ΤΣΟΥΚΚΑ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ (και ως ετροποποιήθη με το πιστοποιητικό εγγραφής ημερομηνίας 3.9.2018 «ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ», Αρ. Αγωγής: 578/2018, 28/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 578/2018 XXXXX ΤΣΟΥΚΚΑ Ενάγουσα ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ (και ως ετροποποιήθη με το πιστοποιητικό εγγραφής ημερομηνίας 3.9.2018 «ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ» Εναγομένης ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 4.2.2019 ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΝΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΠΩΛΗΣΗ ΚΑΙ/Η Ο ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΣ ΥΠΟΘΗΚΕΥΜΕΝΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ Ημερομηνία: 28.3.2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Ορθ. Γρηγορίου για Λέανδρος Θεοχάρους & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη-Καθ΄ης η αίτηση: κ. Π. Χ"Πέτρος με κα Ρ. Καραμανή για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) H Ενάγουσα-Αιτήτρια (στο εξής Αιτήτρια) με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 θ.1) το οποίο καταχωρήθηκε στις 9.10.2018 αξιώνει: (Α) Απόφαση και/ή Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι το ποσό των €138.837,51 το οποίον οι Εναγόμενοι απαιτούν από την Ενάγουσα με την επιστολή τους με ημερομηνία 16.7.2018 ως πρωτοφειλέτη και ενυπόθηκο οφειλέτη δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 6.1.2011 με αριθμό XXXXX793-6 και της Υποθήκης 3/Υ/1159/2011 δεν συνιστά και ή αντιπροσωπεύει το νόμιμα οφειλόμενο ποσό διότι: (
- i)Οι Εναγόμενοι προέβησαν σε μονομερείς και ή αυθαίρετες αυξήσεις επιτοκίου σε διάφορες περιπτώσεις μη δεσμευτικές για την Ενάγουσα οι οποίες αντίκεινται στις πρόνοιες του περί Καταναλωτικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, (
- ii)Οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τον Κώδικα Συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τον χειρισμό της Ενάγουσας ως δανειολήπτη η οποία αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες. (iii) Οι Εναγόμενοι κατέληξαν στο αξιούμενο ποσό των €138.837,51 με αποφάσεις και ή ενέργειες χωρίς διαπραγμάτευση με την Ενάγουσα. (
- iv)Οι Εναγόμενοι προέβησαν σε επιβαρύνσεις, χρεώσεις και κεφαλαιοποιήσεις τόκων οι οποίες συνιστούν ποινικές ρήτρες (penalty clauses) και δεν είναι δεσμευτικές. (
- v)Οι Εναγόμενοι δεν αιτιολόγησαν την επιβολή τόκων υπερημερίας σύμφωνα με την ισχύουσα Νομολογία. (
- vi)Ο επιδοθείς «λογαριασμός» με ημερομηνία 16.7.2018 δυνάμει του οποίου οι Εναγόμενοι απαιτούν το ποσό των €138.837,51 δεν συνιστά λογαριασμό αλλά απλά μόνο ένα αυθαίρετο ποσό το οποίο δεν αντιπροσωπεύει το οφειλόμενο ποσό. (vii) To εξοφληθέν δάνειο με αριθμό XXXXX658-7 το οποίο συνιστά τη βάση του νέου συναφθέντος δανείου με αριθμό XXXXX793-6 με ημερομηνία 6.1.2011 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική οφειλή της Ενάγουσας για τους αυτούς λόγους που αναφέρονται πιο πάνω και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι μέχρι την αντικατάσταση του, επιβληθέντες τόκοι είχαν εξοφληθεί. (Β) Η Ενάγουσα συναφώς απαιτεί Απόφαση/Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι το ποσόν το οποίο οι Εναγόμενοι απαιτούν με την επιστολή τους με ημερομηνία 16.7.2018 από την Ενάγουσα ως πρωτοφειλέτη και ενυπόθηκου δανειστή δεν ανταποκρίνεται και ή δεν αντιπροσωπεύει το νόμιμο οφειλόμενο ποσό. (Γ) Επίσης η Ενάγουσα απαιτεί απόδοση νόμιμου λογαριασμού, (Δ) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το δικαστήριο ήθελε βρει πρέπουσα και δίκαιη υπό τις περιστάσεις, (Ε) Νόμιμο τόκο, (ΣΤ) Έξοδα, πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης.» Στις 19.10.2018 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης για την Εναγομένη-Καθ΄ης η αίτηση (στο εξής Καθ΄ης η αίτηση) και στη συνέχεια, μετά από κάποια διαβήματα, καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης στις 31.1.2019, η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Ό,τι είναι που έχει σημασία είναι ότι δεν αξιώνεται οτιδήποτε διαφορετικό πέραν από αυτά που ήδη αναφέρθηκαν, ήτοι ότι η Αιτήτρια απαιτεί (α) απόφαση και ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι το ποσό το οποίο η Καθ΄ης η αίτηση απαιτεί με την επιστολή της ημερομηνίας 16.7.2018 από την Ενάγουσα δεν ανταποκρίνεται και ή δεν αντιπροσωπεύει το οφειλόμενο προς αυτή ποσό, (β) απόδοση νόμιμου λογαριασμού με πλήρεις λεπτομέρειες όλων των χρεώσεων, (γ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη κάτω από τις περιστάσεις και (δ) έξοδα και ΦΠΑ. Ακολούθησε η υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 4.2.2019 και η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Αιτήτριας και με την οποία επισυνάπτονται επτά
(7)Τεκμήρια, με την οποία η Αιτήτρια επιδιώκει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται η πώληση και/ή πλειστηριασμός των ακινήτων που είναι υποθηκευμένα με την υποθήκη Υ1159/2011, λόγω του ότι οι συμφωνίες δανείου εμπεριέχουν ποινικές και καταχρηστικές ρήτρες, όπως 5% τόκο υπερημερίας, υπολογισμός τόκου για 360 ημέρες, οι συμφωνίες δεν ήταν το αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης αλλά ήταν εκ των προτέρων συνταγμένες και η αναδιάρθρωση που έγινε ήταν το αποτέλεσμα πιέσεων και εξαναγκασμού. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τα άρθρα 4, 5, 9 και 64 του ΚΕΦ. 6, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-9 και 64, τα άρθρα 27, 44Α
(1), 44Β
(1)και
(3), 44Γ, 44Δ και 44Ζ
(2)έως 44ΙΕ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 ως τροποποιήθηκε, στους Κανονισμούς 2 και 4 του περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου Κανονισμός Κ.Δ.Π. 185/2015, το Άρθρο 23 και το Άρθρο 144 του Συντάγματος Κυπριακής Δημοκρατίας, τα Άρθρα 1 και 11 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στη γενική πρακτική και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η Καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 20.3.2019 με την οποία προβάλλονται 28 λόγοι ένστασης και η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd (στο εξής Αltamira) με την οποία επισυνάπτονται εννέα
(9)Τεκμήρια. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα: Η αίτηση πάσχει, καθότι είναι τυπικά και νομικά αβάσιμη, αντικανονική, παράτυπη, αδικαιολόγητη και καταχρηστική, δεν αποκαλύπτονται όλα τα ουσιώδη γεγονότα, στρέφεται εναντίον ανύπαρκτου προσώπου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Επίσης απορρίπτεται οιοσδήποτε ισχυρισμός και θέση της Αιτήτριας που έχει σχέση με την ειδοποίηση Τύπος "IA". Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ουσιαστικά αποτελεί επανάληψη των λόγων ένστασης με περισσότερα στοιχεία. Η ένσταση βασίζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.9/1965)ως έχει τροποποιηθεί έως σήμερα και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 5, 21, 27, 36, 44 Α έως 44 ΙΑΑ, στο Μέρος VIA ως αυτό έχει τροποποιηθεί και στα παραρτήματα αυτού, στους περί Δικαστηρίων Νόμους του 1960 (Ν.14/60)άρθρα 29-32 και 43, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ΚΕΦ. 6 άρθρα 4, 5, 9 και 64, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας στο ΚΕΦ. 224 άρθρο 80 και 81, στους περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το μέρος VIA του N.9/1965 Κανονισμούς του 2015, επί των Διαδικαστικών Κανονισμών Ακινήτου Ιδιοκτησίας 1956 (όπως τροποποιήθηκε) άρθρα 1 -18, στον περί Συμβάσεων Νόμο ΚΕΦ. 149, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.25, Δ.39, Δ.48 θ.1 - 9, Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ΚΕΦ. 6, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 (22/1985), στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 26, 28 και 30, στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Ανθρώπου, ως και στις Αρχές Ίσης Μεταχείρισης των Διαδίκων, στις αρχές της επιείκειας και του κοινοδικαίου, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική επί του θέματος μετονομασίας εταιρείας αλλά και της νομολογίας επί του επίδικου θέματος. Οι δικηγόροι της Αιτήτριας στη γραπτή τους αγόρευση ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τα όσα αναφέρονται στην αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, και από την άλλη σχολιάζουν και καταρρίπτουν τις θέσεις της Καθ΄ης η αίτηση, ενώ επικαλούνται σχετική νομολογία για να καταδείξουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Από την άλλη οι δικηγόροι της Καθ΄ης η αίτηση στη γραπτή τους αγόρευση σχολιάζουν το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, την απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων, ότι δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, επικαλούμενοι συνάμα σχετική νομολογία για να καταδείξουν ότι δεν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στη συνέχεια κάνουν αναφορά στο θέμα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας που προβάλλεται από πλευράς της Αιτήτριας και στην κατ΄ ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα του Μέρους VIA του Ν.9/1965 που κατά την άποψη της Αιτήτριας αντίκειται στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Τέλος αναφέρονται σε διάφορα θέματα που σχετίζονται με την διαδικασία της ιδιωτικής πώλησης μεταξύ των οποίων και στην κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την ειδοποίηση Τύπος "Ι" και θεωρούν ότι ουδόλως αποτελεί επαρκή λόγο για την έκδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος. Με το Νόμο 142(Ι)/2014 καθιερώθηκε η ιδιωτική πώληση με τη συμπερίληψη νέου Μέρους στο Ν.9/1965 υπό τον εξής τίτλο: «ΜΕΡΟΣ VIA ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ» Ενώ στη συνέχεια αναφέρεται στην εφαρμογή του ως ακολούθως: «Εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους σε υφιστάμενες και νέες συμβάσεις υποθήκης». Στις 13.7.2018 ψηφίστηκε, δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Νόμος Ν.87(Ι)/18, ο οποίος επέφερε σοβαρές αλλαγές στα άρθρα 44Α και 44Γ και κατήργησε το άρθρο 44ΙΓ, του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Mε την τροποποίηση του με το Ν.87(Ι)/2018έγινε ως εξής: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. (4Α) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι, στην πιο πάνω αναφερόμενη περίπτωση, δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και εντός των χρονικών προθεσμιών που προβλέπονται σε αυτό.» Με την τροποποίηση του άρθρου 44Γ με το Ν.87(Ι)/2018προβλέπονται τα κατωτέρω: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.» ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΝΟΜΟΥ Θα ήθελα να αναφέρω ότι τόσο από τις πρόνοιες του Άρθρου 179 του Συντάγματος, όσο και από το σκεπτικό των υποθέσεων The Attorney General v. Ibrahim & Others
(1964)1 CLR 105, Αίτηση Νικολάου
(1991)1 ΑΑΔ 1045, Νικολάου ν. Νικολάου
(1992)1 ΑΑΔ 1338, Ορφανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 168, στην οποία αναφέρθηκε ξεκάθαρα ότι η απόφαση επί θεμάτων αντισυνταγματικότητας λαμβάνεται από οποιοδήποτε κατώτερο Δικαστήριο στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, Codal Synto Limited n. Bayr Aktien Gesellshaft
(1996)1 AAΔ 197, Investylia Ltd v. E. & Π. Λειβαδιώτης Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1872, Χαράκη ν. Υπουργού Δικαιοσύνης
(2005)1 ΑΑΔ 519, Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου (Νομικό Ερώτημα Αρ. 373) ημερ. 2.5.17 και Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 429/11, ημερ. 6.12.17, διαφαίνεται με σαφήνεια ότι τα Επαρχιακά Δικαστήρια, σε αντίθεση με το Οικογενειακό Δικαστήριο, έχουν εξουσία να αποφασίσουν την συνταγματικότητα νόμου ή διατάξεων αυτού, όχι όμως ζητημάτων που αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούρτης ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 ΑΑΔ 408, Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 910, Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 8, Investylia Ltd v. Ταμπούρη
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1325, Μαραγκός ν. Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 671, 674, Αχιλλέως κ.ά. Πιτταρα κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 1590, 1602 και Πιπονίδη (ανωτέρω), σε μερικές εκ των οποίων καταγράφεται απόσπασμα από αυτές κατωτέρω. Στην υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.2017 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αχιλλέως κ.α. ν. Πιτταρά κ.α.
(2012)1 (Β) ΑΑΔ 1590, 1602, η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου (βλ. Κούρτης κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1999)3 ΑΑΔ 408, Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 910 και Κυπριανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 8. Στην υπόθεση Investylia Ltd ν. Tαμπούρη
(2006)1 (B) AAΔ 1325 ένα από τα θέματα που ηγέρθησαν ήταν η αντίθεση άρθρων του Νόμου 42
(1)/2000 με Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας το θέμα ως κάτι ανάλογο με εκείνο της αντισυνταγματικότητας, ανέφερε ότι είναι επιθυμητό να εγείρεται στα δικόγραφα ή σε περίπτωση που διάδικος επιθυμεί να το εγείρει σε κατοπινό στάδιο να διατυπώνεται γραπτώς και να υποστηρίζεται από λεπτομέρειες γιατί παραβιάζει την Οδηγία. Ενόψει της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης από άποψη δικογράφησης γενικά της θέσης περί αντισυνταγματικότητας των διαδικασιών από μέρους του Διευθυντή του Κτηματολογίου με το Άρθρο 23 του Συντάγματος, δεν ενείχε οποιοδήποτε πρόβλημα και το Δικαστήριο θα έπρεπε να την εξετάσει, όπως και έπραξε, για να καταλήξει ότι επρόκειτο για γενικό και αόριστο ισχυρισμό χωρίς να προχωρήσει να εξετάσει την ουσία. Στην υπόθεση Μαραγκός ν. Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 671 στις σελ. 674 και 675 αναφέρθηκαν τα εξής ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να εγείρεται θέμα συνταγματικότητας νομοθεσίας από ένα διάδικο: «..Η γενική και αόριστη αναφορά στο δικόγραφο της προσφυγής ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα δεν συνάδει καθόλου με ό,τι απαιτούν οι σχετικές δικονομικές διατάξεις* και οι αρχές της νομολογίας** που διέπουν το θέμα της εξέτασης συνταγματικότητας νόμου. Ελλείπει παντελώς από το δικόγραφο της αίτησης η αναγκαία εξειδίκευση η οποία θα καθιστούσε εφικτή την εξέταση του σημαντικού αυτού νομικού θέματος. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας το οποίο καθίσταται επίδικο μόνο κατόπιν επακριβούς προσδιορισμού του άρθρου του νόμου ή του κανονισμού που αμφισβητείται καθώς και της συνταγματικής διάταξης προς την οποία προσκρούει το συγκεκριμένο άρθρο ή ο κανονισμός. Η γενική επίκληση διάταξης νόμου ως αντίθετης προς το Σύνταγμα δεν είναι αρκετή. Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε καν τέτοια επίκληση. Το γεγονός ότι το θέμα είχε ακροθιγώς αναφερθεί στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν το καθιστούσε εγειρόμενο προς εξέταση. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη κ.ά.
(2002)3 A.A.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1999)3 A.A.Δ. 56.» ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΝΟΜΟΥ Στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR 640 καταγράφονται οι γενικές αρχές που το Δικαστήριο εφαρμόζει για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και έχουν ως ακολούθως: «(α) Κανένας νόμος κηρύσσεται άκυρος εκτός σε πολύ "καθαρή περίπτωση" (clear case), ή εκτός αν ο νόμος είναι αντισυνταγματικός πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια ο νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο, πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. (β) Τα Δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα της Νομοθεσίας και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία της ή με το σύμφωνο της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης, τις θεμελιώδεις αρχές της Διοίκησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. (γ) Είναι επίσης ουσιώδης αρχή ότι εκεί που είναι δυνατόν, τα Δικαστήρια να ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος. (δ) Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται σε εξέταση αφηρημένων θεμάτων. Το Δικαστήριο εξετάζει θέματα συνταγματικότητας μόνο όταν είναι απόλυτα αναγκαίον για την επίλυση της διαφοράς που έχει τεθεί ενώπιον του. (ε) Στις περιπτώσεις όπου μέρος του νόμου είναι αντισυνταγματικό και άλλο όχι, το Δικαστήριο θα διαχωρίσει το πρώτο από το δεύτερο εκτός εκεί που τα δύο μέρη είναι άρρηκτα συνδεδεμένα.» Στην υπόθεση D. Theocharides and Others v. S. Ploussiou
(1976)3 CLR 319, 340 ειπώθηκαν τα εξής: «.. σε τέτοιες διαδικασίες, το Δικαστήριο αυτό σαν Αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν καλείται να δηλώσει τη συνταγματικότητα ενός νόμου με σκοπό να τον κηρύξει συνταγματικό ή αντισυνταγματικό γενικά για όλους τους σκοπούς, αλλά πρέπει να περιορισθεί να εξετάσει τη συνταγματικότητα του νόμου, επί της οποίας η επίδικη διοικητική πράξη ή απόφαση στηρίχθηκε, συνεπώς μια "ένσταση ως προς την αντισυνταγματικότητα" εξετάζεται μόνο σε σχέση με την επίδικη διαφορά και μόνο για τους σκοπούς της συγκεκριμένης υπόθεσης. (Βλ. σχετικά, Βλάχου «Η Έρευνα της Συνταγματικότητας των Νόμων» (1954 π.106 Σγουρίτσα Burdeeau "Traite De Science Politique", 2η Έκδοση, Τόμος 4, σελ. 469)» Στην υπόθεση Investylia Ltd v. Βασίλη Ταμπουρή
(2006)1(Β) 1325 και 1343 αναφέρεται ότι είναι επιθυμητό όπως θέμα αντισυνταγματικότητας εγείρεται στα δικόγραφα ή σε περίπτωση που διάδικος επιθυμεί να το εγείρει σε κατοπινό στάδιο, ο ενδεδειγμένος τρόπος έγερσης θέματος αντισυνταγματικότητας νόμου είναι η γραπτή διατύπωση του και η υποστήριξη από λεπτομέρειες γιατί ο νόμος είναι αντισυνταγματικός. Το βάρος απόδειξης για ανατροπή του τεκμηρίου συνταγματικότητας του νόμου το φέρει αυτός που επικαλείται την αντισυνταγματικότητα του νόμου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το θέμα αντισυνταγματικότητας των σχετικών άρθρων του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, ως τροποποιήθηκε, προβάλλεται στην παράγραφο 16(στ) στη σελίδα 14 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση μόνο σε σχέση με το Άρθρο 23 του Συντάγματος και αυτή βέβαια χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες. Θέμα αντισυνταγματικότητας θα μπορούσε να εγερθεί και σε μεταγενέστερο στάδιο με γραπτό υπόμνημα, όπου όμως και πάλι θα πρέπει να καταγράφεται επακριβώς γιατί είναι αντισυνταγματικές οι διατάξεις του νόμου με συγκεκριμένες λεπτομέρειες και στοιχεία. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.1)
(2000)3 ΑΑΔ 157, λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό, οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να πω ότι η αναφορά στην παράγραφο στ(ΙΙ) στη σελίδα 14 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση «Παραβιάζουν το δικαίωμα σεβασμού στην ακίνητη περιουσία μας αφού επιτρέπουν την πώληση της μέσω πλειστηριασμού παρότι το ποσό που απαιτούν οι Εναγόμενοι περιλαμβάνει ποινικές ρήτρες, υπερχρεώσεις και άλλα παράνομα έξοδα» αν και κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτό δεν αποτελεί επαρκή αιτιολόγηση προσδιοριστική του θέματος της αντισυνταγματικότητας, αφού δεν παρέχονται επαρκή στοιχεία και λεπτομέρειες, εν τούτοις το Δικαστήριο θα το εξετάσει το θέμα της αντισυνταγματικότητας. Η ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΝΟΜΟΥ Η μεθοδολογία που εφαρμόζεται για έλεγχο της συνταγματικότητας ενός νόμου ή διάταξης αυτού αναφέρθηκε στην Αίτηση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 4)
(1994)3 ΑΑΔ 167, στην οποία υποδείχθηκε ότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας ενός νόμου επιτυγχάνεται με την αντιπαραβολή των διατάξεων του κρινόμενου νόμου προς τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα (βλ. μεταξύ άλλων, The Board for Registrationof Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640· The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167· PIK v. Kαραγιώργη και Άλλων
(1991)3 ΑΑΔ 159 Πρόεδρος Δημοκρατίας ν. Βουλής Αντιπρ.
(1991)3 ΑΑΔ 252).» ΑΡΘΡΟ 23 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ: ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ Το Άρθρο 23 του Συντάγματος προνοεί: «
- Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
- Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
- Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
- Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου. Ανάλογης προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας προνοείται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ το οποίο έχει ως ακολούθως: «Άρθρον 1 Προστασία της ιδιοκτησίας Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.» Το Δικαστήριο, αν και δεν έγινε οποιαδήποτε εισήγηση εκ μέρους της μίας ή της άλλης πλευράς, τι εστί η υποθήκη, εντούτοις πρώτα θα επιληφθεί του θέματος αυτού, δηλαδή αν το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται από τη σύμβαση υποθήκης και κατ΄ επέκταση τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή, αποτελεί «ιδιοκτησία» κατά την έννοια του Άρθρου 23 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Παύλου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)3 ΑΑΔ 584, τονίστηκε ότι η αναλογική σύνταξη αποτελεί περιουσία που απαιτεί νομική προστασία. Στην υπόθεση Φιλίππου κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2010)3 ΑΑΔ 241 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ότι η σύνταξη αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα το οποίο χρήζει σεβασμού και προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά., αριθμός υπόθεσης 1480/2011, ημερ. 11.6.14, η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε, για την έννοια του όρου «περιουσία», το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του ΣΤΕ της Ελλάδος στην υπόθεση Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Αρ. Υπόθ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012:- «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.» Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Αναφορά αρ. 3/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 16.3.
- Σύμφωνα με το ΕΔΑΔ, ερμηνεύοντας το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της ΕΣΔΑ το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, τα «possessions» τα οποία εντάσσονται στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, μπορεί να είναι υφιστάμενα, περιλαμβανομένων και απαιτήσεων τις οποίες κάποιος έχει θεμιτή προσδοκία ότι θα απολαύσει, βλ. Kopecky v. Slovakia, Αίτηση αρ. 44912/98, ημερ. 28.9.04, παρ. 35, όταν αυτή, δηλαδή η προσδοκία, εκπηγάζει από το εσωτερικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, απαιτήσεις που ερείδονται από το δίκαιο των αστικών αδικημάτων, αποφασίστηκε ότι εντάσσονται στον όρο «possessions», βλ. Pressos Compania Naviera SA v. Belgium, Αίτηση αρ. 17849/91, ημερ. 20.11.95 και Maurice v. France, Αίτηση αρ. 11810/03, ημερ. 6.10.05, επίσης αποφασίστηκε ότι στον ίδιο όρο εντάσσονται απαιτήσεις που έλκουν την πηγή τους σε συμβάσεις, βλ. Mellacher v. Austria, Αιτήσεις αρ. 10522/83, 11011/84, 11070/84, 11070/84, ημερ. 19.12.
- Στο σύγγραμμα Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του Α. N. Λοΐζου αναφέρονται τα πιο κάτω: «Η έννοια της «περιουσίας» στο άρθρο 1 έχει αυτόνομη σημασία η οποία, βέβαια, δεν περιορίζεται στην ιδιοκτησία υλικών αντικειμένων. Ορισμένα άλλα δικαιώματα και συμφέροντα που αποτελούν κεφάλαιο μπορούν να θεωρηθούν «περιουσιακά δικαιώματα», και έτσι «ιδιοκτησία» για τους σκοπούς του άρθρου αυτού. Περιλαμβάνει ακίνητα και κινητά, μετοχές και προνόμια ευρεσιτεχνίας, όπως επίσης συμβατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων ενοικιάσεων, και δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία του, το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου το οποίο στην ουσία διασφαλίζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας, δημιουργεί τρεις ξεχωριστούς κανόνες. Ο πρώτος κανόνας, που βρίσκεται στην πρώτη πρόταση της πρώτης παραγράφου, είναι γενικού χαρακτήρα και διατυπώνει καθαρά την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας. Ο δεύτερος κανόνας, που περιέχεται στη δεύτερη πρόταση της πρώτης παραγράφου, καλύπτει τη στέρηση της κυριότητας την οποία θέτει υπό την αίρεση ορισμένων όρων. Ο τρίτος κανόνας, που περιέχεται στη δεύτερη παράγραφο, αναγνωρίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Μέρη δικαιούνται, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον. Οι δεύτερος και τρίτος κανόνες ασχολούνται με συγκεκριμένες περιπτώσεις επέμβασης στο δικαίωμα ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας και, επομένως, πρέπει να ερμηνεύονται κάτω από το φως της γενικής αρχής που διατυπώνεται καθαρά στον πρώτο κανόνα.» Στο σύγγραμμα Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η διάταξη του Άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλες τις σύγχρονες μορφές της. Στην έννοια της ιδιοκτησίας ανήκουν όλα τα περιουσιακά δικαιώματα, τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά, ανήκουν δηλαδή όλα τα οικονομικώς αποτιμητά δικαιώματα. ............................... Η έννοια της περιουσίας με βάση τη νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα. Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» Διαπιστώνεται από τα πιο πάνω ότι η έννοια της περιουσίας περιλαμβάνει διάφορες και ποικίλες μορφές και εκτείνεται σε εύρος τέτοιο που να μπορεί να καλύπτει την κάθε φύση τούτου όταν παραβιάζεται πέραν του ανεκτού και επιτρεπτού ορίου που προβλέπεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Επομένως καθίσταται ξεκάθαρο ότι τα δικαιώματα της Καθ΄ης η αίτηση τα οποία απορρέουν από την σύμβαση υποθήκευσης αποτελούν «ιδιοκτησία» που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, αλλά και «possession» σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΑΔ, όρος η ερμηνεία του οποίου ταυτίζεται με την ερμηνεία του όρου «περιουσία» στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Το δικαίωμα αυτό της Εφεσίβλητης αναγνωρίζεται από τον Περί Συμβάσεων Νόμο ΚΕΦ. 149 και τον Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμο 9/1965, που καθορίζει και τη διαδικασία πώλησης του τόσο στο Μέρος VIA όσο και στο Μέρος VI και το σχετικό Μέρος της Πολιτικής Δικονομίας ΚΕΦ. 6 που προνοεί για την διαδικασία έκδοσης διατάγματος πώλησης ενός ακινήτου. Κατά συνέπεια το δικαίωμα αυτό της Καθ΄ης η αίτηση αποτελεί ιδιοκτησία που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος αφού σε καμία περίπτωση δεν στερείται η Αιτήτρια του δικαιώματος να αποκτήσει, να είναι κύριος, να κατέχει, να απολαύει ή διαθέτει την ακίνητη ιδιοκτησίας της, καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η ίδια με ελεύθερη βούληση ενέγραψε την υποθήκη έχοντας γνώση των συνεπειών απ΄ αυτό και επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός αυτός. Ακόμη να λεχθεί ότι με απόφαση της η Αιτήτρια έπραξε αυτό που έχω αναφέρει προηγουμένως, δηλαδή να εγγράψει υποθήκη επί της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας προς εξασφάλιση κάποιων διευκολύνσεων και επομένως η ίδια διέθεσε και έθεσε την περιουσία της στη νομική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Επίσης πρέπει να λεχθεί ότι πριν την καθιέρωση του Μέρους VIA του Ν.9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, υπήρχαν σχετικές διατάξεις για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου. Ό,τι επήλθε με τις τροποποιήσεις και την καθιέρωση του Μέρους VIA είναι μια διαφορετική διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, δηλαδή της ιδιωτικής πώλησης, στα πλαίσια της οποίας ο επηρεαζόμενος ή ενδιαφερόμενος μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο για αποτροπή της για συγκεκριμένους λόγους. Ότι άλλαξε διά της προσθήκης που έγινε είναι, εκτός της υπάρχουσας διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του κτηματολογίου και η καθιέρωση της ιδιωτικής πώλησης, ενώ για το ίδιο το δικαίωμα του Άρθρου 23 δεν επήλθε οποιαδήποτε αλλαγή. Επίσης να σημειωθεί ότι για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου σε περίπτωση μη πληρωμής του χρέους για το οποίο ενέγραψε την υποθήκη γνώριζε ευθύς εξαρχής με την υπογραφή της σύμβασης και δήλωση υποθήκευσης του ακινήτου άσχετα αν αυτή θα γινόταν με άλλη διαδικασία. Επομένως δεν μπορεί να βρει έρεισμα ότι το ΜΕΡΟΣ VIA του Ν.9/1965 ως τροποποιήθηκε είναι αντίθετο με το Άρθρο 23 του Συντάγματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ας σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), ότι η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στην υπόθεση. Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audialteram partem». Σημειώνω εδώ, αφού αναφέρονται στη νομική βάση της ένστασης τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6, ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς, ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και μπορεί να εκδοθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ v. Αρίστης Κώστα Ευθυμίου
(2009)1(Α) ΑΑΔ 234. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγομένου ή σε σχέση με την οποία ο Εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκτός εάν (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την αποξένωση σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Kyriacos A. Lakatamitis v. Georghios Theodorou
(1983)1 CLR 520). Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ' οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557). Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 132). Το άρθρο 32 του Ν.14/1960 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ' αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ' αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231, The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Loizos Stavrinou v. Stavros Chr. Asproghenis
(1985)1 CLR 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(E) ΑΑΔ 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) ΑΑΔ 225, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, Αντώνης Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 AAΔ 1040, Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1262, Νέστωρας Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1(Β) 1 ΑΑΔ 816, Προκόπης Μελανθίου v. Μελάνθης Μελανθίου
(2011)1(Γ) 1 ΑΑΔ 2342 και Μάριος Αποστόλου v. Ροδούλας Ιωάννου
(2012)1(Α) 1 ΑΑΔ 604. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή (ανωτέρω), παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 CLR 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). (Α) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557 και Μαργαρίτα Χρίστου Πουργουρίδη κ.ά. v. Θέμιδος Βάσου Μέζου κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ.ά. v. Άννα Χρυσάνθου κ.ά
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/1960 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του Εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον Ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317, 324, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848, ειπώθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Ιωάννης Κυριάκου Όξυνος κ.ά. v. Μαρίας Ρολη Λου
(2011)1 ΑΑΔ 1066, P & MA. Restaurant Limited κ.ά. v Eric John Wakehah, Πολ. Έφεση 286/10, ημερ. 22/2/13, και Πέτρος Κωμοδρόμος v. Πάνου Παπαναστασίου, Πολ. Έφεση 110/10, ημερ. 3/1/14. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν' αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές, βλέπε γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 CLR 578 και Chandubhai Bhimjiyani v. Solon Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και την υπόθεση Αντώνη Χ''Κωνσταντή ν. Μαργαργίτας Χ''Κωνσταντή
(1998)1 ΑΑΔ 1827 στην οποία, όμως, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Έχει λεχθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα εκκρεμούσης της αγωγής όπου το αιτούμενο διάταγμα ζητά το ίδιο διάταγμα στην αγωγή του. Δεν αποκλείει όμως τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ως εκείνο που ζητείται διά της αγωγής, όπου τα γεγονότα το επιτρέπουν, ασκώντας το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία. ................................ Το θέμα αυτό κατά συνέπεια επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (ανωτέρω), με επίκληση της υπόθεσης Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββας κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1(B) 1245, 1265-1257, αναφέρθηκε ότι: «Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι ένα διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.» Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, σελ. 267-8, Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2015. Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω), ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά., υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. v. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653,όπου λέχθηκε ότι: «.. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το Διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.» Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων, όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Δ.39 κ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1858). Στο σύγγραμμα «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ INJUNCTIONS» των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 2016, αναφέρονται τα εξής στη σελ. 152: "
(11)Όταν η έκδοση ή μη παρεμπίπτοντος διατάγματος θα διεκπεραιώσει και την ουσία της αγωγής Ορισμένες φορές η έκδοση ή μη παρεμπίπτοντος διατάγματος στην ουσία διεκπεραιώνει και ολόκληρη την αγωγή ή ένα ουσιαστικό μέρος της. Αυτό οφείλεται στην ταυτοσημία της θεραπείας που ζητείται με την αγωγή και αυτής που ζητείται με την αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα. Σε τέτοια περίπτωση, τα δικαστήρια αποφεύγουν οποιαδήποτε απόφαση η οποία θα φαίνεται ότι διευθετεί τελεσίδικα το επίδικο θέμα της αγωγής υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου. Ιδιαίτερα τα δικαστήρια αποφεύγουν να εκδώσουν προσωρινό διάταγμα υπέρ του ενάγοντα, όταν αυτό θα ισοδυναμεί με απόφαση στην αγωγή, χωρίς να έχει δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο να αμφισβητήσει μέσα από τη δίκη την ουσία της αγωγής. Το θέμα δεν έχει σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η περίπτωση προϋποθέτει ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης. Επομένως, το θέμα μπορεί να εξεταστεί μόνο κατά το τελικό στάδιο στάθμισης των διαφόρων παραγόντων κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου ότι είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αυστηρά ομιλούντες, το θέμα δεν σχετίζεται με το ισοζύγιο της ευχέρειας, αφού η έκδοση του προσωρινού διατάγματος υπό αυτές τις συνθήκες, και με βάση το ισοζύγιο, ισοδυναμεί με εκδίκαση της ουσίας της αγωγής χωρίς δίκη. Το θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources Plc, στην οποία θεωρήθηκε ότι το δικαστήριο θα πρέπει να ενεργήσει κατά τρόπο που να αποφεύγει κατά το δυνατό να προκαλέσει αδικία στη μια ή στην άλλη πλευρά. Στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Abramchyk κ.α. το εφετείο, διαφοροποιούμενο από προηγούμενη νομολογία έκρινε ότι «το ζήτημα της παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται». Όπως εξήγησε, το ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και «αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων». Το «ανεπιθύμητο», πρόσθεσε, δεν μπορεί να εξισωθεί με «απαγόρευση»." Στην υπόθεση Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 734, αναφέρθηκαν τα εξής: «Τη διάσταση αυτή παρέλειψε να εντοπίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε στην ουσία ένα προστακτικό διάταγμα το οποίο με βάση διαχρονική νομολογία σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. (Shepherd Homes v. Sandham [1971] Ch. 340 και David Bean: Injunctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37).» Στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 1403, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Τέθηκε επίσης το ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ΄ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα.» Ερχόμενος στην πρώτη προϋπόθεση, ήτοι την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, καταδεικνύεται ότι η Αιτήτρια στηρίζει την αγωγή και την απαίτηση της, ως αυτή καθαρά διατυπώνεται, ότι το συγκεκριμένο ποσό των €138.837,51 δεν αντιπροσωπεύει το οφειλόμενο από αυτή ποσό προς την Καθ΄ης η αίτηση, γιατί είναι είτε το αποτέλεσμα μονομερών και αυθαίρετων αυξήσεων, είτε καταχρηστικών ρητρών που υπάρχουν στη σύμβαση δανείου, είτε ότι δεν έγιναν διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση της σύμβασης, είτε ότι έγιναν κεφαλαιοποιήσεις τόκων, δεν αιτιολογήθηκε η επιβολή τόκου υπερημερίας και ότι δεν συνιστά η επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού με την ειδοποίηση Τύπος "IA" κατάσταση λογαριασμού όπως απαιτείται από τη συγκεκριμένη διάταξη του Νόμου 9/1965. Διαπιστώνει κάποιος με πολλή ευκολία ότι δεν ζητείται καν η ακύρωση της σύμβασης δανείου, αλλά ο περιορισμός της οφειλής της Αιτήτριας προς την Καθ΄ης η αίτηση σε πολύ μικρότερο ποσό γιατί κατά την άποψη της Αιτήτριας δεν είναι το πραγματικό οφειλόμενο ποσό. Τούτο βέβαια, έχοντας υπόψη τα τεκμήρια που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε εμπεριστατωμένη έκθεση ειδικού που να φαίνεται ότι όντως το ποσό είναι πολύ μικρότερο. Η θέση αυτή αποτελεί ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό ο οποίος δεν υποστηρίζεται από κανένα στοιχείο. Εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα το Δικαστήριο εύρισκε μια τέτοια γενική και αόριστη αναφορά ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και το Δικαστήριο προχωρούσε να εξετάσει τη δεύτερη προϋπόθεση που είναι η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής διαφαίνεται από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και με τα επισυναπτόμενα με αυτή Τεκμήρια ότι δεν προσδιορίζονται ούτε συγκεκριμενοποιούνται όλα εκείνα τα στοιχεία που χρειάζονται για να καταδειχθεί και ανατραπεί ο ισχυρισμός της Καθ΄ης η αίτηση για το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, διαβλέποντας ότι μπορεί η Αιτήτρια να μην οφείλει το ποσό όπως αυτό προσδιορίστηκε με την επιστολή της Καθ΄ης η αίτηση που έχει αναφερθεί προηγουμένως και το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή να είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, διερωτάται κάποιος με βάση τα όσα αναγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, σε συνδυασμό με το τι ζητείται με την απαίτησή της από την Αιτήτρια εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση, δηλαδή ότι η αξίωση της είναι ότι το ποσό είναι μικρότερο απ΄ αυτό που επιζητεί η Καθ΄ης η αίτηση με την επιστολή και με τις ειδοποιήσεις Τύπος "Ι" και "Θ" και την κατάσταση λογαριασμού, και πάλι θα αφαιρείτο ένα μικρό ποσό από το οφειλόμενο χρέος, το οποίο βέβαια δεν θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο για την Καθ΄ης η αίτηση να το καταβάλει, σε περίπτωση που η αγωγή επιτύγχανε στο τέλος της ημέρας εκ μέρους της Αιτήτριας. Να σημειωθεί ότι σε ισχυρισμό στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση η ίδια η Αιτήτρια αναφέρει ότι στο παρελθόν
(2011)έκαμε πρόταση στην Καθ΄ης η αίτηση, με σκοπό την αναδιάρθρωση του χρέους της, να προχωρήσει στην πώληση της ακίνητης της ιδιοκτησίας στο Παραλίμνι, αν δεν κατάφερνε να την πωλήσει η ίδια, σε περίπτωση αναδιάρθρωσης του χρέους, δίνοντας της παράταση χρόνου, αλλά δεν ανταποκρίθηκε η Καθ΄ης η αίτηση, με βάση την επιφύλαξη της ότι το πραγματικό οφειλόμενο ποσό ήταν μικρότερο. Τούτο καταδεικνύει ότι σε δεδομένη στιγμή
(2011)η Καθ΄ης η αίτηση δεν βρήκε ότι με την πώληση της αναφερθείσας ακίνητης ιδιοκτησίας της στο Παραλίμνι, ως αναφέρεται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, θα υπόκειτο τέτοια ζημιά, που τώρα επικαλείται ότι θα ήταν αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί γι΄ αυτή δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως εκ τούτου κρίνω ότι τουλάχιστον η τρίτη προϋπόθεση δεν πληρείται. Επομένως αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι μία από τις τρεις προϋποθέσεις δεν πληρείται δεν παρέχεται η ευχέρεια να προχωρήσει να εξετάσει το εύλογο και δίκαιο, αφού τούτο τότε μόνο εξετάζεται όταν πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις. Ως προς τα υπόλοιπα που αναφέρονται για τις σχετικές ειδοποιήσεις που προβλέπονται στο ΜΕΡΟΣ VIA αυτά σχετίζονται με το δικαίωμα που παρέχεται στην Αιτήτρια σε περίπτωση που προχωρήσει η Καθ΄ης η αίτηση με την ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ", όπως έπραξε, να υποβάλει έφεση εντός της συγκεκριμένης περιόδου και να επικαλεστεί τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 44Γ3 του Ν.9/1965. Το Δικαστήριο ότι είναι που εξετάζει στην παρούσα περίπτωση είναι ότι σχετίζεται με τις τρεις προϋποθέσεις σε συνάρτηση με την απαίτηση και όχι με οτιδήποτε άλλο. Υπό το φως των πιο πάνω δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να εξετάσει άλλους λόγους που αναφέρονται ως λόγοι ένστασης όπως η καθυστέρηση, η κατάχρηση κλπ. Κατά συνέπεια, η Αιτήτρια αποτυγχάνει στην αίτηση της και αυτή απορρίπτεται με έξοδα €2.000 συν ΦΠΑ υπέρ της Εναγομένης - Καθ΄ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας-Αιτήτριας, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο