Μανώλη κ.α. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αγωγής 181/2019, 24/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 181/2019 Μεταξύ:
- XXXXX XXXXX Μανώλη
- XXXXX Μανώλη Εναγόντων και Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 7/5/2019 για Προσωρινά Παρεμπίπτοντα Διατάγματα Ημερομηνία: 24 Μαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Α. Κασσιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης. Για Εναγόμενους/Καθ΄ ων η Αίτηση: Χρ. Ιωάννου για Χριστόφορος Ιωάννου ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επιζητούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται η έκδοση των ακόλουθων Προσωρινών Παρεμπίπτοντων Διαταγμάτων:
- Προσωρινό Διάταγμα διατάττον την αναστολή του πλειστηριασμού του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ.1-2815-3755, Τμήμα 11, Τεμάχιο XXXXX, Οικόπεδο, Λιοπέτρι της Επαρχίας Αμμοχώστου, ιδιοκτησίας των XXXXX Αδάμου Μανώλη, XXXXX XXXXX Αδάμου και XXXXX XXXXX Αδάμου κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου μεριδίου έκαστος, που είναι ορισμένος στις 27/5/2019 μέχρι εκδικάσεως της παρούσας Αγωγής.
- Προσωρινό Διάταγμα διατάττον την αναστολή του πλειστηριασμού του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχέδιο 1-2905-3735, Τμήμα 12, Τεμάχιο XXXXX, Διαμέρισμα αρ.1 στο ισόγειο, Αγία Νάπα, Επαρχίας Αμμοχώστου, ιδιοκτησίας της Adamos G. Manoli & Sons Properties & Development Ltd, που είναι ορισμένος στις 12/6/2019 μέχρι εκδικάσεως της παρούσας Αγωγής.
- Προσωρινό Διάταγμα διατάττον την αναστολή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου όπως αυτή προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου 9/65 αναφορικά με το ακίνητο 0/XXXXX, Φ/Σχ.1-2815-3755, Τμήμα 11, Τεμάχιο XXXXX, Οικόπεδο, Λιοπέτρι της Επαρχίας Αμμοχώστου, ιδιοκτησίας των XXXXX XXXXX Μανώλη, XXXXX XXXXX Αδάμου και XXXXX XXXXX Αδάμου κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου μεριδίου έκαστος, μέχρι εκδικάσεως της παρούσας Αγωγής.
- Προσωρινό Διάταγμα διατάττον την αναστολή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου όπως αυτή προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου 9/65 αναφορικά με το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχέδιο 1-2905-3735, Τμήμα 12, Τεμάχιο XXXXX, Διαμέρισμα αρ.1 στο ισόγειο, Αγία Νάπα, Επαρχίας Αμμοχώστου, ιδιοκτησίας της Adamos G. Manoli & Sons Properties & Development Ltd, μέχρι εκδικάσεως της παρούσας Αγωγής. Νομική βάση Αίτησης Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 29 - 32 και 43 του Ν.14/60, στα Άρθρα 5, 21, 27, 44 Β
(3), 44 Α - 44 ΙΑΑ του Νόμου 9/65 και Παραρτήματα, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015, στη Δ.39, Δ.48, θ.θ. 1-9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 4 και 9 του Κεφ.6, στα Άρθρα 26, 28 και 30 του Συντάγματος, στις Αρχές της Επιείκειας και Kοινοδικαίου, στον περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμου του 1996, στον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 (Ν.65(Ι)/2015καθώς και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση XXXXX XXXXX Μανώλη Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 1 στην οποία αναφέρονται σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης τα πιο κάτω: ► Στις 8/6/2006 ο ομνύων μαζί με τη XXXXX XXXXX Γεωργίου και τη XXXXX XXXXX Γεωργίου ενέγραψαν και κατήρτισαν την υποθήκη Υ1249/2006 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου ως εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες κατά 1/3 εξ αδιανέμητου μεριδίου του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX Φ/Σχ.1-2815-3755, Τμήμα 11, Τεμάχιο XXXXX, Οικόπεδο, στο χωριό Λιοπέτρι της Επαρχίας Αμμοχώστου (Τεκμήριο 1). Η εν λόγω υποθήκη ενεγράφη προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την ΣΠΕ Αγίας Νάπας, όπως ήταν τότε, προς τον ομνύοντα και τη XXXXX XXXXX Γεωργίου και τη XXXXX XXXXX Γεωργίου. Η Συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων αφορούσε Συμφωνία Δανείου για το ποσό Λ.Κ.140.000 ► Στις 9/10/2012 η τότε ΣΠΕ Αγίας Νάπας καταχώρησε την Αγωγή με αριθμό 977/2012 στο Ε.Δ. Αμμοχώστου η οποία, μεταξύ άλλων, στρεφόταν και εναντίον του ομνύοντα και του πατέρα του, Ενάγοντα 2 στην παρούσα. Περιπλέον, μεταξύ άλλων Συμφωνιών δανείων και εξασφαλίσεων, περιλαμβανόταν και το ως άνω αναφερόμενο δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.140.000 καθώς και η ως άνω αναφερόμενη υποθήκη Υ1249/2006 του Επαρχ. Κτηματολογίου Αμμοχώστου που αφορούσε και το ακίνητο ιδιοκτησίας τους (Τεκμήριο 2). Στην ως άνω υπόθεση εκδόθηκε εκ συμφώνου Απόφαση εναντίον τους ως οι απαιτήσεις της Ενάγουσας. ► Αργότερα, η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, όπως ήταν τότε, προχώρησε σε αποστολή προς τον ομνύοντα και τη XXXXX XXXXX Γεωργίου και XXXXX XXXXX Γεωργίου των Ειδοποιήσεων Τύπου Ι, τις οποίες παρέδωσαν σε δικηγόρο. Στις 2/11/2018 επιδόθηκαν τόσο στον ομνύοντα όσο και στις XXXXX XXXXX Γεωργίου και XXXXX XXXXX Γεωργίου οι μεταγενέστερες Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ συνοδευόμενες από Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΒ καθώς και από Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήρια 3, 4 και 5). ► Με τις ως άνω επίδικες Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ η Εναγόμενη τους ειδοποιούσε ότι το ως άνω αναφερόμενο επίδικο ακίνητο ιδιοκτησίας τους επρόκειτο να πωληθεί με πλειστηριασμό στις 27/5/2019 και ότι το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό δυνάμει της πιο πάνω υποθήκης ανήρχετο στο ποσό των €505.649,27 πλέον τόκο 24.90,73% πλέον έξοδα. ► Όλες οι αναφερόμενες επίδικες Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ και Τύπου ΙΒ καθώς και οι Καταστάσεις Λογαριασμού παραδόθηκαν στον τότε δικηγόρο των Αιτητών ο οποίος τους συμβούλευσε να εφεσιβάλουν με Αίτηση/Έφεση τις Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής. Πράγματι, ακλουθώντας τη συμβουλή του δικηγόρου καταχωρήθηκε στις 30/11/2018 η Αίτηση/Έφεση 26/18 του Ε.Δ. Αμμοχώστου η οποία ορίστηκε στις 18/12/2018 για να εμφανιστεί και η Εναγόμενη Τράπεζα (Τεκμήριο 6). Αργότερα, και κατόπιν συμβουλής του τότε δικηγόρου τους, η πιο πάνω Αίτηση/Έφεση αποσύρθηκε. ► Στο ενδιάμεσο και αφού οι Αιτητές ήσαν αντιμέτωποι με τη διαδικασία εκποίησης του ακινήτου τους που επιβαρύνεται με την υποθήκη Υ1249/2006, επιδόθηκαν στον ομνύοντα και στον Ενάγοντα 2 Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ αναφορικά με ένα άλλο ακίνητο το οποίο είναι βεβαρημένο με την υποθήκη Υ1890/2008 του Επαρχ. Κτηματολογίου Αμμοχώστου. ► Στις 31/7/2008 η Εταιρεία Adamos G.Manoli & Son Properties & Development Ltd, η οποία αποτελεί οικογενειακή επιχείρηση του ομνύοντα και του Ενάγοντα 2, ενέγραψε και κατήρτισε την υποθήκη Υ1890/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ.1-2905-3735, Τμήμα 12, Τεμάχιο XXXXX, Διαμέρισμα αρ.1 στο ισόγειο στο Δήμο Αγίας Νάπας Επαρχίας Αμμοχώστου (Τεκμήριο 7). Η εν λόγω υποθήκη ενεγράφη ως εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από τον τότε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λτδ προς την ίδια την Εταιρεία και με εγγυητές τον ομνύοντα και τον Ενάγοντα 2. ► Περί το 2010 το τότε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λτδ καταχώρησε την Αγωγή 603/2010 στο Ε.Δ. Αμμοχώστου εναντίον της Εταιρείας Adamos G.Manoli & Son Properties & Development Ltd, του Ενάγοντα 2 και του ομνύοντα. Στην εν λόγω Αγωγή εκδόθηκε στις 17/3/2011 εκ συμφώνου Απόφαση εναντίον των πιο πάνω τόσο αναφορικά με το ποσό που απαιτούσε η Ενάγουσα τότε Τράπεζα όσο και αναφορικά με την υποθήκη Υ1890/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου (Τεκμήριο 8). ► Στις 27/9/2018 η τότε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ επέδωσε προς την Εταιρεία Adamos G.Manoli & Son Properties & Development Ltd, καθώς και προς τον Ενάγοντα 2 και τον ομνύοντα, τις Ειδοποιήσεις Τύπου Ι μαζί με καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 9, 10 και 11). ► Αργότερα η Εναγόμενη επέδωσε προς την εταιρεία Adamos G.Manoli & Son Properties & Development Ltd, την επόμενη σε σειρά Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ συνοδευόμενη από την Ειδοποίηση Τύπου ΙΒ (Τεκμήριο 12). Περαιτέρω επιδόθηκε προς τον ομνύοντα και τον Ενάγοντα 2 η επίδικη Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ η οποία αφορούσε το ενυπόθηκο ακίνητο της Εταιρείας και την υποθήκη Υ1890/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου (Τεκμήρια 13 και 14). ► Κατόπιν νομικής συμβουλής που οι Αιτητές έτυχαν από τον κ. Μαθηκολώνη καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή με την οποία αμφισβητείται στη βάση του Άρθρου 44 Β
(3)του Νόμου 9/65 το δικαίωμα της Εναγόμενης Τράπεζας να κινεί και να συνεχίζει την περαιτέρω διαδικασία όπως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου. ► Στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας ο ομνύοντας τυγχάνει, αναφέρει τα ακόλουθα: i. Δικαιολογείται η λήψη δικαστικών μέτρων με βάση το Άρθρο 44 Β
(3)το οποίο συνιστά αυτοτελές δικαίωμα ξεχωριστό από οποιαδήποτε άλλη διάταξη στο Μέρος VIA του Νόμου 9/
- ii. Οι επίδικες υποθήκες είναι παράνομες και άκυρες καθότι αφενός έχουν καταρτιστεί και εγγραφεί κατά παράβαση της περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νομοθεσίας και αφετέρου διότι αποστερούν στον ενυπόθηκο οφειλέτη και στους εγγυητές του το εξ επιείκειας δικαίωμα τους για εξόφληση και εξάλειψη των επίδικων υποθηκών. iii. Τα ενυπόθηκα υπόλοιπα και τα υπόλοιπα που αναφέρονται στις επίδικες Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και ΙΑ είναι εσφαλμένα και αυθαίρετα και υπολογίστηκαν κατά παράβαση του νόμιμου επιτρεπόμενου επιτοκίου και κατά παράβαση του Άρθρου 95 του Νόμου 65(Ι)/
- iv. Τα ποσά, τόκοι και έξοδα που αναφέρονται στις επίδικες Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και ΙΑ είναι ποσά παράνομα και κατά παράβαση της περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νομοθεσίας. Ένα μεγάλο μέρος της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα 1 αναφέρεται στις βάσεις αγωγής τις οποίες επικαλείται η πλευρά των Αιτητών και αποτελούν, κατ΄ουσίαν, τους νομικούς λόγους που προωθούνται. Περαιτέρω ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά Διατάγματα τότε ο ίδιος και ο Ενάγοντας 2 και η οικογένεια του θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά όχι μόνο διότι θα απολεστεί η περιουσία τους χωρίς να τους δοθεί πραγματική ευκαιρία και δυνατότητα να εκδικαστούν οι θέσεις τους από το Δικαστήριο που θα εκδικάσει τελικά την ουσία της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς αλλά και γιατί η τελεσφόρηση της διαδικασίας του πλειστηριασμού σε πολύ σύντομο χρόνο θα επιφέρει τη δραστική και δραματική μεταβολή της ιδιοκτησιακής κατάστασης των επίδικων ακινήτων σε ό,τι αφορά την κυριότητα και ιδιοκτησία τους. Επιπλέον ο ομνύων προβάλλει ότι τέτοια δραστική μεταβολή από την απόλυτη απώλεια των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων τους θα είναι μια μη αναστρέψιμη κατάσταση εφόσον δεν θα μπορεί να ανατραπεί ενώ τα επίδικα ακίνητα δεν θα μπορούν να επανέλθουν στην προτέραν τους ιδιοκτησιακή κατάσταση. Όπως δε ισχυρίζεται, καμία χρηματική αποζημίωση δεν θα ήταν δυνατό να αποκαταστήσει τα όσα θα επισυμβούν πολύ σύντομα αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα. Όπως στη συνέχεια αναφέρεται από τον ομνύοντα, η πλευρά της Εναγόμενης Τράπεζας δεν πρόκειται να υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά από την προσωρινή αναστολή ενώ η όποια τυχόν ζημιά υποστεί δεν θα είναι τέτοια που να μην μπορεί να αποκατασταθεί. Ένσταση Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση με την ίδια περίπου νομική βάση ως και η Αίτηση. Ως συγκεκριμένοι λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι: · Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/
- · Έχει παρέλθει η προθεσμία των 30 ημερών από την παραλαβή της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή πλέον η καταχώρηση Αίτησης/Έφεσης αλλά ούτε και η έκδοση προσωρινού διατάγματος. · Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να ζητά αναστολή ή ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού καθότι τέτοιου είδους θεραπείες δύνανται να παραχωρηθούν μόνο στο πλαίσιο έφεσης που καταχωρείται δυνάμει του Άρθρου 44Γ του Νόμου 9/65 εντός 30 ημερών από της επίδοσης της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ και η προθεσμία έχει παρέλθει. · Δεν προκύπτει οποιοδήποτε ενδεχόμενο επιτυχίας στην Αγωγή καθότι υπάρχει δεδικασμένο και τελεσίδικες εκ συμφώνου αποφάσεις εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση σε σχέση με τα επίδικα χρέη και τις επίδικες υποθήκες στις αγωγές 977/2012 Ε.Δ. Αμ/στου (αναφορικά με την υποθήκη Υ1249/06) και 603/2010 Ε.Δ. Αμ/στου (αναφορικά με την υποθήκη Υ1890/2008). · Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα παραβιάσει την αρχή της τελεσιδικίας. · Με την έκδοση των πιο πάνω Αποφάσεων τα δικαιώματα των μερών όσον αφορά τις συμβάσεις ενσωματώθηκαν στην Απόφαση και δεν δύναται να εγείρεται σε αυτό το στάδιο θέμα νομιμότητας/εγκυρότητας όλων των επίδικων υποθηκών. · Δεν προκύπτει καλή βάση αγωγής εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση, ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας καθώς και ενδεχόμενο ο Αιτητής να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. · Οι Καθ΄ ων η Αίτηση είναι απολύτως φερέγγυοι και σε θέση να αποζημιώσουν τον Αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας στην αγωγή του. Η Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. Το απαιτούμενο ποσό που είναι εξασφαλισμένο με την επίδικη υποθήκη είναι ορθό, αποκρυσταλλωμένο και είναι αυτό που αναφέρεται στην επίδικη Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ. · Η Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ έχει αποσταλεί νομότυπα σύμφωνα με τις πρόνοιες και προϋποθέσεις αλλά και τον τύπο του Νόμου. · Τα θέματα που εγείρονται σε σχέση με το απαιτούμενο ποσό του ενυπόθηκου χρέους και τα περί ακυρότητας και παρανομίας των συμβάσεων υποθήκευσης ή/και τις χρεώσεις και τόκους του επίδικου λογαριασμού αφορούν θέματα τα οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. · Κανένας όρος των επίδικων υποθηκών είναι παράνομος, οι υποθήκες εγγράφηκαν νόμιμα και εν πάση περιπτώσει αυτό δεν είναι θέμα που μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. · Υπάρχει σαφήνεια με βάση το Έγγραφο Υποθήκης Έντυπο Ν.271 και Έγγραφο Δανείου αλλά και τις ίδιες τις δικαστικές Αποφάσεις εφόσον το χρέος αποκρυσταλλώθηκε ως προς τα οφειλόμενα ποσά και ο Αιτητής μπορούσε, αν το επιθυμούσε, να τα καταβάλει. · Η αναφορά στους τίτλους των επίδικων υποθηκών και στα διάφορα έντυπα διαφόρων Νόμων ουδόλως επηρεάζουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του ενυπόθηκου οφειλέτη και του ενυπόθηκου δανειστή. Ο τίτλος του Εντύπου Ν.271 ουδεμία σχέση έχει ως προς το εφαρμοζόμενο διαδικαστικό δίκαιο για την εκποίηση του επίδικου ακινήτου. · Το Μέρος VIA του Νόμου 9/65 ως τροποποιήθηκε ουδόλως επεμβαίνει στους συμβατικούς όρους ούτε αναιρεί ή διαφοροποιεί τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη όπως είχαν ήδη καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης του ακινήτου του ως ενυπόθηκης εξασφάλισης έναντι των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Το Μέρος VIA απλώς ρυθμίζει το δικαίωμα των Καθ΄ ων η Αίτηση να προβούν σε πώληση και μάλιστα με συγκεκριμένη διαδικασία και δικαιώματα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. · Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με επιδίωξη την καθυστέρηση των Καθ΄ ων η Αίτηση να εισπράξουν το λαβείν τους. · Ο Αιτητής κωλύεται να εγείρει τα θέματα τα οποία εγείρει εφόσον είχε το δικαίωμα, αν το επιθυμούσε, να αμφισβητήσει τα υπόλοιπα, τη νομιμότητα των υποθηκών και οποιοδήποτε άλλο θέμα στο πλαίσιο των Αγωγών 977/2012 Ε.Δ. Αμ/στου και 603/2010 Ε.Δ. Αμ/στου. · Ουδόλως παραβιάζεται το Άρθρο 95 του Ν.65(Ι)/
- · Κανένα συνταγματικό δικαίωμα του Αιτητή παραβιάζεται. · Οι Νόμοι 142(Ι)/2014 και 87(Ι)/2008 σε καμία περίπτωση είναι αντισυνταγματικοί. · Η επαγγελματική στέγη δεν εξαιρείται από τις εκποιήσεις. · Ακολουθήθηκε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση η νόμιμη διαδικασία για εκποίηση των επίδικων ακινήτων. · Η Ένορκη Δήλωση της Αίτησης περιέχει γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Ένορκη Δήλωση XXXXX Βασιλείου Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της XXXXX Βασιλείου Λειτουργό στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών των Καθ΄ ων η Αίτηση. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Ü Μεταξύ του Αιτητή 1 και άλλων προσώπων και της ΣΠΕ Αγίας Νάπας, ως ήταν τότε, υπεγράφη η Συμφωνία Δανείου ημερ. 23/5/2006 με αρ. λογαριασμού XXXXX2154 (νέος αριθμός XXXXX534-2) (Τεκμήριο 3) και η υποθήκη που την εξασφαλίζει υπ΄ αρ. Υ1249/06 του Κτηματολογίου Αμμοχώστου (Τεκμήριο 4). Οι προαναφερόμενοι πρωτοφειλέτες δεν κατέβαλλαν τις δόσεις τους, γι΄ αυτό καταχωρήθηκε στις 2/12/2014 η Αγωγή Ε.Δ. Αμ/στου 977/2012 (Τεκμήριο 5) και εκδόθηκε εκ συμφώνου Απόφαση εναντίον τους καθώς και Διάταγμα εκποίησης της προαναφερόμενης υποθήκης προς ικανοποίηση του σχετικού εξ αποφάσεως χρέους. Ü Μεταξύ της Εταιρείας Adamos G. Manoli & Son Properties & Developments Ltd και του νέου Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Κάτω Βαρωσίων Λτδ υπεγράφησαν η Συμφωνία Δανείου ημερ. 30/7/2008 με αρ. λογαριασμού XXXXX165-6 (νέος αριθμός XXXXX165-6) (Τεκμήριο 30) και η υποθήκη που την εξασφαλίζει Υ189008 Κτηματολογίου Αμμοχώστου (Τεκμήριο 31). Οι προαναφερόμενοι πρωτοφειλέτες δεν κατέβαλλαν τις δόσεις τους, γι΄ αυτό καταχωρήθηκε στις 17/3/2011 η Αγωγή Ε.Δ. Αμ/στου 603/2010 (Τεκμήριο 33) και εκδόθηκε εκ συμφώνου Απόφαση εναντίον τους καθώς και Διάταγμα εκποίησης της προαναφερόμενης υποθήκης προς ικανοποίηση του σχετικού εξ αποφάσεως χρέους. Ü Από της έκδοσης των πιο πάνω Αποφάσεων ουδέν ποσό καταβλήθηκε έναντι των εξ αποφάσεως χρεών. Το υπόλοιπο μέρος της Ένορκης Δήλωσης της Α. Βασιλείου αποτελεί, κατ΄ ουσία, υιοθέτηση και επανάληψη των λόγων Ένστασης καθώς και νομική επιχειρηματολογία την οποία, ως τέτοια, δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό Δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Κατά πόσο χωρεί Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος για αναστολή πώλησης δεδομένου του γεγονότος ότι έχει παρέλθει ο χρόνος που δύναται να καταχωρηθεί Αίτηση/Έφεση δυνάμει του Αρθρου 44 Γ
(3)Αποτέλεσε θέση της πλευράς της Εναγόμενης Τράπεζας ότι δεν χωρεί Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος για αναστολή πώλησης και/ή του πλειστηριασμού δεδομένου ότι έχει παρέλθει ο χρόνος που δύναται να καταχωρηθεί Αίτηση/Έφεση δυνάμει του Άρθρου 44Γ
(3). Ενόψει της φύσης του κρίνεται σκόπιμη η εξέταση ως πρώτο ζήτημα της πιο πάνω θέσης της Εναγόμενης. Αναμφίβολα, η διαδικασία εκποίησης η οποία στηρίζεται στις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου μπορεί να προσβληθεί με Αίτηση/Έφεση δια της οποίας να ζητείται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ που καθορίζει ημερομηνία πλειστηριασμού. Με βάση δε την πρόσφατη τροποποίηση του Ν.9/65 με το Ν.87(Ι)/18η εξασφάλιση απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αποτελεί ένα από τους λόγους που, με βάση το Άρθρο 44(Γ)
(3), δικαιολογεί την καταχώρηση Αίτησης/Έφεσης για παραμερισμό της Ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου τύπου ΙΑ. Ο κ. Ιωάννου υποστήριξε ότι εφόσον ο Νομοθέτης έχει προβλέψει τόσο το ένδικο μέσο παραμερισμού της σκοπούμενης πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου όσο και τις προθεσμίες αλλά και τους λόγους νια τους οποίους μπορεί να παραμερισθεί η Ειδοποίηση πλειστηριασμού και, κατ΄ επέκταση, να ανασταλεί/ακυρωθεί ο πλειστηριασμός, το πρόσωπο το οποίο έχει παραλείψει να προβεί στη λήψη των προβλεπόμενων από το Νόμο ένδικων μέσων δεν μπορεί να αναζητεί τις εν λόγω θεραπείες με εναλλακτικές μεθόδους και διαδικασίες όπως καταχρηστικά, πρόσθεσε, πράττει στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής. Εν προκειμένω είναι σαφές ότι δεν επιδιώκεται η ακύρωση του πλειστηριασμού με Αίτηση/Έφεση αφού τέτοιο ένδικο μέσο όχι μόνο δεν έχει καταχωρηθεί από την πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών αλλά και γιατί έχει ήδη παρέλθει, όπως σωστά επισημαίνεται από τον κ. Ιωάννου, η προθεσμία των 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, οι Αιτητές έχουν προσφύγει στο Δικαστήριο καταχωρώντας Αγωγή στη βάση των προνοιών του Άρθρου 44(Β)
(3)για σκοπούς αμφισβήτησης του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις Διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου. Στο πλαίσιο δε αυτό οι διατάξεις του Νόμου 9/65, που ο κ. Ιωάννου επικαλέστηκε, δεν αποστερούν, κατά τη γνώμη μου, από τον Ενάγοντα του δικαιώματος του να ζητήσει την έκδοση προσωρινού διατάγματος δυνάμει του Άρθρου 32 του Ν.14/60 εφόσον, βεβαίως, πληρούνται οι διαλαμβανόμενες στο εν λόγω Άρθρο προϋποθέσεις. Εκ περισσού δε να αναφέρω ότι η θέση του κ. Ιωάννου ότι, δηλαδή, διαφορετική ερμηνεία από αυτή που προώθησε ενδέχεται να οδηγήσει σε καταχρηστικές και ατέρμονες διαδικασίες θα μπορούσε, ενδεχομένως, να έχει έρεισμα νοουμένου ότι μέσω του ένδικου μέσου της αγωγής ο Αιτητής επεδίωκε να εγείρει λόγους που καλύπτονται από το Άρθρο 44Γ
(3). Eίναι, συνεπώς, η θέση του Δικαστηρίου, σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο κ. Κασσιανής, ότι πέραν της δυνατότητας που παρέχεται, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44Γ
(3)για παραμερισμό της Ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, ήτοι της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ και, κατ΄ επέκταση, ακύρωσης του πλειστηριασμού δίδεται η ευχέρεια στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου στη βάση των προνοιών του Άρθρου 44(Β)
(3)«αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους». Στη βάση όλων των ανωτέρω η πιο πάνω εισήγηση δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Εξέταση Αίτησης με βάση τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
- Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα με βάση το περιεχόμενο του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος διαπιστώνεται ότι οι Ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση Δηλωτικών Αποφάσεων ότι οι επίδικες Υποθήκες και/ή Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκών είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες με βάση τις πρόνοιες του Ν.9/65, μεταξύ άλλων, για τους ακόλουθους λόγους: ● διότι οι όροι τους είναι καταχρηστικοί, παράνομοι, άκυροι και ανεφάρμοστοι, ● διότι το περιεχόμενο τους και/ή οι όροι τους είναι αντίθετοι και/ή δεν συνάδουν και/ή παραβιάζουν τις ρητές πρόνοιες του Ν.9/65 και/ή διότι καταρτίστηκαν κατά παράβαση προς τις ρητές πρόνοιες της εν λόγω Νομοθεσίας και/ή του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, ● διότι οι όροι τους παραβιάζουν και/ή αποστερούν παράνομα το εξ επιείκειας δικαίωμα των Εναγόντων και/ή ενυπόθηκων οφειλετών όπως εξοφλήσουν και εξαλείψουν τις επίδικες υποθήκες και απαλλάξουν την περιουσία τους (equitable right of redemption) εφόσον το ποσό και/ή ο τόκος και/ή τα έξοδα που καλύπτει έκαστη υποθήκη δεν καθορίζονται και/ή δεν δύνανται να προσδιοριστούν. Επιδιώκεται, επίσης, η εξασφάλιση Δηλωτικής Απόφασης ότι οι διαδικασίες πώλησης που η Εναγόμενη Τράπεζα προωθεί αναφορικά με τις Υποθήκες Υ1249/2006 και Υ1890/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου είναι αντισυνταγματικές, παράνομες, άκυρες διότι παραβιάζουν τα Άρθρα 26, 28 και 30 του Συντάγματος και/ή διότι οι νόμιμες διατάξεις του Ν.9/65 δεν έχουν τηρηθεί και/ή η Εναγόμενη έχει παραλείψει να συμμορφωθεί με τις εκ του Νόμου υποχρεώσεις της με αποτέλεσμα οι διαδικασίες που τροχοδρομήθηκαν από αυτή να είναι εξ΄υπαρχής άκυρες. Περαιτέρω επιδιώκεται η έκδοση Δηλωτικής Απόφασης ότι οι διαδικασίες πώλησης και/ή οι ορισμένοι από την Εναγόμενη Τράπεζα πλειστηριασμοί των ενυποθήκων ακινήτων που αφορούν τις Υποθήκες Υ1249/2006 και Υ1890/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου είναι παράνομες και άκυρες διότι τα ποσά και/ή οι τόκοι και/ή τα έξοδα που απαιτούνται σε αυτές είναι εντελώς αντισυμβατικά και/ή εσφαλμένα και/ή αυθαίρετα και κατά παράβαση των Συμβάσεων και Δηλώσεων των πιο πάνω επίδικων Υποθηκών και/ή ότι τέτοια ποσά και/ή υπόλοιπα υπολογίστηκαν κατά παράβαση των Συμβάσεων και Δηλώσεων των πιο πάνω επίδικων Υποθηκών και/ή του Νόμου 9/65 και/ή το υπό του Νόμου επιτρεπόμενο επιτόκιο και/ή του Άρθρου 95 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο 65(Ι)/
- Όπως προκύπτει από τα όσα έχουν καταγραφεί ανωτέρω και όπως ορθά έχει, κατά την άποψη μου, επισημάνει στην αγόρευση του ο κ. Κασσιανής, τα ζητήματα που εγείρονται από τους Αιτητές στο Γενικώς Οπισθογραφημένο τους Κλητήριο Ένταλμα αφορούν και αναφέρονται στις πιο κάτω ενότητες ζητημάτων: (i) στην ακυρότητα των επίδικων υποθηκών, (ii) στην αντισυνταγματικότητα της επίδικης διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 που διέπουν την εν λόγω διαδικασία, και (iii) στην παρανομία και ακυρότητα της επίδικης διαδικασίας που προωθεί η Εναγόμενη Τράπεζα και στην αμφισβήτηση των ποσών, τόκων και εξόδων που απαιτούνται και αναφέρονται στις Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και Τύπου ΙΑ. Στη βάση όλων των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και, ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Όπως υπεδείχθη στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23/3/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Ο Ενάγων αρ. 1 μέσω των όσων παραθέτει στην ένορκη του δήλωση αμφισβητεί την εγκυρότητα των επίδικων Υποθηκών λόγω της ύπαρξης σε αυτές όρων - τους οποίους εξειδικεύει - οι παραβιάζουν τις επιτακτικές προϋποθέσεις του Άρθρου 5 και του Άρθρου 21
(1)(γ) του Ν.9/65 διότι, αφενός ο τόκος που εκάστη επίδικη Υποθήκη καλύπτει δεν είναι καθορισμένος ή δυνάμενος να προσδιοριστεί και, αφετέρου οι επίδικες υποθήκες καλύπτουν και/ή περιλαμβάνουν έξοδα πέραν των υπό του Νόμου επιτρεπομένων. Επιπλέον επικαλείται αντισυνταγματικότητα της επίδικης διαδικασίας πώλησης και των διατάξεων του Μέρους VIA με βάση το Άρθρο 44Α που καθορίζει το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Μέρους του Νόμου και στις συμβάσεις υποθηκών που συνήφθησαν και καταρτίστηκαν πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του τροποποιητικού Νόμου 142(Ι)/
- Και τούτο στη βάση του ότι προκύπτει, όπως είναι ο σχετικός ισχυρισμός, ξεκάθαρη νομοθετική επέμβαση στη διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης και στην ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων μερών μέσω της εφαρμογής μιας εντελώς διαφορετικής διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με τις δυσμενείς συνέπειες που αυτή επιφέρει για ένα εκ των συμβαλλομένων. Ακόμη ο Ενάγων αρ.1 επικαλείται παρανομία και ακυρότητα της διαδικασίας που προωθεί η Εναγόμενη Τράπεζα αναφορικά με τις επίδικες υποθήκες στη βάση του ότι τα ποσά, οι τόκοι και τα έξοδα τα οποία απαιτούνται από την Εναγόμενη βάσει των εν λόγω υποθηκών και μέσω της διαδικασίας που τροχιοδρομεί και των Ειδοποιήσεων που έχει αποστείλει είναι εντελώς παράνομα, αυθαίρετα, εσφαλμένα και αόριστα. Ισχυρίζεται, συναφώς, ότι η αναφορά στις Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ σε «πλέον έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων της ειδοποίησης αυτής» προσκρούει στις διατάξεις του Ν.9/
- Επιπλέον ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη χρέωνε και συνεχίζει να χρεώνει το ενυπόθηκο υπόλοιπο της υποθήκης Υ1249/2006 με μη επιτρεπόμενο επιτόκιο εφόσον το ορθό και νόμιμο επιτόκιο που όφειλε να χρεώνει ήταν και συνεχίζει να είναι το Ελάχιστο Επιτόκιο Προσφοράς των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ε.Κ.Τ. Ακόμη επικαλείται και παραβίαση του Άρθρου 95 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου 65(Ι)/2015 εφόσον η Εναγόμενη Τράπεζα προχώρησε σε απαίτηση του ενυπόθηκου υπολοίπου αναφορικά με την υποθήκη Υ1249/2006 και δεν παρείχε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με το υπόλοιπο της αρχικής σύμβασης πιστωτικών διευκολύνσεων, ούτε και προέβη σε αφαίρεση των δόσεων που καταβάλλονταν αλλά και των τόκων, χρεώσεων και εξόδων όπως καθορίζεται στο Άρθρο 95 του Ν. 65(Ι)/2015 . Η πλευρά της Εναγόμενης απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι κανένας όρος των επίδικων υποθηκών είναι παράνομος και ότι οι υποθήκες εγράφησαν νόμιμα. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι το απαιτούμενο ποσό που είναι εξασφαλισμένο με την επίδικη υποθήκη είναι ορθό και αποκρυσταλλωμένο. Προβάλλει, επίσης, ότι η ενσωμάτωση στο Νόμο μιας πρόσθετης ανεξάρτητης διαδικασίας για εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου μέσω ιδιωτικού πλειστηριασμού χωρίς την ανάμιξη του Διευθυντή του Κτηματολογίου αλλά εκείνη των εμπλεκόμενων μερών δηλ, του ενυπόθηκου δανειστή, ενυπόθηκου οφειλέτη και άλλων ενδιαφερόμενων μερών ουδόλως διαφοροποιεί ή επηρεάζει ή αναιρεί τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη όπως αυτά είχαν ήδη καθορισθεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης του ακινήτου του ως ενυπόθηκης εξασφάλισης έναντι των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Τα πιο πάνω καταγραφέντα, αν δεν υπήρχε το ζήτημα του δεδικασμένου στο οποίο θα αναφερθώ στη συνέχεια, θα μπορούσε να λεχθεί ότι εγείρουν διάφορα θέματα για τα οποία το Δικαστήριο θα ήτο δυνατόν, ενδεχομένως, να καταλήξει, λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, ότι είναι τέτοια ώστε να στοιχειοθετούν ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ωστόσο, πέραν των όσων προβάλλει η πλευρά της Εναγόμενης Τράπεζας και αναφέρθηκαν ανωτέρω, εγείρει και ζήτημα δεδικασμένου λόγω έκδοσης εκ συμφώνου Αποφάσεων σε σχέση με τις επίδικες υποθήκες και τα επίδικα χρέη. Η εν λόγω θέση είναι φανερό πως είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, όπως προκύπτει τόσο από την ένορκη δήλωση της Αίτησης όσο και την ένορκη δήλωση της Ένστασης, τα πιο κάτω γεγονότα είναι παραδεκτά: p Αναφορικά με τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 23/5/2006, η οποία συνήφθη μεταξύ του Αιτητή αρ. 1, της XXXXX XXXXX Γεωργίου και της XXXXX XXXXX Γεωργίου αφενός και της ΣΠΕ Αγίας Νάπας (ως ήταν τότε) αφετέρου, κατεχωρήθη στο Ε.Δ. Αμμοχώστου η Αγωγή 977/2012 στην οποία εξεδόθη εκ συμφώνου Απόφαση στις 2/12/2014 εναντίον των πρωτοφειλετών καθώς και Διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ1249/2006 που παρεχωρήθη από τους πρωτοφειλέτες ως εξασφάλιση για το εν λόγω δάνειο. p Αναφορικά με τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 30/7/2008, η οποία συνήφθη μεταξύ της εταιρείας Adamos G. Manoli & Son Properties & Developments Ltd αφενός και του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Κάτω Βαρωσίων Λτδ αφετέρου, κατεχωρήθη στο Ε.Δ. Αμμοχώστου η Αγωγή 603/2010 στην οποία εξεδόθη εκ συμφώνου Απόφαση εναντίον των πρωτοφειλετών στις 17/3/2011 καθώς και Διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ1890/2008 η οποία παρεχωρήθη από τους πρωτοφειλέτες ως εξασφάλιση για το εν λόγω δάνειο. Με βάση τη σχετική νομολογία για να τυγχάνει εφαρμογής η αρχή δεδικασμένου και estoppel σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει: α. Το επίδικο θέμα να είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες και αυτό περιλαμβάνει και τις διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν καταστεί αντικείμενο της προηγηθείσας διαδικασίας. β. Το υπό εξέταση επίδικο θέμα θα πρέπει να έχει εξετασθεί και αποφασισθεί στην προηγηθείσα διαδικασία από Δικαστήριο με αρμοδιότητα και δικαιοδοσία. γ. Το υπό εξέταση επίδικο θέμα θα πρέπει να είχε αποφασισθεί στην πρώτη διαδικασία τελειωτικά. δ. Οι διάδικοι θα πρέπει και στις δύο διαδικασίες να είναι οι ίδιοι. Από τη σχετική επί του θέματος αναφορικά με το δεδικασμένο νομολογία προκύπτει ότι το δεδικασμένο αφορά όχι μόνο τα θέματα που αποτελούσαν επίδικα ζητήματα στην πρώτη υπόθεση αλλά και θέματα τα οποία λογικά θα έπρεπε να εγερθούν και αντικειμενικά ήταν δυνατόν να εγερθούν αλλά δεν ηγέρθησαν. Στην Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Terzian κ.α. Π.Ε. 151/2010, ημερ. 7/3/2014, αναφέρεται ότι: «Τυγχάνει νομολογιακά αναγνωρισμένη αρχή που διέπει τα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου (res judicata) ή του λεγόμενου 'issue estoppel' ότι το εμπόδιο στην έγερση μιας αγωγής εγείρεται όχι μόνο εκεί όπου ένα ή περισσότερα θέματα έχουν εγερθεί στην ίδια μορφή κατά την προηγηθείσα αγωγή, αλλά καλύπτει επίσης και τις διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί τέτοια θέματα ως επίδικα αλλά δεν ηγέρθησαν». Μνημονεύεται δε απόσπασμα από τη K.S.R. Commercio S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, όπου σημειώνεται ότι: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε, ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του, δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι, η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα». Είναι φανερόν από τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα ότι για τις επίδικες υποθήκες καθώς και τα επίδικα ποσά έχουν εκδοθεί εκ συμφώνου Αποφάσεις για τα οφειλόμενα ποσά καθώς και Διατάγματα εκποίησης των επίδικων Υποθηκών και αφού οι Εναγόμενοι σε αυτές και Αιτητές στην παρούσα είχαν εκπροσωπηθεί από δικηγόρο. Είναι δε ορθή, κατά την άποψη μου, η θέση του κ. Ιωάννου ότι με την έκδοση των πιο πάνω Αποφάσεων τα δικαιώματα των μερών ενσωματώθηκαν στις πιο πάνω Αποφάσεις και Διατάγματα με αποτέλεσμα να μην μπορεί σε αυτό το στάδιο να τεθεί θέμα λανθασμένων και/ή αυθαίρετων υπολοίπων καθώς και θέμα νομιμότητας και/ή εγκυρότητας των επίδικων Υποθηκών, αντικείμενο των εν λόγω Αποφάσεων. Ορθή, θεωρώ, πως είναι και η επισήμανση του κ. Ιωάννου ότι οι Αιτητές είχαν στις εν λόγω Αγωγές το δικαίωμα, αν ήθελαν, να αμφισβητήσουν τόσο τα οφειλόμενα υπόλοιπα των Συμφωνιών Δανείου όσο και τη νομιμότητα των υποθηκών που είχαν παραχωρήσει προς εξασφάλιση των εν λόγω δανείων που τους είχαν δοθεί. Όχι μόνο δεν το έπραξαν αλλά αποδέχτηκαν εκ συμφώνου την έκδοση Αποφάσεων αναφορικά με τα αξιούμενα ποσά καθώς και Διατάγματα για εκποίηση των επίδικων υποθηκών. Τούτου δοθέντος οι Αιτητές κωλύονται μέσω της παρούσας Αγωγής να αξιώνουν θεραπείες και να προβάλλουν ισχυρισμούς τους οποίους θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν προβάλλει στο πλαίσιο των πιο πάνω Αγωγών που προηγήθηκαν. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, κατά την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε τελική απόφαση επί της ουσίας των επίδικων θεμάτων της παρούσας Αγωγής, παρά μόνο περιορίζεται στη διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω σε σχέση με το ζήτημα του δεδικασμένου και το γεγονός ότι όσα αναφέρθηκαν βασίστηκαν σε γεγονότα αδιαμφισβήτητα καταλήγω ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος.[6] Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.[7] Αποτέλεσε θέση των Αιτητών ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα και η διαδικασία του πλειστηριασμού τελεσφορήσει, θα υποστούν τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά ένεκα της απώλειας των περιουσιακών και ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων τους η οποία θα είναι μια μη αναστρέψιμη κατάσταση. Περαιτέρω προβλήθηκε ότι καμία χρηματική αποζημίωση δεν θα μπορεί να αποκαταστήσει ή να ανατρέψει την απώλεια των επίδικων ακινήτων τους. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση λέω ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά των Αιτητών, εάν επιτύχει η Αγωγή τους, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα. Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι δεν έχει προβληθεί η θέση από τους Αιτητές ότι η οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση/Εναγόμενης είναι τέτοια ώστε να μην μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν Απόφαση υπέρ τους και ότι η Καθ΄ης η Αίτηση είναι αφερέγγυα. Αντίθετα, η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι αποτελεί ένα καθόλα φερέγγυο Τραπεζικό ίδρυμα, κάτι που η πλευρά των Αιτητών δεν έχει αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο, με συνεπακόλουθο να υφίσταται οικονομική δυνατότητα αποζημίωσης των Αιτητών στην περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τους. Εν πάση περιπτώσει ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι στα επίδικα ακίνητα υφίσταται επαγγελματική στέγη (καφενείο) δεν θεωρώ ότι καταδεικνύει ότι η εκποίηση τέτοιου είδους ακινήτου θα έχει ως συνέπεια να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όσον αφορά την υπόθεση του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΔΕΕ) C-415/11 ημερ. 14/3/2013 την οποία ο κ. Κασσιανής έχει επικαλεσθεί, λέω εξαρχής ότι, κατά την κρίση μου, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Περιορίζομαι να πω ότι στην υπόθεση C-415/11 το ΔΕΕ έκρινε ότι η Ισπανική κανονιστική ρύθμιση με την οποία δεν επιτρέπετο στον αρμόδιο Δικαστή να αναστείλει τη διαδικασία εκτέλεσης υποθήκης λόγω καταχρηστικής ρήτρας στη δανειακή σύμβαση ακινήτου, αντίκειτο στο Δίκαιο της Ένωσης[8]. Πιο συγκεκριμένα, με την Ισπανική νομοθεσία προβλέπονταν περιορισμένοι λόγοι ανακοπής που μπορούσε ένας οφειλέτης να αντιτάξει στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης υποθήκης, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνετο η ύπαρξη καταχρηστικής ρήτρας σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου. Το συγκεκριμένο στοιχείο μπορούσε να προβληθεί μόνο σε χωριστή ένδικη διαδικασία στο πλαίσιο αναγνωριστικής αγωγής η οποία δεν ανάστελλε τη διαδικασία εκτέλεσης υποθήκης. Βασικά το ΔΕΕ με την Απόφαση του επεσήμανε ότι η Οδηγία περί Καταχρηστικών Ρητρών (Οδηγία 93/13/ΕΟΚ)[9] απέκλειε μια Εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη, η οποία δεν παρείχε στο Δικαστήριο της ουσίας τη δυνατότητα λήψης προσωρινών μέτρων και, ταυτόχρονα, διαπίστωσε ότι το Ισπανικό δικονομικό σύστημα έθιγε την επιδιωκόμενη από την Οδηγία προστασία. Στη βάση όλων των πιο πάνω είναι φανερό, κατά την εκτίμηση μου, ότι η υπό εξέταση περίπτωση ουδεμία σχέση ή σύγκριση μπορεί να έχει με την υπό κρίση περίπτωση. Υπό αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή ο Αιτητής χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως είναι νομολογημένο, στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, το θέμα λήγει εκεί χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για την μη έκδοση του[10]. Ως εκ τούτου η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί και αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, παρέλκει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι, συνεπώς, η κατάληξη μου ότι οι Αιτητές απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν τόσο τη δεύτερη όσο και την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60. Συνεπακόλουθα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Καθ΄ης η Αίτηση δικαιούται στα έξοδα της. Οι Αιτητές να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ [1] Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseosv. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδη ς ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπ ρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255. [7] Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ.
- [8] "
- It must therefore be held that such procedural rules impair the protection sought by the directive, in so far as they render it impossible for the court hearing the declaratory proceedings - before which the consumer has brought proceedings claiming that the contractual term on which the right to seek enforcement is based is unfair - to grant interim relief capable of staying or terminating the mortgage enforcement proceedings, where such relief is necessary to ensure the full effectiveness of its final decision (see, to that effect, Case C-432/05 Unibet 2007 ECR I-2271, paragraph 77)". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [9] Ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 Ν.93(Ι)/1996εφαρμόζει στην Κύπρο την Ευρωπαϊκή Οδηγία 93/13/ΕΟΚ. [10] Δέστε Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά. v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014, ημερ. 27/2/15 και Χάρης Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμος Λευκωσίας Πολιτική έφεση αρ. Ε 68/2013, ημερ. 24/3/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο