SLALOM ENTERPRISES LTD ν. GEORGIE'S HANDY FOOD LTD (πρώην IL CARPETTO PISSERIA & RESTAURANT LTD) κ.α., Αριθμός Αγωγής:501/2018, 30/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής:501/2018 SLALOM ENTERPRISES LTD Ενάγουσα ν.
- GEORGIE'S HANDY FOOD LTD (πρώην IL CARPETTO PISSERIA & RESTAURANT LTD)
- XXXXX Γ. ΑΡΜΕΝΑΚΗΣ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 18/1/2019 (για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) Ημερομηνία: 30/5/19 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους-Αιτητές: O κ. Χ. Κυριακίδης μαζί με Χ. Στρόππο για ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε Για Ενάγουσα-καθ'ής η αίτηση: Η κα Μ. Βασιλείου για Γ.Φ.ΠΙΤΤΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Ο.2, r.1), ημερομηνίας 3/8/18, που η ενάγουσα-καθ'ής η αίτηση (στο εξής καλούμενη «η καθ'ής η αίτηση») καταχώρησε, εξαιτείται από το Δικαστήριο απόφαση με την οποία να απαγορεύεται στους εναγόμενους-αιτητές (στο εξής καλούμενοι «οι αιτητές») να εισέρχονται και να επεμβαίνουν στο κατάστημα υπ'αριθμό 1, στη Λεωφόρο XXXXX 10 στην Αγία Νάπα (στο εξής καλούμενο «το κατάστημα»). Στο εν λόγω κατάστημα οι αιτητές λειτουργούν επιχείρηση ταχυφαγείου. Περαιτέρω στη βάση της πιο πάνω παράνομης επέμβασης αξιώνουν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Αποτελεί, εν συντομία, θέση της καθ'ής η αίτηση ότι οι αιτητές ήταν εργοδοτούμενοι της δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 4/3/17, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων. Στα πλαίσια αυτά οι αιτητές είχαν λάβει κατοχή του ακινήτου. Η συμφωνία εργοδότησης θα έληγε στις 31/12/17 εφόσον είχε χρονική διάρκεια 10 μηνών και δεν ανανεώθηκε. Με την λήξη της οι αιτητές αρνούνται να παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή του υποστατικού στην καθ'ής η αίτηση. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Ταυτόχρονα η καθ'ής η αίτηση καταχώρισε και μονομερή αίτηση με την οποία αξιώνει διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους αιτητές από του να εισέρχονται ή να κατέχουν και χρησιμοποιούν το εν λόγω κατάστημα. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα εφόσον δεν ικανοποιήθηκε ότι συνέτρεχαν οι σχετικές προϋποθέσεις και ως εκ τούτου διέταξέ την επίδοση της εν λόγω αίτησης. Στις 24/10/18 οι αιτητές καταχώρησαν την ένσταση τους. Στις 10/1/19 η καθ'ής η αίτηση καταχώρησε την Έκθεση Απαίτησης της. Στις 18/1/19 οι αιτητές καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Ταυτόχρονα καταχώρησαν και μονομερή αίτηση, με την οποία εξαιτούντο από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ν' απαγορεύεται στην καθ'ής η αίτηση να ενοχλεί ή/και να εμποδίζει την αιτήτρια στην ανενόχλητη και ειρηνική απόλαυση (quiet enjoyment), ή/και κατοχή, ή/και χρήση του καταστήματος. (B) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην καθ'ής η αίτηση από το να επεμβαίνει, ή/και αποσυνδέει οποιαδήποτε παροχή κοινής ωφελείας, ή/και παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, ή/και παροχής υδατοπρομήθειας, ή/και οποιασδήποτε άλλης υπηρεσίας (utility) στο κατάστημα. (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναγκάζει την καθ'ής η αίτηση όπως προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες εντός 1 (μιας) ημέρας από την επίδοση του παρόντος διατάγματος, για να επανασυνδέσει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος του καταστήματος μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγής. (Δ) Διαζευκτικά με το ανωτέρω διάταγμα, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στην αιτήτρια όπως αποταθεί η ίδια προσωπικά για την επανασύνδεση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος του καταστήματος μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Το Δικαστήριο, αφού ικανοποιήθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις, εξέδωσε μονομερώς το διάταγμα ως η παράγραφος Δ της αίτησης, ενώ σε σχέση με τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα δόθηκαν οδηγίες όπως αυτά επιδοθούν. Στις 4/4/19, μετά από σχετική δήλωση των ευπαίδευτων συνηγόρων, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτο. Περαιτέρω εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα ως το αιτητικό (Β) της αίτησης. Αντίθετα το αιτητικό (Γ) της εν λόγω αίτησης αποσύρθηκε από τους αιτητές. Επομένως παραμένει ως μόνο επίδικο θέμα της υπό κρίση αίτησης, το αιτούμενο υπό της παραγράφου (Α) διάταγμα. ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ H υπό κρίση αίτηση, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή 2, ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της αιτήτριας 1, και ο οποίος αναφέρει, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
- Κατά ή περί το έτος 2012, η αιτήτρια 1 έλαβε κατοχή του καταστήματος από την καθ'ής η αίτηση ως υπενοικιαστής, έναντι νόμιμου ανταλλάγματος που καταβάλλεται ετήσια στην καθ'ής η αίτηση, ως η μεταξύ τους συμφωνία. Στο εν λόγω κατάστημα λειτουργεί την επιχείρηση της εδώ και επτά περίπου χρόνια η αιτήτρια
- Η αιτήτρια 1 συμφωνήθηκε αρχικά να καταβάλει στην καθ'ής η αίτηση το ποσό των €30.000 ετησίως, το οποίο ακολούθως αυξήθηκε στο ποσό των €33.000 ετησίως, ποσό το οποίο ισχύει μέχρι και σήμερα, δυνάμει συμφωνιών ημερομηνίας 09/03/2012 και 04/03/2017 αντιστοίχως (Τεκμήριο 1).
- Η αιτήτρια 1 στο κατάστημα λειτουργεί επιχείρηση ταχυφαγείου (Fast Food), η οποία έχει αποκτήσει σημαντική φήμη και πελατεία.
- Από το 2012 μέχρι και σήμερα η αιτήτρια 1 καταβάλει το συμφωνημένο αντάλλαγμα, δια επιταγών (Τεκμήριο 2), το οποίο παραλαμβάνεται και εξαργυρώνεται από την καθ'ής η αίτηση, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία εκ μέρους της. Όπως φαίνεται και από την περιγραφή του λογαριασμού, για έκαστο έτος, η αιτιολογία ήταν η καταβολή του νόμιμου ανταλλάγματος της υπενοικίασης.
- Η αιτήτρια 1 κατά την παραλαβή της κατοχής του Υποστατικού από την καθ'ής η αίτηση, αφαίρεσε από αυτό οποιαδήποτε αντικείμενα και εξοπλισμό υπήρχαν εντός του καταστήματος. Μετά την αφαίρεση των πιο πάνω, η αιτήτρια με δικά της έξοδα, περί το μισό εκατομμύριο Ευρώ, επίπλωσε το Υποστατικό και το εξόπλισε ώστε να είναι σε θέση να λειτουργεί ως επιχείρηση ταχυφαγείου (Fast Food).
- Η αιτήτρια 1 είναι εγγεγραμμένη στο αρχείο των Υπηρεσιών των Κοινωνικών Ασφαλίσεων με αριθμό εγγραφής 40180 και στο Μητρώο Εργοδοτών Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Λειτουργεί δε την επιχείρηση της με δικό της εγγεγραμμένο προσωπικό στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις (Τεκμήριο 3). Σήμερα, η αιτήτρια εργοδοτεί οκτώ
(8)εργοδοτούμενους στο εν λόγω κατάστημα.
- Η αιτήτρια 1 από το 2012 μέχρι και σήμερα κατέβαλλε στην αρμόδια αρχή το ποσό που αντιστοιχούσε στην άμυνα (Τεκμήριο 4). Περαιτέρω η αιτήτρια 1 από το 2012 μέχρι και σήμερα καταβάλει με δικά της έξοδα τους λογαριασμούς κοινής ωφελείας. Ειδικότερα, καταβάλλει το ποσό που αντιστοιχεί στην κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος καθώς και το ποσό που αντιστοιχεί στην κατανάλωση νερού (Τεκμήρια 5, 6 και 7). Η αρμόδια αρχή έρχεται πάντα σε επαφή μαζί με τους αιτητές για τις σχετικές οφειλές.
- Η αιτήτρια 1, περαιτέρω, με δικά της έξοδα, κατέβαλε όλα τα τέλη που αντιστοιχούσαν στα σκύβαλα αναφορικά με το κατάστημα στον Δήμο Αγίας Νάπας (Τεκμήριο 8). Η Αιτήτρια 1, μέχρι και το έτος 2017, έχει καταθέσει τις φορολογικές της δηλώσεις και έχει καταβάλει το τέλος που αντιστοιχεί στη σχετική φορολογία αναφορικά με τα κέρδη από την υπενοικίαση του καταστήματος (Τεκμήριο 9). Περαιτέρω φορολογούμενος από τις πωλήσεις στο επίδικο κατάστημα είναι η αιτήτρια 1 (Τεκμήριο 10).
- Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του, αποδεικνύονται και από το γεγονός ότι κάθε έτος, εκδίδονταν όλες οι αναγκαίες άδειες για τη λειτουργία του Καταστήματος, στο όνομα της αιτήτριας 1 (Τεκμήρια 12, 13 ,14 και 15). Όλες οι πιο πάνω άδειες αφορούν την περίοδο 12/12/2018 μέχρι 12/03/
- Ο ίδιος, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της αιτήτριας υπέγραψε το έγγραφο που φέρει τον τίτλο Συμφωνία Εργοδότησης (Τεκμήριο 1), γνωρίζοντας και έχοντας την κοινή αντίληψη με την καθ'ής η αιτηση ότι η αιτήτρια 1 ήταν υπενοικιαστής του καταστήματος και όχι εργοδοτούμενη της καθ' ης η αίτηση.
- Όταν η αιτήτρια αντιλήφθηκε, ότι η πρόθεση της καθ'ής η αίτηση ήταν να την εκδιώξουν από το κατάστημα, το οποίο υπενοικιάζει νόμιμα, ανταλλάγησαν διάφορες επιστολές μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών. Περαιτέρω ενώ το κατάστημα ήταν κλειστό η καθ'ής η αίτηση, παράνομα και χωρίς να ενημερώσει την αιτήτρια, τοποθέτησε αλυσίδα και κλειδωνιά στις κεντρικές πόρτες του καταστήματος. Ο ίδιος μόλις το αντιλήφθηκε επισκέφτηκε την πιο πάνω δικηγορική εταιρεία η οποία απέστειλε εκ μέρους της αιτήτριας επιστολή (Τεκμήριο 11) και ταυτόχρονα έλαβε κατοχή του καταστήματος.
- Οι παράνομες ενέργειες της καθ'ής η αίτηση καταγγέλθηκαν στην Αστυνομία. Ακολούθως ανταλλάγησαν διάφορες επιστολές μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών (Τεκμήρια 18 και 19).
- Στις 14/03/2018 η καθ'ής η αίτηση, έδωσε παράνομες οδηγίες στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (Α.Η.Κ) να αποκόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο κατάστημα με αποτέλεσμα η επιχείρηση της αιτήτριας 1 να μην μπορεί να λειτουργήσει. Μετά από επικοινωνία που είχε τόσο με την καθ'ής η αίτηση αλλά και τους αρμόδιους λειτουργούς από την Α.Η.Κ, την ίδια ημέρα επανασυνδέθηκε η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος.
- Ενημερώθηκαν άμεσα οι δικηγόροι της αιτήτριας και αποστάλθηκε επιστολή, ημερομηνίας 20/03/2018 (Τεκμήριο 20), στους δικηγόρους της καθ'ής η αίτηση. Περαιτέρω, από τους δικηγόρους της αιτήτριας αποστάλθηκε και επιστολή προς την Α.Η.Κ (Τεκμήριο 21).
- Ενόψει του ότι η καθ'ής η αίτηση με τις πιο πάνω παράνομες ενέργειες της δεν κατάφερε να σταματήσει την κατοχή και λειτουργία της επιχείρησης της αιτήτριας 1 προέβηκε και σε περαιτέρω ενέργειες. Στις 20/11/2018 επισκέφτηκε το Υποστατικό υπάλληλος της Α.Η.Κ ο οποίος ενημέρωσε την αιτήτρια ότι έχει οδηγίες να προβεί στην διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος χωρίς να διευκρινιστούν οι λόγοι διακοπής του. Ο ίδιος αφού διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός αυτό οι αρμόδιοι λειτουργοί εκ μέρους της Α. Η. Κ αποχώρησαν, επανασυνδέοντας το ρεύμα.
- Ακολούθως το απόγευμα της ίδιας ημέρας και πάλι αρμόδιοι λειτουργοί της Α.Η.Κ, μετέβησαν εκ νέου στο κατάστημα προοσπαθώντας και πάλι να αποκόψουν το ρεύμα. Μετά από συζήτηση που είχε ο αιτητής 2 με τους αρμόδιους λειτουργούς της Α.Η.Κ. έγινε επανασύνδεση της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος.
- Ενόψει των όσων έλαβαν χώρα στις 20/11/2018 οι δικηγόροι της αιτήτριας απέστειλαν, στις 21/11/2018, σχετική επιστολή προς την Α.Η.Κ (Τεκμήριο 22). Η Α.Η.Κ απάντησε με επιστολή, ημερομηνίας 29 Νοεμβρίου 2018 (Τεκμήριο 23), όπου αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι με βάση τον όρο 25 της Συμφωνίας Εργοδότησης, μεταξύ των διαδίκων δεν υπήρχε σχέση ενοικιαστή - υπενοικιαστή και ταυτόχρονα ζήτησαν όπως τους προσκομισθεί έγκυρη συμφωνία ενοικίασης μέχρι και τις 6/12/2018 και τότε θα είναι έτοιμοι να μεταβιβάσουν την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος στο όνομα της αιτήτριας
- Σε αντίθετη περίπτωση θα ακολουθήσουν τις οδηγίες της καθ'ής η αίτηση για διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος.
- Οι δικηγόροι της αιτήτριας απάντησαν ατην προαναφερόμενη επιστολή με επιστολή τους ημερομηνίας 5/12/2018 (Τεκμήριο 23).
- Στις 06/12/2018 περί τις 11:30 π.μ. μετέβηκε αρμόδιος Λειτουργός της Α.Η.Κ στο κατάστημα και προχώρησε σε πλήρη αποκοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, κατόπιν οδηγιών της καθ'ής η αίτηση.
- Αυτό είχε ως άμεσο επακόλουθο, το κατάστημα να μην ηλεκτροδοτείται και να μην μπορεί να λειτουργήσει οποιαδήποτε ηλεκτρική και άλλη συσκευή εντός αυτού. Ενόψει της ξαφνικής διακοπής της ηλεκτροδότησης έχουν καταστραφεί αρκετά εμπορεύματα που βρίσκονταν εντός του καταστήματος καθώς και οι ηλεκτρικές συσκευές και τα μηχανήματα. Κατά την αποκοπή του ρεύματος, εντός του καταστήματος, υπήρχαν πελάτες που εξυπηρετούντο καθώς και που είχαν ήδη εξυπηρετηθεί με αποτέλεσμα με την ξαφνική αποκοπή του ηλεκτρικού ρεύματος είτε να μην μπορούν να εξυπηρετηθούν καθώς και να αποχωρήσουν από τον χώρο ενόψει της αναστάτωσης που προήλθε. Συνεπεία του γεγονότος αυτού, η φήμη της επιχείρησης που ασκεί η αιτήτρια στο κατάστημα έχει πληγεί.
- Ενόψει του ότι έχει διακοπεί μονομερώς η παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος, αυτό είχε ως άμεσο επακόλουθο να παραλύσει η λειτουργία της επιχείρησης της αιτήτριας. Ταυτόχρονα, το κατάστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει από τις 6/12/2018 μέχρι και σήμερα. Ο ίδιος κατέβαλε αρκετές προσπάθειες να εξεύρει γεννήτρια σε μια προσπάθεια μείωσης των ζημιών που υφίσταται η αιτήτρια, η οποία να είναι σε θέση να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της λειτουργίας του καταστήματος. Αμέσως μετά τη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, προέβηκε σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες και η αιτήτρια κατάφερε να εντοπίσει γεννήτρια, η οποία όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, ήταν ικανή να υποστηρίξει μόνο το 10% των μηχανημάτων και συσκευών του καταστήματος, με αποτέλεσμα αυτό να υπολειτουργεί και να προκαλεί πλήγμα στην φήμη της πελατείας της αιτήτριας 1, εφόσον οι παρεχόμενες υπηρεσίες δεν είχαν καμία σχέση με αυτές που παρείχε προηγουμένως.
- Ένεκα της αδυναμίας της εν λόγω γεννήτριας να υποστηρίξει τη λειτουργία του καταστήματος, η αιτήτρια την απεγκατέστησε και συνέχισε τις προσπάθειες για εξεύρεση μιας λύσης. Μετά από αρκετές προσπάθειες για την εξεύρεση της κατάλληλης γεννήτριας, η αιτήτρια ενημερώθηκε από την Εταιρεία Electromatic ότι είναι απαραίτητη η αγορά δύο γεννητριών, ώστε να είναι δυνατή η αδιάκοπη παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος στο κατάστημα, των οποίων το κόστος αγοράς, εγκατάστασης και συντήρησης είναι αρκετά υψηλό, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα μπορέσει η αιτήτρια να λειτουργήσει την επιχείρηση της. Επίσης οι εν λόγω γεννήτριες είναι θορυβώδεις και εκπέμπουν καπνό κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους, με συνέπεια οι γεννήτριες αυτές να μην αποτελούν κατάλληλη λύση.
- Από τις 06/12/2018, η επιχείρηση της Αιτήτριας ουσιαστικά δεν λειτουργεί. Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί θα έχει μη αναστρέψιμες συνέπειες για την αιτήτρια, αφού η καλοκαιρινή περίοδος αρχίζει από τον ερχόμενο Μάρτιο και η Αιτήτρια αυτή τη στιγμή δεν είναι σε θέση να προγραμματιστεί για την καλοκαιρινή περίοδο.
- Η πρόθεση της καθ'ής η αίτηση είναι ξεκάθαρη και αυτή είναι η παράνομη απόσπαση της κατοχής του καταστήματος από την αιτήτρια 1 και ο εξαναγκασμός παράδοσης του χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα.
- Ενόψει της αποκοπής του ηλεκτρικού ρεύματος κατόπιν οδηγιών της καθ'ής η αίτηση ελλοχεύει ο κίνδυνος οι τελευταίοι να προβούν και σε άλλες ενέργειες για να αποσπάσουν την κατοχή από την αιτήτρια παράνομα και να διαταράξουν την ειρηνική απόλαυση και χρήση του. Ενόψει των ενεργειών της καθ'ής η αίτηση, η επιχείρηση της αιτήτριας δεν μπορεί να λειτουργήσει απρόσκοπτα. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η αιτήτρια δεν έχει στην διάθεση της οποιοδήποτε άλλο τρόπο να διασφαλίσει την ομαλή λειτουργία της επιχείρησης της και δεν θα υπάρχει άλλος τρόπος να αποτρέψει την καθ'ής η αίτηση από την επανάληψη της καταχρηστικής και παράνομης συμπεριφοράς της με απώτερο σκοπό την εκδίωξη της από το κατάστημα. Επιπλέον εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, η κατάσταση πραγμάτων που θα έχει διαμορφωθεί θα είναι μη αναστρέψιμη, αφού εάν η κατάσταση παραμείνει ως έχει, εάν δηλαδή συνεχίσει να μην λειτουργεί η επιχείρηση της αιτήτριας , τότε η καθ'ής η αίτηση θα έχει επιτύχει το στόχο της να εκδιώξει την αιτήτρια από το κατάστημα προκαλώντας της ανυπολόγιστη ζημιά.
- Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της καθ'ής η αίτηση στην Έκθεση Απαίτησης της, ότι ο αιτητής 2 ήταν εργοδοτούμενος της, ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί ενόψει του ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου του 1967 για να μπορεί να υπάρξει σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου αλλά η αιτήτρια λάμβανε και συνεχίζει μόνη της να λαμβάνει αποφάσεις για το κατάστημα, να διαχειρίζεται την επιχείρηση της όπως αυτή επιθυμεί και δεν δίνει καμία αναφορά στην καθ'ής η αίτηση.
- Είναι τέλος η θέση του ότι εάν το Δικαστήριο δεν εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα προς όφελος της Αιτήτριας υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο οι ζημιές που θα υποστεί η Αιτήτρια να μην μπορούν να ικανοποιηθούν, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, σε μεταγενέστερο στάδιο λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η καθ'ής η αίτηση όπως φαίνεται από τις οικονομικές καταστάσεις της (Τεκμήριο 24) έχει να αποπληρώσει σημαντικά ποσά σε τραπεζικές υποχρεώσεις, οι οποίες αυξήθηκαν το 2014 και ταυτόχρονα προστέθηκαν περισσότερες υποχρεώσεις.. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της καθ'ής η αίτηση, η οποία ήγειρε τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- «Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Τo αιτούμενo διατάγμα είναι αόριστo ή/και ασαφές ή και καταχρηστικό.
- Η αίτηση έχει καταχωρηθεί με καθυστέρηση.
- Οι αιτητές κωλύονται (estopped) λόγο της συμπεριφοράς τους να προωθούν την παρούσα αίτηση.
- Η αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process).
- Οι αιτητές δεν έχουν δικαίωμα να προωθούν την παρούσα αίτηση.
- Δεν έγινε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων της υπόθεσης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Εναγομένων/Αιτητών και/ή οι εναγόμενοι/Αιτητές με την ένορκη δήλωσή τους παρουσιάζουν μια εικόνα πραγμάτων που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
- Οι Αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια.
- Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση είναι αναληθή ή/και ατεκμηρίωτα. 10.Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση τέτοιου διατάγματος. 11.Η ένορκος δήλωση δεν δικαιολογεί την έκδοση τέτοιου διατάγματος. 12.Δεν είναι σωστό και δίκαιο να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. 13.Δεν δικαιολογείται το επείγον της έκδοσης του διατάγματος. 14.Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι υπέρ της απόρριψης της Αίτησης.» Η δε ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Σωτήρη Παπαδόπουλου, διευθυντή της καθ'ής η αίτηση, ο οποίος, εν συντομία, αναφέρει τα ακόλουθα:
- Η καθ'ής η αίτηση στις 03/08/2018 κατέθεσε αίτηση για προσωρινό διάταγμα με το οποίο ζητούσε από το Σεβαστό Δικαστήριο την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η εν λόγω αίτηση δεν έχει ακόμη ακουστεί. Είναι η θέση του ότι η παρούσα αίτηση των αιτητών και συγκεκριμένα το αιτούμενο, υπό Αιτητικό (Α) διάταγμα, συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου εφόσον είναι ταυτόσημο με το αιτητικό της δικής τους αίτησης και σκοπό έχει να εκτροχιάσει την διαδικασία, να επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα της καθ'ής η αίτηση και να αποτρέψει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
- Περαιτέρω είναι η θέση του ότι η συμφωνία, που καταρτίστηκε με τους αιτητές, αποτελεί ξεκάθαρα συμφωνία εργοδότησης και ως εκ τούτου οι αιτητές ήτο εργοδοτούμενοι και σε καμία περίπτωση υπενοικιαστές του επίδικου υποστατικού. Επιπρόσθετα η συμφωνία ενοικίασης του επίδικου υποστατικού, ημερομηνίας 08/04/2010, μεταξύ της καθ'ης η αίτηση και του Λούκα Αβραάμ, ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου της Μαρούλλας Λούκα Αβραάμ, απαγορεύει ρητά την οποιαδήποτε υπενοικίαση.
- Η συμφωνία εργοδότησης προνοεί, μεταξύ άλλων ότι ο εργοδοτούμενος θα είχε το δικαίωμα να προσλάβει και υπαλλήλους στην επιχείρηση και να τους πληρώνει από τα έσοδα ή και κέρδη της επιχείρησης με δική του ευθύνη, και θα είχε ο ίδιος την υποχρέωση να καταβάλλει τις εισφορές του αλλά και του προσωπικού στο γραφείο κοινωνικών ασφαλίσεων με δικό του μητρώο εργοδότη. Επιπλέον οι αιτητές είχαν υποχρέωση να μεριμνούν για την πληρωμή των φόρων ή και τελών ή και δικαιωμάτων που έχουν σχέση με την επιχείρηση, ήτοι λογαριασμοί ηλεκτρισμού, υδατοπρομήθειας, σκυβάλων και άλλων τελών.
- Το ποσό που κατέβαλλαν οι αιτητές, δυνάμει της συμφωνίας εργοδότησης, καταγράφετο από τους λογιστές της καθ'ής η αίτηση ως «Δικαιώματα Εκμετάλλευσης» και ως εκ τούτου είναι πρόδηλο ότι το ποσό αυτό δεν αφορούσε οποιοδήποτε ενοίκιο. Οι αιτητές εργοδοτήθηκαν ως διευθυντές της καθ'ής η αίτηση, δυνάμει της συμφωνίας εργοδότησης, ημερομηνίας 09/03/
- Οι αιτητές ουδέποτε κατέβαλλαν οποιοδήποτε ποσό για άμυνα για το επίδικο κατάστημα αφού δεν υπάρχει σε ισχύ συμφωνία ενοικίασης για να δικαιολογηθεί η καταβολή άμυνας. Εν πάση δε περιπτώσει, τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 4 και αφορούν την υποτιθέμενη καταβολή της άμυνας φέρουν όλα ημερομηνία περί τον Σεπτέμβριο του έτους 2018, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι αιτητές προέβηκαν στην καταβολή του ποσού αυτού μετά από την καταχώρηση και επίδοση της αίτησης που καταχώρησε η καθ'ής η αίτηση για προσωρινό διάταγμα για να εξυπηρετήσουν αλλότριους σκοπούς, ως μια ύστατη προσπάθεια για να παραπλανήσουν το σεβαστό Δικαστήριο και να προωθήσουν την εκδοχή τους ότι ήσαν υπενοικιαστές του υποστατικού.
- Κατόπιν λήξης της συμφωνίας εργοδότησης, η καθ'ής η αίτηση ενημέρωσε τους αιτητές ότι δεν θα ανανεώνετο αυτή. Παρά την ανωτέρω ενημέρωση, οι αιτητές παρέλειψαν να παραδώσουν τα λογιστικά βιβλία, ελεγμένους λογαριασμούς και τα κλειδιά της επιχείρησης και συνέχιζαν να επεμβαίνουν παράνομα στο κατάστημα. Ενόψει της ηθελημένης συνεχιζόμενης παράνομης επέμβασης των αιτητών στο επίδικο υποστατικό, η καθ΄ής η αίτηση αναγκάστηκε να πάρει τα ενδεδειγμένα μέτρα με σκοπό να μειώσει την ζημιά που υφίσταται από την συνεχιζόμενη επέμβαση των αιτητών στο υποστατικό, ήτοι να αλλάξει τις κλειδαριές. Μετά από λίγες μέρες, και αφού άλλαξε και πάλι τις κλειδαριές, ο αιτητής 2 τον απείλησε τηλεφωνικώς. Κατήγγειλε τόσο την απειλή αλλά και την παράνομη επέμβαση στο υποστατικό. Ο ίδιος δεν προέβη σε οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια.
- Η επιχείρηση της αιτήτριας κλείνει για περίοδο 3 μηνών από τον Δεκέμβριο μέχρι και τον Μάρτιο, γεγονός που απέκρυψαν οι αιτητές από το Σεβαστό Δικαστήριο όταν αποτάθηκαν μονομερώς για την έκδοση διαταγμάτων περί τον Ιανουάριο του 2019 (Τεκμήρια 1 και 2). Ως εκ τούτου δεν αποδέχεται ότι ένεκα της αποκοπής της παροχής, κατά ή περί τον Δεκέμβριο του έτους 2018, η αιτήτρια 1 έχει υποστεί ζημιές ή και οικονομικές απώλειες ή και ότι έχει πληγεί η φήμη της επιχείρησης της καθότι δεν λειτουργεί κατά την επίδικη περίοδο.
- Σκοπός της καθ'ής η αίτηση ήταν να διαφυλάξει τα δικαιώματά της ως νόμιμος κάτοχος του επίδικου καταστήματος και ως υπόλογη στον ιδιοκτήτη του. Οι αιτητές όχι μόνο παραβιάζουν την συμφωνία εργοδότησης, την οποία υπέγραψαν με την καθ'ής η αίτηση, αλλά με τις ενέργειές τους και τις αυθαίρετες πράξεις τους εκθέτουν και θέτουν σε κίνδυνο την τελευταία να παραβεί την συμφωνία ενοικίασης.
- Είναι η θέση του ότι οι αιτητές παράνομα επεμβαίνουν στο υποστατικό και δεν δύνανται να αξιώνουν θεραπείες όταν βρίσκονται οι ίδιοι σε παρανομία. Το δικαίωμα ειρηνικής απόλαυσης το οποίο επικαλούνται οι αιτητές αφορά υποθέσεις ενοικίασης και ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Εν πάση δε περιπτώσει, είναι η θέση του ότι με τα διατάγματα που έχουν ήδη εκδοθεί και καταστεί απόλυτα, οι αιτητές έχουν πρόσβαση σε παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και η καθ'ής η αίτηση έχει αποδεχθεί να μην επεμβαίνει σε οποιαδήποτε παροχή κοινής ωφελείας. 10.Ενόψει των πιο πάνω είναι η θέση του ότι δεν αποκαλύπτεται καλή βάση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της ανταπαίτησης των Αιτητών. 11.Δεν πληρείται όμως ούτε η 3η προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, καθότι τα όσα ισχυρίζονται οι αιτητές αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της καθής η αίτηση αποτελούν πιθανολόγηση και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, εφόσον το μόνο που προσφέρουν προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους αποτελούν οικονομικές καταστάσεις προ πενταετίας. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί αποτελούν απλές εικασίες, οι οποίες παραμένουν μετέωρες και ατεκμηρίωτες. 12.Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα της καθ'ής η αίτηση, θα καταστρατηγήσει την εκκρεμούσα διαδικασία και θα καταστεί άνευ αντικειμένου η δική της αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Περαιτέρω το αιτούμενο διάταγμα της υπό κρίση αίτησης προδικάζει και αποφασίζει την ουσία της επίδικης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, πράγμα αντινομικό και ανεπίτρεπτο. Ένα τέτοια διάταγμα, εξουδετερώνει, χωρίς να δικαστεί, το αντικείμενο της αίτησης της καθής η αίτηση. Εν πάση δε περιπτώσει με τα διατάγματα τα οποία έχουν ήδη εκδοθεί και οριστικοποιηθεί με τη συγκατάθεση της καθ'ής η αίτηση, ούτως ή άλλως έχουν αποκατασταθεί πλήρως οι υπηρεσίες κοινωνικής ωφέλειας και δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να εκδοθεί το αιτούμενο υπό (Α) διάταγμα. 13.Κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2019 οι αιτητές άρχισαν την διεξαγωγή διαφόρων εργασιών στο επίδικο υποστατικό ή και έχουν προβεί σε προσθηκομετατροπές ή και σε ουσιώδεις δομικές αλλαγές κατά παράβαση των αναφερόμενων συμφωνιών εργοδότησης αλλά και της συμφωνίας ενοικίασης. Την ενέργειά τους αυτή δεν την αποκάλυψαν στο Σεβαστό Δικαστήριο οι αιτητές όταν αποτάθηκαν μονομερώς για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Περαιτέρω το αιτούμενο διάταγμα είναι γενικό και αόριστο με αποτέλεσμα σε περίπτωση έκδοσής του, η καθ'ής η αίτηση να υπόκειται σε κίνδυνο παρακοής απλά και μόνο με το να περνά έξω από το κατάστημα. Επιπλέον το λεκτικό και το εύρος του αιτούμενου διατάγματος υπό το Αιτητικό (Α) είναι υπέρμετρα καταπιεστικό και δεν λογαριάζει την υποχρέωση της καθ'ής η αίτηση προς τους Ιδιοκτήτες του επίδικου υποστατικού που απορρέει από την συμφωνία ενοικίασης και υπάρχει κίνδυνος η καθ'ής η αίτηση να βρεθεί εκτεθειμένη. Με την έκδοση του διατάγματος θα απαγορεύεται στην καθ'ής η αίτηση να έχει οποιαδήποτε επαφή, ακόμα και εποπτεία για σκοπούς ασφάλειας ή και τήρησης των προνοιών της συμφωνίας ενοικίασης μεταξύ της καθ'ής η αίτηση και του Ιδιοκτήτη. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Η δικονομία σε ό,τι αφορά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, μονομερώς, ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο 9 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, θ.
- Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει μονομερώς ένα τέτοιο διάταγμα περιορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 9
(1)του Κεφ.6, το οποίο καθορίζει ότιː «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.». Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων βρίσκεται στο άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων (Ν.14/60)[1]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο, ανάλογα βεβαίως με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Με το τροποποιητικό Νόμο 17(Ι)/2004, βάση του οποίου τροποποιήθηκε το άρθρο 32, παρέχεται πλέον το δικαίωμα και στον εναγόμενο, όπως είναι οι αιτητές στην προκειμένη περίπτωση, να αιτηθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Μέχρι το 2004 δεν υπήρχε οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια που να έδιδε τέτοιο δικαίωμα στον εναγόμενο. Σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ζhigachov Igor και Άλλοι (Αρ. 1)
(2013)1 Α.Α.Δ. 133 όπου και παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Πριν την τροποποίηση, που έγινε με το Ν.17(Ι)/2004, δικαίωμα να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα είχε μόνον ο ενάγων. Με την τροποποίηση δόθηκε αυτό το δικαίωμα στους δύο διαδίκους. Επομένως και ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει τέτοιο διάταγμα. Όμως, είναι θεμελιωμένο ότι, αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff's cause of action), τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα, μέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή (cross action) (Δέστε: την παλιά Αγγλική Διαταγή Δ.50 θ.6, όπως εξηγείται στο The Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 1204, και τις παλιές υποθέσεις Sargant v. Read [1876] 1 Ch.D. 600, Carter v. Frey [1894] 2 Ch. 541 και Collison v. Warren [1901] 1 Ch. 812)». Οι σωρευτικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, έτσι ώστε το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να προχωρήσει στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, είναι οι ακόλουθες: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. H Kυπριακή νομολογία είναι πλούσια σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η κλασσική αυθεντία σε σχέση με το ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι η υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557. Περαιτέρω το ζήτημα αυτό αναλύθηκε και αναπτύχθηκε και σε μεταγενέστερες υποθέσεις όπως, για παράδειγμα, στις υποθέσεις National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ , KOT v. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. X''Bασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, Parico Aluminium Designs Ltd v Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1Γ Α.Α.Δ 2015 καθώς επίσης και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή τηςΚρις Ιακωβίδη v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.α
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783 Αερογραμμές. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή αναφέρθηκε ότι: «Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης». Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. DrydenGroupLtd, Πολιτική Έφεση 424/11, ημερομηνίας 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Επιπρόσθετα το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση μαρτυρίας (Χαριτίνη Χρυσάνθου Κυριλλου, διά της πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Γεωργίας Καραγιώργη v. Άντρης Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις είναι αλληλένδετες σε κάποιο βαθμό. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα». Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. (Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.(ανωτέρω). Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει μελλοντικά πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγομένου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος (MELOUSKIA COMMERCIAL LTD κ.α. ν. CHUMACHENKO ALISA κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε71/13, 30/9/2014). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων τα Δικαστήρια προτού εκδώσουν ή οριστικοποιήσουν προσωρινά διατάγματα, ανάλογα με την περίπτωση, θα πρέπει να λάβουν υπόψη και κάποιες ευρύτερες αρχές οι οποίες έχουν αποκρυσταλλωθεί και αναπτυχθεί μέσω της νομολογίας. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται σωρευτικά όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη και τον παράγοντα του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience). Το Δικαστήριο, δηλαδή, πριν εκδώσει οποιοδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα θα πρέπει να αποφασίσει, ζυγίζοντας όλα τα δεδομένα, κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να το εκδώσει καθώς θα πρέπει να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στις δύο πλευρές. Η οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου θα πρέπει να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. (Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)1(B)Α.Α.Δ.). Στην υπόθεση ΚΟΤ (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ" Bασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Άλλοι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη προτού εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα είναι του εάν ο αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση όμως η πιο πάνω νομολογιακή αρχή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής εφόσον η παρούσα αίτηση, με τις οδηγίες που δόθηκαν από το Δικαστήριο για επίδοση της σε σχέση με το αιτητικό Α, έχει καταστεί πλέον δια κλήσεως αίτηση και δεν εκδόθηκε μονομερώς οποιοδήποτε διάταγμα. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Μιχαήλ (Αρ. 3)
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1943, η οποία αφορούσε σε αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari. Κρίθηκε στην εν λόγω υπόθεση ότι η υποχρέωση ενός αιτητή για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων υφίσταται μόνο στην περίπτωση Μονομερούς Αίτησης. Στις αιτήσεις δια κλήσεως όπου η παρουσία του αντιδίκου είναι δεδομένη δεν τίθεται θέμα απόκρυψης και εξαπάτησης του Δικαστηρίου στην απουσία της άλλης πλευράς (Εθνική Τράπεζα ν. Κυριακίδης
(2011)1 Α.Α.Δ 816 ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που οι δύο πλευρές καταχώρησαν στο Δικαστήριο. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ουδείς εκ των ενόρκων δηλούντων που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, αντιστοίχως δεν αντεξετάστηκε αλλά ούτε και καταχωρήθηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από οποιανδήποτε πλευρά στη βάση της Δ.48, κ. 4
(2)και της Δ.39, κ. 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις τους, παραπέμποντας και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Τα όσα και οι δύο πλευρές εισηγήθηκαν έχουν μελετηθεί με προσοχή και αναφορά στις θέσεις τους θα γίνει όταν και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας παραθέσει τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση, στην προκειμένη περίπτωση, των αιτούμενων διαταγμάτων. Σε σχέση με την 1η προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι, με βάση την δύναμη του δικογράφου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχωρίστηκε αλλά και με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των αιτητών και των επισυναπτόμενων σε αυτή Τεκμηρίων, πληρείται η προυπόθεση αυτή. Η αξίωση των αιτητών εδράζεται στο γεγονός ότι οι ίδιοι ουδέποτε ήταν εργοδοτούμενοι της καθ'ής η αίτηση και ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου ως η καθ'ής η αίτηση υποστηρίζει μέσω της Έκθεσης Απαίτησης της. Αποτελεί η θέση τους ότι η αιτήτρια 1 είναι νόμιμη υπενοικιαστής και νόμιμη κάτοχος του καταστήματος, δυνάμει συμφωνιών ημερομηνίας 9/3/12 και 4/3/2017 έναντι νόμιμου ανταλλάγματος που καταβάλλεται ετήσια στην καθ'ής η αίτηση από την αιτήτρια 1, χωρίς η καθ'ής η αίτηση να το παραλαμβάνει με διαμαρτυρία. Προς τεκμηρίωση των δικών της θέσεων, είναι η θέση των αιτητών ότι η αιτήτρια 1 είναι εγγεγραμμένη στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στο Μητρώο Εργοδοτών Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπου και λειτουργεί την επιχείρηση της στο κατάστημα έχοντας και δικό της εγγεγραμμένο προσωπικό. Περαιτέρω ο αιτητής 1 από το 2012, μέχρι και σήμερα, καταβάλει με δικά του αποκλειστικά έξοδα τους λογαριασμούς κοινής ωφελείας, των σκυβάλων, τη σχετική φορολογία αναφορικά με τα κέρδη από την υπενοικίαση του καταστήματος. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων οι αιτητές ανταπαιτούν απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι ίδιοι είναι νόμιμοι κάτοχοι και υπενοικιαστές του καταστήματος καθώς και διάταγμα που να απαγορεύει στους καθ'ών η αίτηση να διαταράσσουν με οποιοδήποτε τρόπο το δικαίωμα της αιτήτριας 1 για ειρηνική απόλαυση του καταστήματος όπου στεγάζεται η επιχείρηση της. Η καθ' ης η αίτηση, από την άλλη, με τα όσα παράθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αμφισβητεί το γεγονός ότι υπάρχει, μεταξύ των διαδίκων, οποιαδήποτε συμφωνία υπενοικίασης αλλά είναι η θέση της ότι υπάρχει μεταξύ τους σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου. Στη βάση αυτών είναι η θέση τους ότι οι αιτητές παράνομα κατέχουν και επεμβαίνουν στο εν λόγω κατάστημα. Όπως προκύπτει επομένως υπάρχουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές και η κάθε πλευρά προβάλλει τα δικά της επιχειρήματα προσπαθώντας να προωθήσει και να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Είναι επίσης πάγια αρχή ότι το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Επομένως το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν θα εξετάσει ποια είναι η ορθή ερμηνεία της γραπτής συμφωνίας που υπέγραψαν οι διάδικοι, ούτε θα αποφασίσει στο στάδιο αυτό εάν μεταξύ τους υπάρχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση ή αν υπάρχει μεταξύ τους σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου. Ούτε βεβαίως στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο θα επιλύσει το νομικό ζήτημα που έχει προκύψει. Αυτό θα το πράξει στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Σε ό,τι αφορά το στάδιο αυτό με βάση τα πιο πάνω και ενόψει των κατατεθειμένων Τεκμηρίων το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλείσει τους ισχυρισμούς και θέσεις των αιτητών. Το κατ'ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα των αιτητών δεν είναι επιπόλαιο και ενοχλητικό και μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τις πράξεις της καθ'ής η αίτηση, Διαπιστώνεται δε ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα των αιτητών που εδράζεται στην κατ' ισχυρισμό παραβίαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας υπενοικίασης και στο ότι οι αιτητές εμποδίζονται από την καθ'ής η αίτηση να απολαύσουν ειρηνικά την επιχείρηση της και το μίσθιο της. Τονίζω για ακόμα μια φορά ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε ευρήματα αλλά και ούτε αποδέχεται τους ισχυρισμούς των αιτητών. Στην υπόθεση ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΜΑΡΙΑΣ ΤΡΑΚΚΟΥΔΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, ECLI:CY:AD:2018:A133, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 68/2012, 27/3/2018 επί του προκειμένου λέχθησαν τα ακόλουθα: «Το δικαίωμα σε ειρηνική απόλαυση (quiet enjoyment) και χρήση του μισθίου συνίσταται όχι μόνο στην ανενόχλητη ή αδιάκοπη κατοχή αλλά και στην απόλαυση του μισθίου από τον ενοικιαστή για όλους τους συνηθισμένους, νόμιμους σκοπούς, χωρίς ενόχληση από τον ιδιοκτήτη ή των εξουσιοδοτημένων από αυτόν προσώπων (Southwark London Borough Council v Tanner [2001] 1 AC 1). Όπως εξηγήθηκε από το δικαστή Pearson L.J. στην υπόθεση Kenny v Preen [1963] 1 QB 499, 511, η λέξη «enjoy» (απόλαυση), στο πλαίσιο αυτό, αποτελεί μετάφραση της Λατινικής λέξης «fruor» και αναφέρεται στην άσκηση και χρήση του δικαιώματος, έχοντας και το πλήρες όφελος του, παρά στην αποκόμιση ευχαρίστησης από αυτό[1]. Επομένως, όπως σημειώνεται στην Southwark London Borough Council (ανωτέρω): «The covenant for quiet enjoyment is . a covenant that the tenant's lawful possession of the land will not be substantially interfered with by the acts of the lessor or those lawfully claiming under him». Κατά γενικό κανόνα, προσωρινή διαταραχή της απόλαυσης, η οποία δεν επεμβαίνει στην κατοχή του μισθίου από τον ενοικιαστή, δεν συνιστά παραβίαση του δικαιώματος. Όταν, όμως, υπάρχει ουσιαστική επέμβαση στη συνηθισμένη χρήση και νόμιμη απόλαυση του μισθίου, υπάρχει παραβίαση ακόμα και αν δεν υπάρχει επέμβαση στην κατοχή. Επέμβαση η οποία δεν είναι ουσιαστική δεν συνιστά παραβίαση. Μια πράξη μπορεί να συνιστά επέμβαση ακόμα και όταν γίνεται εκτός του μισθίου, ενώ δεν απαιτείται ούτε άμεση ούτε φυσική (physical) παρεμβολή. Το κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική επέμβαση στη συνηθισμένη χρήση του μισθίου από τον ενοικιαστή, είναι θέμα πραγματικό και βαθμού. Κατά το δικαστή Λόρδο Hoffman ο οποίος προέβη σε εκτενή ανάλυση της φύσης της υπόσχεσης (covenant) για ήσυχη απόλασυη (quiet enjoyment) στην υπόθεση Southwark London Borough Council (ανωτέρω)): «The covenant for quiet enjoyment is therefore a covenant that the tenant's lawful possession of the land will not be substantially interfered with by the acts of the lessor or those lawfully claiming under him. For present purposes, two points about the covenant should be noticed. First, there must be a substantial interference with the tenant's possession. This means his ability to use it in an ordinary lawful way. The covenant cannot be elevated into a warranty that the land is fit to be used for some special purposes: see Dennett v Atherton
(1872)LR 7 QB 316. On the other hand, it is a question of fact and degree whether the tenant's ordinary use of the premises has been substantially interfered with.» Το εν λόγω δικαίωμα δεν εκτείνεται σε παράνομες (unlawful) πράξεις τρίτων προσώπων τα οποία δεν έχουν οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό δικαίωμα στο μίσθιο. Ούτε διασφαλίζεται από το εν λόγω δικαίωμα, η προστασία του ενοικιαστή από την επέμβαση προσώπων τα οποία ευρίσκονται πέραν του ελέγχου του ιδιοκτήτη. Ο ιδιοκτήτης δεν είναι επιφορτισμένος με το καθήκον να προστατεύσει τον ενοικιαστή από τέτοια άλλα πρόσωπα υπέχει, όμως, ευθύνη για τις νόμιμες πράξεις των αντιπροσώπων του, όχι όμως για τις παράνομες, (βλ. Sanderson v Berwick-upon-Tweed Corporation
(1884)13 Q.B. 547). Ειδικότερα για τη σχέση γονέα τέκνου, όπως η περίπτωση μας, αυτή δεν επιβάλλει στον γονέα καθήκον να εμποδίσει το ενήλικο τέκνο του από το να προκαλέσει βλάβη ή ζημιά σε τρίτα πρόσωπα. Ούτε η στενή συγγενική σχέση μεταξύ δύο προσώπων, δημιουργεί από μόνη της σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου». Το δικαίωμα της ειρηνικής απόλαυσης του μισθίου μπορεί να αποτελεί είτε ρητό είτε εξυπακουόμενο όρο της συμφωνίας ενοικίασης. Σχετικά με το θέμα είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 27 έκδοση 2006 Reissue: «Breach of covenant for quite enjoyment The covenant for quiet enjoyment operates according to its terms to secure the tenant, not merely in the possession, but in the enjoyment of the premises for all usual purposes; and where the ordinary and lawful enjoyment of the demised premises is substantially interfered with by the acts or omissions of the landlord or those claiming under him, the covenant is broken, even if neither the title to, nor the possession of, the land is otherwise affected. Whether this interference has taken place is, in each case, a question of fact. The covenant may be broken by the lawful or unlawful act of the landlord. But in the case of a covenant against interruption by a class or persons, it is broken only by lawful acts of such persons. It was once considered that for there to be a breach of covenant there had to be some physical interference with the enjoyment of the demised premises. There is, however, modern authority to the effect that the covenant is not confined to direct physical interference but may be broken by any conduct of the landlord or his agents, which interferes with the tenant's freedom of action in exercising his rights as tenant; but there must be substantial interference with the tenant's possession, that is, his ability to use the premises in an ordinary lawful way. ..................................... Disturbance of enjoyment which is merely temporary and which does not interfere with the title or possession of the tenant is generally not a breach of the covenant. Even where such a disturbance does constitute a breach, an injunction will not be granted where there is no likelihood of repetition, the tenant being left to his remedy of damages». (παρ. 514 σελ. 533) «Acts done off the premises An act may be a breach of the covenant for quiet enjoyment notwithstanding that it is done off the premises. Even at the time when actual physical interference with the demised premises was considered to be an essential element of any breach of the covenant, an act done off the premises could be a breach if it caused physical interference with the demised premises; as for example ... where the landlord cut off the gas and electricity supplies to the premises or erected scaffolding in front of the door and windows of a demised shop in such a way as to interfere with the tenant's trade. If however, the disturbance is due to an act done off the premises, there is no breach of covenant unless it was either foreseen in fact, or ought by reasonable care to have been foreseen, that the interruption would follow as a consequence of the act». (παρ. 516 σελ. 536) (Υπογράμμιση του Δικαστηρίου) Στρεφόμενος στην 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, δηλαδή του κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας των αιτητών στην αγωγή τους, έχω ικανοποιηθεί ότι και στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω προϋπόθεση πληρείται. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θεωρεί ότι υπάρχει και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των αιτητών το Δικαστήριο κρίνει ότι ικανοποιείται και η 2η προϋπόθεση εφόσον με βάση την μέχρι στιγμής ενώπιον του μαρτυρία και με βάση το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς να τονίζω ότι αποφαίνομαι επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, κρίνω ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας για τους αιτητές. Καταλήγω λοιπόν, με βάση τη δικαστική μου κρίση, ότι με τα όσα η πλευρά των αιτητών έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη και το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, εφόσον υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και στην ίδια βάση, διαπιστώνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση και του κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος έχω διαπιστώσει ότι και, στην προκειμένη περίπτωση, η εν λόγω προϋπόθεση πληρείται. Εξηγώ ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου: Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των αιτητών προβάλλεται η θέση πως αν το Δικαστήριο δεν εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο οι ζημιές που θα υποστούν οι αιτητές να είναι ανεπανόρθωτες αφενός γιατί η καθ'ής η αίτηση δεν είναι οικονομικά φερέγγυα, ως φαίνεται και από τις οικονομικές καταστάσεις που έχουν επισυναφθεί και οι οποίες δείχνουν ότι η καθ'ής η αίτηση οφείλει να αποπληρώσει σημαντικά ποσά σε διάφορα πιστωτικά ιδρύματα. Αφετέρου σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ελλοχεύει ο πραγματικός κίνδυνος η καθ'ής η άιτηση να επιτύχει το κλείσιμο της επιχείρησης των αιτητών οδηγώντας την σε πολύ σημαντικές απώλειες τόσο από οικονομικής άποψης αλλά και σε ζημιές ως προς την εμπορική της φήμη. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι στο κατάστημα οι αιτητές στεγάζουν και λειτουργούν την επιχείρηση τους. Αποτελεί επίσης αποδεκτό γεγονός ότι στο εν λόγω κατάστημα υπήρξε αποκοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, λόγω οδηγιών που έδωσε η καθ' ης η αίτηση στην Α.Η.Κ καθώς και ότι προηγουμένως η καθ 'ης η αίτηση προέβη και σε άλλες ενέργειες με σκοπό να εμποδίσει την αιτήτρια από του να λειτουργήσει την επιχείρηση της, όπως η τοποθέτηση από μέρους της αλυσίδας και αλλαγής κλειδαριάς. Η αποκατάσταση του ηλεκτρικού ρεύματος στην επιχείρηση έγινε μόνο μετά την έκδοση του μονομερώς Διατάγματος ως η παράγραφος (Δ) της αίτησης. Σε σχέση με τον ισχυρισμό των αιτητών ότι η καθ'ής η αίτηση είναι αφερέγγυα, αναφέρω όπως από τις οικονομικές καταστάσεις του 2013 (Τεκμήριο 24) προκύπτει, εκ πρώτης όψεως και χωρίς να προβαίνω σε ανάλογο εύρημα, το γεγονός ότι η καθ'ής η αίτηση παρουσίασε συσσωρευμένη ζημιά, δεν είχε κερδοφορία καθώς επίσης εκκρεμούν και δανειακές της υποχρεώσεις σε τραπεζικά ιδρύματα. Από την άλλη η καθ'ής η αίτηση δεν αρνήθηκε το γεγονός αυτό αλλά και ούτε έδωσε οποιοδήποτε λόγο γιατί δεν προσκόμισε πρόσφατες οικονομικές καταστάσεις της καθ'ής η αίτηση που να απορρίπτουν τις θέσεις αυτές των αιτητών και που να ανατρέπουν την εικόνα αυτή. Ούτε και προέβαλε οποιοδήποτε θετικό ισχυρισμό ότι η ίδια είναι φερέγγυα και ότι έχει την οικονομική δυνατότητα και είναι σε θέση να αποζημιώσει τους αιτητές σε περίπτωση που αυτοί υποστούν ζημιές. Θεωρώ ορθότερο να παραπέμψω αυτούσιο στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του διευθυντή της καθ'ής η αίτηση επί του ζητήματος αυτού για να καταδείξω την γενικότητα και αοριστία των ισχυρισμών της. Αναφέρει λοιπόν ο ενόρκως δηλών ότι «.τα όσα ισχυρίζονται οι αιτητές αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των καθ'ών η αίτηση, αποτελούν πιθανολόγηση και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, εφόσον το μόνο που προσφέρουν προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους αποτελούν οικονομικές καταστάσεις προ πενταετίας. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί αποτελούν απλές εικασίες, οι οποίες παραμένουν μετέωρες και ατεκμηρίωτες και σε καμία περίπτωση δεν ικανοποιούν την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32.» Η καθ' ης η αίτηση δεν παράθεσε οποιαδήποτε στοιχεία περί του αντιθέτου ούτε και αμφισβήτησε τις πιο πάνω αναφορές του αιτητή. Στην προκειμένη περίπτωση, με τα όσα οι αιτητές παράθεσαν και που ουδόλως αμφισβήτησε η καθ'ής η αίτηση, πέραν μίας γενικής και αόριστης άρνησης, χωρίς μάλιστα η ίδια να προβαίνει σε οποιοδήποτε θετικό ισχυρισμό ή έστω και να παραθέσει στο Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο που να επιβεβαιώνει το αντίθετο, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ τους, αυτή θα παραμείνει ανικανοποίητη. Τέτοιος κίνδυνος στην προκειμένη περίπτωση με τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα είναι πέρα για πέρα ορατός. Όλα τα μέχρι ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα οι αιτητές να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη, η οποία δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί με χρήμα λόγω του ότι η καθ' ης η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να τους αποζημιώσει. Στην υπόθεση Τσιολλάκη κ.α. v. Στυλιανίδη
(1992)Ι Α.Α.Δ. 782 (ανωτέρω) λέχθηκε ότι ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και τη μαρτυρία που θα παρουσιάσει ο ενάγοντας, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια θα κρίνει αν ο ενάγοντας είναι πιθανόν να παρεμποδιστεί στο να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση υπέρ του. Στην προκειμένη περίπτωση και υπό το σύνολο των περιστάσεων θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμός των αιτητών ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι απαραίτητη και αναγκαία εφόσον σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ελλοχεύει ο πραγματικός κίνδυνος η καθ'ής η άιτηση να επιτύχει το κλείσιμο της επιχείρησης των αιτητών οδηγώντας την σε πολύ σημαντικές απώλειες τόσο από οικονομικής άποψης αλλά και ζημιά στην εμπορική της φήμη. Θα συμφωνήσω με τους αιτητές ως προς το σημείο αυτό. Και τούτο γιατί η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα έδινε το δικαίωμα στην καθ'ής η αίτηση, όποτε και με οποιοδήποτε τρόπο έκρινε η ίδια σκόπιμο, να εμποδίζει τους αιτητές από του να λειτουργούν ανενόχλητα την επιχείρηση της. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι η καθ'ής η αίτηση, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, προέβη ήδη σε μονομερής ενέργειες που είχαν σαν στόχο να παρεμποδίσουν την λειτουργία της επιχείρησης των αιτητών ώστε να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν το υποστατικό. Δεν μπορεί να αποκλειστεί επομένως το ενδεχόμενο αυτό το όποιο είναι πέρα για πέρα ορατό. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο η ζημιά που θα υποστούν οι αιτητές θα είναι κατά την γνώμη του Δικαστηρίου, ανεπανόρθωτη εφόσον αφενός οι ζημιές θα είναι ανυπολόγιστες και αφετέρου η επιχείρηση που λειτουγούν οι αιτητές θα τερματίσει την λειτουργία της, εν μέσω μάλιστα της τουριστικής καλοκαιρινής περιόδου. Υπάρχει επομένως ορατό το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν τετελεσμένα γεγονότα τα οποία θα είναι αναπόφευκτα εις βάρος των αιτητών και δεν θα είναι εύκολο να ανατραπούν στο μέλλον. Ούτε και μπορεί το Δικαστήριο να αποδεχθεί ότι η καθ' ης η αίτηση, ενόψει του ιστορικού, δεν θα προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Αναμφίβολα η έκδοση του εν λόγω διατάγματος συνιστά εργαλείο ώστε οι αιτητές να συνεχίσουν να απολαμβάνουν ειρηνικά το μίσθιο τους και να λειτουργούν απρόσκοπτα την επιχείρηση τους μέχρι την εκδίκαση της αγωγής όπου το Δικαστήριο θα αποφασίσει την ουσία της επίδικης διαφοράς. Η καταβολή οποιονδήποτε αποζημιώσεων στο μέλλον δεν θα αποτελεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, επαρκή θεραπεία. Με την έκδοση του εν λόγω διαταγματος θα διατηρηθεί το υφιστάμενο καθεστώς (status quo). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M&CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Ακόμη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 317: "Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι θα προκληθεί τέτοια αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες και δεν συντρέχει λόγος για επέμβαση στα ευρήματά του." Στο νομικό σύγγραμμα του Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη 'Διατάγματα', στη Σελίδα 136-137 γίνεται αναφορά σε περιπτώσεις που η θεραπεία των αποζημιώσεων κρίθηκε μη επαρκής και ότι υπήρχε κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Μία από τις περιπτώσεις αυτές είναι και η διακοπή των εργασιών μιας επιχείρησης, όπως είναι και η προκειμένη περίπτωση. Επιπρόσθετα και το ισοζύγιο της ευχέρειας, σαφέστατα κλείνει υπέρ των αιτητών. Και τούτο γιατί, υπό το σύνολο των περιστάσεων, η ζημιά που θα υποστούν οι αιτητές από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την ζημιά που θα υποστεί η καθ'ής η αίτηση. Από την άλλη δεν μπορώ να αντιληφθώ την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα υποστεί η καθ' ης η αίτηση αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ούτε μπορώ να αντιληφθώ το λόγο που η ίδια δεν αποδέχθηκε να εκδοθεί και το αιτούμενο διάταγμα ως αποδέχθηκε και τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτητές θα υποστούν μεγαλύτερη ζημιά εφόσον δεν θα μπορεί να μετριάσουν τις οποιεσδήποτε ζημιές τους σε περίπτωση που η επιχείρηση τους τερματίσει την λειτουργία της από τις οποιεσδήποτε ενέργειες της καθ' ης η αίτηση. Υπό το σύνολο των περιστάσεων είναι δίκαιο και πρόσφορο να διατηρηθεί η τωρινή κατάσταση (status quo ante) μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Η διατήρηση του status quo ante είναι ένας από τους σημαντικότερους ισοζυγιστικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (Σύγγραμμα Ερωτοκρίτου & Αρτέμη (ανωτέρω Σελ. 154 και 155). ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΘ'ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ Αποτελεί εισήγηση της καθ' ης η αίτηση ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι αόριστο και καταχρηστικό (2ος λόγος ένστασης) και ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (5ος λόγος ένστασης). Αιτιολογώντας την πιο πάνω θέση της η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι το αιτούμενο υπό Αιτητικό (Α) διάταγμα είναι καταχρηστικό εφόσον αυτό είναι ταυτόσημο με το αιτητικό της δικής τους αίτησης για καταχώρηση προσωρινού διατάγματος και σκοπό έχει να εκτροχιάσει τη διαδικασία και να επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα της. Με κάθε σεβασμό δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της. Καταρχάς η καθ' ης η αίτηση δεν αναφέρει επαρκώς και με λεπτομέρειες πώς και με πιο τρόπο θα επηρεαστούν τα δικαιώματα της δυσμενώς αλλά και για ποιο λόγο η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική. Δεν αρκεί μια απλή γενική αναφορά. Θα πρέπει να παρατεθούν εκείνα τα αναγκαία στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να διαπιστώσει αν πράγματι τα συμφέροντα της καθ' ης η αίτηση επηρεάζονται και με ποιο τρόπο. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο έχοντας ζυγίσει όλα τα δεδομένα και αφού έλαβε υπόψιν το σύνολο όλων των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, δεν μπορεί να οδηγηθεί σε ασφαλές συμπέρασμα ότι η καθ' ης η αίτηση επηρεάζεται δυσμενώς. Ως έχει αναφερθεί εξάλλου και ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να αξιώνει προσωρινής προστασίας από το Δικαστήριο. Η κάθε αίτηση, δηλαδή τόσο η παρούσα όσο και η αίτηση της καθ'ής η αίτηση θα κριθεί με βάση τα δικά της περιστατικά. Είναι αναπόφευκτο γεγονός ότι μία από τις δύο αιτήσεις θα ακουγόταν πρώτη και θα προηγείτο της άλλης. Το Δικαστήριο όρισε πρώτα για ακρόαση την παρούσα αίτηση και όχι την αίτηση της καθ'ής η αίτηση αφενός γιατί ήδη εκδόθηκαν εκ συμφώνου τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα και αφετέρου ότι με το επιδιωκόμενο διάταγμα που η πλευρά της καθ' ης η αίτηση επιδιώκει να εκδώσει ουσιαστικά ζητά την διεκπεραίωση της διαφοράς στο ενδιάμεσο στάδιο, κάτι που δεν συμβαίνει με το αιτούμενο διάταγμα της παρούσας αίτησης. Δεν θα πρέπει επίσης να αγνοηθεί ότι κατά τον ορισμό της παρούσας αίτησης για ακρόαση η καθ'ής η αίτηση δεν έφερε οποιαδήποτε ένσταση για τον ορισμό της και δεν προέβαλε τη θέση ότι η δική της αίτηση θα πρέπει να ακουσθεί πρώτη. Ούτε και επίσης θα πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι η καθ'ής η αίτηση δεν αποδέχτηκε την εισήγηση του Δικαστηρίου, όπως η παρούσα αίτηση και η αίτηση της καθ' ης η αίτηση συνεκδικασθούν, φέρνοντας ένσταση, ως καταγράφεται στο σχετικό πρακτικό, ότι στο ενδεχόμενο συνεκδίκασης επηρεάζονται τα δικαιώματα της. Το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο και κάλεσε τους ευπαίδευτους συνηγόρους, μετά την επιφύλαξη της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης, θέτοντας την πιο πάνω εισήγηση, για συνεκδίκαση, εφόσον και οι δύο αιτήσεις περιέχουν κοινά πραγματικά ζητήματα, έχοντας ως στόχο την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Στο σύγγραμμα Ερωτοκρίτου & Αρτέμη (ανωτέρω) στη σελίδα 163 αναφέρει ότι: «Μέχρι σήμερα πολύ λίγες αιτήσεις για παρεμπίπτοντα διατάγματα έχουν καταχωρηθεί εκ μέρους εναγομένων και έτσι νομολογιακά δεν έχουν ξεκαθαρίσει τα διάφορα ζητήματα. Για παράδειγμα, κατά πόσον εναγόμενος, εναντίον του οποίου επιδόθηκε αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, δικαιούται να αιτηθεί παρόμοιο παρεμπίπτον διάταγμα για προστασία του δικού του αναγνωρισμένου δικαιώματος που κατά τον ισχυρισμό του παραβιάζεται. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ιδιαίτερα αν τα δύο διατάγματα αφορούν στο ίδιο αντικείμενο, το Δικαστήριο ενδεχομένως να επιλέξει να συνεκδικάσει τις δύο αιτήσεις και να εκδώσει διάταγμα». Περαιτέρω, ανατρέχοντας στο λεκτικό του Αιτητικού Α της παρούσας αίτησης με το λεκτικό του αιτούμενου διατάγματος της αίτησης που οι καθ'ής η αίτηση καταχώρησε διαπιστώνω ότι αυτά δεν είναι ταυτόσημα. Και τούτο γιατί οι αιτητές ζητούν διάταγμα που να απαγορεύει στην καθ' ης η αίτηση από του να ενοχλεί και να εμποδίζει τους αιτητές στην ανενόχλητη και ειρηνική απόλαυση κατοχής και χρήση του καταστήματος. Από την άλλη, η καθ' ης η αίτηση ζητά διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει στους αιτητές να εισέρχονται εντός του υποστατικού και να μην επεμβαίνουν παράνομα σε αυτά. Θεωρώ ότι υπάρχει διαφορά στις αξιούμενες θεραπείες. Οι αιτητές ζητούν διάταγμα ώστε η καθ' ης η αίτηση να μην τους παρεμποδίζει να ασκούν την επιχείρηση τους ενώ αντίθετα η καθ' ης η αίτηση ζητά διάταγμα που να απαγορεύει στην αιτήτρια να χρησιμοποιεί το υποστατικό. Ούτε το Δικαστήριο θεωρεί, ως ήταν εισήγηση της καθ' ης η αίτηση, ότι εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, προδικάζει και αποφασίζει την ουσία της επίδικης διαφοράς. Ούτε και θεωρεί ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι γενικό και αόριστο που θα έχει ως αποτέλεσμα η καθ' ης η αίτηση να υπόκειται σε κίνδυνο παρακοής με το να περνά έξω από το κατάστημα. Με την έκδοση του διατάγματος η καθ' ης η αίτηση ασφαλώς μπορεί και να περνά έξω από το κατάστημα ακόμη και να εισέρχεται σε αυτό, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι ενέργειες της δεν θα εμποδίζουν και δεν θα παρενοχλούν την καθ' ης η αίτηση να απολαμβάνει ειρηνικά την λειτουργία της επιχείρησής της. Ούτε και τα δικαιώματα των αιτητών διασφαλίζονται με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον η καθ'ής η αίτηση δεν εμποδίζεται από του να προβεί σε άλλες ενέργειες που στόχο έχουν τον τερματισμό της λειτουργίας της επιχείρησης της αιτήτριας 1. Συνεπακόλουθα, υπό το φως των πιο πάνω και στη βάση των δεδομένων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και αφού συνεκτίμησα όλους τους σχετικούς παράγοντες, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης, τη δεδομένη στιγμή, επιτάσσει όπως το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και εγκρίνει την αίτηση. Δεν βλέπω λόγο γιατί να αποκλίνω από τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται και στα έξοδα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα δε θα είναι όμως πληρωτέα μετά την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]32.-
(1)Τηρoυμέvoυoιoυδήπoτεδιαδικαστικoύκαvovισμoύέκαστovδικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικήςαυτoύδικαιoδoσίας, δύvαταιvαεκδίδηαπαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vαδιoρίζηπαραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τoδικαστήριovκρίvειτoύτoδίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoιδεvαξιoύvται ή χoρηγoύvταιoμoύ μετ' αυτoύαπoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτovαπαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάvτoδικαστήριovικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoςεκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυδιαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάvεκδoθήπαρεμπίπτovαπαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαιδύσκoλov ή αδύvατovvααπovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερovστάδιov cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο