← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Taylor κ.α., Αρ.Αγωγής: 1476/2013, 19/4/2019

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Taylor κ.α., Αρ.Αγωγής: 1476/2013, 19/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 1476/2013 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Eνάγουσα -και- 1. XXXXX XXXXX Taylor 2. XXXXX XXXXX Taylor 3. Storm Developments Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 19 Απριλίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Γ. Μαλέκκου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη 3: Α. Κασσιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης. Α Α Π Ο Φ Α Σ Η Eισαγωγή - Δικογραφία Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενάγονται ως πρωτοφειλέτες δυνάμει Συμφωνίας Δανείου και η Εναγόμενη 3 Εταιρεία ως εγγυητής των υποχρεώσεων των Εναγομένων. Η αξίωση της Ενάγουσας Τράπεζας εδράζεται σε Συμφωνία Δανείου ημερ. 27/3/2008 για την παραχώρηση δανείου για ποσό CHF635.000 υπό τους όρους που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α) - (γ) της παρ.2 της Έκθεσης Απαίτησης. Δυνάμει Εγγράφου Συμφωνίας ημερ. 27/3/2008 η Εναγόμενη 3 Εταιρεία εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 2 είτε αυτές είναι παρούσες είτε μελλοντικές είτε αυτές κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστούν απαιτητές είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες μέχρι ποσού CHF635.000 πλέον τόκους. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 η Εναγόμενη 3 υποθήκευσε δυνάμει της υποθήκης Υ730/2008 προς όφελος της Ενάγουσας τα κτήματα που περιγράφονται στην παρ.5 της Έκθεσης Απαίτησης. Δυνάμει Εγγράφου Συμφωνίας ημερ. 27/3/2008 οι Εναγόμενοι 1 και 2 εκχώρησαν τα δικαιώματα τους που απορρέουν από το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 20/3/2008 το οποίο συνήφθη μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 και της Εναγόμενης 3 δυνάμει του οποίου αγόρασαν μια έπαυλη με τα στοιχεία που αναφέρονται στην παρ.6 της Έκθεσης Απαίτησης. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραβίασαν τους όρους υπό τους οποίους καταρτίστηκε η εν λόγω Συμφωνία Δανείου με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να τερματίσει τη μεταξύ τους συμφωνία και να διεκδικήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη 3 παραδέχεται την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας Δανείου μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 και της Ενάγουσας πλην όμως αγνοεί και δεν παραδέχεται τους ισχυρισμούς σε σχέση με τους όρους που αφορούν τον υπολογισμό και διακύμανση του επιτοκίου. Αναφορικά με τη Συμφωνία Εγγύησης η Εναγόμενη 3 αρνείται οποιαδήποτε εξ εγγυήσεως υποχρέωση της και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Έγγραφο Εγγύησης είναι αόριστο, ασαφές και ότι πάσχει από αβεβαιότητα ως το περιεχόμενο, την έννοια του και την έκταση της ισχύος του, με αποτέλεσμα να είναι άκυρο και ανεφάρμοστο. Περαιτέρω και ανεξαρτήτως, ισχυρίζεται ότι η επίδικη Συμφωνία Εγγύησης είναι άκυρη και ή ακυρώσιμη και ή ανεφάρμοστη διότι: · Εν γνώσει της Ενάγουσας ουδέποτε ήταν η πρόθεση και/ή η θέληση της Εναγόμενης 3 και/ή ουδέποτε η Εναγόμενη 3 συμφώνησε με την Ενάγουσα να εγγυηθεί όλες τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 2, παρούσες ή μελλοντικές, ή η εγγύηση της να είναι μια συνεχής εγγύηση όλων των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2. · Το επίδικο Εγγυητήριο Έγγραφο είναι ένα έγγραφο τυποποιημένου τύπου και προκατασκευασμένο από την Ενάγουσα που το χρησιμοποιούσε γενικά για όλους τους πελάτες της, δανειολήπτες και/ή εγγυητές δανειοληπτών. · Ενώ η Ενάγουσα γνώριζε πολύ καλά ότι η Εναγόμενη 3 ουδέποτε είχε πρόθεση να εγγυηθεί τη φερεγγυότητα και/ή πιστή εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 με βάση την επίδικη Συμφωνία Δανείου εντούτοις η Ενάγουσα προέβη στις ακόλουθες ρητές παραστάσεις, δηλώσεις και/διαβεβαιώσεις: i. Ότι ο σκοπός υπογραφής του επίδικου Εγγυητηρίου Εγγράφου ήταν αποκλειστικά και μόνο η εξασφάλιση και/ή η εγγύηση της Εναγόμενης 3 σε ό,τι αφορά την υποχρέωση της να προχωρήσει και να εκδώσει ξεχωριστό τίτλο εγγραφής του πωληθέντος στους Εναγόμενους 1 και 2 ακινήτου έτσι ώστε να είναι δυνατή η υποθήκευση του από τους Εναγόμενους 1 και 2 προς όφελος της Ενάγουσας για εξασφάλιση των υποχρεώσεων τους. ii. Ότι η ευθύνη της Εναγόμενης 3 θα εξαντλείτο στην υποχρέωση της για έκδοση του τίτλου για το πωλούμενο ακίνητο και τη μεταβίβαση του στους Εναγόμενους 1 και 2 ή στο όνομα της Ενάγουσας με βάση το Εκχωρητήριο Έγγραφο που είχε ταυτόχρονα υπογραφεί μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 και της Ενάγουσας. iii. Ότι η επίδικη εγγύηση δεν είχε σε καμιά περίπτωση την έννοια της εγγύησης της φερεγγυότητας και/ή δυνατότητας των Εναγομένων 1 και 2 για αποπληρωμή του δανείου και εκπλήρωσης των εκ της συμβάσεως δανείου απορρεουσών υποχρεώσεων. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς σε σχέση με την επίδικη υποθήκη, ενώ η Εναγόμενη 3 παραδέχεται την υπογραφή της ισχυρίζεται ότι είναι παράνομη και άκυρη λόγω μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι η επίδικη υποθήκη παρεχωρήθη ως αποτέλεσμα δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων της Ενάγουσας και/ή συνεπεία απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 3 ισχυρίζεται ότι στον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτιδα της Ενάγουσας και υπήρχε μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης τέτοια που εύλογα πίστευε ότι η Ενάγουσα δεν θα ενεργούσε ενάντια στα συμφέροντα της, ούτε ότι θα προέβαινε σε ψευδείς παραστάσεις ή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Ισχυρίζεται δε ότι ως κατασκευαστική εταιρεία και εταιρεία πώλησης ακινήτων στο πλαίσιο χρηματοδότησης από την Ενάγουσα πελατών της Εναγόμενης 3 λόγω του ότι στις πλείστες περιπτώσεις οι αγοραζόμενες οικίες και/ή διαμερίσματα ήσαν υπό κατασκευή και/ή δεν υπήρχαν ξεχωριστοί τίτλοι έτσι ώστε με την αγορά και εξόφληση τους να μπορούν άμεσα να τιτλοποιηθούν στο όνομα των αγοραστών και να υποθηκευτούν προς εξασφάλιση του δανεισμού των πελατών η Ενάγουσα ακολουθούσε την πρακτική να απαιτεί από τους Εναγόμενους παραχώρηση υποθήκης επί του ακινήτου επί του οποίου θα ανεγείρετο η οικία ή το διαμέρισμα, υπογραφή εκχωρητηρίου εγγράφου των δικαιωμάτων των αγοραστών με βάση το πωλητήριο καθώς και εταιρική εγγύηση από την Εναγόμενη 3 στη βάση των παραστάσεων της Ενάγουσας. Aκόμη η Εναγόμενη 3 ισχυρίζεται υπογραφή του επίδικου Εγγυητηρίου υπό συνθήκες λάθους (mistake) και/ή πλάνης. Τέλος ισχυρίζεται ότι η εγγύηση είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη καθ΄ ότι παραχωρήθηκε ως αποτέλεσμα απόκρυψης από την Ενάγουσα των σοβαρών κινδύνων που διέτρεχε ένεκα της παραχώρησης δανείου σε Ελβετικά Φράγκα χωρίς η Ενάγουσα να βεβαιωθεί ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήσαν άτομα κατάλληλα για ένα τέτοιο περίπλοκο και/ή επικίνδυνο χρηματοοικονομικό μέσο και/ή χωρίς να συμβουλεύσει η Ενάγουσα την Εναγόμενη 3 για τον κίνδυνο που διέτρεχαν από την αβέβαιη διακύμανση του Ελβετικού Φράγκου. Μέσω της Ανταπαίτησης της η Εναγόμενη 3 αξιώνει δήλωση ότι η επίδικη εγγύηση είναι άκυρη και ότι έχει απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη. Επίσης αξιώνει δήλωση ότι η επίδικη υποθήκη και/ή Δήλωση Υποθήκης είναι παράνομες και/ή άκυρες. Διεκδικεί δε Διάταγμα για ακύρωση και εξάλειψη της επίδικης υποθήκης. Στην παρούσα υπόθεση ενόψει της μη εμφάνισης των Εναγομένων 1 και 2 μετά την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος εκδόθηκε εναντίον τους κατόπιν διαδικασίας απόδειξης απόφαση ως η Απαίτηση. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Ενάγουσα κάλεσε τρείς μάρτυρες ως εξής: § XXXXX Νικολάου, Μ.Ε.1 § XXXXX Βιολάρης, Μ.Ε.2 § XXXXX Πογιατζή, Μ.Ε.3 Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσαν δύο μάρτυρες ως ακολούθως: § XXXXX Σολωμού, Μ.Υ.1 § XXXXX Κασάπης, Μ.Υ.2 Μ.Ε.1 Η Μ.Ε.1 είναι Λειτουργός στη Διεύθυνση Διαχείρισης Οριστικών Καθυστερήσεων Λιανικής Τραπεζικής στην Ενάγουσα Τράπεζα. Κατά τη μαρτυρία της (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας (Τεκμήρια 1 - 16). Μ.Ε.2 Ο Μ.Ε.2 το 2008 ήταν υπάλληλος στο Τμήμα Στεγαστικών Δανείων της Ενάγουσας στο Παραλίμνι. Ήταν παρών κατά την υπογραφή και συνομολόγηση των επίδικων εγγράφων, ήτοι της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 1), του Εγγράφου Εγγυήσεως (Τεκμήριο 2), της Υποθήκης (Τεκμήριο 3) και του εχωρητηρίου (Τεκμήριο 8). Κατέθεσε ότι κάθε φορά που η Ενάγουσα ενημερώνετο για την πρόοδο του ακινήτου από τον πολιτικό μηχανικό ή μετά από γραπτές οδηγίες των Εναγομένων 1 και 2, η Τράπεζα προχωρούσε στην εκταμίευση μέρους του δανείου για πληρωμή στην Εναγόμενη 3. Κατέθεσε δε έγγραφα στα οποία φαίνονται οι μεταφορές που έγιναν από τον ένα λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 (τον εσωτερικό λογαριασμό Escrow) στον άλλο (τον καταθετικό) και από το λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 προς το λογαριασμό της Εναγόμενης 3 (Τεκμήρια 22 - 37). Ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι το Εγγυητήριο έγγραφο δόθηκε στον κ. Γ. Σολωμού εκ μέρους της Εναγόμενης 3 για να το υπογράψει και ότι, αφού το διάβασε και ικανοποιήθηκε, το υπέγραψε χωρίς να τεθεί από οποιονδήποτε οποιοδήποτε ζήτημα. Μ.Ε.3 Η Μ.Ε.3 είναι υπάλληλος του Κτηματολογίου στο Τμήμα Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως. Αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την εγγραφή της επίδικης υποθήκης και κατέθεσε έγγραφα τα οποία είχε στην κατοχή της από το φάκελο του Κτηματολογίου. Κατέθεσε ότι εκ μέρους της Εναγόμενης 3 Εταιρείας παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ο Γ. Σολωμού, ο οποίος, αφού ρωτήθηκε από τον Κτηματολογικό Λειτουργό αν αποδέχεται να υποθηκευτούν τα ακίνητα της Εταιρείας, υπέγραψε. Η Μ.Ε.3 ανέφερε επίσης ότι κατόπιν αναγκαστικού οριζόντιου διαχωρισμού των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας αναφορικά με την επίδικη κατοικία αρ.19 (Τεκμήριο 40). Αναφερθείσα στη Σημείωση που καταγράφεται στο Τεκμήριο 40, εξήγησε ότι η εν λόγω Σημείωση επί του τίτλου όπου αναφέρεται «Απαγορεύεται η εκούσια μεταβίβαση ή/και υποθήκευση. Πιστοποιητικό μη εξουσιοδοτημένων εργασιών .. δεν έχει υλοποιηθεί ο Όρος 503 των Πολεοδομικών Αδειών (χώρος πρασίνου)...» αποτελεί Σημείωση η οποία μπορεί να απαλειφθεί νοουμένου ότι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης συμμορφωθεί και η αρμόδια Αρχή ικανοποιηθεί για τη συμμόρφωση. Μ.Υ.1 Ο Μ.Υ.1 είναι ένας από τους αξιωματούχους της Εναγόμενης 3 Εταιρείας Αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες η Εναγόμενη 3 ενεπλάκη στην επίδικη συναλλαγή και υπέγραψε, μεταξύ άλλων, τα επίδικα έγγραφα συμπεριλαμβανομένου του επίδικου Εγγυητηρίου Εγγράφου, της Υποθήκης και του Εκχωρητηρίου. Μ.Υ.2 Ο Μ.Υ.2 είναι υπάλληλος του Δήμου Παραλιμνίου. Αναφέρθηκε στον τρόπο πληρωμής εμπράγματων βαρών που σημειώνονται στον εκσυγχρονισμό των τίτλων ως μη εξουσιοδοτημένη εργασία (κατασκευή δρόμου, πεζοδρομίων, διαμόρφωση χώρου πρασίνου κλπ.) και την απαλλαγή παρατυπιών και απαγορεύσεων από τους τίτλους εγγραφής. Κατέθεσε ότι η παρατυπία που υπήρξε σε σχέση με την κατοικία αρ.19 που αγόρασαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 (μη διαμόρφωση χώρου πρασίνου), θα μπορούσε να αρθεί στην περίπτωση που η Εναγόμενη 3 εκπλήρωνε τα όσα είχαν συμφωνηθεί με το Δήμο Παραλιμνίου (ήτοι το κόστος κατασκευής). Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεων του. Είναι η αξιολόγηση από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της μαρτυρίας που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.[2] Η εντύπωση που σχημάτισα και για τους τρείς μάρτυρες που κλήθηκαν από την Ενάγουσα ήταν απόλυτα θετική. Όλοι τους μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Θεωρώ ότι όλοι τους με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση τους διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, την ακριβή εμπλοκή και γνώση τους. Δεν έχω δε διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Καθ΄όλη τη διάρκεια της εξέτασης τους παρέμειναν σταθεροί και συνεπείς στις θέσεις τους ενώ σε κανένα σημείο δεν κλονίσθηκε η μαρτυρία τους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. O M.Y.1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση για τους λόγους που πιο κάτω αναλυτικά αναφέρω. Δεν έχω δε καμία αμφιβολία ότι προσπάθησε να προωθήσει μια εκδοχή που θεωρούσε ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε απαλλαγή των συμβατικών υποχρεώσεων του. Ο Μ.Υ.2 με ειλικρίνεια κατέθεσε αυτά που γνώριζε υπό την ιδιότητα του Τεχνικού Μηχανικού στο Δήμο Παραλιμνίου αναφορικά με τον τρόπο πληρωμής εμπραγμάτων βαρών που σημειώνονται στους τίτλους ιδιοκτησίας ως μη εξουσιοδοτημένες εργασίες για σκοπούς απαλλαγής της μη εξουσιοδοτημένης εργασίας που αναφέρονται σε αυτούς καταθέτοντας για το σκοπό αυτό και σχετικά έγγραφα. Ακολουθεί στη συνέχεια η εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, χρήζουν απόδειξης προς το σκοπό κατάληξης στα αναγκαία ευρήματα. Α. Οι Συμφωνίες των Διαδίκων Η Μ.Ε.1 είναι Λειτουργός στη Διεύθυνση Διαχείρισης Οριστικών Καθυστερήσεων Λιανικής Τραπεζικής. Κατά τη μαρτυρία της (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας. Όπως προέκυψε, κατόπιν αιτήματος των Εναγομένων 1 και 2, συνεφωνήθη Eγγράφου Συμφωνίας ημερ. 27/3/2008 όπως η Ενάγουσα παραχωρήσει στους Εναγόμενους 1 και 2 CHF 635.000, Τεκμήριο 1, στο οποίο μνημονεύονται οι όροι παροχής του δανείου. Στην εν λόγω Συμφωνία Δανείου υπέγραψαν στις 3/4/2008 από μέρους της Ενάγουσας οι κ.κ. Δ. Φωκκής και Χ. Χριστοδούλου ενώ εκ μέρους των πρωτοφειλετών η κα XXXXX Χατζηχριστοδούλου ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους δυνάμει Πληρεξουσίου Εγγράφου (Τεκμήριο 6). Όπως κατέθεσε ο Μ.Ε.2, τόσο ο ίδιος όσο και η συνάδελφος του Μαρία Κουμπάρου ήσαν παρόντες όταν τέθηκαν οι υπογραφές των πιο πάνω αναφερόμενων προσώπων ως μάρτυρες υπογραφής των Εναγομένων 1 και 2. Την ίδια ημέρα, δηλαδή 27/3/2008, η Εναγόμενη 3 Εταιρεία υπέγραψε Εγγυητήριο Έγγραφο, το Τεκμήριο 2. Εκ μέρους της Εναγόμενης 3 υπέγραψε ο Γ. Σολωμού (Μ.Υ.1), Γραμματέας της Εταιρείας. Όπως κατέθεσε ο Μ.Ε.2, ο Γ. Σολωμού έθεσε ενώπιον του την υπογραφή του στο Εγγυητήριο Έγγραφο εκ μέρους της Εναγόμενης 3. Στις 2/4/2008 στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου έγινε εγγραφή και σύσταση της υποθήκης Υ730/2008 (Τεκμήριο 3), που η Εναγόμενη 3 Εταιρεία παραχώρησε αναφορικά με το ακίνητο της προς όφελος της Ενάγουσας Τράπεζας. Εκ μέρους της Εναγόμενης 3 παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο ως Πληρεξούσιος Αντιπρόσωπος δυνάμει πληρεξουσίου Εγγράφου το οποίο ήταν κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο από τις 22/6/2006 με αρ. 297/2006 (Τεκμήριο 38) ο Γ. Σολωμού (Μ.Υ.1), ο οποίος και υπέγραψε. Ο Γ. Σολωμού, όπως φαίνεται και από το απόσπασμα συνεδρίας του Δ.Σ. της Εναγόμενης 3, ημερ. 20/1/2008 (Τεκμήριο 17) είχε εξουσιοδότηση να υπογράψει τα πιο πάνω έγγραφα εκ μέρους της Εναγόμενης 3. Είναι παραδεκτό με βάση τα δικόγραφα ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δυνάμει Εγγράφου Συμφωνίας ημερ. 27/3/2008 εκχώρησαν στην Ενάγουσα τα δικαιώματα τους τα οποία απορρέουν από το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 20/3/2008, το οποίο συνήφθη μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 και της Εναγόμενης 3 δυνάμει του οποίου αγόρασαν μια έπαυλη αρ.19 «Bernera Villas» η οποία ανηγέρθη επί των ακινήτων υπ΄ αρ .εγγραφής 0/XXXX, Φ/Σχ 2-XXX-378, Τεμάχιο XXX, Τμήμα 15 στην περιοχή Λίμνη του Σκάρου, Αμμόχωστος και υπ΄ αρ. εγγραφής 0/XXX, Φ/Σχ. 2-XXX-378, Τεμάχιο XXX, Τμήμα 15 στην περιοχή Δίμα του Σκάρου, Αμμόχωστος. Όπως προέκυψε, η υπογραφή των πιο πάνω εγγράφων αλλά και η αυθεντικότητα τους δεν αμφισβητείται. Αντιθέτως, επιβεβαιώθηκε και από την Εναγόμενη 3 μέσω της μαρτυρίας του Μ.Υ.1. Ό,τι αμφισβητείται είναι οι συνθήκες υπογραφής του Εγγυητήριου Εγγράφου και της Υποθήκης. Συνθήκες υπογραφής του εγγυητηρίου και υποθήκης Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 διαπίστωσα ότι με σαφήνεια και θετικότητα επεξήγησε στο Δικαστήριο τόσο τη διαδικασία που ακολουθείται από την Τράπεζα σε σχέση με τη χορήγηση στεγαστικών δανείων όσο και σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση για τη χορήγηση του επίδικου δανείου αλλά και την υπογραφή των σχετικών εγγράφων. Ήταν δε απόλυτα κατηγορηματικός ότι της υπογραφής του επίδικου εγγυητηρίου εγγράφου από τον Μ.Υ.1 εκ μέρους της Εναγομένης 3 είχε προηγηθεί από τον Μ.Ε.2 η επεξήγηση τόσο του εν λόγω εγγράφου όσο και των όρων του επίδικου δανείου. Παρά την επίμονη αντεξέταση που ο Μ.Ε.2 υπέστη αυτός παρέμεινε αταλάντευτα σταθερός στη θέση ότι είχε επεξηγηθεί στον Μ.Υ.1 τι υπέγραφε καθώς και ότι πριν να υπογράψει το εγγυητήριο έγγραφο είχε δοθεί αρκετός χρόνος στον Μ.Υ.1 για να το μελετήσει. Ήταν ξεκάθαρος ότι, όπως γινόταν και σε κάθε άλλη παρόμοια περίπτωση, στο πλαίσιο των εξηγήσεων που δίδονται στον πωλητή/developer έτσι και στην υπό εξέταση περίπτωση είχε ρητά αναφερθεί στον Μ.Υ.1 ότι η εγγύηση που υπέγραφε η Εναγόμενη 3 θα ίσχυε μέχρι την έκδοση τίτλου σε σχέση με το πωληθέν ακίνητο. Απέρριψε δε με κατηγορηματικό τρόπο την υποβολή ότι εκείνο που είχε αναφερθεί στον Μ.Υ.1 αναφορικά με το σκοπό της υπογραφής των σχετικών εγγράφων, ήτοι του εγγυητηρίου, της υποθήκης και του εκχωρητηρίου, ήταν η διασφάλιση από την Εναγόμενη 3 της έκδοσης τίτλου προσθέτοντας, το αυτονόητο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι αυτό που η Τράπεζα ήθελε ήταν να εξοφληθεί το δάνειο και όχι μόνο να εκδοθεί τίτλος για το πωληθέν ακίνητο[3]. Στην ερώτηση δε που του υπεβλήθη κατά την αντεξέταση για ποιο λόγο ένας developer όπως η Εναγόμενη 3 να εγγυηθεί ένα ξένο πρόσωπο με το οποίο δεν είχε σχέση, ο Μ.Υ.1 αποστομωτικά απάντησε ότι ο λόγος της παραχώρησης μιας τέτοιας εγγύησης (από τον developer) ήταν η εξασφάλιση κέρδους μέσω της πώλησης της οικίας του. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 κατά την αντεξέταση: Ε. Κύριε μάρτυς, υπήρχε περίπτωση ένας developer να έρθει να εγγυηθεί έναν ξένο, που δεν τον είδε ποτέ του χωρίς οποιανδήποτε δέσμευση ή σχέση; Για ποιον λόγο να κάμει τούντο πράμα; Α. Για να πωλήσει να βγάλει κέρδος. Να πωλήσει το σπίτι του. Χωρίς περιστροφές και καμία αμφιταλάντευση ο Μ.Ε.2 απέρριψε την υποβολή ότι το επίδικο εγγυητήριο έγγραφο είχε υπογραφεί από την Εναγόμενη 3 ως αποτέλεσμα ψευδών και/ή παραπλανητικών παραστάσεων και συμπεριφοράς εκ μέρους της Τράπεζας που είχε σκοπό και αποτέλεσμα να παραπλανήσει και παραπλάνησε τελικά την Εναγόμενη 3 να το υπογράψει. Ειδικότερα δε απέρριψε με κατηγορηματικό τρόπο τη θέση ότι η Τράπεζα είχε παραστήσει στην Εναγόμενη 3 ότι η επίδικη εγγύηση αφορούσε στην παραχώρηση εκ μέρους της Εναγόμενης 3 εγγύησης για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το πωληθέν ακίνητο ώστε να είναι δυνατή η εγγραφή του ακινήτου στο όνομα των αγοραστών. Όσες φορές και αν ερωτήθηκε ο Μ.Ε. 2 ήταν σταθερός στην εκδοχή του ότι στον Μ.Υ.1 είχαν εξηγηθεί όλα τα σχετικά έγγραφα και ότι αυτός αποφάσισε να τα υπογράψει γνωρίζοντας τι υπέγραφε. Οι πιο κάτω αναφορές από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 είναι σχετικές: «..Ο developer όταν ήρθε στην Τράπεζα του επεξηγήθηκε τι εγγυάται και του δόθηκε το έγγραφο, το μελέτησε, του δόθηκε αρκετός χρόνος, ήρτε κοντά μας, ρωτήσαμε τον αν είχε απορίες και μετά προχωρήσαμε στην υπογραφή. Επαναλαμβάνω. Τους δίδεται αρκετός χρόνος και τους πελάτες και του developer και εξηγείται και αν έχει απορίες δεν τα υπογράφουν. Ξαναέρχονται και υπογράφουν τα μετά». « ..Εξηγήσαμε του γενικά τους όρους όλους, το ποσό του δανείου, το ποσό της υποθήκης, της εγγύησης, ότι η εγγύηση θα είναι μέχρι την έκδοση τίτλων. Διαφωνώ, δεν προσπαθούμε να ξεγελάσουμε εμείς τους πελάτες. Υπάρχει μια γενική επεξήγηση γενικά για όλους τους όρους του δανείου ξεχωριστά, αναλυτικά, δίνεται το έγγραφο, επαναλαμβάνω, το μελετά και αν έχει διαφωνία δεν θα υπογράψει και δόθηκε αρκετός χρόνο στον κύριο Σολωμού και του δόθηκαν τα έγγραφα να τα μελετήσει. Δεν υπόγραψε μόνο το έγγραφο εγγυήσεως, διότι δεν είναι μόνο μια υπογραφή και φεύγει. Είναι και η υποθήκη, βλέπουν το ακίνητο, αναγνωρίζουν ότι οι αριθμοί του ακινήτου είναι οι ίδιοι, ότι συμφωνούν μαζί μας, είναι μεγάλη η διαδικασία που γίνεται». «Ήξερε τι υπέγραφε, επεξηγήθηκε το έγγραφο, το μελέτησε το έγγραφο πριν να το υπογράψει. Το έγγραφο δίνεται στον πελάτη, μελετά το, δίνεται αρκετός χρόνος και μετά το υπογράφει». «.ήξερε τι υπέγραφε, εξηγήθηκαν όλα τα σχετικά και αποφάσισε να υπογράψει.» «Οι όροι επεξηγήθηκαν και μάλιστα δόθηκαν τα σχετικά έγγραφα στον εγγυητή να τα μελετήσει και μετά να υπογράψει. Δόθηκε αρκετός χρόνος για υπογραφές.» Στρεφόμενη τώρα στη μαρτυρία του Μ.Υ.1 λέω εξαρχής ότι δεν άφησε καλές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Ήταν, κατά την κρίση μου, εμφανής η προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι παραπλανήθηκε από την Ενάγουσα Τράπεζα στην υπογραφή του επίδικου Εγγυητήριου εγγράφου με προφανή σκοπό την αποφυγή με κάθε τρόπο των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 3 που απέρρεαν από την εν λόγω Συμφωνία. Μέσα στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς μεταξύ των οποίων και ισχυρισμούς ότι της υπογραφής του Εγγυητηρίου είχαν προηγηθεί παραστάσεις και διαβεβαιώσεις από μέρους της Τράπεζας ότι το εν λόγω έγγραφο δεν αποσκοπούσε σε ανάληψη από την πλευρά της Εναγόμενης 3 εξ΄εγγυήσεως ευθύνης για την φερεγγυότητα των δανειοληπτών. Ενώ δέχτηκε ότι ήταν το πρόσωπο που είχε προβεί σε όλες τις επαφές με την Τράπεζα για να ολοκληρωθεί η υπογραφή των σχετικών εγγράφων και ότι ήταν σε θέση να γνωρίζει επακριβώς τους όρους που υπέγραψε καθώς και ότι είχε διαβουλευθεί με την Τράπεζα τους όρους των εγγράφων, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι η Τράπεζα τον διαβεβαίωνε ότι αυτά δεν είχαν καμία σχέση με το χρηματικό ποσό του πελάτη/αγοραστή. Έπειτα ενώ στην πολυσέλιδη γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο 3) είχε ισχυριστεί ότι το Εγγυητήριο είχε υπογραφεί από τον ίδιον κατόπιν παραστάσεων από τους εκπροσώπους της Τράπεζας ότι η Εγγύηση ήταν για σκοπούς διασφάλισης της Τράπεζας αναφορικά με την υποχρέωση της Εναγόμενης 3 να εκδώσει τίτλο εγγραφής για το πωληθέν ακίνητο χωρίς οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι της Τράπεζας, σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του αναφερόμενος στις εν λόγω παραστάσεις βασικά επαναλάμβανε αυτό που και ο ίδιος ο Μ.Ε.2 είχε αναφέρει σε σχέση με τη διάρκεια της ισχύος του Εγγυητήριου και μόνο. Οι πιο κάτω αναφορές του Μ.Υ.1 κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του είναι ενδειχτικές: «.πριν υπογράψω το συμβόλαιο, έχω μιλήσει με τον διευθυντή της τράπεζας, τον κύριο Παπαγιάννη με τον Υποδιευθυντή. Παρών ήταν και ο κύριος Βιολάρης. Όλοι με διαβεβαίωσαν ότι είμαι εγγυητής αυτής της ιστορίας του συμβολαίου, μέχρι να φκάλω κοτσιάνι μέχρι να δώσω τίτλο.» «...και με διαβεβαίωσαν οι ίδιοι ότι μπαίνω εγγυητής μέχρι να εκδώσω τίτλο, πράγμα που έπραξα και υπάρχει και όρος μέσα στα έγγραφα τα δικά τους που υπόγραψα. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Σε τι αναφέρεστε; Μάρτυρας: Υπάρχει όρος που λέει ότι είναι εγγυητής μέχρι να εκδώσω τίτλο.» Όπως συναφώς προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.2 και δεν αμφισβητήθηκε εν τέλει από τον ίδιο τον Μ.Υ.1, εκείνο που είχε λεχθεί στον Μ.Υ.1 ήταν ότι η παραχωρηθείσα από την Εναγόμενη 3 εγγύηση θα ίσχυε μέχρι την έκδοση τίτλου σε σχέση με το πωληθέν ακίνητο. Αυτό, όμως, δεν διαφοροποιεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο την υποχρέωση που μέσω του Εγγυητηρίου αναλάμβανε η Εναγόμενη όπως αυτή περιείχετο στο εν λόγω έγγραφο. Με άλλα λόγια όπως και ο ίδιος ο Μ.Υ.1 ανέφερε στη μαρτυρία του, εκείνο βασικά που του είχε λεχθεί ήταν η διάρκεια ισχύος της εγγύησης που η Εναγόμενη 3 υπέγραφε, ζήτημα, ωστόσο, ξεχωριστό από το περιεχόμενο της Εγγύησης και του κατά πόσο αυτή αφορούσε εγγύηση της φερεγγυότητας ή της δυνατότητας των Εναγομένων 1 & 2/αγοραστών αποπληρωμής του δανείου και εκπλήρωσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Όπως είναι, κατά την εκτίμηση μου, φανερό στο πλαίσιο της Γραπτής Δήλωσης του Μ.Υ.1 έγινε τεχνηέντως αλλά ανεπιτυχώς προσπάθεια ουσιαστικά να παρουσιαστεί ότι η αναφορά που έγινε σε σχέση με τη διάρκεια ισχύος της εγγύησης αφορούσε στην πραγματικότητα την ευθύνη που η Εναγόμενη 3 αναλάμβανε και ότι αυτή εξαντλείτο στην αποπεράτωση της αγορασθείσας οικίας και της έκδοσης ξεχωριστού τίτλου. Επαναλαμβάνω. Η διάρκεια ισχύος της επίδικης Εγγύησης και το τι αυτή συμπεριλάμβανε είναι δύο διαφορετικά ζητήματα. Δεν είναι, επίσης, άνευ σημασίας και το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 17 το οποίο αποτελεί την Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης εταιρείας αρ.3, σε αντίθεση με τα όσα προσπάθησε να προωθήσει ενώπιον του Δικαστηρίου ο Μ.Υ.1, αναγράφεται ξεκάθαρα στην παράγραφο 3[4] ότι η Εταιρεία θα εγγυάτο τις τραπεζικές διευκολύνσεις οι οποίες θα παραχωρούνταν στον Αγοραστή από την Ενάγουσα Τράπεζα. Ρητά δε αναφέρετο στην εν λόγω Απόφαση ότι ήτο όρος για τις παρεχόμενες από την Τράπεζα προς τους αγοραστές της Εναγόμενης 3 εταιρείας τραπεζικές διευκολύνσεις η παραχώρηση από την Εναγόμενη 3 εξασφαλίσεων προς όφελος της Τράπεζας. Παρατίθεται πιο κάτω μέρος από το απόσπασμα συνεδρίας του Δ.Σ. της Εναγόμενης εταιρείας ημερ. 20/1/2008, Τεκμήριο 17: «(Α) Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου ανέφερε ότι έχουν γίνει διευθετήσεις σύμφωνα με τις οποίες η ALPHA BANK CYPRUS LTD...('η Τράπεζα') συμφώνησε να παρέχει και/ή να συνεχίσει να παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις προσωπικά και/ή μαζί με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα προς την Εταιρεία και/ή με άλλο τρόπο να δίνει προς την Εταιρεία πίστωση ή να παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις για τόση περίοδο, όση θα αποφασίσει η Τράπεζα σύμφωνα με την κρίση της και/ή να δώσει /να δίνει οποιαδήποτε παράταση χρόνου για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που πρέπει να πληρωθεί από την Εταιρεία προς την Τράπεζα. (Β) Επίσης, η Εταιρεία μαζί με τους XXXXX ΚΑΞΙΣΙΗ .., XXXX ΠΑΡΑΣΧΟΥ .... & XXXXX ΚΟΥΜΟΥΛΟΥ.. (ο Δεύτερος Πωλητής) προτίθεται να πωλεί και/ή έχει πωλήσει σε τρίτους («οι Αγοραστές» και κάθε ένας από αυτούς «ο Αγοραστής») ως ιδιοκτήτης οικόπεδα και/ή διαμερίσματα και/ή σπίτια τα οποία έχουν ανεγερθεί και/ή θα ανεγερθούν από την Εταιρεία επί της ακίνητης περιουσίας της Εταιρείας, σύμφωνα με τους όρους των σχετικών αγοραπωλητηρίων εγγράφων («τα Αγοραπωλητήρια Έγγραφα»), (Γ) Επειδή όλοι και/ή οποιοιδήποτε από τους Αγοραστές είτε προσωπικά, είτε μαζί με οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα θα λάβουν τραπεζικές διευκολύνσεις υπό τύπο δανείου ή διαφορετικά («οι Τραπεζικές Διευκολύνσεις») από την Τράπεζα ούτως ώστε να δυνηθούν να εκπληρώσουν είτε μερικώς είτε ολικώς τις υποχρεώσεις τους κάτω από τα Αγοραπωλητήρια Έγγραφα, (Δ) Είναι όρος των προαναφερομένων διευθετήσεων ότι, για κάθε πώληση οποιουδήποτε ακινήτου σε Αγοραστή στον οποίο θα παραχωρηθούν Τραπεζικές Διευκολύνσεις από την Τράπεζα, η Εταιρεία θα παρέχει/ουν εξασφαλίσεις προς όφελος της Τραπέζης και/ή υπογράφει/ουν οποιαδήποτε έγγραφα ήθελαν ζητηθεί από την Τράπεζα σε σχέση με την παραχώρηση των Τραπεζικών Διευκολύνσεων σε Αγοραστές. .................................... ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ: 1. .................................... 2. Όπως για κάθε πώληση οποιουδήποτε ακινήτου σε Αγοραστή στον οποίο θα παραχωρηθούν Τραπεζικές Διευκολύνσεις, από την Τράπεζα η Εταιρεία θα εγγράφει/ουν υποθήκες για οποιαδήποτε σειρά, για οποιοδήποτε ποσό, πλέον τόκων, είτε σε ολόκληρο το ακίνητο είτε σε οποιοδήποτε μερίδιο του ακινήτου προς όφελος της Τραπέζης, ως εξασφάλιση των Τραπεζικών Διευκολύνσεων οι οποίες θα παραχωρηθούν στον Αγοραστή. 3. Όπως η Εταιρεία εγγυηθεί τις Τραπεζικές Διευκολύνσεις οι οποίες θα παραχωρηθούν στον Αγοραστή από την Τράπεζα. ....................................... (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: (
  2. i)Επεξηγήθηκαν στον Μ.Υ.1 ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης 3 περιληπτικά το περιεχόμενο του κάθε εγγράφου που υπέγραψε και ερωτήθηκε πριν την υπογραφή εάν υπήρχε οποιαδήποτε απορία, (
  3. ii)Αφού δόθηκε χρόνος ο Μ.Υ.1 μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και, αφού δεν είχε οποιεσδήποτε απορίες ή ενδοιασμούς, προχώρησε στην υπογραφή τους. Βασικός άξονας της Υπεράσπισης αποτέλεσε η ερμηνεία του Εγγυητηρίου, Τεκμήριο 2, και ειδικότερα του όρου 23 ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρονται ανωτέρω στο παρόν έγγραφο, μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για τη VILLA NO.19 "PERNERA VILLAS" η οποία ανεγείρεται στο ακίνητο με :1. - αριθμό εγγραφής: 0/8126, Φύλλο/ Σχέδιο: -/2-XXX- 378, Τεμάχιο: XXX, Τμήμα: 15, στον/στην: -, Αμμόχωστος και 2. - αριθμό εγγραφής: 0/XXXX, Φύλλο/ Σχέδιο: -/2-XXX-378, Τεμάχιο: XXXX, Τμήμα: 15, στον/στην: -, Αμμόχωστος στο όνομα του/της XXXXX XXXXX TAYLOR (Αρ. Διαβ. GΒR XXXXX0319) και XXXXX XXXXX TAYLOR (Αρ. Διαβ.GΒR XXXXX9654) (που στη συνέχεια θα αναφέρονται από κοινού 'ο Αγοραστής'), την μεταβίβασή του/ς στο όνομα του Αγοραστή και την εγγραφή υποθήκης προς όφελος της Τραπέζης ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με την Τράπεζα, η παρούσα εγγύησή μου θα τερματισθεί. Η υποθήκη η οποία θα εγγράφει θα είναι για ποσό ίσο με 110%, πλέον τόκων, των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με τη Τράπεζα κατά την ημερομηνία εγγραφής της υποθήκης ή για τέτοιο άλλο ποσό το οποίο θα υποδείξει η Τράπεζα». Ερμηνεία Συμφωνίας Εγγύησης - Αρχές που διέπουν την ερμηνεία όρων Συμφωνίας Έχουμε ήδη αξιολογήσει τη μαρτυρία που αφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες υπεγράφη η επίδικη Συμφωνία Εγγύησης και έχει ως αποτέλεσμα απορριφθεί η εκδοχή του Μ.Υ.1 αναφορικά με τις ισχυριζόμενες παραστάσεις και/ή συμπεριφορά της Τράπεζας πριν την υπογραφή της εν λόγω Συμφωνίας. Αποτέλεσε, περαιτέρω, εισήγηση εκ μέρους της Υπεράσπισης ότι η επίδικη Συμφωνία Εγγύησης πάσχει από αβεβαιότητα καθώς και ότι είναι αόριστη και ασαφής με αποτέλεσμα να είναι άκυρη και ανεφάρμοστη. Η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου μιας συμφωνίας, αποτελεί νομικό ζήτημα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Το Δικαστήριο προσπαθώντας να ερμηνεύσει ένα έγγραφο καθοδηγείται από τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας[5]. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου μιας Συμφωνίας αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της Συμφωνίας. Στην υπόθεση Amethyst Distributors Ltd v. Ιεράς Μονής Κύκκου

(2011)1 Α.Α.Δ. 199 λέχθηκαν τα εξής: «Είναι φανερό ότι η έφεση αφορά στην ερμηνεία των όρων της επίδικης σύμβασης. Πρόκειται για νομικό θέμα για το οποίο το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια. Σκοπός είναι η εξεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των συμβαλλομένων. Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία μιας σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. Οι ερμηνευτικοί κανόνες χρησιμοποιούνται μόνο όταν το νόημα ενός όρου, είναι ασαφές (Pell Frischmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 33, 44). Όπου επιχειρείται ερμηνεία όρων της σύμβασης, το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της σύμβασης στον μέσο λογικό άνθρωπο[6])». Στην υπόθεση Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance Public Company Limited,
(2011)1 Α.Α.Δ. τονίσθηκε ότι οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη Συμφωνία στο σύνολο της. Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε, επίσης, ότι για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια Σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών[7]. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ.2)
(1998)1 Α.Α.Δ 2335: «Οδηγό για την ερμηνεία συμβατικών όρων αποτελεί το κείμενό τους, ορώμενο, όχι απομονωμένο, αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας στην οποία απαντάται. Όπως υποδείξαμε στην πρόσφατη απόφασή μας, στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ,
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, το κείμενο συμβατικής πρόνοιας, όπως εντάσσεται στο πλαίσιο της συμφωνίας, αποτελεί το θεμελιακό κανόνα ερμηνείας των συμβάσεων. Το κριτήριο, όπως επισημάναμε:- " ... . είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Mαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα." Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δύο πλευρών διαπιστώνονται από το ίδιο το κείμενο μιας συμφωνίας. Πάγια ερμηνευτική αρχή είναι ότι η πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική αποτύπωση μιας συμφωνίας, δηλ. των σκέψεων τους που για το σκοπό αυτό εξετάζεται συνολικά. Επαναλαμβάνω. Σκοπός της ερμηνείας εγγράφου είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Ως εκ τούτου, η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Γεώργιου Ν. Μούτση
(2000)1 Α.Α.Δ 1809 στις σελ. 1815-1816: «Ένας βασικός κανόνας ερμηνείας ενός εγγράφου είναι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα (literal meaning), όπως είναι γενικά κατανοητές (Robertson v. French [1803] 4 East 130). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Beard v. Moira Colliery Co. ([1915] 1 Ch. 257), "Στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνηθισμένη ερμηνεία τους." Κατά πόσο η επίδικη Εγγυήση είναι άκυρη λόγω αοριστίας Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές κρίνω ότι ο όρος 23 που περιέχεται στη Σύμβαση Εγγύησης είναι σαφής και δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα διφορούμενης έννοιας και/ή αοριστίας του. Με βάση το εν λόγω όρο η Εναγόμενη 3 θα μπορούσε να απαλλαγεί από την υποχρέωση της ως εγγυητής των υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών νοουμένου ότι πληρούνταν οι πιο κάτω προϋποθέσεις σωρευτικά: p έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το πωληθέν ακίνητο στο επίδικο οικοδομικό συγκρότημα p μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ονόματι των πρωτοφειλετών/Αγοραστών p εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου προς όφελος της Τράπεζας (ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών προς την Τράπεζα). Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να υπομνησθεί ο σκοπός μιας συμφωνίας εγγύησης ο οποίος είναι η εξασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη με βάση τη σύμβαση που αυτός (ο πρωτοφειλέτης) έχει καταρτίσει με τον πιστωτή. Το Άρθρο 84 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 δίδει τον πιο κάτω ορισμό της σύμβασης εγγύησης: «
  1. Σύμβαση εγγύησης΄ είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται ΄εγγυητής΄, το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται ΄πρωτοφειλέτης΄ και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται ΄πιστωτής΄.» Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Chitty On Contracts 27η έκδοση, σελ.1305 παρά.42-001: "... ... A contract of suretyship is in essence a contract by which one person (the surety) agrees to answer for some liability of another (the principal debtor) to a third person (the creditor)." Είναι καθαρό ότι με τη σύμβαση εγγύησης κάποιο τρίτο πρόσωπο (ο εγγυητής) αναλαμβάνει έναντι του πιστωτή την εκπλήρωση της υποχρέωσης ή υπόσχεσης του πρωτοφειλέτη. Ενώ η σύμβαση εγγύησης αποτελεί αυτόνομη σύμβαση, είναι ταυτόχρονα και το παρεπόμενο αποτέλεσμα μιας άλλης σύμβασης, της κυρίας σύμβασης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη για την οποία συνάπτεται η σύμβαση εγγύησης. Στην προκειμένη περίπτωση με δεδομένο ότι ουδεμία άλλη εξασφάλιση είχε παραχωρηθεί από τους πρωτοφειλέτες Εναγόμενους 1 και 2 για τη Σύμβαση Δανείου που υπέγραψαν με την Τράπεζα ενώ τα λεφτά του δανείου θα κετέληγαν στην Εναγόμενη 3, δεν ήταν διόλου τυχαία η συμπερίληψη του όρου 23 στην επίδικη Σύμβαση Εγγύησης. Η έκδοση και μόνο ξεχωριστού τίτλου της κατοικίας που οι Εναγόμενοι 1 και 2 αγόρασαν δεν θα μπορούσε να προσφέρει οτιδήποτε στην Ενάγουσα Τράπεζα. Μόνο με την εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου προς όφελος της Τράπεζας θα μπορούσε η Τράπεζα να εξασφαλίζετο για το δάνειο που είχε παραχωρήσει προς τους Εναγόμενους 1 και 2, αλλιώς η Εναγόμενη 3 - η οποία είχε, μέσω της παραχώρησης δανείου από την Ενάγουσα στους Εναγόμενους 1 και 2, το όφελος από την πώληση της οικίας - θα παρέμενε υπεύθυνη για το όποιο χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου. Με βάση όλα τα πιο πάνω είναι, συνεπώς, η κατάληξη μου ότι μόνο με την υλοποίηση και των τριών προϋποθέσεων σωρευτικά θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε πρακτική σημασία ο όρος 23 και να οδηγήσει σε απαλλαγή της Εναγόμενης
  2. Για να το θέσω διαφορετικά, μόνο με την εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου προς όφελος της Τράπεζας θα δύνατο η Τράπεζα να το πωλήσει και να ικανοποιήσει ολόκληρη ή μέρος της οφειλής προς αυτή. Όσον αφορά το επιχείρημα της Υπεράσπισης ότι υπήρχε αοριστία σε σχέση με το χρόνο εφόσον δεν καθορίζετο το χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα έπρεπε να εκδοθεί ο τίτλος επ΄ονόματι του πρωτοφειλέτη και να υποθηκευθεί το ακίνητο, η σύντομη απάντηση του Δικαστηρίου είναι ότι ένα τέτοιο ζήτημα, ήτοι ο χρόνος έκδοσης του τίτλου, αφορούσε την Εναγόμενη 3 και τους αγοραστές. Επαφίετο δε στην ίδια την Εναγόμενη 3 να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει το συντομότερο δυνατόν χωριστό τίτλο για το πωληθέν ακίνητο έτσι ώστε στη συνέχεια να μπορεί να προχωρήσει η μεταβίβαση και εγγραφή της υποθήκης προς όφελος της Τράπεζας. Δεν είναι αντιληπτό πως ο μη καθορισμός χρόνου μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την Εναγόμενη 3 αφ΄ης στιγμής ήταν ξεκάθαρα προς όφελος της η εξασφάλιση όσον το δυνατόν ενωρίτερα χωριστού τίτλου για να επέλθει τοιουτοτρόπως, μετά την συνδρομή και των υπόλοιπων προϋποθέσεων (μεταβίβαση επ΄ονόματι των αγοραστών και εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου προς όφελος της Τράπεζας), και η απαλλαγή της από την Σύμβαση Εγγύησης. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως προέκυψε από την αξιόπιστη προσφερθείσα μαρτυρία από μέρους της Μ.Ε.3, μετά τον αναγκαστικό οριζόντιο διαχωρισμό σε σχέση με το επίδικο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/29495 που αφορά την κατοικία με αρ. 19 εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ακίνητης ιδιοκτησίας στο οποίο περιλαμβάνετο η ακόλουθη σημείωση: «Απαγορεύεται η εκούσια μεταβίβαση ή/και υποθήκευση. Πιστοποιητικό μη εξουσιοδοτημένων εργασιών (ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΥ) ΠΑΡΑΤΥΠΙΕΣ: Δεν έχει υλοποιηθεί ο όρος 503 των πολεοδομικών αδειών.(Χώρος Πρασίνου) (3/ΕΣ/375/2018)»[8]. Όπως περαιτέρω προέκυψε η πιο πάνω σημείωση θα μπορούσε να διαγραφεί στην περίπτωση όπου υπήρχε συμμόρφωση του ιδιοκτήτη με τις απαιτήσεις της αρμόδιας αρχής και αποστέλλετο η απόφαση της αρμοδίας αρχής στο Κτηματολόγιο, οπόταν και η παρατυπία θα αίρετο. Το ίδιο ανέφερε και ο Μ.Υ.2 ο οποίος ξεκάθαρα ανέφερε ότι αν ο ιδιοκτήτης κατέβαλε το ποσό που συμφωνήθηκε με τον Δήμο Παραλιμνίου για την μη εξουσιοδοτημένη εργασία, ήτοι την μη διαμόρφωση του χώρου πρασίνου, τότε ο Δήμος θα κοινοποιούσε επιστολή στο Κτηματολόγιο προς διαγραφή της εν λόγω παρατυπίας. Επισημαίνεται ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Μ.Υ.1 ότι αποτελούσε υποχρέωση της εταιρείας του η διαμόρφωση χώρου πρασίνου και ότι είχε συμφωνήσει με τον Δήμο να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό για να γίνει η σχετική εργασία από το Δημαρχείο και να αρθεί ο σχετικός όρος στον τίτλο ιδιοκτησίας για να μπορέσει στη συνέχεια η εταιρεία να προχωρήσει στην μεταβίβαση. Με βάση δε τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 η οποία έχει και αυτή γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη, η παρατυπία που οδήγησε στη μη έκδοση τίτλου επ΄ονόματι των αγοραστών, Εναγομένων 1 & 2 θα μπορούσε να αρθεί στην περίπτωση κατά την οποία η Εναγόμενη 3 εταιρεία πλήρωνε τα όσα είχαν συμφωνηθεί με τον Δήμο Παραλιμνίου. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν είχε λάβει χώρα εφόσον η Εναγόμενη 3 δεν έχει καταβάλει το καθορισμένο για σκοπούς άρσης της παρατυπίας ποσό. Κατάρτιση Συμφωνιών υπό συνθήκες πλάνης/(mistake) Η πλευρά της Εναγόμενης επικαλείται περαιτέρω ως ακόμη ένα λόγο ακυρότητας του επίδικου εγγυητηρίου το ότι αυτό υπεγράφη υπό συνθήκες πλάνης και/ή λάθους ως προς την έννοια και έκταση του. Για το υπό συζήτηση θέμα σχετικό είναι το Άρθρο 21 και το Άρθρο 22 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: 21.-
(1)Αν και τα δύο μέρη της συμφωνίας τελούν σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός, ουσιώδες στη συμφωνία, η συμφωνία είναι άκυρη. Πεπλανημένη αντίληψη αναφορικά με την αξία του αντικειμένου της συμφωνίας, δεν θεωρείται ως πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός.
(2)Η σύμβαση δεν είναι ακυρώσιμη επειδή συνάφθηκε συνεπεία πλάνης αναφορικά με οποιοδήποτε νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία~ πλάνη όμως για νόμο που δεν ισχύει στη Δημοκρατία επιφέρει τις ίδιες συνέπειες, όπως και η πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός. 22. Η σύμβαση δεν είναι ακυρώσιμη από μόνο το λόγο ότι συνάφθηκε από ένα από τους συμβαλλόμενους ο οποίος τελούσε σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός. Με βάση τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες οι οποίες κωδικοποιούν τις αρχές του Κοινοδικαίου προκύπτει ότι και τα δύο μέρη πρέπει να τελούν υπό πλάνη δηλ. η πλάνη πρέπει να είναι κοινή (common mistake). Δεν είναι αρκετό ότι ο ένας μόνο των συμβαλλομένων τελούσε υπό πλάνη αναφορικά με κάποιο πραγματικό γεγονός. Στην υπό εξέταση περίπτωση με βάση την αξιολόγηση που έχει προηγηθεί το Δικαστήριο έχει αποφανθεί περί της γνώσης του Μ.Υ.1 αναφορικά με τους όρους της Συμφωνίας Εγγύησης και κατέληξε ότι, έχοντας αυτός προηγουμένως λάβει εξηγήσεις από τους λειτουργούς της Τράπεζας και χρόνο να μελετήσει τα σχετικά έγγραφα, γνώριζε ακριβώς τι υπέγραφε καθώς και τις υποχρεώσεις που προέκυπταν από τη Σύμβαση Εγγύησης. Υπό αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να γίνεται επίκληση πλάνης και/ή λάθους. Κατάρτιση Συμφωνιών ως αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων Παρόμοια είναι και η κατάληξη σε σχέση με τη θέση της Υπεράσπισης για ακυρότητα της Σύμβασης Εγγύησης λόγω του ότι η υπογραφή της ήτο αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων από πλευράς της Ενάγουσας Τράπεζας. Με βάση την αξιολόγηση που προηγήθηκε ουδεμία ψευδής παράσταση και/ή διαβεβαίωση δόθηκε από την Τράπεζα προ της υπογραφής του εγγυητηρίου και δη αυτών που ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε στη μαρτυρία του. Κώλυμα (Estoppel) Αποτέλεσε εισήγηση του κ. Κασσιανή ότι η Τράπεζα κωλύεται και/ή εμποδίζεται να απαιτεί από την Εναγόμενη 3 οποιεσδήποτε θεραπείες της εξ εγγυήσεως και/ή υποθηκεύσεως ευθύνης της και ότι η Εναγόμενη 3 δέον όπως απαλλαγεί από αυτές. Βασικά εκείνο το οποίο προβάλλεται είναι ότι: (α) μέσω των εγγράφων που η ίδια η Ενάγουσα Τράπεζα κατήρτισε έχει η ίδια δημιουργήσει την εντύπωση ότι η υποχρέωση της Εναγόμενης 3 θα εξαντλείτο ουσιαστικά στην έκδοση ξεχωριστού τίτλου και ότι βάσει των εγγράφων του πληρεξουσίου και του εκχωρητηρίου θα ήταν δυνατή η απεμπλοκή της, (β) μέσω των υπαλλήλων της η Ενάγουσα Τράπεζα παριστούσε ότι η ευθύνη της Εναγόμενης 3 θα τερματιζόταν και θα απαλλάττετο με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας. Η εισήγηση του κ. Κασσιανή στηρίχτηκε στο ότι στην προκειμένη περίπτωση οι δύο πλευρές βασίστηκαν σε μια υπόθεση (assumption) ότι δηλ. η εξασφάλιση της Τράπεζας θα ήταν η δυνατότητα της να μεταβιβάσει το πωληθέν ακίνητο επ΄ονόματι της και/ή αυτό να υποθηκευθεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 προς όφελος της, δυνατότητα η οποία θα υφίστατο μέσω της έκδοσης από την Εναγόμενη 3 ξεχωριστού τίτλου για το ακίνητο. Επικαλέστηκε προς τούτο την αρχή του Estoppel by convention βασιζόμενος και σε απόφαση Δικαστηρίου της Νέας Ζηλανδίας. Σχετική με το υπό συζήτηση δόγμα του Estoppel by convention είναι η υπόθεση Con‑Stan Industries of Australia Pty Ltd v Norwich Winterthur Insurance (Australia) Ltd
(1985)160 CLR 226 όπου διατυπώθηκαν τα εξής: "...Estoppel by convention is a form of estoppel founded not on a representation of fact made by a representor and acted on by a representee to his detriment, but on the conduct of relations between the parties on the basis of an agreed or assumed state of facts, which both will be estopped from denying. The existence of an estoppel based on a convention between the parties has often been recognized: Thompson v. Palmer
(1933)49 C.L.R. 507, at p. 547; Grundt v. Great Boulder Pty. Gold Mines Ltd
(1937)59 C.L.R. 641, at pp. 657, 675-677; Legione v. Hateley
(1983)152 C.L.R. 406, at pp. 430-431; Amalgamated Investment & Property Co. Ltd (In liq.) v. Texas Commerce International Bank Ltd. [1982] Q.B. 84, at pp. 121, 126, 130-131; Spencer Bower and Turner, Estoppel by Representation 3rd ed.
(1977), pp. 157-177......................... there is no estoppel unless it can be shown that the alleged assumption has in fact been adopted by the parties as the conventional basis of their relationship: Dabbs v. Seaman
(1925)36 C.L.R. 538, at p. 549. In the absence of proof of custom, there is no evidence that the parties adopted the alleged assumption. Secondly, just as estoppel by representation requires a representation of fact, so too estoppel by convention requires the assumed state of affairs to be an assumed state of fact: Greer v. Kettle [1938] AC 156, at p 170; Spencer Bower and Turner, Estoppel by Representation 3rd ed., pp. 167-168". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Απόλυτα σχετική είναι και η υπόθεση National Westminster Finance New Zealand Ltd v National Bank of New Zealand Ltd [1996] 1 NZLR 548 στην οποία επίσης έχω παραπεμφθεί όπου καθορίστηκαν τα στοιχεία που πρέπει να υφίστανται για εγερθεί θέμα εφαρμογής του δόγματος του Estoppel by convention. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: "The authorities show that for an estoppel by convention to arise the following points must be established by the party claiming the benefit of the estoppel (the proponent):
(1)The parties have proceeded on the basis of an underlying assumption of fact, law, or both, of sufficient certainty to be enforceable (the assumption).
(2)Each party has, to the knowledge of the other, expressly or by implication accepted the assumption as being true for the purposes of the transaction.
(3)Such acceptance was intended to affect their legal relations in the sense that it was intended to govern the legal position between them.
(4)The proponent was entitled to act and has, as the other party knew or intended, acted in reliance upon the assumption being regarded as true and binding.
(5)The proponent would suffer detriment if the other party were allowed to resile or depart from the assumption.
(6)In all the circumstances it would be unconscionable to allow the other party to resile or depart from the assumption." Με βάση την μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης που προηγήθηκε ανωτέρω αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι ουδεμία παράσταση και/ή διαβεβαίωση εδόθη από μέρους της Ενάγουσας Τράπεζας προς την Εναγόμενη 3 ότι η ευθύνη της τελευταίας θα εξαντλείτο ουσιαστικά στην έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Ούτε προέκυψε ότι αποτέλεσε κοινή αντίληψη και/ή υπόθεση (underlying assumption) ότι σε αυτό το πλαίσιο οριοθετείτο και/ή περιορίζετο η ευθύνη της Εναγόμενης 3. Ήταν ξεκάθαρη η θέση του Μ.Ε.2 κατά την αντεξέταση, όπως ήδη επισημάναμε και ανωτέρω, ότι το ζητούμενο για την Τράπεζα ήταν να εξασφαλιστεί και ότι η έκδοση και μόνο τίτλου για το πωληθέν ακίνητο δεν μπορούσε να έχει αυτό το αποτέλεσμα. Και ότι ουδέποτε είχε λεχθεί προς την Εναγόμενη 3 από τους εκπροσώπους της Τράπεζας ότι η απαλλαγή της από την επίδικο εγγυητήριο θα συντελείτο με την έκδοση τίτλου. Ως αποτέλεσμα δεν προκύπτει από την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ότι υπήρξε εν προκειμένω μια κοινή υπόθεση και/ή μια συναντίληψη γεγονότων και/ή κοινή προσέγγιση σε σχέση με την νομική αντίκρυση και σημασία του επίδικου εγγυητηρίου (common assumption of fact, law or both), στοιχείο απαραίτητο για να οικοδομήσει τη βάση έγερσης και/ή επίκλησης του δόγματος του estoppel by convention. Υποστήριξε ο κος Κασσιανής ότι ουδέν έπραξε η Ενάγουσα για να ενεργοποιήσει τα δικαιώματα και/ή εξουσίες που απέρρεαν τόσο από το Πληρεξούσιο που χορήγησαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 προς όφελος της αλλά και πολύ περισσότερο από το Εκχωρητήριο έγγραφο. Στη Συμφωνία Εκχώρησης (Assignment of Contract of Sale by the Buyer) ημερ. 27/3/08 Τεκμήριο 8, στον όρο 7(
  1. b)διαλαμβάνετο ότι όπου με βάση το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο ο Πωλητής (Vendor) μεταβίβαζε το πωληθέν ακίνητο στον Εκδοχέα (Assignor), ήτοι τους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή μόλις εκδίδετο ξεχωριστός τίτλος για το ακίνητο, αν οι υποχρεώσεις που εξασφαλίζονταν με το Εκχωρητήριο είχαν καταστεί απαιτητές και πληρωτέες, η Τράπεζα θα δικαιούτο να ζητήσει την μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ονόματι της και/ή να προχωρήσει με την πώληση οπόταν το ακίνητο θα μεταβιβάζετο σε όποιο αγοραστή η Τράπεζα αποφάσιζε να το πωλήσει. Ο εν λόγω όρος έχει ως εξής: 7. Where under the Contract of Sale the Vendor shall have to transfer to the Assignor the Property and/or as soon as separate titles for the property are issued: (a)............................. (
  2. b)If the obligations secured by this document have become due and payable, the Bank may demand the registration of the Property in its name and/or proceed with the selling of its rights in which case the Property shall be transferred to any buyer to whom the Bank shall decide to sell the Property. The Assignor resigns of his rights to question the terms of sale, the sale price or the status of the buyer. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στη βάση των όρων του Εκχωρητηρίου η Τράπεζα είχε δικαίωμα να χρησιμοποιήσει Πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο θα παραχωρείτο από τους Εκδοχείς (Assignor), δηλ. τους Εναγόμενους 1 και 2, προς όφελος της Τράπεζας ταυτόχρονα με την εκτέλεση του Εκχωρητηρίου για να εκτελέσει τις πράξεις που δικαιούτο με βάση το Εκχωρητήριο. Το εν λόγω Πληρεξούσιο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7. Στη βάση των πιο πάνω προκύπτει ότι η Τράπεζα είχε δικαίωμα να χρησιμοποιήσει το πληρεξούσιο έγγραφο ώστε να επιτευχθεί μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου επ΄ονόματι της ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ήθελε αποφασίσει να το πωλήσει. Δεν διαπιστώνεται, ωστόσο, η ύπαρξη οποιασδήποτε πρόνοιας που επέβαλλε στην Τράπεζα να ενεργήσει στη βάση του Πληρεξουσίου και του Εκχωρητηρίου. Επιπλέον δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου και το γεγονός το οποίο προέκυψε από τη μαρτυρία της Μ.Ε. 3, ήτοι η ύπαρξη στον τίτλο ιδιοκτησίας του πωληθέντος ακινήτου της σημείωσης αναφορικά με την απαγόρευση της εκούσιας μεταβίβασης ή/και υποθήκευσης καθώς και το ότι η Εναγόμενη 3 δεν είχε προβεί στα δέοντα, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, για άρση της παρατυπίας που αφορούσε η εν λόγω σημείωση στον τίτλο. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι σύμφωνα με τον όρο 1 της Συμφωνίας Εκχώρησης όλα τα δικαιώματα των Εναγομένων 1 και 2 δυνάμει του επίδικου Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου εκχωρήθηκαν στην Τράπεζα ως περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση έναντι των συμβατικών υποχρεώσεων των Αγοραστών/Δανειστών (Principal Debtor), Εναγομένων 1 και 2[9]. Επιπλέον επισημαίνεται ότι στη Συμφωνία Εκχώρησης ρητά διαλαμβάνετο στον όρο 9 ότι η Εκχώρηση θα ήταν επιπρόσθετη εξασφάλιση και με κανένα τρόπο δεν θα επηρέαζε ή θα επηρέαζετο από υφιστάμενες εγγυήσεις ή εξασφαλίσεις που είχε ή μπορούσε να έχει η Τράπεζα. Ο όρος 9 έχει ως εξής: 9. This assignment shall be an additional security and will in no way affect or be affected by existing or future guarantees or securities or rights of lien or other rights whether they are expressly mentioned or not, which the Bank has or may have by virtue of any law or custom. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επαχθής Συναλλαγή Αποτέλεσε επιπρόσθετη εισήγηση της Υπεράσπισης ότι η επίδικη Εγγύηση και Υποθήκη θα πρέπει να ακυρωθούν καθότι η επίδικη συναλλαγή αποτελεί μια επαχθή και καταπιεστική συναλλαγή για την Εναγόμενη 3. Όπως επισημαίνεται στο Σύγγραμμα Contractual Duties: Performance, Breach, Termination and Remedies 2nd Ed. κάτω από τον τίτλο "Conditions for establishing unconscionable conduct" στην παράγραφο 2-041: "The defendant will be considered to have unconscionably exploited the claimant if the following conditions are satisfied: i. The claimant suffered from a special disability or disadvantage which placed him in a disadvantageous position as against the defendant, so that there was a reasonable degree of inequality between the parties..................... ii. The defendant acted unconscientiously in exploiting the claimant's disadvantage in a morally culpable manner, having regard to the defendant's knowledge of that disadvantage. This is a requirement of procedural unconscionability. But simple exploitation of the inequality of bargaining power between the parties is not sufficient. The defendant needs to have acted in a morally reprehensible manner, either because he actually knew of the claimant's special disability or disadvantage or should have known this since the defendant was aware of particular facts which would have put the reasonable person on notice that the claimant had a special disability or disadvantage................. iii. The contract must have been overreaching and oppressive, rather than simply harsh or improvident...........". Στην υπόθεση Alec Lobb Garages Ltd v. Total Oil Great Britain Ltd [1983] 1 W.L.R. 87 το ζήτημα τέθηκε ως ακολούθως: "First, one party has been at a serious disadvantage to the other, whether through poverty, or ignorance, or lack of advice, or otherwise, so that circumstances existed of which unfair advantage could be taken: see, for example, Blomley v. Ryan
(1954)99 C.L.R.362 , where, to the knowledge of one party, the other was by reason reason of his intoxication in no condition to negotiate intelligently; secondly, this weakness of the one party has been exploited by the other in some morally culpable manner: see, for example, Clark v. Malpas
(1862)4 De G.F. & J. 401 , where a poor and illiterate man was induced to enter into a transaction of an unusual nature, without proper independent advice, and in great haste; and thirdly, the resulting transaction has been, not merely hard or improvident, but overreaching and oppressive. Where there has been a sale at an undervalue, the under-value has almost always been substantial, so that it calls for an explanation, and is in itself indicative of the presence of some fraud, undue influence, or other such feature. In short, there must, in my judgment, be some impropriety, both in the conduct of the stronger party and in the terms of the transaction itself (though the former may often be inferred from the latter in the absence of an innocent explanation) — which in the traditional phrase ~shocks the conscience of the court," and makes it against equity and good conscience of the stronger party to retain the benefit of a transaction he has unfairly obtained." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Παρομοίως, όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων του Π. Γ. Πολυβίου[10] στο οποίο με έχει παραπέμψει η κα Μαλέκου, η σύγχρονη νομολογία του Κοινοδικαίου σε σχέση με «επαχθείς συναλλαγές», που δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες του «εξαναγκασμού», «ψυχικής πίεσης», «απάτης», «ψευδούς παρά­στασης» και «πλάνης», απαιτεί τη συνύπαρξη τριών στοιχείων προτού η συναλλαγή που έχει προκύψει να θεωρείται άκυρη ή ακυ­ρώσιμη. Πρώτον, το ένα μέρος πρέπει να τελεί σε σοβαρά μειονε­κτική θέση έναντι του άλλου μέρους (όσον αφορά στη σύναψη συμβάσεων γενικά ή της συγκεκριμένης σύμβασης). Δεύτερον, το μέρος που βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση θα πρέπει να έχει χρη­σιμοποιήσει ή εκμεταλλευτεί την αδυναμία ή μειονεκτική θέση στην οποία τελεί το άλλο μέρος με τρόπο αθέμιτο («in some morally culpable manner»). Τρίτον, η συναλλαγή που έχει προ­κύψει πρέπει να είναι όχι μόνο άδικη αλλά και ετεροβαρής. Δεν διαπιστώνω να ισχύει στην υπό εξέταση περίπτωση οποιαδήποτε από τις πιο πάνω προϋποθέσεις για να εγείρεται ζήτημα επαχθούς συναλλαγής. Κατά πρώτο ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να δεικνύει ότι η Εναγόμενη 3 ευρίσκετο σε μειονεκτική θέση έναντι της Ενάγουσας Τράπεζας. Έπειτα, όπως προέκυψε στη βάση της αξιολόγησης και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, δόθηκε η ευχέρεια στην Εναγόμενη 3 να μελετήσει το επίδικο έγγραφο πριν να αποφασίσει αν θα το υπογράψει. Το υπέγραψε, τελικά, αφού, προφανώς, θα έλαβε υπόψη ότι μέσω αυτής της διαδικασίας θα μπορούσε να πωλήσει στους Εναγόμενους 1 και 2 την κατοικία αντικείμενο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου που κατάρτισε μαζί τους και με αυτό τον τρόπο να επωφεληθεί του τιμήματος πώλησης. Β. Δικαίωμα Τερματισμού Ο τρόπος αποπληρωμής του επίδικου Δανείου προνοείτο στον όρο 2 της επίδικης Συμφωνίας Τεκμήριο
  1. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 την οποία έχω αποδεκτεί, το επίδικο Δάνειο κατέστη μη εξυπηρετούμενο εφόσον οι συμφωνηθείσες δόσεις του δεν καταβάλλοντο κατά το χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες. Με βάση τις πρόνοιες του Όρου 5 της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, Τεκμήριο 1, διαλαμβάνονται τα εξής σε περίπτωση παράλειψης καταβολής των δόσεων:
  2. "As soon as the loan or any balance thereof Is demanded by the Bank, it shall become due and payable, and it shall thereupon be settled and the Debtor must pay in full forthwith any amount due to the Bank, including principal, the one month LIBOR, Margin, Default Rate of Interest, commission and all other costs, charges and expenses. Failure by the Debtor to settle the amounts due, shall give the right to the Bank to institute legal and/or other proceedings for the payment of the whole debt plus interest (as above), plus legal and other expenses whatever, up to full and final settlement". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η Τράπεζα θα μπορούσε να τερματίσει τη Συμφωνία Δανείου ακόμη και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής της. Συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Τράπεζα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου, με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφληση του ανά πάσα στιγμή έστω και αν δεν υπήρχε παράβαση της Σύμβασης Δανείου. Προκύπτει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά την 31/7/2013 οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειπαν να καταβάλλουν τις δόσεις τους και είχαν, συνεπώς, διαρρήξει την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Επομένως στις 31/7/2013 που η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τη Συμφωνία είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείτο να το πράξει. Γ. Οι Προειδοποιητικές Επιστολές και οι Επιστολές Τερματισμού Για να καταστεί ένα ποσό απαιτητό και να είναι δυνατή η διεκδίκηση του θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής Συμφωνίας ή λογαριασμού. Για να είναι υπόχρεος ο εγγυητής να καταβάλει το χρέος και συνεπώς να μπορεί να εναχθεί πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. Το χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του και να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από τον δανειστή προς τον εγγυητή αν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει[11]. Μπορεί, όμως, τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη ακόμα την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκτησης του. Στο Εγγυητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 2) αναφέρεται στον Όρο 2 ότι: «Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιεσδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων και δικηγορικών και δικαστικών εξόδων και/ή άλλων εξόδων και δαπανών που ήθελε υποστεί η Τράπεζα σε σχέση με τον Πρωτοφειλέτη ή την παρούσα εγγύηση». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπόθεση Barclays Bank Plc κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1726, 1733, αναφέρθηκε πως εφόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "Proof of posting .The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στην υπόθεση Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσής της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed .." Αφ΄ ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο[12]. Όπως κατέθεσε η Μ.Ε.1 και δεν αμφισβητήθηκε, τόσο οι προειδοποιητικές επιστολές όσο και οι επιστολές τερματισμού προς τους Εναγόμενους 1 και 2 έχουν σταλεί στην τελευταία γνωστή διεύθυνση που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν δηλώσει προς την Ενάγουσα Τράπεζα και έχουν παραληφθεί από αυτούς. Οι εν λόγω επιστολές αποστάλησαν με συστημένο ταχυδρομείο[13]. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 13 και 14 που αφορούν σε αποδείξεις κατάθεσης συστημένων αντικειμένων των Κυπριακών Ταχυδρομείων, ημερ. 5/12/2011 και 5/7/
  1. Το ίδιο ισχύει και για τις επιστολές προς την Εναγόμενη
  2. Η διεύθυνση των Εναγομένων 1 και 2, όπως αναφέρεται στη Συμφωνία Δανείου Τεκμήριο 1 είναι 16 XXXXX Road, XXXXX, XXXXX, UK. Στο Έγγραφο Εγγυήσεως, Τεκμήριο 2, η διεύθυνση που αναγράφεται αναφορικά με την Εναγόμενη 3 είναι η οδός XXXXX 92, XXXXX, XXXXX. Σχετικός είναι ο όρος 11 του Τεκμηρίου 2 που διαλαμβάνει τα εξής: «Γραπτή ζήτηση βάσει της παρούσας θα θεωρείται ότι έγινε με τον κατάλληλο τρόπο προς εμένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου αν δοθεί με επιστολή που θα έχει σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που αναφέρεται πιο κάτω και θα έχει πλήρη ισχύ παρά την τυχόν αλλαγή στην διεύθυνση μου και κοινοποίηση της αλλαγής αυτής προς την Τράπεζα, και τέτοια ζήτηση θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου 24 ώρες μετά την ταχυδρόμησή της, και θα είναι ισχυρή αν υπογράφει από οποιοδήποτε υπάλληλο της Τραπέζης, και για απόδειξη της ταχυδρόμησης θα είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι ρίφθηκε ο φάκελος που περιέχει τη ζήτηση στο ταχυδρομείο, νοουμένου ότι ο φάκελος έφερε την σωστή διεύθυνση». Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι φανερό ότι οι συμβαλλόμενοι, δηλ. η Τράπεζα από την μια (Ενάγουσα) και οι εγγυητές από την άλλη (Εναγόμενη 3 ) κατέστησαν μέρος της Συμφωνίας Εγγύησης την αναγκαιότητα παροχής προς τους εγγυητές ειδοποίησης και δη γραπτής έτσι ώστε να άρχεται η δυνατότητα ανάκτησης από αυτούς του οφειλόμενου ποσού. Αυτό είναι ξεκάθαρο από τις συνδυασμένες πρόνοιες των όρων 2 και 11 της Σύμβασης Εγγύησης (Τεκμήριο 2). Όπως συνάγεται από το λεκτικό του όρου 11, η ζήτηση θα πρέπει να είναι γραπτή, εάν δε ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που τίθενται στο όρο αυτό, τότε δημιουργείται ένα τεκμήριο ότι υπήρξε καλή ειδοποίηση και ένα αντίστοιχο κώλυμα στον εγγυητή να αμφισβητήσει το ότι υπήρξε αυτή η επίδοση. Η M.E.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 9(β), (γ), (δ) (ε) και (στ) αντίγραφα επιστολών ημερ. 13/9/2010, 14/12/2010, 1/12/2011, 5/4/2013 και 4/7/2013 οι οποίες απευθύνοντο στους Εναγόμενους 1 και
  3. Σε αυτές τις επιστολές η Ενάγουσα πληροφορούσε τους Εναγόμενους ότι ο λογαριασμός του επίδικου δανείου παρουσίαζε καθυστέρηση στην πληρωμή των οφειλόμενων δόσεων και/ή ότι δεν λειτουργούσε κανονικά ενώ παράλληλα προειδοποιούσε ότι, αν δεν εξοφλούντο όλα τα οφειλόμενα ποσά εντός περιόδου 10 ημερών, θα προχωρούσε στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την είσπραξη τους. Επίσης η Μ.Ε.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 9(ζ) αντίγραφα επιστολών ημερ. 6/2/2012 οι οποίες και αυτές όπως και οι πιο πάνω επιστολές απευθύνοντο στους Εναγόμενους 1 και
  4. Με τις εν λόγω επιστολές η Ενάγουσα Τράπεζα τους πληροφορούσε ότι τερμάτιζε τη λειτουργία του επίδικου Δανείου και τους καλούσε όπως προβούν σε εξόφληση των οφειλόμενων ποσών εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία της επιστολής. Τέλος η Μ.Ε.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 10(α) δέσμη αποτελούμενη από δύο επιστολές ημερ. 14/12/2010, επιστολές ημερ.1/12/2011, 5/4/2013 και 4/7/2013 (Τεκμήριο 10 β, γ, δ) με τις οποίες ενημέρωνε η Ενάγουσα την Εναγόμενη 3 για τις καθυστερήσεις που παρουσιάζονταν στο λογαριασμό των Εναγομένων 1 και
  5. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 10(ε) δέσμη αποτελούμενη από δύο επιστολές ημερ. 31/7/2013 με τις οποίες ενημέρωνε η Ενάγουσα την Εναγόμενη 3 για τον τερματισμό του δανείου των Εναγομένων 1 και
  6. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι προειδοποιητικές επιστολές και οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους 1, 2, και 3 στις ορθές διευθύνσεις και, εφόσον αυτές δεν επιστράφηκαν από το Ταχυδρομείο, τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκαν από αυτούς. Το τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί. Ακόμη και να μην είχαν έτσι τα πράγματα, δηλαδή να μην είχαν αποσταλεί ή παραλειφθεί επιστολές, η καταχώρηση της Αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας Δανείου και απαίτηση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.[14] Δ. Το οφειλόμενο υπόλοιπο Oι Εναγόμενοι μέσα από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους[15] στην Υπεράσπιση ισχυρίζονται ότι το ισχυριζόμενο υπόλοιπο είναι εσφαλμένο και/ή διογκωμένο και/ή αποτέλεσμα παράνομων και/ή αντισυμβατικών και/ή καταχρηστικών ενεργειών των Εναγόντων και προϊόν παράνομων χρεοπιστώσεων. Επίσης προβάλουν ότι η ισχυριζόμενη αύξηση του επιτοκίου και η επιβολή τόκου υπερημερίας είναι παράνομη και/ή αντισυμβατική. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.2, παραχωρήθηκε το επίδικο Δάνειο στους Εναγόμενους 1 και 2 και χρεώθηκε ο λογαριασμός δανείου υπ΄ αρ. XXXXX686-5 με ολόκληρο το ποσό του δανείου, ήτοι CHF634.
  7. Στη συνέχεια την ίδια μέρα, 3/4/2008 ανοίχθηκε ο εσωτερικός λογαριασμός ESCROW ACCOUNT υπ΄ αρ. XXXXX115-5 ο οποίος πιστώθηκε με το ποσό των €397.323,78 το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό του δανείου. Σχετικό είναι το Έντυπο Μεταφοράς ημερ. 3/4/2008 από το Λογαριασμό Δανείου αρ. XXXXX686-5 προς τον εσωτερικό λογαριασμό (ESCROW) ΑΡ. XXXXX115-5 (Τεκμήριο 18). Κάθε φορά που οι Εναγόμενοι 1 και 2 επιθυμούσαν εκταμίευση μέρους του δανείου για πληρωμές προς την Εναγόμενη 3 Εταιρεία, ήτοι τον πωλητή του ακινήτου, η Ενάγουσα Τράπεζα προχωρούσε σε χρέωση του εσωτερικού λογαριασμού ESCROW και πληρωμή προς την Εναγόμενη 3 Εταιρεία. Συγκεκριμένα, κάθε φορά που η Ενάγουσα ενημερώνετο για την πρόοδο του ακινήτου από τον Πολιτικό μηχανικό ή μετά από γραπτές οδηγίες των Εναγομένων 1 και 2, προχωρούσε στην εκταμίευση μέρους του δανείου για πληρωμές προς την Εναγόμενη 3 και το συγκεκριμένο ποσό μεταφερόταν από τον εσωτερικό λογαριασμό ESCROW προς τον καταθετικό λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 XXXXX476-4 (ALPHA 100) και έπειτα προς το λογαριασμό της Εναγόμενης 3 Εταιρείας. Οι πιο πάνω Καταστάσεις Λογαριασμού που παρουσιάστηκαν αρχίζουν από την ημερομηνία που παραχωρήθηκε το δάνειο και είναι αναλυτικές. Περαιτέρω παρουσιάστηκαν και τα έντυπα μεταφοράς χρημάτων (Τεκμήρια 23, 25, 28, 31, 34 και 37) καθώς και οι αποδείξεις είσπραξης από την Εναγόμενη 3 (Τεκμήρια 24, 29, 32 και 35) του συνολικού ποσού των €358.805,94 σεντ. Η Μ.Ε.1 παρουσίασε αναλυτική Κατάσταση Λογαριασμού αναφορικά με το λογαριασμό των Εναγομένων 1 και 2 ως Τεκμήριο 16 την οποία και επεξήγησε με σαφήνεια και με απόλυτα κατατοπιστικό τρόπο. Περαιτέρω, ο Μ.Ε.2 παρουσίασε Κατάσταση Λογαριασμού αναφορικά με τον εσωτερικό Λογαριασμό Escrow στον οποίο εμφαίνεται το ποσό του δανείου ως πιστωτικό υπόλοιπο με τις διάφορες χρεώσεις που ακολουθούν μεταγενέστερα [Τεκμήρια 19 (α) και (β)], όπως και Κατάσταση Καταθετικού Λογαριασμού των Εναγομένων 1 και 2 [Τεκμήριο 20 (α) και (β)]. Λόγω της έκδοσης Απόφασης στις 26/5/2016 εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, ο Μ.Ε.2 παρουσίασε και σχετική Κατάσταση Λογαριασμού «Judgment Debtors» των Εναγομένων 1 και 2 [Τεκμήριο 21 (α) και (β)]. Η επί του προκειμένου μαρτυρία τόσο της Μ.Ε.1 όσο και του Μ.Ε.2 γίνεται αποδεκτή. Οι Καταστάσεις Λογαριασμών που οι εν λόγω μάρτυρες παρουσίασαν έγιναν αποδεκτές δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ.9, η αποδεικτική αξία των οποίων αποτιμάται από το Δικαστήριο. Τα παρουσιασθέντα Πιστοποιητικά είναι υπογεγραμμένα το μεν Τεκμήριο 16 από την Μ.Ε.1, τα δε Τεκμήρια 19, 20 και 21 από τον Μ.Ε.
  8. Τα πιστοποιητικά διαβεβαιώνουν ότι οι παρουσιασθείσες Καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών αποτελούν απόσπασμα και μέρος του αρχείου της Τράπεζας. Ικανοποιούνται, συνεπώς, οι προϋποθέσεις του Άρθρου 35 του Κεφ.9 και οι Καταστάσεις συνιστούν αποδεικτικό στοιχείο η αξία των οποίων αποτιμάται από το Δικαστήριο. Η αποτίμηση αυτή ασκείται δικαστικά και συνυπολογίζονται όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση ουδεμία αμφισβήτηση έγινε είτε αναφορικά με την ανάληψη του δανείου είτε αναφορικά με τα ποσά που καταβλήθηκαν έναντι και γενικότερα αναφορικά με την ορθότητα των καταχωρήσεων στις πιο πάνω Καταστάσεις. Ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Εναγόμενης 3, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό δανείου. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω οι καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, οι οποίες καταδείχθηκε ότι αποτελούν μέρος του αρχείου της Τράπεζας, παρουσιάζουν το ορθό ποσό που εκταμιεύθηκε από την Τράπεζα και όλες τις δόσεις που πληρώθηκαν και εμπεριέχουν τις ορθές καταχωρήσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματικές δοσοληψίες που έγιναν. Έπεται ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Ε. Τόκοι Η χρέωση τόκου είναι ζήτημα που εξαρτάται από τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Επαφίεται δηλαδή στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν το ύψος του επιτοκίου όπως και έπραξαν στην υπό εξέταση περίπτωση[16]. Με βάση τους όρους της επίδικης Συμφωνίας ρητά συμφωνήθηκε ότι το ρηθέν δάνειο θα χρεώνεται κατά την ημερομηνία της κάθε αναπροσαρμογής με τόκο ο οποίος θα υπολογίζεται επί ημερήσιο χρεωστικό υπόλοιπο με επιτόκιο ενός μηνός LIBOR το οποίο θα ισχύει κάθε φορά προσαυξημένο κατά 1,75% ετησίως στις αντίστοιχες ημερομηνίες. Σε ό,τι αφορά το δικαίωμα της Ενάγουσας Τράπεζας να αξιώνει τόκο υπερημερίας αυτό πηγάζει από τα όσα διαλαμβάνονται στην επίδικη συμφωνία δανείου και συγκεκριμένα τον όρο 4(α) του Τεκμηρίου
  9. Στον εν λόγω όρο ρητά καθορίζεται τόκος υπερημερίας σε ποσοστό 5,00% ενώ αυξήθηκε μεταγενέστερα σε 5,35% ως ενημερώθηκαν οι πρωτοφειλέτες με επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 13.9.10 (Τεκμήριο 9β) και με ανακοίνωση στον τύπο ημερομηνίας 23.2.10 (Τεκμήριο 13) η Ενάγουσα Τράπεζα προχώρησε στη μείωση του στο 2,50% από 7/5/12 μέχρι 24/11/13 και στο 1,75% από 25/11/
  10. Σχετικές ανακοινώσεις στον τύπο αναφορικά με τη μείωση του τόκου υπερημερίας στο 2,50% και αναφορικά με τη μείωση του στο 1,75% κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 14 και 15 αντίστοιχα. Περαιτέρω σε ό,τι αφορά το δικαίωμα της Ενάγουσας Τράπεζας να κεφαλαιοποιεί τις χρεώσεις κάθε έξι μήνες, ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους σχετικός είναι και πάλι ο όρος 4 της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, Τεκμήριο
  11. Η. Κατάληξη Για τους λόγους που πιο πάνω έχω εξηγήσει και με βάση τη μαρτυρία που έχω αποδεχθεί οι Ενάγοντες έχουν πετύχει να αποδείξουν την αξίωση τους. Ως εκ τούτου εκδίδεται Απόφαση και Διατάγματα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 3 ως ακολούθως: (α) Απόφαση για CHF 736.586.70 πλέον συσσωρευμένους τόκους από 3/6/2013 μέχρι 31/7/2013 ύψους CHF4.673,87 πλέον τόκο 1 μηνός Libor με προσαύξηση προς 3,84% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 2,50% ετησίως από 31/7/2013 μέχρι 24/11/2013 και από 25/11/2013 ο τόκος υπερημερίας θα είναι 1,75% μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30/6 και 31/
  12. (β) Διατάγματα εναντίον της Εναγόμενης 3 ως η παράγραφος 14(γ) έως (π) της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 3 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα Ανταπαίτησης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 3 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν για τις εμφανίσεις η Ενάγουσα θα δικαιούται σε ένα σετ εξόδων. Η πιο πάνω Απόφαση είναι σε συνάρτηση με την Απόφαση που εκδόθηκε στις 26/5/2016 εναντίον των Εναγομένων 1 & 2 μετά των οποίων η Εναγόμενη 3 είναι υπόλογη αλληλέγγυα στην έκταση του κοινού εξ αποφάσεως χρέους και κοινών εξόδων. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ [1] Δέστε, μεταξύ άλλων, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1Α.Α.Δ. 2192, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [2] Δέστε Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ. 2192. [3] Ε. Σου λέω επίσης ότι ο σκοπός τούτων όλων των εγγράφων ήταν για να διασφαλιστεί η έκδοση του τίτλου μόνο. Α. Διαφωνώ για την έκδοση του τίτλου μόνο. Αφού η Τράπεζα θέλει να εξοφληθεί και το δάνειο της. Πώς η έκδοση του τίτλου μόνο; Είναι ένας μηχανισμός που γίνεται για όλους. [4] «Όπως η Εταιρεία εγγυηθεί τις Τραπεζικές Διευκολύνσεις οι οποίες θα παραχωρηθούν στον Αγοραστή από την Τράπεζα». [5] Δέστε Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Γεώργιο Ν. Μούτση
(2000)1 Α.Α.Δ 1809. [6] Δέστε Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1156, Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, 413 και Saab a.o. v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499. [7] Δέστε Σύλλογος «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου δια του Προέδρου αυτού Κίκη Κωνσταντίνου ν. «Απόλλων» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού δια του Γενικού Γραμματέα Γιώργου Παπά
(2002)1 Α.Α.Δ
  1. [8] Δέστε Τεκμήριο
  2. [9]" The Assignor, for better and further security of the obligations of the Principal Debtor, by this document assigns for the benefit of the Bank all his rights which derive from the Contract of Sale....." [10] Δέστε σελίδα
  3. [11] Δέστε Savvides v. Cristofides
(1978)1 C.L.R. 303 και Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 [12] Δέστε, επίσης, Σάββα v. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή αρ. 341/10, ημερ. 6/12/2012. [13] Δέστε όρο 15 της Συμφωνίας Δανείου: "Any demand or notice by the Bank hereunder shall be deemed to have been sufficiently given if sent by registered post or fax to the last known address of the Debtor as the case may be and shall be assumed to have reached the person to whom it was sent in due course of post or instantaneously if sent by fax". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [14] Δέστε Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029. [15] Δέστε παράγραφο 15 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. [16] Δέστε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.