ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. C & M VARNAVAS ENTERPRISES LIMITED κ.α., Αρ.Αγωγής: 1431/2014, 2/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A37 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 1431/2014 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα και
- C & M VARNAVAS ENTERPRISES LIMITED
- ΒΑΡΝΑΒΑ XXXXX XXXXX
- ΒΑΡΝΑΒΑ XXXXX XXXXX Εναγομένων Ημερομηνία: 2 Απριλίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Α. Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους: Α. Πισιάρας. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικογραφία Οι Εναγόμενοι 1 ενάγονται ως Πρωτοφειλέτες δυνάμει Συμφωνίας Δανείου και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως Εγγυητές των υποχρεώσεων των Εναγομένων
- Η αξίωση της Ενάγουσας Τράπεζας εδράζεται σε Συμφωνία Δανείου ημερ. 26/8/2011 (Τεκμήριο 3) για την παραχώρηση δανείου για ποσό €1.400.
- Σύμφωνα με την αξίωση το δάνειο ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Εφόσον δε υποβάλλετο απαίτηση το δάνειο ήταν πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις εκ €9.745,48 η καθεμιά. Η πρώτη δόση ήταν καταβλητέα στις 2/11/2011 και οι υπόλοιπες την αντίστοιχη μέρα κάθε επόμενου μήνα και στη συνέχεια το επίδικο δάνειο θα αποπληρώνετο με 216 μηνιαίες δόσεις εκ €12.550,38 εκάστη, της πρώτης πληρωτέας στις 2/11/2013 και των υπολοίπων την αντίστοιχη μέρα εκάστου επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Το συμφωνηθέν επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο και συνίστατο σε βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας και την προσαύξηση η οποία ονομάζετο περιθώριο. Κατά το χρόνο της υπογραφής της Συμφωνίας Δανείου το βασικό επιτόκιο ήταν 5,50%, το περιθώριο 3% και, επομένως, το συνολικό επιτόκιο ανήρχετο σε 8,50% ετησίως. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 με Συμφωνία Εγγύησης ημερ. 26/8/2011 ανέλαβαν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως με τους Εναγόμενους 1 την υποχρέωση πληρωμής των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 προς την Ενάγουσα μέχρι ποσού €1.420.000 πλέον τόκους και έξοδα. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 η Ενάγουσα αποδέχτηκε την εγγραφή στην ακίνητη περιουσία των Εναγομένων των υποθηκών Υ1540/2011, Υ1543/2011, Υ1544/2011, Υ1546/2011, Υ1547/2011, Υ1548/2011, Υ1549/2011, Υ1550/2011 και Υ1551/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων του επίδικου Δανείου οι Εναγόμενοι 1 εξέδωσαν και κατέθεσαν τα Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. 27/4/1993, 27/4/1995, 12/6/2003, 24/8/2009 και 14/12/2010 σε σχέση με την περιουσία των Εναγομένων
- Σύμφωνα με την αξίωση οι Εναγόμενοι 1 παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τους όρους αποπληρωμής του επίδικου Δανείου οπόταν η Ενάγουσα Τράπεζα απέστειλε προειδοποιητική επιστολή ημερ. 23/12/2011 και επιστολή τερματισμού ημερ. 6/2/2012 προς τους Εναγόμενους αξιώνοντας την πληρωμή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου. Την 1/7/2014 το οφειλόμενο υπόλοιπο του Λογαριασμού Δανείου ανερχόταν στο ποσό των €2.005.147,74 πλέον τόκο 14% επί του εν λόγω ποσού από 1/7/2014 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3: · Αρνούνται ότι ζήτησαν και συμφώνησαν με την Ενάγουσα τη χορήγηση οποιωνδήποτε τραπεζικών διευκολύνσεων και ότι έλαβαν το προϊόν του επίδικου δανείου και ότι ανοίχτηκε ο Λογαριασμός Δανείου με τους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. · Αρνούνται την υπογραφή της Συμφωνίας Εγγύησης και, περαιτέρω και άνευ βλάβης, ισχυρίζονται ότι η Συμφωνία Εγγύησης είναι άκυρη, μη εκτελεστή και στερείται οποιουδήποτε αποτελέσματος καθότι δεν πληροί και δεν συνάδει με τις πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197(Ι)/2003 επειδή η Ενάγουσα δεν ενημέρωσε με επιστολή τους Εναγόμενους 2 και 3 πριν την υπογραφή της εν λόγω Συμφωνίας, ως οι πρόνοιες του Νόμου. · Αρνούνται ότι οι επίδικες υποθήκες δόθηκαν με τους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζονται ότι δόθηκαν για πλήρη εξασφάλιση του συνόλου των υποχρεώσεων των Εναγομένων
- Ισχυρίζονται δε ότι οι επίδικες εξασφαλίσεις/υποθήκες είναι τέτοιας μορφής που εξασφαλίζουν πλήρως τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να μην έχει οποιαδήποτε απαίτηση από τους Εναγόμενους 2 και
- · Οι Εναγόμενοι 1 αρνούνται την υπογραφή των Ομολόγων και παράλληλα ισχυρίζονται ότι, σε περίπτωση που τα υπέγραψαν, το έκαναν χωρίς να τους εξηγηθεί από την Ενάγουσα ο σκοπός τους και η σημασία τους και τί αυτά προνοούσαν. · Αρνούνται ότι παρέλαβαν τις επιστολές προειδοποίησης ημερ. 23/12/2011 και τερματισμού ημερ. 6/2/2012 και ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός είναι παράνομος και αντισυμβατικός. · Ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έλαβαν γνώση των αξιούμενων στην Αγωγή υπολοίπων, ουδέποτε ενημερώθηκαν από την Ενάγουσα γι΄ αυτά, ουδέποτε κλήθηκαν από την Ενάγουσα για διευθέτηση και/ή εξεύρεση τρόπου διευθέτησης των τυχόν υπολοίπων και ότι έλαβαν γνώση αυτών με την επίδοση της Αγωγής. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι τα αξιούμενα ποσά είναι εξογκωμένα και/ή αυθαίρετα και/ή έχουν χρεωθεί με παράνομα επιτόκια και/ή τόκους υπερημερίας και/ή κεφαλαιοποίηση τόκων που η Ενάγουσα δεν δικαιούτο. · Επιπλέον οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν από την Ενάγουσα και/ή δεν τους δόθηκε οποιαδήποτε ειδική ενημέρωση και/ή ειδοποίηση σχετικά με το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνονταν οι λογαριασμοί και/ή τον τρόπο που θα υπολογίζονταν και το χρόνο που θα χρεωνόταν ο λογαριασμός τους. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι ουδέποτε τους δόθηκαν λεπτομέρειες για χρεώσεις ή ανάκτηση εξόδων που σχετίζονταν με το λογαριασμό κατά παράβαση του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1991 (Ν.160(Ι))/1999) και τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, 197(Ι)/
- Στη βάση αυτού του ισχυρισμού προβάλλεται ότι η Συμφωνία Εγγύησης είναι άκυρη, μη εκτελεστή και στερείται αποτελέσματος με συνέπεια η Ενάγουσα να εμποδίζεται και να μη δικαιούται να διεκδικεί οποιοδήποτε ποσό εναντίον των Εναγομένων. · Ισχυρίζονται ότι οι όροι που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης είναι αόριστοι, γενικοί και καταχρηστικοί και δεν αποτελούν συμφωνία και ότι αντίκεινται στον περί Συμβάσεως Νόμο, Κεφ.149, στον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, 197 (Ι)/2003 και στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1991 (Ν.160(Ι))/1999) και/ή ότι αποτελούν όρους που δεν συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών και άρα κανένα ποσό δεν δύναται να διεκδικηθεί από την Ενάγουσα. · Σε σχέση με τα αξιούμενα ποσά ισχυρίζονται ότι είναι εξογκωμένα, ψηλά και αυθαίρετα και/ή ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι είναι αποτέλεσμα χρέωσης επιτοκίου και/ή τόκων που η Ενάγουσα δεν δικαιούται και είναι παράνομα. Ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται στον αιτούμενο τόκο, επιτόκιο και/ή τόκους υπερημερίας και/ή κεφαλαιοποίηση τόκων διότι αυτά δεν έχουν συμφωνηθεί. Παραδεκτά Γεγονότα Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας κατόπιν σχετικής δήλωσης παραδεκτών γεγονότων του συνηγόρου των Εναγομένων τα επίδικα ζητήματα που εγείρονταν με την Υπεράσπιση τους περιορίστηκαν σε ουσιαστικό βαθμό. Συγκεκριμένα δηλώθηκαν ως Παραδεκτά Γεγονότα τα ακόλουθα: ► Η Τράπεζα Κύπρου ήταν και είναι Τραπεζικός Οργανισμός που έχει συσταθεί και λειτουργεί νόμιμα και διεξήγαγε και διεξάγει τραπεζικές εργασίες σ' όλη την Κύπρο με κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία και καταστήματα σ' όλες τις πόλεις και ότι Λαϊκή Τράπεζα αποτελεί Τραπεζικό Οργανισμό που έχει συσταθεί και λειτουργούσε νόμιμα και διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες σ' όλη την Κύπρο με κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία και καταστήματα σ' όλες τις πόλεις[1]. ► Δυνάμει της σχετικής Νομοθεσίας και της ΚΔΠ 103/13 έχουν μεταβιβασθεί από την Λαϊκή στην Τράπεζα Κύπρου περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις που σχετίζονται με την παρούσα Αγωγή. Τούτου δοθέντος έγινε παραδεκτό ότι η Τράπεζα Κύπρου δικαιούται στην έγερση της παρούσας Αγωγής και, συνεπώς, έχει εγκαταλειφθεί ο ισχυρισμός της παραγράφου 2 της Υπεράσπισης περί μη νομιμοποίησης της Ενάγουσας στην έγερση της παρούσας Αγωγής[2]. ► Κατά το χρόνο σύναψης των επίδικων Συμφωνιών οι Εναγόμενοι 1 προσκόμισαν στοιχεία και δήλωσαν ότι είχαν έδρα και εγγεγραμμένο γραφείο και ασκούσαν εργασία στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου[3]. ► Οι Εναγόμενοι 1 ήταν πελάτες των Εναγόντων και διατηρούσαν το επίδικο το επίδικο δάνειο και τον επίδικο λογαριασμό ως Πρωτοφειλέτες και με εγγυητές τους Εναγόμενους 2 και 3[4]. ► Οι Εναγόμενοι 1 είχαν αιτηθεί από την Ενάγουσα και στη συνέχεια συμφώνησαν γραπτώς με τους όρους που αναφέρονται στις παραγράφους 11-19 του Εγγράφου 1 τη χορήγηση του επίδικου Δανείου. Στους Εναγόμενους 1 παραχωρήθηκε το επίδικο Δάνειο ύψους €1.400.000 το οποίο και καταβλήθηκε σε σχετικό λογαριασμό των Εναγομένων με αρ. 037-12-561733 στον οποίο τηρούνταν όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις[5]. Περί τον Ιούνιο του 2014 και κατά τη μεταφορά του εν λόγω λογαριασμού δανείου από τα ηλεκτρονικά συστήματα της Λαϊκής Τράπεζας στα ηλεκτρονικά συστήματα της Τράπεζας Κύπρου, ο εν λόγω λογαριασμός υπ' αριθμό XXXXX1733 αναριθμήθηκε σε XXXXX8640 στον οποίο τηρούνται πλέον όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις. ► Η απόφαση του Δ.Σ. της Εναγομένης 1 εταιρείας ημερ. 2/8/11 στη βάση της οποίας αιτήθηκε τη χορήγηση από την Ενάγουσα του επίδικου Δανείου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η αίτηση των Εναγομένων 1 ημερ. 2/8/11 για τη χορήγηση του επίδικου Δανείου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Οι γραπτές οδηγίες των Εναγομένων 1 ημερ. 17/8/11 για το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού Δανείου κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- ► Προς εξασφάλιση του επίδικου Δανείου και του συνόλου των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 προς την Ενάγουσα οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν γραπτώς την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1, παρόντων ή μελλοντικών, προς τους Ενάγοντες, αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως με αυτούς για ποσό €1.420.000.= πλέον τόκους προς το εκάστοτε ποσοστό επιτοκίου πλέον έξοδα. Η Συμφωνία Εγγύησης ημερ. 26/8/2011 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5[6]. ► Προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση του πιο πάνω Δανείου των Εναγομένων 1 καθώς και του συνόλου των υποχρεώσεων τους προς τους Ενάγοντες, παρόντων και μελλοντικών, οι Εναγόμενοι προσέφεραν και οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν τις Υποθήκες με τους όρους και πρόνοιες που αναλυτικά αναφέρονται στην παράγραφο 21 του Εγγράφου 1 οι οποίες δεόντως δηλώθηκαν και εγγράφηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου. Οι Υποθήκες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6-14[7]. ► Προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση του πιο πάνω Δανείου των Εναγομένων 1 καθώς και του συνόλου των υποχρεώσεων τους προς τους Ενάγοντες, παρόντων και μελλοντικών, οι Εναγόμενοι 1 εξέδωσαν και κατάθεσαν δεόντως τα Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης που αναφέρονται στην παράγραφο 23 του Εγγράφου 1 (Τεκμήρια 15, 16, 17, 18 & 19)[8]. ► Η Εναγόμενη 1 αποτελεί εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα και εγγεγραμμένο γραφείο στην επαρχία Αμμοχώστου. Ο Εναγόμενος 2 ήταν κατά το χρόνο υπογραφής των επιδίκων Συμφωνιών (και συνεχίζει να είναι μέχρι σήμερα) ο μοναδικός Διευθυντής και ένας εκ των μετόχων της Εναγόμενης εταιρείας. Η Εναγόμενη 3, σύζυγος του Εναγόμενου 2, ήταν κατά το χρόνο υπογραφής των των επιδίκων Συμφωνιών (και συνεχίζει να είναι μέχρι σήμερα) ο γραμματέας και ένας εκ των μετόχων της Εναγόμενης εταιρείας. ► Μετά την υπογραφή των επίδικων Συμφωνιών και εγγράφων ανοίχθηκε ο επίδικος λογαριασμός Δανείου στο όνομα των Εναγομένων 1 από τον οποίο εκταμιεύθηκε ολόκληρο το προϊόν του εν λόγω Δανείου που παραχώρησε η Ενάγουσα ύψους €1.400.000 το οποίο και χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση υφιστάμενων υποχρεώσεων που όφειλαν οι Εναγόμενοι στην Ενάγουσα[9]. ► Οι καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου Δανείου κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Σε αυτόν τον λογαριασμό περιλαμβάνονται όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις που γίνονταν και τον αφορούσαν[10]. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της εναντίον των Εναγομένων 1-3 η Ενάγουσα Τράπεζα κάλεσε συνολικά τέσσερεις μάρτυρες ως εξής: · XXXXX Στυλιανού (Μ.Ε.1) · XXXXX Κουμή (Μ.Ε.2) · XXXXX Μορφίτης (Μ.Ε.3) · XXXXX Ορφανίδου (Μ.Ε.4) Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσε ένας μόνο μάρτυρας, ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1). Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης[11] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Η εντύπωση που σχημάτισα και για τους τέσσερεις μάρτυρες που κλήθηκαν από την Ενάγουσα ήταν απόλυτα θετική. Όλοι τους μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Θεωρώ ότι όλοι τους με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση τους διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, την ακριβή εμπλοκή και γνώση τους. Δεν έχω δε διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Καθ΄όλη τη διάρκεια της εξέτασης τους παρέμειναν σταθεροί και συνεπείς στις θέσεις τους ενώ σε κανένα σημείο δεν κλονίσθηκε η μαρτυρία τους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι βασικό μέρος της μαρτυρίας τους υποστηρίζεται από το ίδιο το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ενώ σε ένα μεγάλο μέρος επιβεβαιώνεται και από τα Παραδεκτά Γεγονότα που έχουν γίνει κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας. Έχοντας εξετάσει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2 στο σύνολο της και αξιολογώντας την σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένων και των σχετικών τεκμηρίων, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι αυτός προσπάθησε να προωθήσει μια εκδοχή που θεωρούσε ότι θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε απαλλαγή των συμβατικών του υποχρεώσεων. Μέσα δε στο πλαίσιο αυτής του της προσπάθειας δεν δίστασε να αναφερθεί σε παντελώς αναληθείς ισχυρισμούς που διαψεύδονται από πλείστα όσα στοιχεία και έγγραφα έχουν παρουσιαστεί και κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και από τα ίδια τα Παραδεκτά Γεγονότα που, κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν στην παρούσα υπόθεση. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του οι αναφορές του Εναγόμενου 2 ήταν εντελώς γενικές, αόριστες και χωρίς καμία τεκμηρίωση, ενώ σε διάφορες ερωτήσεις που του έγιναν κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης είτε απέφευγε να απαντήσει επί του προκειμένου, είτε έδινε απαντήσεις άσχετες με τα ερωτήματα που του ετίθεντο ενώ αρκετά σημεία της μαρτυρίας του κλονίσθησαν και διεφάνησαν αντιφάσεις. Εν κατακλείδι ήταν εμφανής η προσπάθεια του να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια εκδοχή η οποία δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Θα δώσω κάποια παραδείγματα ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας του: ▄ Ισχυρίστηκε ότι κατόπιν αιτήματος της Ενάγουσας Τράπεζας προέβη στις 26/8/2011 σε «Ανανέωση και υπογραφή νέων υποθηκών» παρά το ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι με την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 3) χορηγήθηκε το επίδικο δάνειο στους Εναγόμενους 1 το οποίο και καταβλήθηκε σε σχετικό λογαριασμό των Εναγομένων
- Αναφορικά με το τελευταίο σχετικές είναι οι παράγραφοι 11 και 12 του Εγγράφου
- ▄ Αρχικά υποστήριξε ότι δεν γνώριζε το λόγο που η Ενάγουσα ζήτησε από τους Εναγόμενους να υπογράψουν στις 26/8/2011 την, κατά τους ισχυρισμούς του, «Ανανέωση και υπογραφή των νέων υποθηκών», ενώ κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι τις νέες υποθήκες τις ζήτησε η Τράπεζα ενόψει της εμπλοκής Βγενοπούλου σε αυτή. Πρόσθεσε μάλιστα επί του ιδίου θέματος ότι προχώρησε στην υπογραφή των σχετικών εγγράφων ενόψει της καλής συνεργασίας που είχε μέχρι τότε με την Τράπεζα. ▄ Ενώ δέχτηκε ότι αυτό που υπέγραψε ήταν Συμφωνία Δανείου υποστήριξε ταυτόχρονα ότι με την υπογραφή αυτής της Συμφωνίας οι Εναγόμενοι δεν έλαβαν οποιοδήποτε ποσό. ▄ Παρόλη την εμπειρία του, όπως παραδέχτηκε, σε επιχειρηματικές συναλλαγές και συνεργασία με Πιστωτικά Ιδρύματα και παρόλο που αναγνώρισε το Έγγραφο του Τεκμηρίου 3 ότι ήταν, δηλαδή, Συμφωνία Δανείου, προσπάθησε να προωθήσει την εκδοχή ότι εκείνο που είχε αντιληφθεί και εκείνο που του είχε ζητήσει η Τράπεζα ήταν να γίνει ανανέωση των υποθηκών που υπήρχαν για προηγούμενα δάνεια και συμφωνίες της Εταιρείας με την Τράπεζα. ▄ Παρόλο που αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 4 και παρόλο που από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 προκύπτει ξεκάθαρα ο σκοπός της χορήγησης του επίδικου δανείου, ήτοι η εξόφληση υφιστάμενων υποχρεώσεων που όφειλαν οι Εναγόμενοι στην Ενάγουσα, κατ΄ επανάληψη ισχυρίζετο ότι δεν αιτήθηκε νέο δάνειο η Εναγόμενη 1 και ότι υπεγράφη η σχετική Συμφωνία στη βάση της καλής συνεργασίας και εμπιστοσύνης που είχε με την Τράπεζα. Η πιο πάνω θέση αντίκειται, βεβαίως, και στα παραδεκτά γεγονότα όπως καταγράφονται στην παράγραφο 11 του Εγγράφου
- ▄ Ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή των επίδικων εγγράφων έγινε επειδή αυτό ζητήθηκε από την Τράπεζα για κάποιους «εσωτερικούς λόγους» και ότι πήγε με τη γυναίκα του και υπέγραψαν «ένα ττόππι κόλλες» χωρίς κανείς να τους εξηγήσει οτιδήποτε. Δεν ανέφερε, ωστόσο, κατά πόσο είχε ο ίδιος ζητήσει να του τα εξηγήσουν ή αν είχε ζητήσει να τύχει προηγουμένως νομικής συμβουλής. ▄ Στην κυρίως εξέταση του ενώ αναγνώρισε το Τεκμήριο 28 ως Κατάσταση Λογαριασμού, ισχυρίστηκε ότι δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο του προβάλλοντας ότι οι Εναγόμενοι δεν έλαβαν οποιαδήποτε λεφτά. Στη συνέχεια, ωστόσο, είπε ότι έλαβαν ποσό της τάξεως των €700.000 - €800.
- Για να προσθέσει στη συνέχεια ότι αυτό θεωρεί, χωρίς να το στηρίζει οπουδήποτε, ότι είναι το ποσό που οφείλουν οι Εναγόμενοι στην Ενάγουσα Τράπεζα. ▄ Παρόλο που προέβαλε τη θέση ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν ποσό της τάξεως των €700.000 - €800.000 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει για ποιο λόγο υπεγράφη Συμφωνία Δανείου για €1.400.
- ▄ Ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν συμφωνεί με τις πιστώσεις που φαίνονται στις Καταστάσεις Λογαριασμού, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιο ποσό θεωρεί ότι θα έπρεπε να πιστωθεί. Περαιτέρω, χωρίς να είναι σε θέση να παρουσιάσει οποιεσδήποτε αποδείξεις ή στοιχεία, ισχυρίστηκε ότι οι πληρωμές που έγιναν από τους Εναγόμενους ξεπερνούσαν τις €70.000 - €80.
- Και τούτο χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει την περίοδο που έγιναν, αναφέροντας γενικά και αόριστα ότι αυτό θα έγινε κατά τη διάρκεια του 2011 ή αρχές του
- ▄ Παρά το παραδεκτό γεγονός που καταγράφεται στις παραγράφους 6 και 7 του Εγγράφου 2, ότι, δηλαδή, το ποσό του €1.400.000 καταβλήθηκε σε σχετικό λογαριασμό των Εναγομένων στον οποίο τηρούνταν όλες οι χρεοπιστώσεις, ισχυρίστηκε ότι με την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 δεν έλαβαν οι Εναγόμενοι οποιοδήποτε ποσό. Ακολουθεί στη συνέχεια η εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, χρήζουν απόδειξης προς το σκοπό κατάληξης στα αναγκαία ευρήματα. Α. Οι Συμφωνίες των Διαδίκων - Υπεράσπιση του Non est Factum Ο Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών. Κατά τη μαρτυρία του (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας. Στις 26/8/2011 συμφωνήθηκε εντός της επαρχίας Αμμοχώστου μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 όπως οι Ενάγοντες χορηγήσουν στους Εναγομένους 1 δάνειο τακτής προθεσμίας για το ποσό των €1.400.000 (Τεκμήριο 3). Οι Ενάγοντες παραχώρησαν στους Εναγομένους 1 το ως άνω δάνειο τακτής προθεσμίας, το οποίο και καταβλήθηκε σε σχετικό λογαριασμό των Εναγομένων 1 που έφερε αριθμό XXXXX1733 στον οποίο και θα τηρούντο όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις. Προς εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου των Εναγομένων 1 καθώς και του συνόλου των υποχρεώσεων τους προς τους Ενάγοντες, παρόντων και μελλοντικών, οι Εναγόμενοι 2 και 3 εντός της Επαρχίας Αμμοχώστου, με συμφωνία ημερομηνίας 26/08/2011 εγγυήθηκαν γραπτώς την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1, παρόντων ή μελλοντικών, προς τους Ενάγοντες, αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως με αυτούς για ποσό €1.420.000.= πλέον τόκους προς το εκάστοτε ποσοστό επιτοκίου πλέον έξοδα (Τεκμήριο 5). Προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου των Εναγομένων 1 καθώς και του συνόλου των υποχρεώσεων τους προς τους Ενάγοντες, παρόντων και μελλοντικών, οι Εναγόμενοι προσέφεραν και οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν τις υποθήκες Τεκμήρια 6-14 οι οποίες δεόντως δηλώθηκαν και εγγράφηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου με τα σχετικά έγγραφα υποθηκών. Προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση του πιο πάνω Δανείου των Εναγομένων 1 καθώς και του συνόλου των υποχρεώσεων τους προς τους Ενάγοντες, παρόντων και μελλοντικών, οι Εναγόμενοι 1 εξέδωσαν και κατάθεσαν δεόντως τα Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης που αναφέρονται στην παράγραφο 23 του Εγγράφου 1 (Τεκμήρια 15, 16, 17, 18 & 19). Επισημαίνεται ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1, πέραν του ότι υπήρξε απόλυτα αξιόπιστη, καθόσον αφορά τη σύναψη των επιδίκων Συμφωνιών - στην περιορισμένη αντεξέταση που υπεβλήθη από την Υπεράσπιση - δεν έχει αμφισβητηθεί, όπως δεν έχει αμφισβητηθεί και η αυθεντικότητα των εγγράφων που παρουσίασε. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, μεγάλο μέρος αυτής έγινε παραδεκτό μέσω της δήλωσης Παραδεκτών Γεγονότων. Παρόλο, λοιπόν, που στο πλαίσιο των Παραδεκτών Γεγονότων είχε δηλωθεί, μεταξύ άλλων, ότι κατόπιν σχετικού αιτήματος της Εναγόμενης 1 για χορήγηση δανείου ύψους €1.400.000 συμφωνήθηκε στις 26/8/2011 όπως οι Ενάγοντες χορηγήσουν στην Εναγόμενη 1 δάνειο τακτής προθεσμίας για το πιο πάνω ποσό το οποίο και καταβλήθηκε σε λογαριασμό της Εναγόμενης 1 στον οποίο τηρούνταν όλες οι χρεοπιστώσεις και το οποίο δάνειο χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση υφισταμένων υποχρεώσεων που η Εναγόμενη 1 όφειλε στους Ενάγοντες[12], στη δια ζώσης μαρτυρία του ο Εναγόμενος 2 δεν είχε κανένα ενδοιασμό να προβάλει εντελώς διαφορετικές θέσεις και ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα προέβαλε ότι: → ήταν η Τράπεζα που τους κάλεσε και πήγαν και υπέγραψαν «ανανεώσεις υποθηκών» που υπήρχαν για προηγούμενα δάνεια που είχε η Εναγόμενη 1 εταιρεία με την Τράπεζα, → οι ίδιοι δεν είχαν αιτηθεί οτιδήποτε προς την Τράπεζα, → δεν εισέπραξαν οποιαδήποτε λεφτά μετά την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, → υπέγραψαν την επίδικη Συμφωνία χωρίς κανείς να τους εξηγήσει τους όρους και χωρίς να ξέρουν το περιεχόμενο των εγγράφων, → δεν του δόθηκε αντίγραφο της Συμφωνίας για να την μελετήσει, → δεν του εξηγήθηκε από την Τράπεζα ή από δικηγόρο τι θα υπέγραφε. Εν πρώτοις και, σε συμφωνία με τα όσα σχετικά υποστήριξε ο κος Αναγνώστου, λέω ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί που ο Εναγόμενος 2 προέβαλε δεν αποτελούν παρά ισχυρισμούς που πρόδηλα έρχονται σε αντίθεση με τις δηλώσεις Παραδεκτών Γεγονότων που έγιναν ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς Εναγομένων, μέσω του συνηγόρου τους, κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας και στην παρουσία του Εναγόμενου
- Τούτου δοθέντος οι πιο πάνω ισχυρισμοί και η προβαλλόμενη υπεράσπιση του Non est Factum, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν έχει δικογραφηθεί, δεν μπορούν να αποτελέσουν επίδικο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση. Πέραν τούτου και σε κάθε περίπτωση, όπως προέκυψε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οι πιο πάνω θέσεις και ισχυρισμοί του Εναγόμενου 2 δεν ήταν ούτε λογικοφανείς, ούτε αληθοφανείς αλλά αποτέλεσαν προσπάθεια προώθησης μιας εκδοχής που ο ίδιος θεωρούσε ότι μπορούσε να οδηγήσει στην αποποίηση των ευθυνών του και των συμβατικών του υποχρεώσεων. Πρόκειται δε για ισχυρισμούς οι οποίοι τέθηκαν εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς εφόσον ουδέποτε τέθηκαν στους μάρτυρες που η Ενάγουσα κάλεσε στο Δικαστήριο. Ιδιαίτερα επισημαίνω ότι δεν τέθηκαν υπόψη της Μ.Ε.2 η οποία ήταν η Λειτουργός η οποία είχε αναλάβει την αξιολόγηση του αιτήματος της Εναγόμενης 1 για την χορήγηση του δανείου και η οποία είχε προσωπική επαφή μαζί με τους Εναγόμενους πριν από τη χορήγηση του επιδίκου Δανείου. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα σε ουσιαστικά ζητήματα. Παραπέμπω στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785: «.. Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διετυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου». Παραπέμπω, επίσης, στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd v. Acnac In,
(2002): «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι κατά την αντεξέταση τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα». Στην πιο πάνω υπόθεση η παράλειψη αντεξέτασης με κάποια συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης ήταν, σύμφωνα με το Δικαστήριο, καθοριστική και σήμαινε το τέλος του ζητήματος. Σε σχέση με τις νομικές αρχές που διέπουν την υπεράσπιση του Non est Factum είναι αρκετό να επισημανθεί ότι μια μακρά σειρά δικαστικών αποφάσεων θέλει τον υπογράφοντα γραπτή συμφωνία να δεσμεύεται από αυτή ακόμα και αν δεν την έχει προηγουμένως διαβάσει. Στην υπόθεση L´Estrange v. Graucob
(1934)All E.R.16, 18[13] υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Parker v. South Eastern Rail ότι δηλαδή: "In an ordinary case, where an action is brought on a written agreement which is signed by the defendant the agreement is proved by proving his signature and in the absence of fraud, it is wholly immaterial that he has not read the agreement and does not know its contents." (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) Στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R.961 εξετάσθηκε με κάθε λεπτομέρεια πότε πρόσωπο που έχει υπογράψει έγγραφη συμφωνία δικαιούται να απαλλαγεί των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή με βάση την αρχή non est factum ή με βάση την ύπαρξη πραγματικής ή νομικής πλάνης. Λέχθηκε, κατ΄αρχάς, ότι το βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες της συμφωνίας. Επικυρώθηκε, επίσης, η αρχή που είχε διατυπωθεί σε κατώτερο Δικαστήριο στην ίδια υπόθεση ότι όταν κάποιος που είναι ενήλικας, δεν έχει μειωμένη αντίληψη και δεν είναι αναλφάβητος υπογράψει κάποιο έγγραφο το οποίο είναι εμφανές ότι προορίζεται να έχει νομική ισχύ, χωρίς να το διαβάσει δεν μπορεί αργότερα να αποφύγει τις συνέπειες του ακόμα και αν έχει υπογράψει βασιζόμενος τα όσα κάποιος άλλος του έχει πει σχετικά με το τι προνοεί το έγγραφο. Διατυπώθηκε, ακόμη, η άποψη ότι μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις είναι δυνατό να επικαλεστεί επιτυχώς non est factum διάδικος που δεν έχει μειωμένη ικανότητα να συνάψει σύμβαση ή να αντιληφθεί το περιεχόμενο εγγράφου. Και ότι οι περιστάσεις αυτές σίγουρα δεν περιλαμβάνουν την περίπτωση που είτε λόγω φόρτου εργασίας, είτε επειδή βασίστηκε σε άλλο πρόσωπο δεν μελέτησε το έγγραφο προτού το υπογράψει. Στη σελίδα 963 διαβάζουμε τα πιο κάτω: «There must be a heavy burden of proof on the person who seeks to invoke this remedy. He must prove all the circumstances necessary to justify its being granted to him and that necessarily involves his proving that he took all reasonable precautions in the circumstances. I do not say that the remedy can never be available to a man of full capacity. But that could only be in very exceptional circumstances; certainly not where his reason for not scrutinizing the document before signing it was that he was too busy or too lazy. In general I do not think that he can be heard to say that he signed in reliance on someone he trusted.»[14] Η επίδειξη επιμέλειας από πλευράς του διαδίκου που επικαλείται την αρχή αυτή είναι απαραίτητο στοιχείο το οποίο ο ίδιος πρέπει να αποδείξει με θετική μαρτυρία. Στην ίδια υπόθεση (Saunders) λέχθηκε ότι το πρόσωπο που επέδειξε αμέλεια, απροσεξία ή επιπολαιότητα δεν μπορεί μετά να την επικαλεσθεί για να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη πλάνης επειδή δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί σε κάποιον να εκμεταλλευθεί το δικό του λάθος ή παράλειψη προς όφελος του ιδίου και προς ζημιά άλλων οι οποίοι ενδεχομένως ενήργησαν υπεύθυνα και προσεκτικά. Επανερχόμενοι στους ισχυρισμούς που προέβαλε ο Εναγόμενος 2 θεωρώ εντελώς παράδοξη αλλά και αντιφάσκουσα την εκδοχή του ότι ενώ από την μια αναγνώριζε ότι το Τεκμήριο 3 που υπέγραψε ήταν μια Συμφωνία Δανείου για συγκεκριμένο ποσό, αυτό του €1.400.000, από την άλλη ισχυριζόταν ότι δεν του είχε εξηγηθεί από την Τράπεζα τι θα υπέγραφε. Η πιο κάτω περικοπή από τα πρακτικά είναι χαρακτηριστική: E. Σου δείχνω το Τεκμήριο
- Την προηγούμενη φορά όταν σου υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3 αναγνώρισες την υπογραφή σου, αναγνώρισες ότι το υπέγραψες εκ μέρους της εταιρείας σωστά; A. Μάλιστα. E. Πες μου, το Τεκμήριο 3 που υπόγραψες, τι είναι; A. Αναφέρεται στο ποσό ενός εκατομμυρίου 400 χιλιάδων ευρώ και το ποσό της δόσης. Δικαστήριο(προς μάρτυρα): Σας έχει ρωτήσει καταρχήν τι είναι, η φύση του εγγράφου αυτού. Περί τίνος πρόκειται; Μάρτυρας: Είναι μια συμφωνία δανείου. Ο κ. Αναγνώστου συνεχίζει: E. Σου λέω ότι είναι η συμφωνία δανείου που υπογράφτηκε από εσάς εκ μέρους της εταιρείας, με σκοπό τη χορήγηση του δανείου που δικάζουμε σήμερα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται σ' αυτό το έγγραφο. Συμφωνείς μαζί μου; A. Μάλιστα. E. Και αν έχω σημειώσει σωστά από αυτά που ανέφερες την προηγούμενη φορά, είπες ότι κατόπιν αιτήσεως της τράπεζας συμφωνήθηκε και χορηγήθηκε αυτό το δάνειο. Έτσι είπες; A. Αυτό που έχω πει είναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση που αναφέρεται σ' αυτό το δάνειο, δεν αιτηθήκαμε εμείς οτιδήποτε προς την τράπεζα. Η τράπεζα ζήτησε να γίνει ανανέωση όχι του δανείου, να γίνει ανανέωση των υποθηκών που υπήρχαν για προηγούμενα δάνεια και συμφωνίες που υπήρχαν η εταιρεία με την τράπεζα................... Ε. Καλά κύριε, πριν από λίγο μας είπες ότι αυτό το έγγραφο που υπέγραψες είναι μια συμφωνία δανείου, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε το ποσό του δανείου. Τώρα τι μας λες, ότι δεν είναι συμφωνία δανείου που υπέγραψες; A. Όχι. Αυτό που έχω πει είναι ότι, εντάξει το έχω ξαναδεί αυτό το έγγραφο. Το συμφωνία δανείου, τούτο το έχω δει εδώ. (Δείχνει το αριστερό πάνω μέρος του εγγράφου) Πραγματικά υπογράψαμε τα βάσει της καλής συνεργασίας και της εμπιστοσύνης την οποία είχαμε όλα αυτά τα χρόνια στην τράπεζα και κακά τα ψέματα μέχρι εκείνην την περίοδο πηγαίναμε στην τράπεζα και είναι σαν να πηγαίναμε στην εκκλησία. Ήταν φανερή, κατά την άποψη μου, η προσπάθεια του Εναγόμενου 2 να απεμπλακεί με κάθε τρόπο από τις όποιες συμβατικές του υποχρεώσεις και μέσα στο πλαίσιο αυτής του της προσπάθειας προέβη τόσο σε αντιφατικούς ισχυρισμούς όσο και σε ισχυρισμούς που στερούνταν οποιασδήποτε πειστικότητας. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός του περί άγνοιας του περιεχομένου του εγγράφου που υπέγραψε, ήτοι του Τεκμηρίου 3, επειδή θεώρησε ότι επρόκειτο για ανανέωση υποθηκών και επειδή δεν του επεξηγήθηκε τι θα υπέγραφε ενώ γνώριζε, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, τη φύση και το χαρακτήρα του εγγράφου, αποδεικνύει το ψευδές και αβάσιμο της εκδοχής του η οποία, ως εκ τούτου, απορρίπτεται ως παντελώς αναξιόπιστη. Ως εκ τούτου από την εν λόγω μαρτυρία, παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα παρουσιασθέντα έγγραφα, προέκυψε και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη Συμφωνία δανείου έχει δεόντως υπογραφεί από την Εναγόμενη 1 εταιρεία (Τεκμήριο 3). Το ίδιο και οι Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκεύσεως Ακινήτου του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου από την Εναγόμενη 1 εταιρεία. (Τεκμήρια 6-14). Περαιτέρω, προκύπτει και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Συμφωνία Εγγύησης έχει δεόντως υπογραφεί από τους Εναγόμενους 2 και 3 (Τεκμήριο 5). Β. Δικαίωμα Τερματισμού Ο τρόπος αποπληρωμής του επίδικου Δανείου προνοείτο στον όρο 2 της επίδικης Συμφωνίας Τεκμήριο
- Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και της Μ.Ε.2, την οποία έχω αποδεκτεί, σταδιακά το επίδικο Δάνειο κατέστη μη εξυπηρετούμενο εφόσον οι συμφωνηθείσες δόσεις του δεν καταβάλλοντο κατά το χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες. Με βάση τις πρόνοιες του Όρου 2 της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, Τεκμήριο 3, διαλαμβάνονται τα εξής σε περίπτωση παράλειψης καταβολής των δόσεων: «Παράλειψη ή άρνηση του Πελάτη να καταβάλει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις, με οποιουσδήποτε τόκους, ή προμήθειες, ή δικαιώματα που οφείλονται σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, ολικά ή μερικά, στις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Τράπεζα απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, καθιστά το δάνειο αυτό ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στην Τράπεζα, χωρίς επηρεασμό οποιοσδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει ολόκληρο το παραπάνω δάνειο, προμήθεια ή δικαιώματα αμέσως. Εννοείται ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να δίνει παρατάσεις και να δέχεται πληρωμές οποιοσδήποτε δόσης η οποία έγινε πληρωτέα και/ή γενικά να τροποποιεί όλους ή οποιουσδήποτε από τους όρους που αναφέρονται στην αποπληρωμή του πιο πάνω δανείου. Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο όρο στη συμφωνία αυτή, εννοείται πάντοτε ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του, οπότε το παραπάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του γίνεται αμέσως οφειλόμενο και πληρωτέο». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σχετικός είναι και ο Όρος 6 αυτής που έχει ως εξής: «Μόλις το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος του ζητηθεί από την Τράπεζα, θα καθίσταται οφειλόμενο και πληρωτέο, και ο Πελάτης θα οφείλει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό που οφείλεται στην Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του Πελάτη να το πράξει αμέσως θα συνεπάγεται χρέωση του με τόκους υπερημερίας από τη μέρα της ζήτησης του δανείου και η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικά ή με άλλο τρόπο την πληρωμή του χρέους με επιπλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιοσδήποτε φύσης ως την πλήρη και τελική εξόφληση». Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η Τράπεζα θα μπορούσε να τερματίσει τη Συμφωνία Δανείου ακόμη και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής της. Συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Τράπεζα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου, με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφληση του ανά πάσα στιγμή έστω και αν δεν υπήρχε παράβαση της Σύμβασης Δανείου. Προκύπτει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά την 6/2/2012 οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 παρέλειπαν να καταβάλλουν τις δόσεις τους και είχαν συνεπώς διαρρήξει την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Επομένως στις 6/2/2012 που η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τη Συμφωνία είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείτο να το πράξει. Γ. Οι Προειδοποιητικές Επιστολές και οι Επιστολές Τερματισμού Για να καταστεί ένα ποσό απαιτητό και να είναι δυνατή η διεκδίκηση του θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής Συμφωνίας ή λογαριασμού. Η προϋπόθεση αυτή δεν είναι ασύνδετη με τους όρους της επίδικης Συμφωνίας Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εξετασθούν και τα εξής ζητήματα: (i) Κατά πόσο νομικά οι Ενάγοντες υποχρεούντο εν πάση περιπτώσει να απαιτήσουν γραπτώς πληρωμή από τους εγγυητές, Εναγόμενους 2 και
- (ii) Κατά πόσο οι Ενάγοντες έδωσαν ή όχι συμβατικά αποδεκτή ειδοποίηση προς τους εγγυητές. Ως προς το πρώτο ζήτημα το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 επιβεβαίωσε με παραπομπή στην απόφαση στην υπόθεση Savvides v. Cristofides
(1978)1 C.L.R. 303 ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Μπορεί, όμως, τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη ακόμα την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκτησης του. Όπως αναφέρθηκε στην Αγγλική υπόθεση Stimpson v. Smith
(1999)2 All E.R. 833 η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Λαζαρίδη (ανωτέρω), ο όρος για την παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή να καταβάλει το χρέος του πρωτοφειλέτη σηματοδοτεί, όπως το έθεσε ο Δικαστής Tuckley LJ, "the time from which the liability can be enforced". Στη Σύμβαση Εγγύησης (Τεκμήριο 5) αναφέρεται στον Όρο 1 ότι: Εγώ, για μένα, τους διαδόχους, εκδοχείς και τους νόμιμους αντιπροσώπους μου με το έγγραφο αυτό εγγυούμαι, όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη σε σας είτε αυτές είναι, παρούσες ή μελλοντικές, είτε είναι, ή θα γίνουν απαιτητές είτε είναι, προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα ή από εγγύηση προς τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες. Αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιεσδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με τον Όρο 10 της Συμφωνίας Δανείου διαλαμβάνονται τα εξής: «Κάθε ειδοποίηση που έχει σχέση με το έγγραφο αυτό μπορεί να δοθεί στον Πελάτη, με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή ιδιόχειρα, στη διεύθυνση που δηλώνεται στο έγγραφο αυτό ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση θα δώσει ο Πελάτης στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Περαιτέρω στον Όρο 14 της προαναφερόμενης Σύμβασης Εγγυήσεως διαλαμβάνεται ότι: «Νοείται πάντοτε ότι γραπτή απαίτηση πληρωμής από σας προς εμένα θα θεωρείται ότι έγινε κατάλληλα σε μένα ή τους διαχειριστές ή τους εκτελεστές της περιουσίας μου αν υποβληθεί με επιστολή μέσω συνήθους ταχυδρομείου στη διεύθυνση μου που φαίνεται πιο κάτω και θα είναι ισχυρή παρά την τυχόν αλλαγή της διεύθυνσης μου και έστω και αν η αλλαγή κοινοποιηθεί σε σας. Η απαίτηση αυτή θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές ή εκτελεστές 24 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της και θα είναι ισχυρή αν υπογράφει εκ μέρους σας από οποιοδήποτε υπάλληλο σας». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι φανερό ότι οι συμβαλλόμενοι, δηλ. η Τράπεζα από την μια (Ενάγοντες) και οι εγγυητές από την άλλη (Εναγόμενοι 2 και 3) κατέστησαν μέρος της Συμφωνίας Εγγύησης την αναγκαιότητα παροχής προς τους εγγυητές ειδοποίησης και δη γραπτής έτσι ώστε να άρχεται η δυνατότητα ανάκτησης από αυτούς του οφειλόμενου ποσού. Αυτό είναι ξεκάθαρο από τις συνδυασμένες πρόνοιες των όρων 1 και 14 της Σύμβασης Εγγύησης (Τεκμήριο 5). Όπως συνάγεται από το λεκτικό του όρου 14, η ζήτηση θα πρέπει να είναι γραπτή, εάν δε ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που τίθενται στο όρο αυτό, τότε δημιουργείται ένα τεκμήριο ότι υπήρξε καλή ειδοποίηση και ένα αντίστοιχο κώλυμα στον εγγυητή να αμφισβητήσει το ότι υπήρξε αυτή η επίδοση. Στην υπόθεση Barclays Bank Plc κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1726, 1733, αναφέρθηκε πως εφόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "Proof of posting .The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στην υπόθεση Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσής της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed .." Αφ΄ ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο[15]. O M.E.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 20 αντίγραφα επιστολών ημερ. 23/12/2011 οι οποίες απευθύνοντο στους Εναγόμενους 1, 2 και
- Σε αυτές τις επιστολές η Ενάγουσα πληροφορούσε τους Εναγόμενους ότι ο λογαριασμός του επίδικου δανείου παρουσίαζε καθυστέρηση στην πληρωμή των οφειλόμενων δόσεων και/ή ότι δεν λειτουργούσε κανονικά ενώ παράλληλα προειδοποιούσε ότι, αν δεν εξοφλούντο όλα τα οφειλόμενα ποσά εντός περιόδου 21 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής, θα προχωρούσε στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την είσπραξη τους. Επίσης ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 αντίγραφα επιστολών ημερ. 6/2/2012 οι οποίες και αυτές όπως και οι πιο πάνω επιστολές απευθύνοντο στους Εναγόμενους 1, 2 και
- Με τις εν λόγω επιστολές η Ενάγουσα Τράπεζα τους πληροφορούσε ότι τερμάτιζε τη λειτουργία του επίδικου Δανείου και τους καλούσε όπως προβούν σε εξόφληση των οφειλόμενων ποσών εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία της επιστολής. Επισημαίνεται ότι η θέση του Μ.Ε.1 ότι τα πρωτότυπα των πιο πάνω επιστολών (Τεκμήρια 20 και 21) απεστάλησαν στους Εναγόμενους στη διεύθυνση που οι ίδιοι (οι Εναγόμενοι) είχαν δώσει ως διεύθυνση επικοινωνίας χωρίς να επιστραφούν, δεν έχει αμφισβητηθεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης με αποτέλεσμα να παραμείνει αναντίλεκτη. Για το πιο πάνω ζήτημα απόλυτα σχετική είναι και η μαρτυρία της Μ.Ε.2 η οποία με σαφήνεια και θετικότητα αναφέρθηκε στα Τεκμήρια 20 και 21, επεξηγώντας με απόλυτα κατατοπιστικό τρόπο την εμπλοκή της στην ετοιμασία των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού. Παρά την αντεξέταση η Μ.Ε.2 παρέμεινε αταλάντευτα σταθερή στη θέση, την οποία αποδέχομαι, ότι ήταν η Λειτουργός που είχε άμεση επαφή και επικοινωνία με τον Εναγόμενο
- Μέσω δε της αξιόπιστης μαρτυρίας της επιβεβαιώθηκε ότι οι Εναγόμενοι είχαν ζητήσει από την Ενάγουσα Τράπεζα όπως η σχετική αλληλογραφία που τους αφορούσε σε σχέση με το επίδικο δάνειο αποστέλλεται στη διεύθυνση που οι ίδιοι δήλωσαν και η οποία αναφέρεται στα Τεκμήρια 20 και
- Επισημαίνεται ότι μέσω της Υπεράσπισης των Εναγομένων δεν αμφισβητήθηκε η αποστολή των πιο πάνω επιστολών αλλά η παραλαβή τους. Έπειτα, και ο ίδιος ο Εναγόμενος στη μαρτυρία του, αν και ισχυρίστηκε την μη παραλαβή των επιστολών, δέχτηκε ότι η Ταχυδρομική Θυρίδα που αναφέρεται στα Τεκμήρια 20 και 21 είναι η Ταχυδρομική Θυρίδα την οποία ελέγχουν με τη σύζυγο του καθημερινά για παραλαβή της αλληλογραφίας που τους αφορά. Ανεξαρτήτως τούτου ο Εναγόμενος 2 δεν θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής στη θέση του ότι δεν παρέλαβε τις εν λόγω επιστολές. Όπως και σε άλλα ζητήματα που σχολιάστηκαν ανωτέρω έτσι και στο υπό εξέταση ήταν έκδηλη η προσπάθεια του στο στάδιο της κατάθεσης του μέσω της προβολής διαφόρων αστήρικτων και αντιφατικών ισχυρισμών να αποφύγει με κάθε τρόπο τις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από τις επίδικες Συμβάσεις. Τέτοια, λοιπόν, ήταν η προσπάθεια του και στην προκειμένη περίπτωση. Με άλλα λόγια να προφασιστεί τη μη παραλαβή είτε των προειδοποιητικών επιστολών, είτε των επιστολών τερματισμού. Με δεδομένη, λοιπόν, την απόρριψη της μαρτυρίας του Εναγόμενου 2 ως αναξιόπιστης και σε σχέση με το παρόν ζήτημα έπεται ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από την πλευρά των Εναγομένων που να ανατρέπει το τεκμήριο που, υπό τις περιστάσεις, δημιουργήθηκε. Ότι δηλαδή οι επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού εφόσον ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους στη διεύθυνση που οι ίδιοι δήλωσαν στους Ενάγοντες και εφόσον αυτές δεν επεστράφησαν από το Ταχυδρομείο, παρελήφθησαν δεόντως από αυτούς. Ακόμη και να μην είχαν έτσι τα πράγματα, δηλαδή να μην είχαν αποσταλεί ή παραλειφθεί επιστολές, η καταχώρηση της Αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας Δανείου και απαίτησης πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.[16] Δ. Eγκυρότητα - Συμφωνία Εγγύησης Στην Υπεράσπιση προβάλλεται ότι η Συμφωνία Εγγύησης είναι άκυρη επειδή δεν πληροί τις πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197(Ι)/
- Ειδικότερα προβάλλεται ότι οι Ενάγοντες δεν παρέδωσαν στους Εναγόμενους 2 και 3 πριν την υπογραφή των κατ΄ ισχυρισμών εγγυήσεων: i) την Ενημερωτική Επιστολή που προβλέπει ο Νόμος και ii) τη Γραπτή Δήλωση του Πρωτοφειλέτη, ήτοι της Εναγόμενης 1 εταιρείας σχετικά με την περιουσιακή της κατάσταση. Εν πρώτοις, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 197
(1)/2003 και συγκεκριμένα της επιφύλαξης του Άρθρου 3
(1)[17], αυτός δεν τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις όπου ο Πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά το χρόνο σύναψης της Σύμβασης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του Πρωτοφειλέτη. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 κατά το χρόνο υπογραφής των επίδικων Συμφωνιών ήταν (και συνεχίζει να είναι μέχρι σήμερα) ο μοναδικός Διευθυντής και ένας εκ των μετόχων της Εναγόμενης 1 Εταιρείας[18]. Όσον αφορά την Εναγόμενη 3 προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Ε.2 ότι η ίδια κοινοποίησε την επιστολή ημερ. 17/8/2011, Τεκμήριο 25, με την οποία κοινοποιούνταν στην Εναγόμενη 3 οι όροι του επίδικου Δανείου. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε της αναφοράς της Μ.Ε.2 για κοινοποίηση του Τεκμηρίου 25 στην Εναγόμενη 3 όπως, επίσης, δεν αμφισβητήθηκε και η παραλαβή του εν λόγω Τεκμηρίου από την Εναγόμενη
- Μάλιστα, ο συνήγορος Υπεράσπισης εκλαμβάνοντας ως δεδομένη την κοινοποίηση του Τεκμηρίου 25 στην Εναγόμενη 3 ρώτησε αν το ίδιο είχε γίνει και με τον Εναγόμενο
- Η σχετική ερώτηση που υπεβλήθη ήταν η εξής: «Τέτοια επιστολή που κοινοποιήσατε στην Εναγόμενη 3, συμφωνείτε μαζί μου ότι δεν κοινοποιήσατε και/ή δεν παραδώσατε στον Εναγόμενο 2;» Όπως προκύπτει, στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 25 πάνω από το όνομα και υπογραφή της Εναγόμενης 3 καταγράφεται η ακόλουθη δήλωση: «Έχω παραλάβει, μελετήσει και κατανοήσει την παρούσα επιστολή προ της υπογραφής από εμένα της Σύμβασης Εγγύησης αναφορικά με την παραχώρηση και/ή συνέχιση της παραχώρησης της πιο πάνω χρηματοπιστωτικής διευκόλυνσης στον ως άνω αναφερόμενο προτιθέμενο Πρωτοφειλέτη. Έχω επίσης παραλάβει ταυτόχρονα τη Δήλωση Περιουσιακών Στοιχείων που ετοίμασε ο προτιθέμενος πρωτοφειλέτης». Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 η μόνη υποβολή που είχε γίνει αναφορικά με το Τεκμήριο 25 ήταν ότι δεν είχε δοθεί στον Εναγόμενο 2 χωρίς να προβάλλεται ανάλογη υποβολή σχετικά με την Εναγόμενη
- Το ζήτημα, βέβαια, αν και προφανές το ξεκαθάρισε η Μ.Ε.2 αναφέροντας σε σχετική ερώτηση που της υπεβλήθη το αυτονόητο, ήτοι ότι οι διευθυντές δεν παραλάμβαναν τέτοιου είδους επιστολές αλλά μόνο οι εγγυητές οι οποίοι δεν ήταν διευθυντές. Επιπλέον είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ουδεμία μαρτυρία δόθηκε από πλευράς Εναγομένων και ειδικότερα από πλευράς Εναγόμενης 3, η οποία δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας, που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό ότι το Τεκμήριο 25 και η Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης Πρωτοφειλέτη δεν παραδόθηκαν σε αυτή. Λέω, επίσης, σε συμφωνία με τα όσα σχετικά υποστήριξε ο κ. Αναγνώστου, ότι το γεγονός ότι «η δήλωση περιουσιακών στοιχείων» δεν περιλαμβάνεται στην ενημερωτική επιστολή εγγυητή, Τεκμήριο 25, ουδόλως δημιουργεί ζήτημα μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Ν.97(Ι)/2003 εφόσον είναι σαφές από το ίδιο το Άρθρο 5 του Νόμου ότι η Ενημερωτική Επιστολή και η Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης Πρωτοφειλέτη αποτελούν δύο ξεχωριστά έγγραφα τα οποία, με βάση το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, προκύπτει και, αποτελεί συναφώς εύρημα του Δικαστηρίου, ότι είχαν παραδοθεί στην Εναγόμενη 3 πριν την υπογραφή της Σύμβασης Εγγύησης. Ε. Το οφειλόμενο υπόλοιπο Οι Εναγόμενοι αρνούνται μέσα από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους στην Υπεράσπιση ότι οφείλουν οιοδήποτε ποσό, αιτούμενοι παράλληλα την απόρριψη της Αγωγής. Η θέση αυτή υπεβλήθη εξάλλου και κατά το στάδιο της ακρόασης στους μάρτυρες της πλευράς της Ενάγουσας, οι οποίοι και την απέρριψαν όπως, επίσης, και μέσα στο πλαίσιο της μαρτυρίας που προσέφερε ο Εναγόμενος
- Διαζευκτικά δε αναφέρουν ότι οι τόκοι, το βασικό επιτόκιο και ή περιθώριο και/η προσαύξηση δεν ήταν δυνατό να τροποποιούνται. Τέλος, αρνούνται οποιεσδήποτε χρεώσεις, έξοδα, επιβαρύνσεις και/ή δικαιώματα. Όπως είναι πάγια νομολογημένο στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Σε περίπτωση, λοιπόν, που η Τράπεζα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση[19]. Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο[20]. Ανάμεσα, λοιπόν, στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης ήταν και η απόδειξη του διεκδικούμενου υπολοίπου. Για το σκοπό αυτό η πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε Καταστάσεις Λογαριασμού, ήτοι το Τεκμήριο
- Επίσης στο πλαίσιο του Τεκμηρίου 28, στις δύο τελευταίες σελίδες αυτού, παρουσιάστηκαν αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμού για σκοπούς αφαίρεσης διαφόρων χρεώσεων πλην εκείνης που αφορά τις κεφαλαιοποιήσεις των τόκων. Να επισημάνω εδώ ότι, όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης της προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων. Σχετικές υποθέσεις είναι η Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ.
- Στο σημείο αυτό να πούμε δύο λόγια σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπιστεί η πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
- Η πλευρά των Εναγόντων έχει επικαλεστεί τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 που προνοεί τα εξής: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση. ........................................
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv». Στα εδάφια
(2)και
(3)του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: ▬ Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. ▬ Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. ▬ Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. ▬ Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Ο Μ.Ε.1 ο οποίος παρουσίασε την κατάσταση λογαριασμού αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9[21]. Έχει αποδειχθεί ότι η Τράπεζα καταχωρούσε τις χρεοπιστώσεις που αφορούσαν στον επίδικο λογαριασμό σε τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή το οποίο ήταν ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας και το οποίο βρίσκεται υπό την φύλαξη και έλεγχο της Τράπεζας. Οι καταχωρήσεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και οι παρουσιασθείσες καταστάσεις λογαριασμού που συνιστούν αντίγραφα των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο, έχουν συγκριθεί με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθές, αποτελούν, δηλαδή, ορθή αντιγραφή/αναπαραγωγή του Τραπεζικού Βιβλίου. Αποτελούν, συνεπώς, οι εν λόγω Καταστάσεις ενόψει του Άρθρου 22 (ανωτέρω) εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένοι σε αυτή. Το Άρθρο 22 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στον επίδικο λογαριασμό, ή, καλύτερα, στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού έχουν οι Εναγόμενοι. Με άλλα λόγια το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους των Εναγομένων να καταδείξουν, αν αυτή ήταν η θέση τους, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή μέρους του ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό[22]. Επισημαίνεται ότι κατά το στάδιο που κατέθετε η Μ.Ε.1 ουδεμία αντεξέταση έγινε από την πλευρά της Υπεράσπισης επί του περιεχομένου της κατάστασης λογαριασμού που ο Μ.Ε.1 κατέθεσε και των σχετικών σε αυτή καταχωρήσεων και, κατά συνέπεια, ουδεμία αμφισβήτηση της ορθότητας της υπήρξε. Ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Όπως ήδη αναφέρθηκε, πέραν της γενικής θέσης που υπεβλήθη από το συνήγορο Υπεράσπισης στους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ότι το υπόλοιπο που καταγράφεται στις Καταστάσεις Λογαριασμού Τεκμήριο 28 είναι λανθασμένο και ότι σε αυτό δεν εμφαίνονται οι πληρωμές που έγιναν από τους Εναγόμενους, ουδεμία άλλη αμφισβήτηση έγινε επί του εν λόγω Τεκμηρίου. Ειδικότερα δεν έχει αμφισβητηθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρέωση ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταχώρηση στις εν λόγω Καταστάσεις. Εν ολίγοις, πέραν των πιο πάνω γενικών υποβολών, ουδεμία αντεξέταση έγινε στον Μ.Ε.1 επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 28. Όσον αφορά τη μαρτυρία που προσέφερε ο Εναγόμενος 2, όπως ήδη αναφέρθηκε κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του, αυτός περιορίστηκε σε γενικές, αόριστες και χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση αναφορές ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των €800.000 και ότι από πλευράς Εναγομένων έγιναν πληρωμές των €70.000 - €80.000, όπως είπε στην αρχή, για να το διαφοροποιήσει στη συνέχεια ισχυριζόμενος ότι το ποσό των πληρωμών ανερχόταν στις €80.000 - €90.000. Επαναλαμβάνω πλην των πιο πάνω παντελώς ατεκμηρίωτων αναφορών ουδεμία άλλη μαρτυρία προσφέρθηκε από πλευράς Εναγομένων που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς τους Εναγόμενου 2 περί λανθασμένων Καταστάσεων Λογαριασμού και περί λανθασμένων χρεώσεων και/ή εξογκωμένου οφειλόμενου υπολοίπου. Για το ζήτημα αυτό είναι αρκετό να παραπέμψουμε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 όπου στη σελ. 493 λέχθηκαν τα εξής: «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή. Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και
- Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι, επίσης, και η απόφαση στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση αρ. 1/2010, ημερ. 8/7/2014: «Η απόδειξη του υπολοίπου του λογαριασμού - Λόγος έφεσης 1 Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. Επίσης δεν ευσταθεί το παράπονο τους ως προς τη μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Κεφ.
- Το δικαστήριο μπορεί να μην έκανε ειδική αναφορά στο άρθρο 22, αλλά από την όλη δομή της απόφασης είναι φανερό ότι είχε υπόψη του τις πρόνοιές του. Ανεξαρτήτως τούτου, οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1Α ΑΑΔ 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Με δεδομένο ότι η πλευρά των Εναγομένων δεν έχει κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης αμφισβητήσει καθ΄οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε χρέωση περιλαμβάνεται στο λογαριασμό, η θέση που προωθήθηκε ότι η κατάσταση λογαριασμού δεν είναι ορθή ή ότι σε αυτή δεν φαίνονται οι πληρωμές που είχαν γίνει από τους Εναγόμενους καθώς και ότι το υπόλοιπο που αναγράφεται σε αυτή είναι λανθασμένο δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Αν η πλευρά των Εναγομένων αμφισβητούσε οποιαδήποτε χρέωση στον επίδικο λογαριασμό και γενικότερα την ορθότητα ή μη της κατάστασης λογαριασμού όφειλε να αντεξετάσει σχετικά τον Μ.Ε.1 κάτι, που επαναλαμβάνω, δεν έχει πράξει. Σχετικά με το περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού που έγινε αποδεκτή δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ν Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση αρ.335/2009, ημερ. 17/10/2014 τα οποία παρατίθενται κατωτέρω: «Η χρέωση του ποσού των ΛΚ6.376,88 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, όπως άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε οποιαδήποτε χρέωση που περιλαμβάνεται στο εν λόγω Τεκμήριο. Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕ1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στη βάση όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 28 εμπεριέχει τις πραγματικές δοσοληψίες που έγιναν σε αυτό. ΣΤ. Oι Τόκοι Η χρέωση τόκου είναι ζήτημα που εξαρτάται από τους όρους της επίδικης Σύμβασης. Σε σχέση με τη διακύμανση του επιτοκίου στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι προέβαλαν βασικά: · Ότι το αιτούμενο επιτόκιο είναι υψηλότερο του συμφωνηθέντος. · Ότι αντίκειται στην επίδικη Συμφωνία. · Ότι είναι παράνομο. · Ότι δεν υπήρχε δυνατότητα τροποποίησης του. ▬ Μεταβολή βασικού επιτοκίου Καθ΄ όσον αφορά τη μεταβολή του βασικού επιτοκίου από 5,50% σε 5,75%, όπως προέκυψε από την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Ε.4 η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ασκούσε καθήκοντα Λειτουργού Ετοιμασίας Εγγράφων, αυτή έγινε με την Ανακοίνωση της Ενάγουσας στον ημερήσιο τύπο στις 13/7/2011 (Τεκμήριο 30). Στον Όρο 3 της επίδικης Συμφωνίας Δανείου διαλαμβάνεται ρητή πρόνοια για τη δυνατότητα μεταβολής του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας κατά την κρίση της Τράπεζας, η οποία και θα είναι δεσμευτική για τον οφειλέτη, θα πρέπει δε να γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση ενώ θα ισχύει (η μεταβολή) από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση της ή ειδοποίηση. ▬ Μεταβολή περιθωρίου Καθόσον αφορά τη μεταβολή του περιθωρίου από 3% σε 3,20% με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Ε.4 η οποία κατ΄ ουσία δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση, προέκυψε ότι εστάλη στους Εναγόμενους η επιστολή ημερ. 4/10/2011 με την οποία πληροφορούνταν ότι το περιθώριο αυξάνετο από 3% σε 3,20% «λόγω απουσίας πρόσφατων εξελεγμένων λογαριασμών». Επισημαίνεται ότι με βάση τα διαλαμβανόμενα στον Όρο 3 της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 3) αλλά και των Ειδικών Όρων στην επιστολή Προσφοράς (Τεκμήριο 4), υπήρχε πρόνοια για αύξηση του περιθωρίου του επίδικου δανείου κατά 0,20% σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι δεν παρουσίαζαν, έξι μήνες πριν το τέλος του τρέχοντος λογιστικού έτους, εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας και εξελεγμένες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του Ομίλου για το προηγούμενο λογιστικό έτος. Το ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με την υποχρέωση τους για παρουσίαση εξελεγμένων λογαριασμών προέκυψε από τη μαρτυρία της Μ.Ε.4 και δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση κατά το στάδιο της αντεξέτασης της. Η Ειδοποίηση (Τεκμήριο 27) ετοιμάστηκε από την Μ.Ε.4 η οποία την απέστειλε στη διεύθυνση Εφέσου 9, 5280 Παραλίμνι, που αποτελεί την διεύθυνση που δηλώθηκε στη Συμφωνία Δανείου και η οποία Ειδοποίηση, όπως ανέφερε η Μ.Ε.4 και δεν αμφισβητήθηκε, ουδέποτε επιστράφηκε. Επισημαίνεται ότι, με βάση τον Όρο 10 του Τεκμηρίου 3, παρείχετο η δυνατότητα αποστολής οποιασδήποτε Ειδοποίησης στους Εναγόμενους είτε στη διεύθυνση που δηλώνετο στο έγγραφο της Συμφωνίας Δανείου, είτε σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση θα έδινε ο πελάτης στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του. ▬ Επιτόκιο Υπερημερίας Όσον αφορά το επιτόκιο υπερημερίας προέκυψε ότι η Τράπεζα δεν διεκδικεί το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας που αναφέρεται στην Αγωγή. Κατά την ακροαματική διαδικασία το επιτόκιο υπερημερίας περιορίστηκε από 5,5% σε 2% το οποίο παρουσιάζεται στην Κατάσταση Λογαριασμού, Τεκμήριο 28, να εφαρμόζεται στον επίδικο Λογαριασμό Δανείου από την ημερομηνία τερματισμού (6/2/2012) και μετέπειτα. Ήδη στο πλαίσιο περιγραφής του Τεκμηρίου 28 έχει αναφερθεί περαιτέρω ότι καθόσον αφορά το χρόνο μετά τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού οι εν λόγω Καταστάσεις μπορούν να θεωρούνται ως αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμών. Για το υπό εξέταση ζήτημα σχετικό είναι το Άρθρο 3 των περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 - 2015 Νόμος 160(I)/1999 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον η επίδικη Σύμβαση έχει τερματιστεί στις 6/2/2012 δεν τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(α) του Άρθρου 3 ανωτέρω. Τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(β) του ιδίου Άρθρου. Εκείνο το οποίο προκύπτει από το εν λόγω εδάφιο είναι ότι, ενώ δεν απαγορεύεται η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2%, στην έκταση που το επιβληθέν επιτόκιο υπερημερίας ξεπερνά το 2% υπάρχει αποδεικτικό τεκμήριο ότι αυτό δεν είναι δικαιολογημένο. Πρόκειται, ωστόσο, για μαχητό τεκμήριο εφόσον το Πιστωτικό Ίδρυμα μπορεί, προσκομίζοντας σχετική μαρτυρία, να αποδείξει ότι ο επιβληθείς τόκος στη βάση επιτοκίου υπερημερίας μεγαλύτερου του 2% αντανακλά και αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Σε μια τέτοια περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι ότι το τεκμήριο ανατρέπεται και το Πιστωτικό Ίδρυμα δικαιούται στον τόκο που διεκδικεί στη βάση επιτοκίου υπερημερίας που ξεπερνά το 2%. Επισημαίνεται ότι ανεξαρτήτως του εδαφίου που τυγχάνει εφαρμογής, ότι η επιβολή τόκου στη βάση επιτοκίου υπερημερίας 2% δεν είναι δικαιωματική. Με άλλα λόγια, το Πιστωτικό Ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποδείξει ότι, το επιτόκιο υπερημερίας που επέβαλε και διεκδικεί, αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ECLI:CY:AD:2014:A484, Π.Ε. 1/2010 ημερ. 8/7/2014 επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας προς 3% λόγω του ότι προβλέπετο στη σχετική Συμφωνία το συγκεκριμένο ποσοστό. Στην υπό εξέταση περίπτωση καταλήγω ότι η Ενάγουσα Τράπεζα δικαιούται στη διεκδίκηση τόκου υπερημερίας 2% εφόσον στην επίδικη Συμφωνία Δανείου η επιβολή τέτοιου διαλαμβάνετο σε αυτή (αν και σε υψηλότερο ποσοστό τόκου υπερημερίας). Ζ. Ζήτημα καταχρηστικότητας του Όρου 3 της Συμφωνίας Δανείου Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο κ. Πισιάρας υποστήριξε ότι ο Όρος 3 της Συμφωνίας Δανείου που παρέχει το δικαίωμα στην Τράπεζα να αυξάνει, όποτε θέλει, το συμβατικό επιτόκιο με ειδοποίηση στον ημερήσιο τύπο και/ή με αποστολή επιστολής στον οφειλέτη είναι καταχρηστικός και αντίκειται στον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 [Ν.93(Ι))/1996], αφού δημιουργεί σε βάρος των Εναγομένων σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη Σύμβαση του Δανείου Όπως πολύ ορθά έχει επισημανθεί από τον κ. Αναγνώστου, ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν.93(Ι))/1996, τυγχάνει εφαρμογής σε καταναλωτές οι οποίοι είναι φυσικά πρόσωπα. Σχετικό είναι το Άρθρο 3
(1)του Νόμου όπου διαλαμβάνεται ότι ο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Νόμου «Καταναλωτής» σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος επενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του. Στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη Σύμβαση Δανείου έχει συναφθεί μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 Εταιρείας η οποία είναι η Πρωτοφειλέτιδα. Με δεδομένο λοιπόν ότι η Πρωτοφειλέτιδα είναι νομικό πρόσωπο ο Νόμος 93(Ι)/1996 δεν τυγχάνει εφαρμογής. Ούτε, βέβαια, μπορούν οι εγγυητές, Εναγόμενοι 2 και 3 στην παρούσα υπόθεση, οι οποίοι είναι φυσικά πρόσωπα να προσβάλουν την εγκυρότητα της Συμφωνίας Δανείου, ούτε να εγείρουν οποιαδήποτε ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα της επί τη βάσει της πιο πάνω νομοθεσίας, εφόσον αυτά δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία, δεν είναι, δηλαδή, privies και δεν τους αφορά. Είναι γνωστή η αρχή της συμβατικής σχέσης (privity of contract) με βάση την οποία μόνο οι συμβαλλόμενοι είναι μέρη της σύμβασης και μόνο αυτοί μπορούν να ενάγουν και να ενάγονται αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση. Έπεται, λοιπόν, ότι μη συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να προσβάλει το κύρος μιας συμφωνίας[23]. Η. Κατάληξη Για τους λόγους που πιο πάνω έχω εξηγήσει και με βάση τη μαρτυρία που έχω αποδεχθεί εκδίδεται Απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: (α) Απόφαση για το ποσό των €1.442.199,06 πλέον τόκους προς 10,950% ετησίως επί ποσού €1.431.388,14 από 06/2/2012 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους μέχρι εξόφλησης. Επίσης εκδίδεται: (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου κατά των Εναγομένων διατάττον την εκποίηση των Υποθηκών Υ1540/2011, Υ1543/2011, Υ1544/2011, Υ1546/2011, Υ1547/2011, Υ1548/2011, Υ1549/2011, Υ1550/2011 και Υ1551/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου και την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων που περιγράφονται σε αυτές έναντι ή/και προς ικανοποίηση του χρέους των Εναγομένων 1 προς τους Ενάγοντες ως αναφέρεται πιο πάνω μετά τόκων και εξόδων της παρούσας αγωγής και επιστροφή οιουδήποτε τυχόν περισσεύματος στους Εναγόμενους αντίστοιχα. Τέλος εκδίδεται: (γ) Δήλωση του Δικαστηρίου δια της οποίας αποφασίζεται και/ή αναγνωρίζεται ότι οι Ενάγοντες διατηρούν το σύνολο των δικαιωμάτων και/ή αξιώσεων που απορρέουν από τα δεόντως κατατεθέντα Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. 27/4/1993, 27/4/1995, 12/6/2003, 24/8/2009 και 14/12/2010 επί της περιουσίας των Εναγομένων 1. Τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος των Εναγομένων 1, 2, και 3 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε παράγραφο 4 του Εγγράφου 1. [2] Δέστε παραγράφους 5 και 6 του Εγγράφου 1. [3] Δέστε παράγραφο 9 του Εγγράφου 1. [4] Δέστε παράγραφο 10 του Εγγράφου 1. [5] Δέστε παραγράφους 6 και 7 του Εγγράφου 2. [6] Δέστε παράγραφο 20 του Εγγράφου 1. [7] Δέστε παράγραφο 21 του Εγγράφου 1. [8] Δέστε παράγραφο 23 του Εγγράφου 1. [9] Δέστε παράγραφο 11 του Εγγράφου 2. [10] Δέστε παράγραφο 12 του Εγγράφου 2. [11] Δέστε, μεταξύ άλλων, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ. 2192, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ.
- [12] Δέστε παραγράφους 6, 11 και 12 του Εγγράφου 2 καθώς και παραγράφους 11 και 12 του Εγγράφου
- [13] Δέστε και
(1934)2 Κ.Β. 394. [14] Ας σημειωθεί ότι το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην απόφαση Χ΄Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd. κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ.1113 στη σελίδα
- [15] Δέστε, επίσης, Σάββα v. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή αρ. 341/10, ημερ. 6/12/
- [16] Δέστε Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2002)1 Α.Α.Δ.
- [17] «Νοείται ότι ο παρών Νόμος δε θα εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη». [18] Δέστε παράγραφο 9 του Εγγράφου 2 και Τεκμήριο
- [19] Δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ [2001] 1 Α.Α.Δ.
- [20] Δέστε Barry Wynne v. David Costaki Mavronikola ως Διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα [2009] 1A.Α.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/09 ημερ. 17/10/
- [21] Δέστε παράγραφο 38 του Εγγράφου
- [22] Δέστε Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357. [23] Δέστε Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1153. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο