου 3
(1)και δη την επιφύλαξη (iii) του Ν.81(Ι)/2011, ως τροποποιήθηκε, η οποία εφαρμόζεται στην περίπτωση μας και όχι η επιφύλαξη (iv), ως ήταν η θέση της Καθ΄ης η αίτηση, πρέπει, όταν η σύμβαση εκχώρησης συνομολογείται πριν την κατάθεση της σύμβασης που αυτή αφορά, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση που εξετάζει τώρα το Δικαστήριο, η σύμβαση, δηλαδή στην περίπτωση μας, η σύμβαση ημερ. 5.4.1985, να συνοδεύεται από αντίγραφο της σύμβασης εκχώρησης, και γι΄ αυτό είναι που ζητείται η κατάθεση και της μίας και της άλλης σύμβασης εκχώρησης από τον Αιτητή, και πιστοποιητικό διευθέτησης φόρου που επιβάλλεται με τον Περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμο. Ως εκ τούτου αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Ο Νόμος περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις αναφορικά με τις συμβάσεις που έχουν συνομολογηθεί πριν τεθεί σε ισχύ ο αρχικός Νόμος 81(Ι)/2011 και του μεταγενέστερου τροποποιητικού Ν.32(Ι)/12. Παρατίθενται αυτούσιες οι πρόνοιες των υπό αναφορά διατάξεων: «16.
(1)Παρά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη στον υπό κατάργηση περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο προθεσμία κατάθεσής τους, δύνανται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 3, να κατατεθούν εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται και σε σχέση με συμβάσεις που συνομολογήθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου και οι οποίες είναι ήδη κατατεθειμένες στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού ή οι οποίες θα κατατεθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ή του άρθρου 16Α ανεξάρτητα αν σε σχέση με αυτές εκκρεμεί κατά την εν λόγω ημερομηνία οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. 16Α. Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 16, συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν οποτεδήποτε πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2012 έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη στον καταργηθέντα περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο ή στον παρόντα Νόμο προθεσμία κατάθεσής τους, ανάλογα με την περίπτωση, δύνανται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 3, να κατατεθούν εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2012.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι με το άρθρο 16 γίνεται πρόνοια εν σχέσει με τις συμβάσεις που συνομολογήθηκαν πριν τεθεί σε ισχύ ο Νόμος και δεν κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 16Α χορηγείται περαιτέρω παράταση 6 μηνών για κατάθεση των συμβάσεων μετά από την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Ν.32(Ι)/12. Εξάγεται από τα πιο πάνω ότι οι υπό κρίση συμβάσεις πώλησης, εκ των οποίων η μία συνήφθηκε στις 3.8.1995 και η άλλη σύμβαση πώλησης στις 5.4.1985, όπως και οι συμβάσεις εκχώρησης ημερομηνίας 24.6.1995 και 10.7.1995, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των πιο πάνω μεταβατικών διατάξεων του Νόμου. Ταυτόχρονα όμως διαπιστώνεται ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε μετά τη δημοσίευση του Νόμου 48
(1)/2017, στις 2.6.17, ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 12 του Νόμου, ώστε το τροποποιημένο άρθρο 12 να διαβάζεται ως ακολούθως : «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν σχετικής αίτησης, να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης ή την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση για συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν σε οποιοδήποτε χρόνο, έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη για το σκοπό αυτό χρονική περίοδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή η προθεσμία κατάθεσής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντα με τον παρόντα Νόμο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή.» Προκύπτει, από τα πιο πάνω, ότι το λεκτικό του άρθρου 12 του Νόμου τροποποιήθηκε με τρόπο, ώστε να μπορεί να λεχθεί και να υποστηριχθεί ότι πλέον παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 16 και 16Α του Νόμου, να χορηγήσει άδεια για κατάθεση σύμβασης που συνομολογήθηκε πριν τεθεί σε ισχύ ο Νόμος και ότι αποκτούν για πρώτη φόρα δικαίωμα οι κάτοχοι των πωλητηρίων εγγράφων τα όποια υπάγονται στα άρθρα 16 και 16Α να αποταθούν στο Δικαστήριο για λήψη άδειας προς κατάθεσή τους παρά την εκπνοή των προθεσμιών που θέτουν τα άρθρα 16 και 16Α. Τονίζεται, όλως ιδιαιτέρως, ότι ο Νόμος άλλαξε ακριβώς για να μπορεί κάποιος που δεν κατέθεσε το πωλητήριο έγγραφο τότε έγκαιρα να αποταθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση σχετικού διατάγματος. Περαιτέρω, ακριβώς, με τη νέα τροποποίηση δίδεται εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει σχετικό διάταγμα. Όσον αφορά το λόγο ένστασης ότι ο Αιτητής καθυστέρησε υπερβολικά να διεκδικήσει τα δικαιώματα του, αναφέρω ότι ο Ν.48(Ι)/2017 δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε ισχύ στις 2.6.17 και 17.7.2017 καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση και ως εκ τούτου δεν μπορεί το Δικαστήριο να βρει ότι η παρέλευση ενός
(1)μηνός και 15 ημερών αποτελεί τέτοια καθυστέρηση που θα θεωρείτο υπέρμετρη και να τερματιστεί η διαδικασία γι΄ αυτό το λόγο. Η παρέλευση της συγκεκριμένης προθεσμίας τότε, αλλά και στη συνέχεια της προθεσμίας του Νόμου του 2011 και του Νόμου του 2012 δεν αποτελούν τροχοπέδη και ανασταλτικό παράγοντα για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού ο νομοθέτης, εν τη σοφία του, έδωσε την ευκαιρία να μπορεί να αποταθεί κάποιος στο Δικαστήριο για σύμβαση που έγινε σε οιονδήποτε προγενέστερο χρόνο και παρά την παρέλευση των ως άνω προθεσμιών μη αποκλείοντας καμία σύμβαση όσο παλαιά και αν είναι γνωρίζοντας ότι θα υπήρχαν και τέτοιες παλαιές συμβάσεις. Ούτε βέβαια ευσταθεί ο λόγος ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική ή εκδικητική ή κακόπιστη ή κατατέθηκε με αλλότρια κίνητρα. Κάθε άλλο, μάλιστα είναι η Καθ΄ης η αίτηση που κακόπιστα, με τη συμπεριφορά της, σκοπεί να αποστερήσει από τον Αιτητή τα νόμιμα και νομικά του δικαιώματα που εκπηγάζουν από τη συμφωνία ημερομηνίας 5.4.1985 και το Ν.48(Ι)/2017, τα δικαιώματα της οποίας συμφωνίας εκχωρήθηκαν, διαδοχικά, σε αυτόν, ως αναφέρεται και εξηγείται ανωτέρω και ότι, αφού δεν γίνεται άρνηση καταβολής του ποσού στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, έστω και αν αναφέρεται ότι δεν γίνεται αναφορά στην αίτηση για εξόφληση, φαίνεται ότι το ποσό που συμφωνήθηκε καταβλήθηκε ως αναφέρεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή, και χωρίς να αποφαίνομαι σ΄ αυτή τη διαδικασία περί τούτου, γιατί δεν είναι το αντικείμενο της, αφού το Δικαστήριο θα εξετάσει μόνο αν ισχύει η σύμβαση και το εύλογο και δίκαιο για προστασία των δικαιωμάτων του αγοραστή. Ειδικά όσον αφορά το ζήτημα της κατάχρησης, στην υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1(A) C.L.R. 348 επισημαίνεται, ότι, κάθε Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να παρεμποδίζει κατάχρηση οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Η εξουσία αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η όποια διαδικασία μπορεί να κατασταλεί όποτε η προσεπίκληση της μολύνεται από αλλότρια κίνητρα (βλ. επίσης Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 ΑΑΔ 133, Μ & Μ Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 AAΔ 717 και Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522). Στην προκειμένη περίπτωση, εξ όσων αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο την κατάχρηση η Καθ΄ης η αίτηση την εντοπίζει στην αδράνεια του Αιτητή και στις ευκαιρίες που είχε να καταθέσει τη σύμβαση προηγουμένως και δεν το έπραξε. Όμως, όπως αναφέρθηκε ήδη, ο νομοθέτης θεώρησε ορθό να δώσει την ευκαιρία στους αγοραστές να αποταθούν με αίτηση στο Δικαστήριο για τη συγκεκριμένη θεραπεία. Επομένως η υποβολή της αίτησης εκπηγάζει από τον ίδιο το νόμο και στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον τροποποιητικό νόμο 48(Ι)/2017 ημερομηνίας 2.6.17, τον οποίο ο Αιτητής σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ήτοι ενάμιση μήνα μετά την δημοσίευση του, χρησιμοποίησε. Επομένως καμία κατάχρηση δεν έγινε από τον Αιτητή και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα που έθιξε η Καθ΄ης η αίτηση ότι αποκτάται πλεονέκτημα, από τον Αιτητή, με την κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου στο Κτηματολόγιο, που καθιερώνεται στο Μέρος VIB του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, κάτι στο οποίο προσδοκεί ο Αιτητής, ως φαίνεται από την παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, σίγουρα και χωρίς αμφιβολία δεν μπορεί να προσμετρήσει ως ανασταλτικός παράγοντας έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, αφού η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου σκοπό έχει να μπορεί ο Αιτητής να προβεί σε περαιτέρω διαβήματα και δη στην ειδική εκτέλεση της σύμβασης. Ως προς το πρώτο ερώτημα, που κατά τον δικηγόρο της Καθ΄ης η αίτηση το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει, ήδη, σε κάποια από τα ζητήματα που τίθενται στο πρώτο ερώτημα έχουν απαντηθεί, όπως δηλαδή την θέση της Καθ΄ης η αίτηση ότι δεν ήταν η Καθ΄ης η αίτηση που συμφώνησε στην πώληση, με τις όποιες παραλλαγές τίθεται αυτός ο ισχυρισμός, αφού όπως αναφέρθηκε και εξηγήθηκε είχε δώσει πληρεξούσιο έγγραφο στην EFREM γι΄ αυτό το σκοπό. Ως προς την καταβολή του τιμήματος και πάλι έχει γίνει πιο πάνω αναφορά. Αν θα πρέπει να λεχθεί κάτι περισσότερο είναι ότι στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή γίνεται αναφορά ότι τούτο καταβλήθηκε στην EFREM. Ότι τούτη η αναφορά αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, όπως εισηγείται ο δικηγόρος της Καθ΄ης η αίτηση, προφανώς διαφεύγει της προσοχής του, ότι ο Περί Αποδείξεως Νόμος ΚΕΦ. 9 ως προς την εξ ακοής μαρτυρία, έχει τροποποιηθεί προ πολλού και επιτρέπεται αυτή, ως αναφέρεται στα άρθρα 23, 24, 26 και
- Εν πάση περιπτώσει πουθενά στην ένσταση ή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή προβάλλεται ευθύς ισχυρισμός ότι δεν εξοφλήθηκε το τίμημα. Η εξέταση αυτού του θέματος δεν έχει ως στόχο την απόφαση του Δικαστηρίου επί αυτού του θέματος, αλλά ως ζήτημα ενταγμένο στην προϋπόθεση που θέτει ο νόμος ότι η σύμβαση βρίσκεται σε ισχύ και τίποτε περισσότερο, αφού και δι΄ αυτού, ως στοιχείου, μεταξύ άλλων, που αναφέρθηκαν και θα αναφερθούν κατωτέρω, οδηγούν στην διαπίστωση ότι η σύμβαση διατηρείται σε ισχύ. Έτσι, μεταξύ άλλων στοιχείων που συνηγορούν στη διαπίστωση ότι η συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 5.4.1985 παραμένει σε ισχύ, είναι και το γεγονός ότι πουθενά στην ένσταση και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή αναφέρεται ότι αυτή καταγγέλθηκε, τερματίστηκε ή έπαυσε να ισχύει για τον τάδε ή δείνα λόγο, αλλά ούτε και επισυνάπτεται με την ένσταση οιονδήποτε τεκμήριο που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Εικασίες του τύπου ότι δεν επιβεβαιώνεται η εξόφληση του τιμήματος, ή ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι είτε της συμφωνίας ημερομηνίας 5.4.1985, είτε της συμφωνίας ημερομηνίας 17.11.1982 μεταξύ της και της EFREM, που εκ των πραγμάτων φαίνεται ότι τηρήθηκαν αφού ανεγέρθηκαν οι οικοδομές και εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για το εν λόγω κατάστημα, δεν μπορούν να βρουν έρεισμα και απορρίπτονται. Ούτε βέβαια έχει σημασία ότι η EFREM, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, διαγράφηκε στις 9.5.2014, αφού η συμφωνία πώλησης έγινε στις 5.4.
- Άλλωστε, εάν δεν τηρούνταν οι όροι, η Καθ΄ης η αίτηση πρώτη θα αναφέρετο σε αυτούς. Επίσης, εάν δεν υπήρχε παράδοση, πρώτη η Καθ΄ης η αίτηση θα εκμεταλλεύετο το γεγονός αυτό. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η σύμβαση ημερομηνίας 5.4.1985 όπως και οι συμβάσεις εκχώρησης ημερομηνίας 24.6.1995 και 10.7.1995 και η σύμβαση πώλησης 3.8.1995 διατηρούνται σε ισχύ. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι οι συμβάσεις διατηρούνται σε ισχύ θα προχωρήσει στην εξέταση κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του Ν.81(Ι)/2011 για κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να κατατεθεί το πωλητήριο έγγραφο για την προστασία του αγοραστή. Έτσι όσον αφορά τα απαιτούμενα με βάση το άρθρο 3 του Νόμου 81(Ι)/2011, το Δικαστήριο βρίσκει ότι
(1)υπάρχει εγγραφή στο κτηματικό μητρώο του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου στο όνομα της Καθ΄ης η αίτηση (πωλήτριας) σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία. Εδώ να συμπληρώσω ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για το κατάστημα, γεγονός το οποίο δεν αμφισβήτησε η Καθ΄ης η αίτηση. (1α) Επίσης η εγγραφή αυτή αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης πώλησης ημερομηνίας 5.4.1985, (1β) στην οποία περιλαμβάνεται το τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, (2α) η σύμβαση είναι γραπτή, (2β) περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων μερών, αφού αναγράφεται το όνομα του αγοραστή, και όσον αφορά την Καθ΄ης η αίτηση το όνομα της και τον τόπο διαμονής της και την πληρεξούσιο αντιπρόσωπό της το όνομά της και την έδρα της, (2γ) περιγράφει επαρκώς την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της σύμβασης, ήτοι αναφέρεται σε κατάστημα αρ. 3 μετά υπογείου στην οικοδομή Elena Court, στην Αγία Νάπα, το Φ/Σχ. 42/22. E.1, ο αριθμός τεμαχίου και ο αριθμός εγγραφής, αναφέρει το αντάλλαγμα που είναι £8.100 και είναι υπογραμμένη από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.
(3)Η σύμβαση βέβαια δεν κατατέθηκε εντός έξι μηνών, όμως αυτό είναι το ζητούμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή η παράταση του χρόνου καταχώρησης του πωλητηρίου εγγράφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκηθεί δικαστικά κατόπιν σχετικής αίτησης, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, για να επιτραπεί η κατάθεση της σύμβασης για ειδική εκτέλεση η οποία συνομολογήθηκε πριν τη σχετική τροποποίηση του Νόμου, που βέβαια έχει παρέλθει η προβλεπόμενη χρονική περίοδος, έχοντας κατά νου τα γεγονότα όπως αυτά αναφέρθηκαν προηγουμένως και δη (Α) ότι ο Αιτητής κατέβαλε το τίμημα πώλησης (Β) ότι, ως φαίνεται παραδόθηκε το κατάστημα, (Γ) Η σύμβαση συνεχίζει να είναι σε ισχύ, αφού ο Αιτητής με την υποβολή της αίτησης θεωρεί τούτο αυτόδηλο και αυτονόητο, ενώ η Καθ΄ης η αίτηση ουδένα ισχυρισμό πρόβαλε περί του αντιθέτου, παρά μόνο εικασίες που δεν αντέχουν σε καμία λογική, αλλά και ουδέν Τεκμήριο παρουσίασε για τερματισμό της ή παύσης της ισχύς της, (Δ) ουδέποτε διεκδίκησε με οιονδήποτε τρόπο το κατάστημα και ουδέποτε όχλησε οιονδήποτε πρόσωπο, (Ε) ουδέν δικαίωμα της επηρεάζεται ως ιδιοκτήτρια που είναι, αφού τούτο το πώλησε από τις 5.4.1985 και εισέπραξε το τίμημα το οποίο εκμεταλλεύεται και καρπούται μέχρι σήμερα, (ΣΤ) θα ήταν άδικο να πάρει και τα χρήματα και το κατάστημα μετά από τόσα χρόνια που δεν είχε σχέση με αυτό και (Ζ) από το Τεκμήριο που επισυνάπτεται με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή καταδεικνύεται ότι αναγνωρίζει ότι το δικαιούμενο σε εγγραφή πρόσωπο είναι άλλο και ζητούσε με τη μεσολάβηση του Δικηγόρου του Αιτητή να το αγοράσει, κρίνω ότι είναι εύλογο και δίκαιο για την προστασία του αγοραστή το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση με το οποίο επιτρέπεται στον Αιτητή όπως εντός έξι
(6)μηνών από σήμερα καταθέσει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου τα ακόλουθα έγγραφα και/ή αντίγραφα αυτών: (α) το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 5.4.1985 με το οποίο η κα ΧΧΧΧΧ Μιχαήλ Πιερέττη πώλησε στους κ.κ. Ανδρέας Σολομωνίδης & Σία το Κατάστημα αρ. Χ μετά υπογείου στην οικοδομή ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ, ανεγερθέν επί του τεμαχίου 27/Χ, Φ/Σχ. 42/22 Ε.1, Αγία Νάπα (στο εξής αναφερόμενο ως το «Ακίνητο»), (β) τη Συμφωνία Εκχωρήσεως ημερομηνίας 24.6.1995 με την οποία οι κ.κ. Ανδρέας Σολομωνίδης & Σία εκχώρησαν προς όφελος της κας ΧΧΧΧΧ Παναγίδη τα δικαιώματά τους που προκύπτουν από το προαναφερόμενο Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 5.4.1985, (γ) τη Συμφωνία Εκχωρήσεως ημερομηνίας 10.7.1995 με την οπoία η κα ΧΧΧΧΧ Παναγίδη εκχώρησε προς όφελος του Αιτητή τα δικαιώματά της που προκύπτουν από την προαναφερόμενη Συμφωνία Εκχωρήσεως ημερομηνίας 24.6.1995 και (δ) το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 3.8.1995 με το οποίο ο Αιτητής πώλησε στον κ. ΧΧΧΧΧ Ανδρέα Πετεινό το Ακίνητο, πλέον έξοδα €3.000 συν ΦΠΑ υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση. (Υπ.) ................... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΤ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο