← Κύπρος

SIBYLLA HOTEL APARTMENTS LTD ν. Μουζουρή ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Μουζουρή κ.α., Αρ. Αγωγής: 246/2013, 26/7/2019

SIBYLLA HOTEL APARTMENTS LTD ν. Μουζουρή ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Μουζουρή κ.α., Αρ. Αγωγής: 246/2013, 26/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (το οποίο συνεδριάζει στην Λάρνακα) ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 246/2013 Μεταξύ: SIBYLLA HOTEL APARTMENTS LTD Ενάγουσας και

  1. XXX Μουζουρή ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος XXX Μουζουρή (όπως τροποποιήθηκε με διάταγμα της 1.06.2018)
  2. XXX Μουζουρή
  3. XXX Μουζουρή Εναγομένων Ημερομηνία: 26 Ιουλίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Ο κ. Αλ. Κληρίδης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 και 2: Ο κ. Α. Σωτηρίου για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 3 : Η κα Μ. Χατζηκωνσταντή για Γ.Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Συμφωνία για διαχωρισμό ενός συνιδιόκτητου κτήματος των διαδίκων οδήγησε στην επίδικη διαφορά. Παραθέτω τα στοιχεία του υπό αναφορά κτήματος το οποίο στη συνέχεια θα αναφέρεται ως («το κτήμα»). Πρόκειται για το κτήμα με αριθμό εγγραφής XXX Φ/Σχ. 2-292-380 Τεμ. X Αρ. τεμ. 8X9 πρώην 5X0 του Φ/Σ.33/47 W 2 στο Παραλίμνι του οποίου ιδιοκτήτρια σε ποσοστό 3/6 είναι η ενάγουσα και σε ποσοστό 1/6 ο καθένας οι τρεις εναγόμενοι. Στις 11.03.2003 στο Παραλίμνι είχε συμφωνηθεί ο διαχωρισμός του κτήματος σε δύο ίσου μεγέθους ακίνητα όπου οι εναγόμενοι - μετά από επιλογή τους όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα ή κατόπιν συμφωνίας κατά τον ισχυρισμό των εναγομένων -, θα λάμβαναν το Μέρος Α και η ενάγουσα το Μέρος Β του κτήματος. Η συμφωνία αυτή κατατέθηκε ως Τεκμ. 3 (στη συνέχεια «η Συμφωνία»). ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Για σκοπούς οικονομίας και αποφυγής επανάληψης αποφεύγω την καταγραφή των ισχυρισμών που προβάλλονται στα δικόγραφα. Εξάλλου η Γραπτή Δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας, η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ως Έγγραφο Α, στην οποία θα γίνει εκτενής αναφορά στη συνέχεια, καλύπτει το σύνολο των δικογραφημένων ισχυρισμών του στην Έκθεση Απαιτήσεως του. Η πλευρά των εναγομένων, όπου οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ξεχωριστή Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση από αυτή της εναγομένης 3, οι οποίες όμως ως προς το περιεχόμενο τους ταυτίζονται, πέραν των αρνήσεων και της απόρριψης ισχυρισμών της ενάγουσας προβάλλουν τις δικές τους θέσεις σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, οι οποίες θα μπορούσαν να συνοψιστούν στις ακόλουθες: (α) οι εναγόμενοι πράγματι προσυπέγραψαν την αίτηση της ενάγουσας η οποία θα αξιοποιούσε το Μέρος που της κατανεμήθηκε - αναλόγησε με τη Συμφωνία, ως είχαν υποχρέωση δυνάμει αυτής, (β) ήταν ρητός όρος της Συμφωνίας ότι η όποια ανάπτυξη στα επί μέρους Μέρη του κτήματος δεν θα επηρέαζε αρνητικά τα δικαιώματα του άλλου και ήταν για αυτό που υπέγραψαν, (γ) οι εναγόμενοι αντέδρασαν ευθύς αμέσως μόλις αντιλήφθηκαν ότι η ενάγουσα, χωρίς να τους ενημερώσει, κατάθεσε τροποποιημένα σχέδια και εξασφάλισε άδεια για οικοδομική ανάπτυξη του Μέρους του κτήματος που της αναλόγησε με την οποία επηρεαζόταν δυσμενώς το δικό τους και μόνον Μέρος από όρο για παραχώρηση δημόσιου δρόμου, όπως είχε τεθεί σχετικός όρος για την παροχή της άδειας οικοδομής στην ενάγουσα, έτσι που μείωνε αποκλειστικά το εμβαδόν του δικού τους Μέρους σε όση έκταση θα καταλάμβανε ο δρόμος ο οποίος θα παραχωρείτο στο δημόσιο και ο οποίος θα είχε τα χαρακτηριστικά δημόσιου δρόμου με ανάλογους περιορισμούς στην ανάπτυξη των παρακείμενων ακινήτων τα οποία θα προέκυπταν από τον προτεινόμενο διαχωρισμό του Μέρους Α που τους αναλόγησε, (δ) ήταν δε γι' αυτόν τον λόγο που η εναγομένη 3 αρνήθηκε στη συνέχεια να υπογράψει οποιαδήποτε έγγραφα που αποσκοπούσαν στην εξασφάλιση του απαραίτητου Πιστοποιητικού Εγκρίσεως έτσι ώστε να δυνηθεί η ενάγουσα να εκδώσει χωριστούς τίτλους για τις οικοδομές που ανήγειρε στο Μέρος που της αναλόγησε, (ε) για αυτό είναι ο ισχυρισμός τους ότι δεν μπορεί να τους καταλογίζεται ευθύνη για τη διάρρηξη της Συμφωνίας για την οποία επιρρίπτουν ευθύνη για την παράβαση της στην ενάγουσα η οποία δεν δικαιούται να αξιώνει διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της Συμφωνίας ή οποιαδήποτε άλλα διατάγματα εναντίον τους τα οποία αξιώνει με την αγωγή της και (στ) αρνούνται ότι οφείλουν αυτοί να καταβάλουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις προς την ενάγουσα για παράβαση εκ μέρους τους της Συμφωνίας αλλά τουναντίον είναι αυτοί που δικαιούνται αποζημιώσεις από την ενάγουσα υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων για διάρρηξη από αυτή της Συμφωνίας όπως και γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για απάτη τις οποίες και αξιώνουν με την Ανταπαίτηση τους. Σε κάθε περίπτωση, όπου απαιτηθεί στη συνέχεια, θα γίνει αναφορά στους δικογραφημένους ισχυρισμούς είτε γιατί σχολιάστηκαν κατά την παράθεση της μαρτυρίας ή κατά τις αγορεύσεις, με σκοπό να καταδειχθεί είτε ότι παρείσφρησε μαρτυρία πέραν των δικογράφων ή για να επισημανθεί αντίφαση τους με μαρτυρία που δόθηκε. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Για την πλευρά της ενάγουσας κατέθεσαν ο κ. XXX Κουτσόφτας διευθυντής της ενάγουσας ως (ΜΕ1) και κλήθηκε και ο κ. XXX Σάββα, λειτουργός των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Παραλιμνίου (ΜΕ2). Η πλευρά των εναγομένων 1 και 2 δεν πρόσφερε μαρτυρία και ο ευπαίδευτος συνήγορος τους εξ αρχής τοποθετήθηκε ότι θα επιχειρηματολογούσε σε σχέση με την ευθύνη των πελατών του στο τέλος. Θα παραθέσω την ακριβή του δήλωση στο κατάλληλο σημείο στη συνέχεια. Η πλευρά της εναγομένης 3 κάλεσε τον εκτιμητή ακινήτων κ. XXX Ιωάννου (ΜΥ1) και την μητέρα της εναγόμενης 3 κα XXX Μουζούρη (ΜΥ2). Κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας κατατέθηκαν ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα τα οποία αριθμήθηκαν ως Τεκμ. 1 -
  4. Για όλα αυτά ασφαλώς θα γίνει ειδικότερη αναφορά στη συνέχεια κατά την καταγραφή και κατά την αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. Ο κ. Κουτσόφτας (ΜΕ1), υιοθέτησε ενόρκως τη Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Α). Σταχυολογώντας τη μαρτυρία του και αποφεύγοντας κατά το δυνατόν επαναλήψεις καταγράφω τα ακόλουθα από τη μαρτυρία του: Ότι η ενάγουσα που είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και της οποίας είναι διευθυντής σύμφωνα με τα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμ. 1 και 1 Α), είναι συνιδιοκτήτρια κατά τα 3/6 του ακινήτου του οποίου το πιστοποιητικό εγγραφής κατάθεσε ως Τεκμ.
  5. Σε σχέση με τη Συμφωνία (Τεκμ.3), ανέφερε ότι αυτή υπογράφτηκε στις 11.03.2003 και με αυτή συμφωνήθηκε ο διαχωρισμός του κτήματος σε δύο ίσα ως προς το μέγεθος τους Μέρη. Ισχυρίστηκε ότι η Συμφωνία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Με βάση τη Συμφωνία μετά από επιλογή, όπως ισχυρίστηκε των εναγομένων, οι τελευταίοι θα ελάμβαναν το Μέρος Α και η ενάγουσα το Μέρος Β. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα συμμορφώθηκε πλήρως με τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες σχετικά με το διαχωρισμό του κτήματος. Έκανε αναφορά στις επιστολές της ενάγουσας προς τους εναγομένους με τις οποίες τους καλούσε να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα και να υπογράψουν τις αιτήσεις για να καταστεί δυνατός ο διαχωρισμός του κτήματος και η έκδοση ξεχωριστών τίτλων με τους εναγομένους να αμελούν και/ή να αρνούνται να το κάνουν. Σχετική είναι η επιστολή των δικηγόρων της με ημερομηνία 19.10.2012 (Τεκμ. 4 Α,Β και Γ), με την οποία τους κάλεσε όπως εντός 10 ημερών προσέλθουν στα γραφεία της ενάγουσας και υπογράψουν όλα τα σχετικά έγγραφα - αιτήσεις και περαιτέρω προβούν στις σχετικές διευθετήσεις και διατυπώσεις με σκοπό την υποβολή τους στο Δήμο Παραλιμνίου και εν συνεχεία αρμοδίως για την έκδοση ξεχωριστών τίτλων άλλως πως θα λάμβαναν δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Οι εναγόμενοι ζήτησαν αρχικά παράταση για να υπογράψουν τις αναγκαίες αιτήσεις για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ή τίτλων ιδιοκτησίας του κτήματος και έκτοτε αμελούν και/ή αρνούνται να το κάμουν μέχρι και σήμερα. Ισχυρίστηκε ότι η Συμφωνία ετοιμάστηκε από τον αρχιτέκτονα που ανέλαβε την έκδοση της άδειας οικοδομής της ενάγουσας και παραδόθηκε προς υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη σε συνεργασία με δικηγορικό γραφείο στις 11.03.
  6. Κατά ή περί την 2.12.2003, τα συμβαλλόμενα μέρη καταχώρησαν τη Συμφωνία μαζί με σχετική αίτηση στο Δήμο Παραλιμνίου για να παραχωρηθεί η άδεια οικοδομής για την οικοδομική ανάπτυξη στο Μέρος Β του κτήματος που αναλόγησε στην ενάγουσα η οποία και έλαβε την άδεια οικοδομής με αριθμό 192/03 για 8 κατοικίες και 8 διαμερίσματα τα οποία η ενάγουσα ανήγειραν και αρκετά και/ή όλα από αυτά έχουν πωληθεί. Κατάθεσε ως Τεκμ. 5 την άδεια οικοδομής η οποία εκδόθηκε δυνάμει σχετικής αίτησης η οποία είχε υπογραφεί από όλους τους διαδίκους την οποία κατάθεσε ως Τεκμ.
  7. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα κωλύεται να εκδώσει χωριστούς τίτλους των ανεγερθέντων οικοδομών της, οι οποίες ανεγέρθηκαν εν γνώσει κι με τη συγκατάθεση τους, έτσι που να μπορέσει να τις μεταβιβάσει στους αγοραστές τους λόγω ακριβώς της πιο πάνω αρνητικής συμπεριφοράς των εναγομένων. Προς τούτο κατέθεσε ως Τεκμ. 7 πίνακα με τις πωλήσεις που η ενάγουσα έκανε σε διάφορους τρίτους αγοραστές. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατά ή περί την 19.04.2007 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου Προσωρινός Τίτλος Ιδιοκτησίας του κτήματος επ' ονόματι της ενάγουσας και των εναγομένων. Η ενάγουσα κάλεσε τους εναγομένους να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του όρων 5 και 7 της Συμφωνίας τους καθώς ανέλαβαν την ευθύνη να υπογράφουν άμεσα κάθε σχετική αίτηση και συγκατάθεση και/ή έγγραφο απαιτηθεί για τον διαχωρισμό, την πώληση, δωρεά ή ενοικίαση και τιτλοποίηση των ακινήτων, στην περίπτωση δε που ο παραβάτης αρνείται να το κάνει θα υπόκειται στην καταβολή νόμιμων αποζημιώσεων σύμφωνα με τον όρο
  8. Ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι παράβηκαν τους ως άνω όρους της Συμφωνίας καθ' ότι δεν συνεργάστηκαν για την έγκαιρη έκδοση των τίτλων και/ ή δεν προέβησαν στην απαραίτητη υποβολή των αιτήσεων και/ ή προώθηση τους και/ ή κωλυσιεργούν και/ή αρνούνται στην υπογραφή των απαραίτητων εγγράφων - αιτήσεων για να καταστεί δυνατή η έκδοση των τίτλων και/ή η μεταβίβαση τους κατά παράβαση των όρων 7 και 11 της Συμφωνίας οι οποίοι είναι ουσιώδεις όροι της όπως αναφέρεται ρητά στην ίδια τη Συμφωνία. Σύμφωνα δε με τον όρο 11 της Συμφωνίας καθυστέρηση συμμόρφωσης των εναγομένων με τον όρο 7 δίδει το δικαίωμα νόμιμων αποζημιώσεων στην ενάγουσα. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της απέναντι στους εναγομένους και έχει υποβάλει κάθε σχετική αίτηση και έχει υπογράψει κάθε απαραίτητο έγγραφο για την επίτευξη του στόχου διαχωρισμού του ακινήτου ως η Συμφωνία τους. Ισχυρίστηκε ότι κατά ή περί το 2003 η ενάγουσα ενημέρωσε τις αρμόδιες αρχές και/ή τον Δήμο Παραλιμνίου σχετικά με τη Συμφωνία διαχωρισμού και κατέθεσε αίτηση διαχωρισμού και δημιουργίας δύο ξεχωριστών ακινήτων, ωστόσο οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να προσέλθουν προς υπογραφή των σχετικών αιτήσεων παρά τις υποσχέσεις και τη συμβατική τους υποχρέωση. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι οι εναγόμενοι παρέδωσαν το Μέρος Β του κτήματος στην ενάγουσα η οποία το κατέχει. Η ενάγουσα έκτοτε νέμεται και καρπώνεται το διαχωρισθέν Μέρος Β του κτήματος και καταβάλλει προς τούτο όλα τα έξοδα και σχετικούς φόρους κατοχής/ ιδιοκτησίας με την παρότρυνση/έγκριση/ συγκατάθεση των εναγομένων. Λόγω του ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να εκδώσει τίτλους ιδιοκτησίας στους αγοραστές των κατοικιών που έχει ανεγείρει στο κτήμα υφίσταται από τους τελευταίους απειλές και προειδοποιήσεις διασυρμού της στα δικαστήρια και κίνδυνο απώλειας πελατών λόγω καθυστέρησης και ή παράλειψης έκδοσης ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας ως η συνεννόηση προ της πώλησης των και αυτό βασιζόμενη στη Συμφωνία και τις συνεχόμενες υποσχέσεις από τους εναγόμενους. Ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι αρνούνται να υπογράψουν λόγω των μεταξύ τους κτηματικών διαφορών και ως εκ τούτου προκαλούν ζημιά στα συμφέροντα της ενάγουσας και στην ομαλή χρήση και απόλαυση των ανθρωπίνων και συμβατικών δικαιωμάτων της ενάγουσας επί του Μέρους Β του κτήματος. Κατάθεσε ως Τεκμ. 8 σχετική επιστολή εκ μέρους των αγοραστών με την προειδοποίηση τους περί λήψεως νομικών μέτρων εναντίον της ενάγουσας για την καθυστέρηση της μεταβίβασης των ακινήτων που είχαν αγοράσει επ' ονόματι τους. Κατάθεσε ως Τεκμ. 9 Α και Β σχετική δήλωση των εναγομένων με ημερομηνία 19.07.2011 με την οποία αναγνωρίζουν όλες τις ενέργειες της ενάγουσας και αποδέχονται το συμφωνηθέντα διαχωρισμό. Σχολιάζοντας το ως άνω τεκμήριο αναφέρθηκε σε ενέργειες των εναγομένων για διαχωρισμό του δικού τους Μέρους σε οικόπεδα με άδεια των αρμόδιων αρχών σχετική είναι και η επιστολή του Τμήματος Κτηματολογίου με ημερομηνία 10.06.2015 (Τεκμ. 10). Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα επένδυσε στο Μέρος Β του κτήματος πέραν του €1.300.000,00 και διατρέχει τον κίνδυνο να κληθεί να αποζημιώσει τρίτους αγοραστές οι οποίοι μπορούν να ακυρώσουν τα πωλητήρια έγγραφα τους και να διεκδικήσουν αποζημιώσεις πέραν των €2.000.000,
  9. Κατάθεσε τα έγγραφα εγγραφής υποθηκών προς εξασφάλιση δανείων που συνήψε κατ' ισχυρισμό του η ενάγουσα για την ανέγερση των οικοδομών ως Τεκμ. 11 και
  10. Ο μάρτυς έκανε εκτενή αναφορά στον σχεδιασμό του δρόμου και πως προέκυψε αυτό το ζήτημα. Ισχυρίστηκε ότι το ζήτημα ήταν γνωστό στους εναγομένους πριν τη υπογραφή της Συμφωνίας. Ισχυρίστηκε ότι η ανάπτυξη του Μέρους Β έγινε από την ενάγουσα χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγομένων. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται σε θεραπεία ειδικής εκτέλεσης της Συμφωνίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 76 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149). Οι εναγόμενοι υποχρεούνται σε υπογραφή κάθε απαραίτητου εγγράφου για να καταστεί εφικτή η ειδική εκτέλεση. Κατάθεσε ως Τεκμ. 13 επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων 1 και 2 με ημερομηνία 16.07.2013 οι οποίοι δήλωναν έτοιμοι να υπογράψουν κάθε σχετικό έγγραφο για το διαχωρισμό που συμφωνήθηκε. Κατάθεσε τη σχετική αλληλογραφία όπου δηλωνόταν η πρόθεση της ενάγουσας όπως δηλωθεί απόφαση στη βάση της Έκθεσης Απαιτήσεως εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ως Τεκμ. 14, 15, 16 και
  11. Για τους πιο πάνω λόγους η ενάγουσα αξιώνει, όπως ανέφερε ο μάρτυς, διάφορα διατάγματα για να πετύχει η ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις οι οποίες απορρέουν από την καθυστέρηση κατά παράβαση της Συμφωνίας και ότι αυτή δικαιούται να αποζημιωθεί έναντι τυχόν απαιτήσεων τρίτων αγοραστών, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο μάρτυς δεν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων 1 και 2 ο οποίος αντί αυτού προέβη στην ακόλουθη δήλωση: « . μετά από σκέψη αποφάσισα να μην αντεξετάσω. Θα κάμω μια δήλωση και παρακαλώ να καταγραφεί. Ενόψει και του Τεκμ. 9 με το οποίο φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι πελάτες μου εναγόμενοι 1 και 2 έδωσαν τη συγκατάθεση τους γραπτώς για διαχωρισμό του επίδικου ακινήτου, δεν θα προβώ σε αντεξέταση του μάρτυρα, όμως να μου επιτρέψετε να παραμείνω στη διαδικασία για να δω την εξέλιξη και στη βάση των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί και της μαρτυρίας του μάρτυρα θα επιχειρηματολογήσω στο τέλος για το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον των πελατών μας». Ο μάρτυς αντεξετάστηκε εκτεταμένα από την ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης 3 όπου κατ' ουσία επανέλαβε τα ως άνω και αρνήθηκε τις θέσεις της εναγομένης 3, όπως αυτές του υποβλήθηκαν, δίδοντας πάντοτε τη δική του εξήγηση και εξηγώντας την δική του αντίληψη περί των πραγμάτων. Θα ασχοληθώ όμως με λεπτομέρεια σε όσα από αυτά ενδιαφέρουν στη συνέχεια στο μέρος όπου θα αναλύσω και αξιολογήσω τη μαρτυρία του. Για σκοπούς της συνέχειας στην αρίθμηση των τεκμηρίων σημειώνεται ότι κατά την αντεξέταση του ως άνω μάρτυρος (ΜΕ 1) του υποδείχθηκε, αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμ. 18 πιστό αντίγραφο της Άδειας Οικοδομής με αριθμό 192/03 με ημερομηνία 2.12.03 την οποία εξασφάλισε η ενάγουσα για την οικοδομική ανάπτυξη του Μέρους Β του κτήματος. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται ως Παράρτημα και οι Όροι Έκδοσης της. Σημειώνω ότι υποδείχθηκε στον μάρτυρα ότι σκόπιμα και για ευνόητους λόγους δεν κατάθεσε και το Παράρτημα με τους Όρους Έκδοσης της άδειας όταν είχε καταθέσει ως την άδεια που εκδόθηκε το Τεκμ. 5, εφόσον σε αυτούς συμπεριλαμβάνεται και ο όρος περί της παραχώρησης δημόσιου δρόμου κατά τον τρόπο που υπέδειξε σε νέο χωροταξικό που κατέθεσε η ενάγουσα όταν της κοινοποιήθηκαν οι παρατηρήσεις της αρμόδιας αρχής ήτοι του Δήμου Παραλιμνίου μετά την εξέταση της αίτησης της και με τον οποίο οι εναγόμενοι δεν γνώριζαν και ακολούθως όταν τον πληροφορήθηκαν δεν συμφώνησαν. Ο κ. Σάββα (ΜΕ2), εργάζεται στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου Παραλιμνίου. Κλήθηκε από την πλευρά της ενάγουσας με σκοπό να καταθέσει επιστολή - απάντηση προς την εναγομένη 3 από το Δήμο Παραλιμνίου με ημερομηνία 12.01.2004 η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση ως Τεκμ.
  12. Αφορούσε απάντηση σε ένσταση που υπέβαλε για την όδευση οδικού δικτύου που επηρέαζε ακίνητο της με διαφορετικό αριθμό τεμαχίου στην ίδια περιοχή την οποία είχε υποβάλει στις 31.12.
  13. Περαιτέρω ο μάρτυς σε ερώτηση από πότε υπάρχει σύμφωνα με τον φάκελο του ο προτεινόμενος δρόμος απάντησε ότι αυτός φαίνεται από το 1996 όταν εξεταζόταν ο Διαχωρισμός με αριθμό φακέλου Δ.107/
  14. Παραθέτω το απόσπασμα από την αντεξέταση του μάρτυρος (ΜΕ2) από τον συνήγορο των εναγομένων 1 και 2 σε σχέση με το ζήτημα αυτό καθώς έχει τη σημασία του: «E. Κύριε μάρτυς, μας έχετε πει ότι ο προτεινόμενος δρόμος που διαπερνά το τεμάχιο, το συγκεκριμένο τεμάχιο, δηλαδή η πρόθεση να γίνει δρόμος, να το βάλω πιο απλά, είναι από το
  15. Ποιου αίτημα ήταν για να γίνει αυτός ο δρόμος; A. Κανενός δεν ήταν αίτημα. Ήταν σχέδια της υπηρεσίας που είχε για την ανάπτυξη της περιοχής. E. Δηλαδή της υπηρεσίας του Δήμου; A. Ναι. E. Δηλαδή ο Δήμος το 1996, αν κάνω λάθος διορθώστε με, έκανε μια μελέτη και πρότεινε τον συγκεκριμένο δρόμο. Έτσι; A. Σχεδίασε αυτό το οδικό δίκτυο που θα εφαρμόζεται για την περιοχή. E. Με τον σχεδιασμό και να προτείνεται ο δρόμος αυτός, αυτός ο δρόμος όντως έχει τρόπο να, έχει ληφθεί απόφαση ότι θα γίνει αυτός ο δρόμος, θα γίνει σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο, θα γίνει μεταγενέστερα; A. Η εφαρμογή του οδικού δικτύου εφαρμόζετουν ανάλογα με τις αιτήσεις στα τεμάχια που βρίσκονταν στην περιοχή αυτήν του οδικού δικτύου. E. Κάτι άλλο ρωτώ. Υπήρξε ο σχεδιασμός. Λήφθηκε η απόφαση ότι αυτός ο δρόμος θα γίνει σε εκείνον τον σχεδιασμό, ελήφθην απόφαση από το Δημοτικό Συμβούλιο; A. Η εφαρμογή του δρόμου διά μέσου του τεμαχίου του συγκεκριμένου, λήφθηκε απόφαση. E. Πότε ελήφθην αυτή η απόφαση; Μπορείτε να μας πείτε; Έχετε πρακτικά; A. Όχι, δεν έχουμε πρακτικά. Εφαρμόστηκε με την έκδοση άδειας οικοδομής του συγκεκριμένου τεμαχίου. E. Κύριε, υπάρχει απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου γι' αυτόν τον δρόμο, ότι θα γίνει αυτός ο δρόμος όπως έχει σχεδιαστεί; Θα γίνει; Θα προωθηθεί; Θα κατασκευαστεί; A. Το προτεινόμενο οδικό δίκτυο που ετοίμασε και τότε που ήταν αρμόδια αρχή να εφαρμόζει τα οδικά δίκτυα, ετοιμαζόταν ο σχεδιασμός και είπαμε ανάλογα με τις αιτήσεις που είχαμε. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Η ερώτηση είναι ακριβώς εδώ, στη συνέχεια της απάντησης σας. Λήφθηκε απόφαση γι' αυτόν τον σχεδιασμό από το Δημοτικό Συμβούλιο; Μάρτυρας: Δεν το γνωρίζω.» Κατά την αντεξέταση του από την κα Χατζηκωνσταντή ο μάρτυς ανέφερε ότι δεν ήταν αυτός που είχε μελετήσει την αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής της ενάγουσας στο Μέρος Β του κτήματος. Τα καθήκοντα του είναι αυτά του Ανώτερου Τεχνικού, δηλαδή ασχολείται με τη μελέτη αιτήσεων που υποβάλλονται στο Δήμο για έκδοση άδειας οικοδομής, διαχωρισμό οικοπέδων, οικοδομών, έλεγχος παραπόνων. Σε σχέση με το Τεκμ. 19 που είναι μια επιστολή του Δημοτικού Γραμματέα του Δήμου Παραλιμνίου προς την εναγομένη 3 με ημερομηνία 3.12.2002 ανέφερε ότι προέρχονταν από το φάκελο που τηρείται στο αρχείο του Δήμου με αρ. 4.2.2./54 όπως αναγράφεται και στο πάνω αριστερό μέρος της επιστολής. Εξήγησε ότι η σχέση αυτής της επιστολής με τον φάκελο στον οποίο έκανε αναφορά κατά την κυρίως εξέταση του είναι ότι αφορά το ίδιο προτεινόμενο οδικό δίκτυο που επηρεάζει και το επίδικο τεμάχιο. Εξήγησε ότι βρήκε την επιστολή αυτή στο φάκελο της άδειας οικοδομής με αριθμό Β95/
  16. Γνώριζε από τα στοιχεία του φακέλου ότι η εναγομένη 3 με άλλη επιστολή της με ημερομηνία 27.04.2004 είχε ένσταση για τον επηρεασμό του τεμαχίου
  17. Και επειδή ήταν συναφής φωτοτυπήθηκε η απάντηση του Δήμου Παραλιμνίου προς αυτή και καταχωρήθηκε και στον φάκελο για να είναι ενημερωμένος και ο φάκελος οικοδομής. Εξήγησε ότι μέχρι τις 30.04.2004 ήταν η Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου που σχεδίαζε το προτεινόμενο οδικό δίκτυο ενώ από την εφαρμογή του Πολεοδομικού Νόμου στις 31.04.2004 αρμόδια αρχή είναι πλέον η Πολεοδομία. Ο μάρτυς εξήγησε σε ερώτηση αν οι λέξεις ''προτεινόμενο οδικό δίκτυο'', εξυπακούει ότι ήταν ένα δίκτυο, το οποίο υπήρχε πιθανότητα να εφαρμοζόταν ή και να μην εφαρμοζόταν ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης και ότι αυτό εξαρτάτο από τη μορφή των αιτήσεων που υποβάλλονταν στο Δήμο και μπορούσαν να εξετάσουν τη διαφοροποίηση του οδικού δικτύου που σχεδιάστηκε οπότε μπορούσε και να διαφοροποιείτο σε κάποιες περιπτώσεις. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του με αναφορά στο Τεκμ. 6 που είναι η αίτηση για άδεια οικοδομής, η οποία υποβλήθηκε στον Δήμο Παραλιμνίου από την ενάγουσα και αν αυτή είναι συμπληρωμένη, αν δηλαδή είχαν επισυναφθεί σε αυτή όλα τα αναγκαία έγγραφα, ανέφερε ότι μια τέτοια αίτηση συνοδεύεται από σχέδια και τίτλους ιδιοκτησίας. Εξήγησε ότι ως αιτήτρια φαίνεται η ενάγουσα εταιρεία και η διεύθυνση επικοινωνίας και τηλέφωνα που φαίνονται σε αυτή είναι της ενάγουσας. Ανέφερε στη συνέχεια ότι η αίτηση υποβλήθηκε στις 21.03.2003 και τα έγγραφα που υποβλήθηκαν είναι το έντυπο αίτησης για άδεια οικοδομής, κτηματολογικά σχέδια εις διπλούν, τίτλος ιδιοκτησίας, συγκατάθεση της Τράπεζας η οποία αφορούσε την αιτήτρια εταιρεία, το πιστοποιητικό της εταιρείας, τη δήλωση του μηχανικού με τα έγγραφα του ΕΤΕΚ για το μηχανικό και τον αρχιτέκτονα του έργου και τα σχέδια αποτελούμενη συνολικά από 63 σελίδες. Μαζί με την αίτηση, ανέφερε ότι υποβλήθηκε και χωροταξικό το οποίο είναι το σχέδιο που ετοιμάζει ο αρχιτέκτονας με βάση το κτηματολογικό σχέδιο σε μεγέθυνση στην οποία τοποθετεί τα προτεινόμενα κτήρια διαμόρφωση των χώρων του τεμαχίου. Στο έγγραφο αυτό που δεν είναι υπό κλίμακα, εμφαίνεται το Τεμάχιο 540 και παρουσιάζει τις οικοδομές και τη διαμόρφωση του ελεύθερου χώρου εντός του τεμαχίου, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Τεκμ.
  18. Σε αναφορά στο τεκμήριο αυτό εξήγησε ότι όταν κατατέθηκε η αίτηση για άδεια οικοδομής είχε κατατεθεί και χωροταξικό και στο βόρειο και στο νότιο μέρος, σε απόσταση περίπου 3 μέτρα από τα σύνορα τοποθετήθηκαν οι οικοδομές. Στο υπόλοιπο μέρος δεν υπάρχει οτιδήποτε και είναι το ελεύθερο μέρος στο οποίο δεν προτείνεται με την αίτηση οποιαδήποτε ανάπτυξη. Ο μάρτυς συμφώνησε ότι δεν είχε καταχωρηθεί με την αίτηση η Συμφωνία διαχωρισμού του κτήματος αναφέροντας επί λέξη: «Όχι. Μέχρι που εκδώσαμε την άδεια οικοδομής, δεν είχαμε υπ' όψιν εμείς τέτοια συμφωνία». Εξήγησε περαιτέρω ότι η χειρόγραφη λέξη ¨άκυρο¨ που φαίνεται στο Τεκμ. 20 αναγράφηκε καθώς είχαν προσκομίσει νέο τροποποιημένο χωροταξικό σχέδιο οι αρχιτέκτονες του έργου Γ & Σ Νικολέττου το οποίο αντικατέστησε το αρχικό σχέδιο με τον αριθμό 62 κατά την αρίθμηση των σελίδων των εγγράφων του φακέλου. Στη συνέχεια εξήγησε ότι ο λόγος που είχαν ζητήσει νέο χωροταξικό σχέδιο ήταν γιατί σύμφωνα και με το Σημείωμα 5 των πρακτικών του φακέλου όπως είχε καταγραφεί από τη συνάδελφο του που εξέτασε την αίτηση η οποία κατέγραψε τα δεδομένα της αίτησης και τις παρατηρήσεις που εντόπισε στα σχέδια. Κατάθεσε ως Τεκμ. 21 το σημείωμα 10 των παρατηρήσεων που έφεραν ημερομηνία 22.07.2003 όπου στην τελευταία σελίδα του τεκμηρίου αναγραφόταν ότι η αιτούμενη άδεια δεν μπορούσε να προωθηθεί αν δεν εκπληρώνονταν οι παρατηρήσεις του Δήμου. Στη συνέχεια εξήγησε ότι στις 29.07.2003 οι ίδιοι ως άνω αρχιτέκτονες του έργου είχαν προσκομίσει Τροποποιητικά Σχέδια και καταχωρήθηκαν στο φάκελο τα οποία αριθμήθηκαν ως σελίδες από 66 -
  19. Τα ως άνω σχέδια συνοδεύονταν από νέο χωροταξικό, πιστό αντίγραφο του οποίου σημειώθηκε ως Τεκμ. 22 στο οποίο φαινόταν ο προτεινόμενος δρόμος που θα επηρέαζε το κτήμα. Ο δρόμος αυτός θα είχε πλάτος συνολικά 31 πόδια οδόστρωμα και πεζοδρόμια και μήκος όσο έπιανε το χωράφι. Σε αναφορά στο Τεκμ. 22 εξήγησε ότι η εσωτερική διαμόρφωση που γίνεται στο Μέρος Β δεν είναι δρόμος και σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δημόσιος δρόμος. Λέγεται διαμόρφωση του τεμαχίου, δεν λέγεται δρόμος και υπάρχει διαφορά ενός εσωτερικού δρόμου που κατασκευάζεται για την εξυπηρέτηση ενός κτιριακού συγκροτήματος. Ως τέτοιες διαφορές μεταξύ τους ανέφερε ότι από το δημόσιο δρόμο οι οικοδομές πρέπει να απέχουν 3 μέτρα, ενώ η οικοδομές μπορεί να εφάπτονται στον εσωτερικό ιδιωτικό δρόμο. Ο μάρτυς ανέφερε ακόμα, ότι όπως φαίνεται και στο Τεκμ. 22, ο προτεινόμενος δρόμος κατά μήκος του, εάν επισημοποιηθεί ο διαχωρισμός του κτήματος, όπως η Συμφωνία των διαδίκων και αναπτυχθεί το Μέρος Α αυτού με ανέγερση οικοδομών, θα πρέπει αυτές να απέχουν τρία μέτρα κατά μήκος του και από τις δύο πλευρές του δρόμου. Ο μάρτυς στη συνέχεια προχώρησε και κατάθεσε ως Τεκμ. 23 σχετικά σημειώματα του φακέλου της αίτησης για άδεια οικοδομής που αιτήθηκε η ενάγουσα. Εξήγησε ακόμα ότι μετά την κατάθεση των ως άνω τροποποιητικών σχεδίων ως οι σελ. 66 - 103 του φακέλου και στη βάση αυτών εκδόθηκε η άδεια οικοδομής ως το Τεκμ.
  20. Όταν υποδείχθηκε στον μάρτυρα το Τεκμ. 5 ανέφερε ότι σε αυτό δεν ήταν επισυνημμένο το Παράρτημα Όρων της άδειας οικοδομής όπως είναι στο Τεκμ.
  21. Στον όρο 3 της άδειας οικοδομής γίνεται λόγος για τον δρόμο όπως φαίνεται στο νέο χωροταξικό (Τεκμ. 22), όπου γίνεται λόγος ότι αυτός αφού κατασκευαστεί από την αδειούχο της άδειας οικοδομής θα πρέπει να δοθεί δωρεά στο δημόσιο και να εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος. Η ενάγουσα εταιρεία σύμφωνα με το όρο 27 της άδειας υπέβαλε στις 3.04.2008 το έντυπο για παροχή του πιστοποιητικού εγκρίσεως των οικοδομών που ανήγειρε το οποίο κατάθεσε ως Τεκμ. 24 και το πιστοποιητικό συμπλήρωσης του έργου υπογεγραμμένο από τους μηχανικούς του έργου το οποίο κατάθεσε ως Τεκμ.
  22. Μετά την υποβολή των ως άνω αιτήσεων ανέφερε, διενεργήθηκε επιτόπου έλεγχος για να ελεγχθεί αν οι οικοδομές ανεγέρθηκαν βάσει της άδειας που δόθηκε και των σχεδίων που εγκρίθηκαν. Αποτέλεσμα της επιτόπιας εξέτασης ήταν να καταγραφούν παρατηρήσεις στο σημείωμα 18 των πρακτικών το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμ. 26 οι οποίες αριθμούνται από 1 έως
  23. Ως τέτοια παρατήρηση είναι και η σημείωση υπ' αριθμό 6 η οποία αφορά την κατασκευή του δημόσιου δρόμου ως ήταν όρος της εκδοθείσας άδειας οικοδομής (Τεκμ.18). Μεταξύ δε αυτών των όρων είναι και ο όρος 2 ο οποίος μιλά για πεζοδρόμια, πλακόστρωτα που δεν είχαν κατασκευαστεί. Για τις παρατηρήσεις αυτές είχε ενημερωθεί η ενάγουσα με επιστολή από το Τμήμα του με ημερομηνία 21.07.2009 στη διεύθυνση που τους είχε δώσει την οποία κατάθεσε ως Τεκμ.
  24. Έκτοτε ανέφερε, δεν είχαν οποιανδήποτε ενημέρωση αν είχαν εκπληρωθεί οι παρατηρήσεις και υποδείξεις τους. Ο μάρτυς αναφέρθηκε σε επιστολές των υπόλοιπων συνιδιοκτητών με ημερομηνίες 27.04.2004 και 3.05.2004 με τις οποίες ζητούσαν διαφοροποίηση ή ακύρωση του οδικού δικτύου. Η τελευταία επιστολή σημειώθηκε ως Τεκμ.
  25. Το σχετικό σημείωμα με αριθμό 15 της αρμόδιας λειτουργού προς τον Δημοτικό Μηχανικό κατατέθηκε ως Τεκμ.
  26. Το τροποποιημένο χωροταξικό (Τεκμ. 22), εξήγησε ότι έχει κατατεθεί προς συμμόρφωση με την παρατήρηση 10 του Σημειώματος
  27. Επανέλαβε ότι όταν είχαν εξετάσει την αίτηση για την έκδοση της άδειας οικοδομής δεν γνώριζαν οτιδήποτε σε σχέση με τον διαχωρισμό που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συνιδιοκτητών του κτήματος. Η άδεια οικοδομής είχε εκδοθεί στις 2.12.2003 με επιβολή του πιο πάνω όρου για την κατασκευή δρόμου και δεν υπήρξε ένσταση εκ μέρους της ενάγουσας αν και είχε αυτή τη δυνατότητα τότε σύμφωνα με τη νομοθεσία. Ήταν δε γι' αυτό που δεν υπήρχε δυνατότητα έγκρισης της ένστασης που προβλήθηκε εκ μέρους των άλλων συνιδιοκτητών μεταγενέστερα και γι' αυτό και απορρίφθηκε. Ο μάρτυς ανέφερε ότι οι εναγόμενοι είχαν στείλει επιστολή στο Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως για να τον ενημερώσουν για τη Συμφωνία διαχωρισμού, μετά που ήρθε εις γνώση τους η επιβολή του όρου ως η επιστολή που υπάρχει στον φάκελο με ημερομηνία 19.04.2004 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμ.
  28. Ο μάρτυς βέβαια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν οι εναγόμενοι είχαν κάνει προσπάθειες για να ενημερωθούν σε σχέση με τους όρους της άδειας αλλά μπορούσε να διαπιστώσει από το περιεχόμενο του φακέλου της άδειας οικοδομής ότι είχαν αποταθεί στις 3.07.2007 με επιστολή του δικηγόρου τους (Τεκμ. 31) και ζήτησαν όπως ενημερωθούν επίσημα για τους όρους της άδειας. Η ίδια η εναγομένη 3 είχε αποταθεί ξανά με επιστολή της μέσω του δικηγόρου της στις 28.09.2009 (Τεκμ. 32) η οποία υπάρχει επίσης στο φάκελο της άδειας οικοδομής. Ο μάρτυς όταν τέθηκε υπ' όψιν του ο ισχυρισμός του διευθυντή της ενάγουσας ότι είχε παραχωρήσει πράσινο στο δικό τους Μέρος, ανέφερε ότι δεν υπήρχε τέτοιος όρος στην άδεια οικοδομής που εξασφάλισε η ενάγουσα και δεν φαίνεται να έχει παραχωρηθεί χώρος πρασίνου. Τέλος, ανέφερε ότι η απάντηση που έλαβε από το Δήμο η εναγομένη 3 (Τεκμ. 19), για την ένσταση της είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας έκδοσης της άδειας οικοδομής 192/03 με την αίτηση Β 95/
  29. Κατά την επανεξέταση του ο μάρτυς ανέφερε ότι οι ιδιοκτήτες του κτήματος το 2003 ήταν η Sibylla Hotel ‑ Apartments στα 3/6 μερίδια, η XXX Μουζουρή σε 1/6 μερίδιο, ο XXX Μουζουρή σε 1/6 μερίδιο και ο XXX Μουζουρή σε 1/6 μερίδιο. Ανέφερε ότι η υλοποίηση των όρων που είχαν τεθεί στην άδεια οικοδομής δεν αφορούσε τον Δήμο. Ο κ. XXX Ιωάννου (ΜΥ 1), είναι εκτιμητής ακινήτων από το 2004 και εγγεγραμμένο μέλος του ΕΤΕΚ. Διατηρεί εγγεγραμμένη εταιρεία μελετών εγγεγραμμένη επίσης στο ΕΤΕΚ και διενεργεί από τον καιρό της εγγραφής του εκτιμήσεις για τράπεζες, για διάφορους οργανισμούς, για δικαστικές υποθέσεις κ.λπ. Ανέφερε ότι έχει διενεργήσει μέχρι σήμερα πέραν των 12.000 εκτιμήσεων και πέραν των 1.500 για δικαστικές διαδικασίες. Έχει σπουδάσει στο Ηνωμένο Βασίλειο και έχει κάνει συναφές μεταπτυχιακό με το επάγγελμα του. Η εταιρεία του εργοδοτεί πέραν των 40 υπαλλήλων. Η έκθεση που του ζητήθηκε ήταν κατά πόσο είχε υποστεί ζημιά το Μέρος Α του κτήματος των εναγομένων με την επιβολή όρου για παραχώρηση δημόσιου δρόμου στη βάσει άδειας οικοδομής που εξασφάλισε η ενάγουσα για την ανάπτυξη του Μέρους Β του κτήματος. Η έκθεση του σημειώθηκε ως Τεκμ. 33 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Διευκρινιστικά ανάφερε ότι το κτήμα εφαπτόταν επί δρόμου πριν τον διαχωρισμό του και δεν έχει σχέση με τον επίδικο δρόμο που τέθηκε ως όρος στην άδεια οικοδομής της ενάγουσας. Ο μάρτυς διευκρίνισε τη διαφορά ενός ιδιωτικού δρόμου με το δημόσιο δρόμο ως ακολούθως: «.ο ιδιωτικός δρόμος είναι ένας δρόμος που γίνεται στην ανάπτυξη και αποτελεί μέρος των κοινοχρήστων της ανάπτυξης για την εξυπηρέτηση των ανέσεων και της πρόσβασης στις μονάδες, δεν έχει οποιουσδήποτε συγκεκριμένους όρους για την κατασκευή του, εξ' ου και έχει χαμηλότερο κόστος, αλλά το σημαντικότερο δεν αφαιρείται από το κτήμα στον υπολογισμό του συντελεστή δόμησης προς ανάπτυξη, ενώ ο δημόσιος δρόμος ολόκληρο το εμβαδόν του αφαιρείται από το κτήμα και εγγράφεται ως δημόσιος, καθώς επίσης έχει και αυξημένους όρους κατασκευής για δημιουργία υπηρεσιών, λίνιων και, πεζοδρομίων και ασφάλτου με κάποιες προδιαγραφές». Υπολόγισε το εμβαδόν του δρόμου που επιβλήθηκε ως όρος της άδειας οικοδομής της ενάγουσας περί τα 510τ.μ. ο οποίος δεν έχει κατασκευαστεί. Εξήγησε την έννοια του συντελεστή δόμησης και κάλυψης κάνοντας αναφορά σε παράδειγμα. Εξήγησε περαιτέρω πως κατέληξε στην αγοραία αξία της έκτασης που θα καταλάβει ο δρόμος δηλαδή των 510τ.μ. ότι είναι προς €100 το τ.μ. δηλαδή σύνολο €51.000,
  30. Ο μάρτυς εξήγησε το σκεπτικό της εκτίμησης του ως ακολούθως: «Το σκεπτικό είναι ότι ο πρώτος ιδιοκτήτης έχει καρπωθεί ακριβώς το ένα δεύτερο του εμβαδού του κτήματος, ενώ ο δεύτερος ιδιοκτήτης του οποίου το κτήμα που αναλογούσε από την πρώτη συμφωνία ο οποίος είναι επίσης εγγεγραμμένος, συνολικά κατά ένα δεύτερο μερίδιο, δεν μπορεί να καρπωθεί το ίδιο εμβαδόν, θα καρπωθεί 510 μέτρα λιγότερα που είναι το εμβαδόν που επηρεάζει ο όρος που υποβλήθηκε για την κατασκευή του δημόσιου δρόμου και θεωρώ ότι αυτό είναι το πρώτο σημείο της ζημιάς όπου το εκτιμώ για την περίοδο περί τον δωδέκατο του '13 στα €100 το μέτρο και για την περίοδο του δεύτερου του... συγγνώμη για την περίοδο του δωδέκατου του 2003 ήθελα να πω στο προηγούμενο, προς €100 το μέτρο, ενώ για την περίοδο του δεύτερου του 2013 €150 το τετραγωνικό μέτρο, όμως υπάρχει και δεύτερο σημείο στη ζημιά, το μέρος 2 όπως φαίνεται και στο σχέδιο μου στην τελευταία σελίδα της εκτίμησης, από τον επηρεασμό του δρόμου καθίσταται πολύ στενό, δηλαδή δεν είναι... δεν έχει πλέον το πλάτος ενός κανονικού οικοπέδου, είναι μόνο 13 μέτρα στην πιο στενή του πλευρά, ενώ ένα κανονικό οικόπεδο θα μπορούσε να έχει γύρω στα 22 για να δώσουμε ένα παράδειγμα μέτρα πλάτος και θεωρώ ότι αυτό το μέρος παθαίνει και μία ζημιά της τάξεως του 30% πάνω στην αγοραία αξία του. Προσθέτοντας τα δύο, καταλήγω ότι η συνολική ζημιά για το έτος 2003 είναι €74.000 και για το έτος 2013 €110.000». Ο μάρτυς περαιτέρω εξήγησε με αναφορά σε σχετικές φωτογραφίες τις οποίες είχε συμπεριλάβει στην έκθεση του την μέθοδο της εκτίμησης του που ήταν η συγκριτική μέθοδος και έκανε αναφορά στις συγκριτικές πωλήσεις που έλαβε υπόψη του κατά την ετοιμασία της εκτίμησης του. Σημειώνεται ότι δηλώθηκε και από το συνήγορο των εναγομένων 1 και 2 ότι υιοθετείτο η έκθεση του μάρτυρος. Ο μάρτυς δεν αντεξετάστηκε. Η κα XXX Μουζουρή (ΜΥ2), είναι η μητέρα της εναγομένης 3 και κλήθηκε για να καταθέσει στις 2.11.2018 Γραπτή Δήλωση που είχε ετοιμάσει η εναγομένη 3 η οποία δεν μπορούσε να εμφανιστεί η ίδια προσωπικά και να καταθέσει ως μάρτυρας καθώς έχει βαρύτατο πένθος. Επί τρία χρόνια, εξήγησε, ο σύζυγος της εναγομένης 3 πάλευε με τον καρκίνο για να επιβιώσει και δυστυχώς δεν τα κατάφερε και απεβίωσε στις 22.08.
  31. Όλη αυτή η πορεία της ασθενείας του συζύγου της εναγομένης 3 και στο τέλος ο θάνατος του την έχει βαρύνει με πένθος το οποίο την αποτρέπει επί του παρόντος να εμφανιστεί και καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου για την υπόθεση της. Ο αποβιώσας της άφησε τέσσερα παιδιά και δεν μπορεί να παρουσιαστεί και να αναλάβει τέτοια ευθύνη τώρα αν και θα μπορούσε να το κάνει στο μέλλον. Γι' αυτό και την εξουσιοδότησε να παραστεί αυτή στη θέση της και καταθέσει τη Γραπτή Δήλωση της για τα γεγονότα της υπόθεσης. Το Δικαστήριο μετά που υποβλήθηκε ένσταση από πλευράς ενάγουσας και αφού άκουσε και τις δύο πλευρές αποφάσισε να αποδεχθεί την κατάθεση του εγγράφου αυτού ως Τεκμ. 34 ως εξ ακοής μαρτυρία με την αποδεικτική της αξία και τη βαρύτητα που θα της δοθεί να εξεταστεί ανάλογα με τη πορεία που θα προσλάμβανε η υπόθεση στη συνέχεια στο τέλος. Δράττομαι της ευκαιρίας να επισημάνω ότι πλείστες τόσες φορές η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω των πιο πάνω περιστάσεων της εναγομένης 3 σε μια προσπάθεια όπως έλεγε η συνήγορος της είτε να πάρει οδηγίες από αυτή για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης είτε ακόμα για να μπορέσει να προσέλθει στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Αυτό όπως περιέγραψα πιο πάνω εν τέλει δεν κατέστη δυνατόν. Η μάρτυς κατά την αντεξέταση της διευκρίνισε ότι η ίδια δεν είχε ιδέα γι' αυτήν την υπόθεση καθώς ήταν τα παιδιά της που την χειρίζονταν. Θεωρώ περιττό να καταγράψω το περιεχόμενο της δήλωσης σε αυτό το στάδιο καθώς θα εξετάσω την αποδεικτική της αξία σε άλλο σημείο της απόφασης μου. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Σύμφωνα με τη νομολογία είναι υποχρέωση του ενάγοντος ή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης να προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να συνάδει με την δικογραφία για να μπορέσει να αποτελέσει η μαρτυρία αυτή έρεισμα για ευρήματα του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω προσέγγιση αντανακλάται κυρίως στην υπόθεση Kades v. Nicolaou & Another,

(1986)1 C.L.R. σελ. 212 όπου είχε τεθεί το θέμα ως εξής:- «If the evidence of a witness is rejected as unworthy credit, there is nothing circumstances of its discharge have nothing to do with the credibility of witnesses. A witness may either be believed or disbelieved (wholly or partly) according to the view taken of his credibility by the Court.A question of discharge of the burden of poof can only arise if there is credible evidence to way on the two sides. If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there in nothing to weigh thereafter». Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι κατά την εκδίκαση πολιτικών υποθέσεων πρωτίστως είναι καθήκον ενός ενάγοντος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για τη βασιμότητα της απαίτησης του και όχι για τον αντίδικο του να την αντικρούσει (βλ. Μιχαηλίδης v. Κακουλλή κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 674). Η υποχρέωση του ενάγοντος σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώσει κατ' αρχήν ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του Δικαστηρίου (βλ. Εθνική Τράπεζα v. X'' Nέστορος,
(1990)1 Α.Α.Δ. 41), όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η υποχρέωση του Ενάγοντα ή αιτητή σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά το βάρος της απόδειξης γεννιέται εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώνει κατ΄ αρχήν ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του Δικαστηρίου». ¨Βάση της αγωγής¨ σύμφωνα με τη νομολογία μας είναι η πραγματική κατάσταση, η ύπαρξη της οποίας παρέχει το δικαίωμα σε ένα πρόσωπο να ζητήσει έννομη θεραπεία από το Δικαστήριο εναντίον κάποιου άλλου προσώπου (βλ. Letanq ν Cooper
(1969)1 Q.B.232, 242) ή σημαίνει κάθε πραγματικό γεγονός που είναι αναγκαίο να αποδείξει ο ενάγων αν αμφισβητηθεί για να υποστηρίξει το δικαίωμά του για δικαστική θεραπεία. Δεν περιλαμβάνει κάθε στοιχείο της μαρτυρίας που είναι αναγκαίο να αποδείξει κάθε πραγματικό γεγονός αλλά κάθε πραγματικό γεγονός που είναι αναγκαίο να αποδειχθεί (βλ. Read ν Brown
(1888)22 Q.B.D. 128, 131). Ο ενάγων οφείλει να αποκαλύψει ενώπιον του Δικαστηρίου όλη την αλήθεια και να εκθέσει με σαφήνεια και με κάθε δυνατή λεπτομέρεια όλα τα ουσιώδη γεγονότα που θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή του ( βλ. GIP Constructions ν Neophytou and Another
(1983)1 CLR 669 - Williams & Glyns v ShipMaria
(1984)1 CLR821. Ο ενάγων δε δικαιούται θεραπείας πέραν εκείνης που απαιτεί και αποδεικνύει στη δίκη ( βλ. Re Wriqhtson
(1908)1 Ch.799). Στην υπόθεση Ιγνατίου v. Λεμονάρη,
(2004)1 ΑΑΔ 1562 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο ότι τα δικόγραφα συνιστούν το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Παρέκκλιση από την αρχή αυτή εκτρέπει τη δίκη έξω από τα δικονομικά πλαίσια που παρέχουν εγγύηση για δίκαιη δίκη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Βλέπε: Loucaides v. C.D. Hay & Sons
(1971)1 C.L.R. 134, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319 και Ελένη Βραχίμη ν. Πάρη Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836)». Είναι επίσης νομολογημένο ότι η απλή διατύπωση και μόνο της θεραπείας που επιζητείται, απογυμνωμένη από οποιαδήποτε γεγονότα που να την υποστηρίζουν δεν επιτρέπει την εξέταση της, πολύ δε περισσότερο την επιτυχία της και την έκδοση δικαστικής απόφασης επ' αυτής. (Βλέπε: Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους (ανωτέρω)). Στην υπόθεση Kennedy Hotels v. Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400 στη σελίδα 407 αναφέρονται τα εξής:- «Στη Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, κρίθηκε ότι οι κυπριακοί δικονομικοί θεσμοί προσαρμοσμένοι στους παλιούς δικονομικούς θεσμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας δεν καθιστούν απαραίτητο, επιθυμητό όσο και αν είναι, τον επακριβή προσδιορισμό της θεραπείας η οποία επιδιώκεται, ούτε αποκλείουν την παροχή θεραπείας άλλης από εκείνη η οποία επιζητείται. Εφόσον στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της έκθεσης απαιτήσεως για την παροχή θεραπείας, αυτή μπορεί ν' αποδοθεί χωρίς να έχει επιζητηθεί (βλ. επίσης Re Vandervell's Trusts (No. 2) [1974] 3 All E.R. 205, και Drane v. Evangelou [1978] 2 All E.R. 437). H θέση αυτή επαναβεβαιώθηκε από το Εφετείο στην Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319. Όπως επισημαίνεται στην τελευταία απόφαση, η υποχρέωση για αποκάλυψη περιορίζεται από τις πρόνοιες της Δ.19, θ.4 στα ουσιώδη γεγονότα, και δεν επεκτείνεται στη μαρτυρία η οποία τα υποστηρίζει ή τις νομικές συνέπειες που συνεπάγεται η ύπαρξη τους. Το Εφετείο επαναβεβαίωσε ότι μπορεί να παρασχεθεί οποιαδήποτε θεραπεία η οποία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως, εφόσον αποδεικνύονται κατά τη δίκη.» Στην εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Τσιακλίδη v. Φωτιάδη, ECLI:CY:AD:2019:A324, Πολ. Έφεση Αρ. 388/2012 ημερ. 18.07.2019 επαναλήφθηκε η αρχή επί της ερμηνείας της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, λέχθηκαν δε τα ακόλουθα: «Ορθά προσεγγίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως θέμα νομικό, το οποίο εναπόκειτο στο ίδιο να αποφασίσει, (βλ. Glory Worldwide Holdings Ltd v. Αθλητικού Συλλόγου Ομόνοια Λευκωσίας κ.ά
(2012)1 ΑΑΔ 1633 και Λάμπρου ν. Παράσχου κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 397). Όπως υπογραμμίζεται σε πρόσφατη απόφαση μας, επαναλαμβάνοντας την πάγια νομολογία επί του θέματος, βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου μιας σύμβασης αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και των όρων της. Η διακρίβωση της σημασίας των όρων που χρησιμοποιήθηκαν και εν τέλει της πρόθεσης των μερών που απορρέει από το έγγραφο, πρέπει να διενεργείται μέσα από τη συνολική ερμηνεία του εγγράφου και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά, έτσι ώστε να αποφεύγονται ενδεχόμενοι κίνδυνοι από το νόημα που αποδίδεται στους όρους της και που δυνατό να μην αντικατοπτρίζουν, αντικειμενικά ιδωμένοι, τον σκοπό της συναλλαγής και την πραγματική πρόθεση των μερών (xxx Παντελή-Βουζούνη κ.ά ν xxx Αποστόλου, ECLI:CY:AD:2019:A138, Πολιτική Έφεση Αρ. 457/2012, ημερ.10.4.2019)». Έχοντας υπ' όψιν περαιτέρω τις αρχές που καθιερώθηκαν διαχρονικά και εφαρμόζονται από τα Δικαστήρια μας κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280 - 1281, Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και περαιτέρω όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 339 όπου στις σελ. 7 - 9 της απόφασης του ο κ. Ναθαναήλ, Δ. ανέφερε: «Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χριστάκη Χρίστου v. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά Πολ. Έφεση αρ. 15/2007, ημερ. 23.065.08, ότι: " ... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής". Πιο πρόσφατα ακόμη στην Ανδρέας Γιάγκου Σάντη v. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.α. Πολ. Έφ. 78/2007, ημερ. 20.03.09, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ΄ όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους». Συγκρίνοντας και αντιπαραβάλλοντας την προφορική μαρτυρία, τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας, τις παραδοχές και αρνήσεις εκ μέρους της Υπεράσπισης στα δικόγραφα τους σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία διεξήλθα μετά προσοχής όπως και τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου η κάθε πλευρά εκτός της ανάλυσης της μαρτυρίας και της νομικής πτυχής προέβη σε εισήγηση για αποδοχή των θέσεων της, αισθάνομαι ότι είμαι πλέον έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη μου σε ευρήματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Αναφορά σε ζητήματα που απασχόλησαν τους δικηγόρους και εκτίθενται στις τελικές τους αγορεύσεις όπου χρειαστεί θα γίνει στη συνέχεια κατά την παράθεση τόσο της νομικής πτυχής όσο και της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Έχω καταγράψει πιο πάνω τη δήλωση στην οποία είχε προβεί ο ευπαίδευτος συνήγορος που εκπροσώπησε τους εναγόμενους 1 και 2 όταν είχε απεκδυθεί του δικαιώματος αντεξέτασης του κ. Κουτσόφτα (ΜΕ1). Σημειώνεται ότι προέβη σε αντεξέταση του ΜΕ 2 και υιοθέτησε την κατάθεση του ΜΥ1. Εισηγείται έτσι ότι η επιβολή της όδευσης του δημόσιου δρόμου από το Μέρος του κτήματος που αναλόγησε στους εναγόμενους, σύμφωνα με όρο που επιβλήθηκε στην ενάγουσα για να της παρασχεθεί η άδεια οικοδομικής ανάπτυξης του δικού της Μέρους, χωρίς να προβληθεί ένσταση ή και χωρίς να ενημερωθούν οι εναγόμενοι για τον όρο, για να μπορέσουν να υποβάλουν ένσταση, προκαλεί ζημιά μόνον στους εναγόμενους και δεν μπορεί, κατά την εισήγηση, να παραμείνει η ενάγουσα στο απυρόβλητο. Συνοψίζοντας τη μαρτυρία και τις εκατέρωθεν θέσεις προκύπτει ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας είναι ότι οι εναγόμενοι δυνάμει της Συμφωνίας υπέχουν ευθύνη και είχαν και έχουν την υποχρέωση να υπογράψουν άμεσα κάθε σχετική αίτηση και να δώσουν τη συγκατάθεση τους για όποιο έγγραφο απαιτηθεί για την εξασφάλιση του Πιστοποιητικού Εγκρίσεως από την αρμόδια αρχή και ακολούθως τίτλων ιδιοκτησίας για κάθε οικιστική μονάδα ξεχωριστά επί του συγκροτήματος κατοικιών και διαμερισμάτων που ανήγειραν επί του Μέρους Β του κτήματος που τους αναλόγησε δυνάμει της Συμφωνίας. Επειδή μέχρι σήμερα οι εναγόμενοι δεν συνεργάστηκαν και αρνούνται να το κάνουν κατά παράβαση των όρων της Συμφωνίας, προς συμμόρφωση ή εξαναγκασμό τους σε συμμόρφωση αιτείται διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της Συμφωνίας και/ή αποζημιώσεις για όποια ζημιά ήθελαν επωμισθεί. Από την άλλη η πλευρά των εναγομένων αρνείται την εκ μέρους τους παράβαση της Συμφωνίας και ισχυρίζονται ότι η μη υλοποίηση της οφείλεται στην ενάγουσα η οποία με τις ενέργειες της και συγκεκριμένα με τις ενέργειες της ενάγουσας να καθοριστεί ο δημόσιος δρόμος να διέρχεται διαμέσου και να επιβαρύνει αποκλειστικά το Μέρους Α που τους αναλόγησε ως ο όρος που είχε τεθεί στην άδεια οικοδομής που αυτή εξασφάλισε, παραβίασε τη Συμφωνία τους προκαλώντας τους ζημιά και ως εκ τούτου αξιώνουν οι ίδιοι αποζημιώσεις από την ενάγουσα. Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ. Σάββα (ΜΕ1) και κ. Ιωάννου (ΜΥ1) παρατηρώ ότι ο μεν ΜΕ2 παρόλο ότι κλήθηκε από την πλευρά της ενάγουσας, εντούτοις η μαρτυρία που έδωσε και αφορούσε πληροφορίες που προέρχονταν από το φάκελο του Τμήματος του στο Δήμο Παραλιμνίου, ως της αρμόδιας αρχής για την έκδοση αδειών οικοδομής κατά τον επίδικο χρόνο, δεν αμφισβητήθηκε από οποιανδήποτε πλευρά και έτσι την αποδέχομαι. Από την άλλη η έκθεση και τα συμπεράσματα του εκτιμητή ακινήτων κ. Ιωάννου (ΜΥ2) σε σχέση με τη ζημιά που υπόκειται το κτήμα των εναγομένων, δεν αμφισβητήθηκαν εφόσον ο μάρτυς αυτός ούτε καν αντεξετάστηκε με τη μαρτυρία του να παραμένει αναντίλεκτη. Στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» των Ηλιάδη και Σάντη (σελ. 720) αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την παράλειψη αντεξέτασης: «Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής που προτάσσει - ή ακόμη και καθόλου (Αντρέα ν Δήμου Λάρνακας, Ποιν. Έφ. 68/11, ημ. 16.4.14, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 201/12, η μ. 14.2.14) - παρέχει στο Δικαστήριο διακρπική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία που καλύφθηκαν από την κυρίως εξέταση». Σχετικά με το ίδιο θέμα είναι και όσα λέχθηκαν στην απόφαση Olympic Insurance Agencies Limite v. Lexus Insurance Agencies Limited κ.ά.,
(2010)1 (Γ) AAΔ 1440 στην οποία και παραπέμπω: «Όμως από τη στιγμή που ο μάρτυρας που το κατέθεσε ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενο είναι ορθό όφειλε η πλευρά των εφεσιβλήτων να αντεξετάσει επί του ουσιώδους αυτού ισχυρισμού του μάρτυρα των εφεσειόντων. Σύμφωνα με τους κανόνες απόδειξης και νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89, 105, Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 388/389 και Philippou General Bonded Warehouse Ltd. v. Νικολαϊδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1057, 1060), εκεί όπου ένα διάδικος παραλείπει να αντεξετάσει ένα μάρτυρα πάνω σε ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας του, τότε το Δικαστήριο μπορεί (δηλαδή δεν είναι υπόχρεο) να καταλήξει ότι η πλευρά που παρέλειψε να αντεξετάσει, δέχεται τα γεγονότα όπως τα κατέθεσε ο μάρτυρας. Εδώ τα γεγονότα του τεκμηρίου 12 ήταν ουσιώδη, αφού αποτελούσαν μαρτυρία για απόδειξη του οφειλόμενου ποσού, που ήταν η ουσία της αγωγής, και επομένως όφειλε η πλευρά των εφεσιβλήτων να αντεξετάσει το μάρτυρα ως προς την ορθότητα ή μη της εν λόγω κατάστασης λογαριασμού». Κρίνω ότι η μαρτυρία των ως άνω μαρτύρων ανεξάρτητη και αντικειμενική και επομένως την αποδέχομαι. Από αυτή αβίαστα μπορούν να αντληθούν ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία θα με βοηθήσουν στην κατάληξη μου και την αντιμετώπιση πλέον της πραγματικής κατάστασης που δημιουργήθηκε στο κτήμα ως είχε συμφωνηθεί να διαχωριστεί σε Μέρος Α και Β και της δίκαιης κατά την αντίληψη μου επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Η κα Μουζουρή (ΜΥ2), κλήθηκε για να προσφέρει εξ ακοής μαρτυρία. Έδωσε επαρκή επεξήγηση γιατί δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνη την περίοδο η εναγόμενη 3 και να καταθέσει η ίδια η οποία γνώριζε τα γεγονότα της υπόθεσης. Άφησε μάλιστα το ζήτημα ανοιχτό ότι θα μπορούσε να το έκανε αργότερα. Ο λόγος της μη παρουσίας της ίδιας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της ενάγουσας, Η ενάγουσα είχε το δικαίωμα αν επιθυμούσε πριν η πλευρά της Υπεράσπισης κλείσει την υπόθεση της να κλητεύσει για σκοπούς αντεξέτασης την εναγόμενη
  1. Παρέλειψε όμως να το πράξει στη βάση του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9). Όμως, κρίνω ότι ούτως ή άλλως οποιαδήποτε ευρήματα ή συμπεράσματα από την εξ ακοής μαρτυρία της εναγομένης 3 δεν θα πρόσθετε κάτι στην υπόθεση. Η μόνη μαρτυρία που απομένει προς αξιολόγηση είναι αυτή του κ. Κουτσόφτα (ΜΕ1). Υπάρχουν σημεία από τη μαρτυρία του τα οποία ελέγχονται ως ανακριβή και μη συνάδοντα με έγγραφα ή άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Ως τέτοια καταγράφω τα ακόλουθα: (α) Στην παρ. 11 της Δήλωσης του αναφέρει ότι: «Κατά ή περί την 2.12.2003 τα συμβαλλόμενα μέρη καταχώρησαν τη συμφωνία μαζί με σχετική αίτηση στο Δήμο Παραλιμνίου για να τους παραχωρηθεί άδεια οικοδομικών εργασιών στο Μέρος Β του διαχωρισμένου ως ανωτέρω ακινήτου την οποία έλαβαν με αριθμό Άδειας Οικοδομής 192/03..» Τα πιο πάνω όμως όπως ήταν και ο δικογραφημένος ισχυρισμός της ενάγουσας στην παρ. 7 της Έκθεσης Απαιτήσεως της, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα καθώς η αίτηση για άδεια οικοδομής υποβλήθηκε ως αναφέρεται και στο Τεκμ. 6 το οποίο ο ίδιος ο μάρτυρας κατάθεσε στις 21.03.2003 με την αίτηση Β 95/
  2. Ήταν δε η άδεια οικοδομής Αρ. 192/03 η οποία εκδόθηκε στις 2.12.2003 (Τεκμ. 5 και 18). Υπάρχει όμως ακόμα μια σημαντική ανακρίβεια στην ως άνω δήλωση. Αναφέρει ο μάρτυς ότι μαζί με την αίτηση υποβλήθηκε και η Συμφωνία. Αυτό όμως διαψεύστηκε από τον κ. Σάββα (ΜΕ2), τον οποίο ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο και ο οποίος απαρίθμησε τα έγγραφα που είχαν υποβληθεί και αριθμήθηκαν μάλιστα οι σελίδες τους χωρίς σε αυτά να συμπεριλαμβάνεται η Συμφωνία αλλά και κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ 2 κατηγορηματικά ανέφερε ότι δεν είχαν λάβει γνώση της ύπαρξης της Συμφωνίας κατά την εξέταση της άδειας οικοδομής για την οικοδομική ανάπτυξη στο Μέρος Β την οποία αιτήθηκε η ενάγουσα. Την ύπαρξη της την πληροφορήθηκαν μετά που είχε εκδοθεί η άδεια οικοδομής όταν διαμαρτυρήθηκαν σχετικά οι συνιδιοκτήτες του κτήματος - εναγόμενοι. (β) Ισχυρίστηκε στη δήλωση του (παρ. 9) ότι: «Με βάση την εν λόγω συμφωνία μετά από επιλογή των Εναγομένων, οι τελευταίοι θα ελάμβαναν το Μέρος Α και η Ενάγουσα το Μέρος Β.» Παρόμοιος ισχυρισμός προβλήθηκε και στην παρ. 40 και επαναλαμβάνεται και στην παρ. 43 του Εγγράφου Α. Αυτός δικογραφείται και στην Έκθεση Απαιτήσεως στην παρ.
  3. Με δεδομένο ότι αυτό δεν αναγράφεται επί της Συμφωνίας ως γεγονός και εφόσον δεν προσκομίστηκε μαρτυρία προς αντίκρουση αυτού του ισχυρισμού του, αν και του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του, ότι δεν ήταν με τον τρόπο που περιγράφει ο ίδιος που είχε αποφασιστεί ποιο Μέρος θα λάμβανε η κάθε πλευρά και με δεδομένο ότι το ποιο Μέρος αναλόγησε σε κάθε πλευρά δεν αμφισβητείται, ο ισχυρισμός αυτός καθίσταται άνευ ουσιαστικής σημασίας. Παραμένει ως γεγονός ο διαχωρισμός του συνιδιόκτητου κτήματος των σε δύο ίσα από πλευράς έκτασης Μέρη (Μέρος Α και Β). (γ) Αν και πάλι άνευ σημασίας, στην παρ. 13 του Εγγράφου Α αναφέρει: «Κατά ή περί την 19.04.2007 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου Προσωρινός τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου συν ιδιόκτητο στα ονόματα της Ενάγουσας και τους 3 Εναγομένους». Επισημαίνω απλώς ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει αποδειχθεί με την καταχώρηση σχετικού Πιστοποιητικού Εγγραφής και ότι ο μόνος τίτλος που κατατέθηκε ως τεκμήριο είναι το Τεκμ. 2 το οποίο φέρει ημερομηνία εγγραφής την 12.03.
  4. (δ) Στην παρ. 29 του Εγγράφου Α ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν και του υπέβαλαν τη Δήλωση Τεκμ. 9Α και 9 Β όπου δήθεν σε αυτή αναγνώριζαν τις ενέργειες της ενάγουσας. Σημειώνω όμως ότι η δήλωση αυτή από απλή ανάγνωση της καθόλου δεν υποδηλοί όσα ισχυρίστηκε ο μάρτυς και επιπλέον αυτή επρόκειτο για μια Έγγραφη Δήλωση με ημερομηνία 19.07.2011 η οποία δεν υπογράφτηκε από την εναγομένη 3 και η οποία επισκιάστηκε, θα μπορούσα να πω, από την μεταγενέστερη την επίδικη Συμφωνία που έχει ημερομηνία 11.03.2003 η οποία υπογράφτηκε από όλους τους συνιδιοκτήτες συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης
  5. Η όποια δήλωση επομένως αυτού του εγγράφου η οποία προηγήθηκε τόσο της πιο πάνω Συμφωνίας όσο και της έγερσης της αγωγής δεν δεσμεύει καθ' οιονδήποτε τρόπο ούτως ή άλλως την εναγομένη 3 της οποίας η υπογραφή δεν φαίνεται επ' αυτής και δεν τέθηκε μαρτυρία ενώπιον μου αν αυτή έλαβε γνώση αυτής της δήλωσης και του περιεχομένου της. Επί του προκειμένου όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Τσιακλίδη v. Φωτιάδη (πιο πάνω) είναι σχετικά: «Ως προς τα παράπονα του εφεσείοντα περί εσφαλμένης κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τη μαρτυρία του εφεσείοντα και εσφαλμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας περί του ζητήματος εκπλήρωσης ή όχι του όρου 2(δ)(ι) της συμφωνίας, παρατηρούμε ότι η εκπλήρωση ή μη του συγκεκριμένου όρου συναρτάτο άμεσα με την ερμηνεία του το οποίο ως νομικό θέμα αποτελούσε, ως έχει αναφερθεί, έργο του Δικαστηρίου και περιοριζόταν στους όρους της συμφωνίας, μέσα από την οποία αναζητήθηκε η πρόθεση των μερών. Εξάλλου, τα παράπονα του εφεσείοντα συνιστούν αυτοτελή λόγο ή λόγους έφεσης. Επομένως, έπρεπε να είχαν εφεσιβληθεί και στοιχειοθετηθεί από ξεχωριστή αιτιολογία ως απαιτείται από τους περί Εφέσεων Διαδικαστικούς Κανονισμούς και τη νομολογία. Κάτι που ο εφεσείων παρέλειψε να πράξει. Η προβολή των παραπόνων αυτών στα πλαίσια της αιτιολογίας των πρώτων δύο λόγων έφεσης, δεν δικαιολογεί την εξέταση τους (βλ. Ταμείου Προνοίας Πιλότων και Ιπταμένων Μηχανικών των Κυπριακών Αερογραμμών ν Suphire Holdings Public Ltd κ.ά. ECLI:CY:AD:2017:A479, Πολιτική Έφεση Αρ. 280/2012 ημερ. 21.12.2017). Δεν διαλανθάνει της προσοχής μας, βέβαια, η θέση του εφεσείοντα ότι ο εφεσίβλητος προέβη σε παραδοχές, τις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε. Ως τέτοιες ο εφεσείων θεωρεί την αναφορά των δικηγόρων του εφεσίβλητου στην επιστολή τους ημερομηνίας 13.6.2005 προς το δικηγόρο του ότι «.ο όρος 2(δ) έπρεπε να είχε εκπληρωθεί με ενέργειες του πωλητή εντός 24 μηνών από της υπογραφής της συμφωνίας κάτι το οποίο δε έγινε. Μόνο μετά από ενέργειες του πελάτη μας επιτεύχθηκε αυτό 4 χρόνια μετά..», καθώς επίσης τους λόγους που πρόβαλε ο εφεσίβλητος στην ιεραρχική προσφυγή που άσκησε προς ανατροπή της απόφασης της Πολεοδομικής Αρχής να μην εγκρίνει την αίτηση του ημερομηνίας 17.3.2004 για τη χορήγηση πολεοδομικής άδειας για την ανέγερση κατοικίας στο κτήμα λόγω μη διάθεσης ικανοποιητικής προσπέλασης. Σε σχέση ιδιαίτερα με την ιεραρχική προσφυγή (Τεκμήριο 19 πρωτοδίκως) η οποία, σημειώνουμε, απορρίφθηκε από την Πολεοδομική Αρχή, ο εφεσείων επισημαίνει την προβληθείσα σε αυτή θέση του εφεσίβλητου ότι το μονοπάτι ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2.9 της Εντολής 1/94 του Υπουργού Εσωτερικών ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητική προσπέλαση για σκοπούς χορήγησης πολεοδομικής άδειας. Το παράπονο του εφεσείοντα κρίνεται αβάσιμο. Η θέση του περί παραδοχής στην προαναφερθείσα επιστολή των δικηγόρων του εφεσίβλητου, ότι εκπληρώθηκε ο όρος 2(δ) της συμφωνίας, απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Θεώρησε ότι παρόλο που λαμβάνεται υπόψη ως μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας, «δεν μπορεί να αποτελέσει καίριο σημείο για την πορεία της υπόθεσης και ή πλήγμα στην αξιοπιστία του εναγομένου [εφεσίβλητου] εφόσον το Δικαστήριο αποφασίζει στη βάση των δικών του ευρημάτων τα οποία προκύπτουν από το σύνολο της ενώπιον του αποδεκτής .μαρτυρίας». Όσον αφορά την ιεραρχική προσφυγή, που υπέγραψε και υπέβαλε ο τότε δικηγόρος του εφεσίβλητου, το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε τη μαρτυρία του εφεσίβλητου και του αρχιτέκτονα (ΜΥ1), βάσει πληροφοριών που λήφθηκαν «μεταγενέστερα», ότι θα μπορούσε να εκδοθεί πολεοδομική άδεια, υπό κάποιες προϋποθέσεις, τις οποίες ο Μ.Υ.1 απαρίθμησε και παρατίθενται στο Τεκμήριο 19, ακόμη και όταν υπάρχει μονοπάτι με ικανοποιητική προσπέλαση. Οι προϋποθέσεις αυτές, όμως, σύμφωνα με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δεν πληρούνταν «ούτε τότε αλλά ούτε και τώρα». Έπειτα, οι εν λόγω αναφορές του δικηγόρου του εφεσίβλητου, πριν από την έγερση της αγωγής, δεν συνιστούσαν αποδεικτικά στοιχεία που να μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εις βάρος του εφεσίβλητου ούτε δημιούργησαν κώλυμα για τον εφεσίβλητο στην προώθηση της υπόθεσης του. Το ζήτημα τίθεται ως ακολούθως στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 11η έκδοση, παρ. 738: «Statements by solicitors admitting facts in judicial proceedings are admissible. But admissions made by a party's solicitor before litigation has commenced; or during litigation, but in mere conversation; or to a third person and not to the opposite party - are not evidence against their clients». (Βλ. επίσης, Wagstaff v Wilson, 4 B. & Ad. 339). Δεν βρίσκουμε οτιδήποτε στα όσα προώθησε ο εφεσείων που να δικαιολογεί επέμβαση μας προς ανατροπή της κρίσης και των συμπερασμάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου.» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Τα πιο πάνω απαντούν σε πλείστες τόσες αναφορές του μάρτυρος και δεν κρίνω ότι χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση. Ο μάρτυς δεν αρνήθηκε ότι ο ίδιος, ο οποίος μάλιστα ασχολείτο χρόνια με αναπτύξεις γης με τεράστια εμπειρία στον τομέα αυτό, είχε σχετική πληροφόρηση περί προτεινόμενου σχεδιασμού δημόσιου δρόμου στη περιοχή. Παρόμοια και ο αρχιτέκτονας του που ετοίμασε τα σχέδια και τον οποίο αν και επικαλέστηκε επανειλημμένα και παρέπεμψε σε αυτόν δεν τον κάλεσε ως μάρτυρα για να επιβεβαιώσει σχετικές αναφορές του περί δήθεν μη επηρεασμού του επίδικου κτήματος. (ε) Σε συνέχεια των προηγούμενων παρ. (γ) και (δ) σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν για το προτεινόμενο οδικό δίκτυο της περιοχής και όμως ήταν η επιλογή τους να επιλέξουν το Μέρος Α του κτήματος που το επηρέαζε, αυτή η δήλωση δεν αφορά καθόλου την εναγομένη 3 η οποία δεν προσυπέγραψε οποιανδήποτε δήλωση περί αυτού ούτε και δόθηκε μαρτυρία από οποιονδήποτε ότι αυτή πράγματι γνώριζε για το οδικό δίκτυο και ότι θα επηρέαζε το Μέρος Α που "εθελούσια" κατά την παρ. 43 του Εγγράφου Α, παρά ταύτα επέλεξαν οι εναγόμενοι να λάβουν το Μέρος Α. Ο ισχυρισμός του μάρτυρος δεν μπορεί να αντέξει στη λογική, κάποιος δηλαδή να επιλέγει ηθελημένα αντίθετα με τα συμφέροντα του. Τουλάχιστον δεν μπορεί να καταλογίζεται στην εναγομένη 3 αφέλεια να επιλέξει το Μέρος που θα μειονεκτούσε του άλλου όταν η ίδια με άλλο προγενέστερο διάβημα της ήδη από το 2002 είχε υποβάλει ένσταση για επηρεασμό από οδικό δίκτυο άλλου ακινήτου της (Τεκμ.19). Αν η εναγομένη 3 γνώριζε για την παραχώρηση δημόσιου δρόμου σίγουρα θα διερευνούσε το ζήτημα και ασφαλώς θα αναζητούσε νομική συμβουλή και δεν θα αδρανούσε όπως της καταλογίζει ο κ. Κουτσόφτα (ΜΕ1). Η "αδράνεια" δε διασφάλισης των προσωπικών τους συμφερόντων εκ μέρους των εναγομένων, όπως ανέφερε ο ΜΕ1, κρίνω ότι δεν έχει να κάνει τίποτε με τα τυχόν προσωπικά προβλήματα ή διαφορές που είχαν μεταξύ τους οι εναγόμενοι όπως ο μάρτυς εισηγήθηκε. (στ) Το Τεκμ. 19, που είναι μια επιστολή του Δήμου Παραλιμνίου προς την εναγομένη 3 με ημερομηνία 14.01.2004 σε δική της επιστολή - ένσταση με ημερομηνία 3.12.2002, ουδόλως συνδέεται με το επίδικο κτήμα εφόσον αφορά άλλο τεμάχιο με διαφορετικό αριθμό που φαίνεται ότι ανήκει και αυτό στην εναγομένη 3 και για το οποίο είχε προβάλει ένσταση για το οδικό δίκτυο που θα επηρέαζε εκείνο το κτήμα της. Κατά συνέπεια δεν επεδείκνυε αδιαφορία για τις προσωπικές της υποθέσεις. Απλά δεν γνώριζε τι είχε προταθεί για το επίδικο κτήμα της. (ζ) Ο μάρτυς κατάθεσε το Τεκμ. 5 ως την άδεια οικοδομής που έλαβε η ενάγουσα για την οικοδομική ανάπτυξη του Μέρους Β του κτήματος. Δέχομαι, όπως και του υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση του, ότι σκόπιμα δεν κατάθεσε ταυτόχρονα και το Παράρτημα με τους όρους της όπου και είχε τεθεί ως τέτοιος όρος η παραχώρηση δημόσιου δρόμου. Σε κάθε περίπτωση η άδεια αυτή κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα και μόνο και δεν είχαν λάβει γνώση της οι εναγόμενοι, οι οποίοι μάλιστα με σχετικά διαβήματα τους σε μεταγενέστερο χρόνο προσπάθησαν να εξασφαλίσουν σχετική πληροφόρηση από τον Δήμο Παραλιμνίου και όπως τους παραδώσει αντίγραφο της, διαμαρτυρόμενοι ταυτόχρονα για την παραχωρηθείσα άδεια με τον συγκεκριμένο όρο της παραχώρησης από το δικό τους Μέρος του δημόσιου δρόμου (βλ. σχετική αλληλογραφία Τεκμ. 28 - 32 ). (η) Δέχομαι ότι η ενάγουσα όταν πληροφορήθηκε ότι η αίτηση της δεν θα προωθείτο λόγω των διαφόρων παρατηρήσεων που έγιναν κατά την εξέταση της (βλ. Τεκμ. 21), υπέβαλαν τροποποιημένο χωροταξικό σχέδιο (Τεκμ.22), για την υποβολή του οποίου όμως δεν είχαν ενημερώσει τους εναγομένους. Τουλάχιστον ο μάρτυς (ΜΕ1) δεν πρόβαλε έναν τέτοιο ισχυρισμό. Επομένως είναι εύρημα μου ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν λάβει γνώση αρχικά της παρατήρησης της αρμόδιας αρχής η οποία έπρεπε να εκπληρωθεί όπως και έγινε με την υποβολή τροποποιημένου χωροταξικού από την ενάγουσα - αιτήτρια με το οποίο φαινόταν ότι θα παραχωρείτο ο δημόσιος δρόμος για να προωθηθεί η αίτηση της προτείνοντας όπως ο δρόμος κατασκευαστεί επί του Μέρους Α κατά τρόπο που παραβίαζε ρητό όρο της Συμφωνίας τους. Ούτε και έλαβαν αμέσως γνώση του επιβληθέντος όρου έτσι που να είχαν δικαίωμα εμπρόθεσμα να καταχωρήσουν ένσταση αλλά ούτε και η ενάγουσα υπέβαλε τέτοια ένσταση. Από αυτό και μόνο το γεγονός κρίνω ότι η ενάγουσα εξυπηρετώντας τα δικά της συμφέροντα και χωρίς σεβασμό προς αυτά των εναγομένων επιχείρησε να τους ζημιώσει. (θ) Αναφέρθηκε σε ενέργειες των εναγομένων για διαχωρισμό του κτήματος (Τεκμ. 10). Παρέλειψε όμως να αναφέρει ότι την αίτηση την υπέβαλε μόνο ο κ. XXX Μουζουρή και η απάντηση που δόθηκε απευθύνεται στην ενάγουσα στην διεύθυνση της οποίας και στάλθηκε. (ι) Ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι η ανάπτυξη του Μέρους Β έγινε χωρίς επηρεασμό του Μέρους Α των εναγομένων. Μπορεί αυτό να είναι αλήθεια σε σχέση με τον χώρο όπου τοποθέτησε τις διάφορες οικοδομές που αφορούσε η άδεια οικοδομής του. Όμως για την εκπλήρωση του όρου για την παραχώρηση και κατασκευή δημόσιου δρόμου επέλεξε να τοποθετήσει τον δημόσιο δρόμο εντός του Μέρους Α με την ανάλογη μείωση του προς αξιοποίηση εμβαδού του και αυτό εφόσον προέκυψε η ανάγκη για να εξασφαλίσει η ενάγουσα Πιστοποιητικό Εγκρίσεως. Σημειώνεται ότι στο αρχικό χωροταξικό που υποβλήθηκε με την υποβολή της αίτησης δεν προνοείται η παραχώρηση οποιουδήποτε δρόμου. Ήταν μετά κατά την εξέταση της αίτησης που προέκυψε το θέμα και η ενάγουσα αντί να προβεί σε ανάλογες προσαρμογές στα δικά της σχέδια εντός του Μέρους Β επέλεξε να τον τοποθετήσει εντός του Μέρους Α παραβιάζοντας με αυτό τον τρόπο ουσιώδη και ρητό όρο της Συμφωνίας. Δικαίως επομένως οι εναγόμενοι επιμένουν όπως αποζημιωθούν για τη ζημιά που προκαλείται στο δικό τους Μέρος. (ια) Το Τεκμ. 10 διαψεύδει ισχυρισμό του μάρτυρος (ΜΕ1), εφόσον η αίτηση όπως αναφέρεται στην ίδια αυτή επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου που απευθύνεται στην ενάγουσα με ημερομηνία 10.06.2015 αναφέρει ότι η αίτηση είχε υποβληθεί από ένα από τους εναγόμενους συνιδιοκτήτες στις 19.07.2011, πριν δηλαδή την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας και ότι απαιτείτο έγκριση από την αρμόδια αρχή για τον προτεινόμενο διαχωρισμό. Η εναγομένη 3 και πάλι δεν φέρεται ότι γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με την αίτηση αυτή. (ιβ) Ο μάρτυς (ΜΕ1), παραπονείται για τις παραστάσεις και απειλές εκ μέρους των αγοραστών των διαφόρων οικιστικών μονάδων του συγκροτήματος που ανήγειρε η ενάγουσα στο Μέρος Β του κτήματος. Ήδη όμως γνώριζε ότι οι εναγόμενοι αντιδρούσαν στην προτεινόμενη ανάπτυξη η οποία θα επηρέαζε το δικό τους Μέρος (βλ. σχετικά Τεκμ. 28 - 32) και όμως προχώρησε με αυτή και ανήγειρε τις οικοδομές του και στη συνέχεια τις πώλησε μεταξύ των ημερομηνιών 1.03.2004 - 28.07.2007 σύμφωνα με το Τεκμ. 7 όταν ήδη γνώριζε ότι οι εναγόμενοι αντιδρούσαν και διαμαρτύρονταν. Η εναγομένη 1 επομένως δεν μπορεί να αιτιάται άλλους για τη δική του παράλειψη να ενεργήσει σύμφωνε με όρους της Συμφωνίας (Τεκμ. 3) κατά τρόπο που να μην επηρεάζει το Μέρος Α. Επομένως δεν μπορεί να αξιώνει διάταγμα Ειδικής Εκτέλεσης της Συμφωνίας αλλά ούτε και οποιονδήποτε άλλο διάταγμα ή αποζημιώσεις από τους εναγόμενους. (ιγ) Ο ισχυρισμός του μάρτυρος στις μεταξύ των εναγομένων διαφορές ήταν άκαιρη και αχρείαστη. Κρίνω δε ότι αυτός προβλήθηκε με έμφαση για να επιρριφθεί η ευθύνη της διάρρηξης της Συμφωνίας σε αυτούς. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η μαρτυρία του κ. Κουτσόφτα ήταν προσαρμοσμένη και επιλεκτική κατά τρόπο που θα στεκόταν υποβοηθητική στη δική του αντίληψη περί των αμοιβαίων υποχρεώσεων δυνάμει της Συμφωνίας. Ο επιλεκτικός τρόπος που απαντούσε διαφάνηκε και από τα έγγραφα που αυτός κατάθεσε ως τεκμήρια και κυρίως το Τεκμ. 5 και σε σχετική υποβολή ανέφερε συγκεκριμένα: «Δεν είμαι σίγουρος γι' αυτή την λεπτομέρεια αλλά έχω φέρει αυτά που πίστευα.». Κρίνω ότι ήταν σημαντικός ο ισχυρισμός του ότι είχε προσκομίσει την Συμφωνία στον Δήμο κατά την υποβολή της αίτησης για άδεια οικοδομής την οποία υπέβαλε ο ίδιος προσωπικά σημείο για το οποίο έχει διαψευσθεί από τον ίδιο τον μάρτυρα του τον κ. Σάββα (ΜΕ2). Από το γεγονός ότι απέκρυψε από τους εναγόμενους την υποβολή χωροταξικού σχεδίου με το οποίο παραβίαζε όρο της Συμφωνίας τους περί της ανεξάρτητης αξιοποίησης τους χωρίς τον επηρεασμό του άλλου και των δικαιωμάτων των εναγομένων μειώνει την αξιοπιστία του. Αποστέρησε με τον τρόπο που ενήργησε το δικαίωμα των εναγομένων να ενστούν για τον καθορισμό του δημόσιου δρόμου εντός του κτήματος τους. Σε συνδυασμό δε με διάφορες άλλες ανακρίβειες στις οποίες έκανα ήδη αναφορά κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν είναι αξιόπιστη και απορρίπτεται. Είναι σημαντικό να παραθέσω στο σημείο αυτό τους όρους 5 και 8 της Συμφωνίας . «
  6. Οσάκις ένας Συμβαλλόμενος αποφασίσει να χρησιμοποιήσει ή να αξιοποιησει ή να διαθέσει το μέρος που παίρνει με τη συμφωνία αυτή ο άλλος Συμβαλλόμενος θα είναι υπόχρεος αμέσως και πρόθυμα να υπογράφει παν έγγραφο και να προβαίνει σε πάσα πράξη για να εξυπηρετηθεί ο Συμβαλλόμενος αυτός στην κατοχή ή και χρήση ή και αξιοποίηση ή και διάθεση». «
  7. Κάθε Συμβαλλόμενος θα χρησιμοποιεί ή και κατέχει ή και αξιοποιεί το μέρος που παίρνει χωρίς να παραβιάζονται τα δικαιώματα του άλλου Συμβαλλόμενου». Προκύπτει επομένως από το λεκτικό των πιο πάνω όρων ότι κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους υπέχει της υποχρέωσης ή υπόσχεσης να μην παραβιάζει τα δικαιώματα του αντισυμβαλλόμενου όταν θα αξιοποιήσει το μέρος του ακινήτου που έλαβε με την επίδικη συμφωνία και έκαστος αντισυμβαλλόμενος υπέχει αμοιβαίας συμβατικής υποχρέωσης και υπόσχεσης να υπογράφει παν αναγκαίο έγγραφο για τέτοια αξιοποίηση του μέρους του ακινήτου. Σχετικό είναι το άρθρο 54 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
  8. Αν μια από τις αμοιβαίες υποσχέσεις από τις οποίες συνίσταται η σύμβαση, δεν δύναται να εκπληρωθεί ή η εκπλήρωση της δεν δύναται να αξιωθεί πριν από την εκπλήρωση της άλλης, το πρόσωπο που βαρύνεται με την άλλη αυτή υπόσχεση, αν παραλείψει να την εκπληρώσει, δεν δύναται να αξιώσει εκπλήρωση της υπόσχεσης με την οποία βαρύνεται ο άλλος από τους συμβαλλόμενους, υποχρεούται όμως να τον αποζημιώσει για κάθε ζημιά, την οποία ήθελε υποστεί, λόγω της μη εκπλήρωσης της σύμβασης.» Απλουστεύοντας την επίδικη διαφορά θα έλεγα ότι η απόφαση μου θα εξαρτηθεί από την απάντηση που θα δοθεί στο ερώτημα αν ήταν η ενάγουσα που με τις ενέργειες της στην προσπάθεια της να εξασφαλίσει άδεια οικοδομής για την οικοδομική ανάπτυξη του Μέρους Β που της αναλόγησε με τη Συμφωνία, παραβίασε ταυτόχρονα και ουσιώδη όρο της. Αν η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι θετική τότε εύλογα κρίνεται ότι έδωσε έρεισμα στους εναγόμενους να αρνούνται να συγκατατεθούν και υπογράψουν οποιαδήποτε έγγραφα - αιτήσεις προς υλοποίηση του συγκεκριμένου όρου της άδειας οικοδομής της ενάγουσας. Η παροχή μιας τέτοιας συγκατάθεσης θα συνεπάγεται την παραχώρηση και κατασκευή δημόσιου δρόμου εντός του Μέρους του κτήματος που τους αναλόγησε κάτι που μειώνει την αξία του σύμφωνα και με τη μαρτυρία τόσο του κ. Σάββα (ΜΕ 2) όσο και του κ. Ιωάννου (ΜΥ1). Επί του πρωταρχικού ερωτήματος αν ήταν η ενάγουσα που παραβίασε πρώτη τους όρους της Συμφωνίας ήδη υπάρχει επαρκής και αξιόπιστη μαρτυρία (προφορική και έγγραφη) την οποία αποδέχτηκα και η οποία απαντά καταφατικά στο ερώτημα και καθίσταται ταυτόχρονα και εύρημα μου. Με την αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει μεταξύ άλλων από τους εναγόμενους να υπογράψουν κάθε αναγκαίο έγγραφο για να διαχωριστεί το επίδικο ακίνητο ούτως ώστε η ενάγουσα να μπορέσει να εξασφαλίσει πιστοποιητικό έγκρισης και εκδώσει ξεχωριστούς τίτλους ιδιοκτησίας για τις οικιστικές μονάδες του μέρους του ακινήτου που ήδη ανέπτυξαν. Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και εφαρμόζοντας τα στην ανωτέρω νομοθετική πρόνοια και νομολογία προκύπτει ότι για να υποχρεούνται οι εναγόμενοι να υπογράψουν κάθε αναγκαίο έγγραφο προς όφελος της ενάγουσας για σκοπούς αξιοποίησης του μέρους του ακινήτου που της αναλογεί, θα έπρεπε η ενάγουσα να το είχε αξιοποιήσει κατά τρόπο που να μην επηρέαζε τα δικαιώματα των εναγομένων. Πρόκειται πλέον για μια πραγματική κατάσταση που έχει δημιουργηθεί η οποία οδηγεί από την μια σε αδυναμία εξασφάλισης Πιστοποιητικού Εγκρίσεως από την ενάγουσα για την ανάπτυξη στην οποία προέβη στο κτήμα της αν δεν συγκατατεθούν οι εναγόμενοι και από την άλλη σε δυσμενή θέση αυτούς των οποίων η αξία του κτήματος τους έχει μειωθεί στο ύψος που έχει εκτιμήσει ο ΜΥ1 και στην ανάγκη να κατασκευαστεί και ο δρόμος σύμφωνα με τον όρο που επεβλήθη για να εκδοθεί η άδεια οικοδομής της εναγομένης. Σε αυτό το πρόβλημα κρίνω ότι το Δικαστήριο με την απόφαση του να δώσει μια διέξοδο. Σύμφωνα με αναμφισβήτητη μαρτυρία της παρούσας υπόθεσης για να νομιμοποιήσει η ενάγουσα τις οικοδομές που ανήγειρε στο κτήμα της προϋποθέτει την παραχώρηση και κατασκευή δημόσιου δρόμου κατά μήκος και στη μέση του ακινήτου των εναγομένων σύμφωνα με (Τεκμ. 22). Αποτέλεσμα είναι να μειωθεί το εμβαδόν του Μέρους Α υπό διαχωρισμό κτήματος με ανάλογη μείωση της αξίας του. Κατά συνέπεια με αυτό ως δεδομένο βρίσκω ότι η αξιοποίηση που επιθυμεί η ενάγουσα επηρεάζει και μάλιστα σοβαρά και ουσιαστικά το Μέρος Α του κτήματος το οποίο υπόκειται σε ζημιά όπως κατέδειξε η μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΥ
  9. Η αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας κρίνω ότι την εμποδίζει να αξιώνει ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας. Η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης και των λοιπών διαταγμάτων που αιτείται η ενάγουσα βασίζεται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Αυτό σημαίνει ότι οι ενάγοντες όφειλαν να έρθουν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια». Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (Vol. 14), σελ. 530 (Παράρτημα Β) αναφέρονται τα εξής: «
  10. He who comes into equity must come with clean hands. A court of equity refuses relief to a plaintiff whose conduct in regard to the subject matter of the litigation has been improper. This was formerly expressed by the maxim "He who has committed iniquity shall not have equity".. Later it was said that the plaintiff in equity must come with perfect propriety of conduct or with clean hands.» Ειδικότερα δε σε σχέση με την θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης, στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (Vol.36), σελ.314 αναφέρονται τα εξής: «
  11. Effect of non-performance of terms of contract. In addition to conditions, the plaintiff must also show performance by him of all terms of the contract which he has undertaken to perform, whether expressly or by implication, and which he ought to have performed at the date of the writ in the action. This rule, however, only applies to terms which are essential and considerable. The court does not bar a claim on the ground that the plaintiff has failed in literal performance, or is in default in some non-essential or unimportant term, though in such cases it may grant compensation. Where a condition or essential term ought to have been performed by the plaintiff at the date of the writ, the court does not accept his undertaking to perform in lieu of performance, but dismisses the claim » Παρόμοια λέχθηκαν και στην απόφαση Hadji Yiannis ν. Attorney-General of the Republic
(1970)1 CLR 32, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης έλκει την προέλευση της από τις Αρχές της Επιείκειας, η επιβολή της δε εξαρτάται από τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Το γεγονός, μεταξύ άλλων, ότι εκείνος που ζητούσε ειδική εκτέλεση είχε ο ίδιος παραβεί ορισμένους όρους της σύμβασης οδήγησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση να μην εγκρίνει ειδική εκτέλεση γιατί αυτό θα ήταν παράλογο και ανεπιεικές. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα : «It will thus be seen that the conduct of the plaintiff, such as delay, breach on his part, or some other circumstance outside the contract, may render it inequitable to enforce it. Considering the conduct of the plaintiff in this case, the delay in beginning to set up the farm unit which he started seriously some four years after the commencement of the tenancy and that shortly before the expiry of the agreement he completed all the buildings and had a comparatively small stock of chicken, and considering also the other breaches on his part, we are of the view that it would be both unreasonable and inequitable to decree specific performance of the contract in the present case. Consequently, the next question which we have to determine is the amount of damages to which the plaintiff is entitled». Στην παρούσα υπόθεση, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, η ενάγουσα παραβίασε την Συμφωνία αφού ανέπτυξε οικιστικά το μέρος του ακινήτου που της αναλογούσε επηρεάζοντας δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγομένων, αφού υπέβαλε τροποποιητικά σχέδια στον Δήμο Παραλιμνίου που προνοούσαν για κατασκευή δημόσιου δρόμου που θα περνούσε από το μέσο του μέρους του ακινήτου που αναλογούσε στους εναγομένους. Η ενάγουσα βρίσκεται ακόμα σε παράβαση της Συμφωνίας και δεν έχει πράξει οτιδήποτε μέχρι σήμερα για να συμμορφωθεί. Καταλήγω ότι η ανωτέρω επιδειχθείσα αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας την εμποδίζει να επικαλείται το Δίκαιο της Επιείκειας και να αξιώνει ειδική εκτέλεση μιας σύμβασης, την οποία η ίδια πρώτη παραβίασε και παραβιάζει μέχρι και σήμερα έτσι δεν μπορεί να επιζητεί αυτή τη θεραπεία η οποία και απορρίπτεται. Ενώ η ενάγουσα με ρητή παραδοχή του κ. Κουτσόφτα (ΜΕ1) γνώριζε το ενδεχόμενο επηρεασμού του κτήματος όταν αυτό αναπτυσσόταν οικιστικά ή άλλως πως και επιβολής όρου για παραχώρηση δημόσιου δρόμου, εντούτοις δεν φρόντισε να προβεί σε οποιανδήποτε ρητή αναφορά στο ενδεχόμενο αυτό στη Συμφωνία. Επομένως το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα επιδίκασης αποζημιώσεων υπέρ των εναγομένων για παράβαση της Συμφωνίας (βλ. Walton Harvey Ltd v. Walker & Homfrays Ltd [1931]1 Ch.274). Εδώ επομένως η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να προβάλει ως υπεράσπιση της στην Ανταπαίτηση των εναγομένων τη ματαίωση της Συμφωνίας καθώς ήταν η ίδια με τις ενέργειες της που προκάλεσε το γεγονός και τη διάρρηξη της Συμφωνίας προτείνοντας τη τοποθέτηση δημόσιου δρόμου κατά παράβαση ρητού όρου της Συμφωνίας στο Μέρος Α του κτήματος ζημιώνοντας ανάλογα τους ιδιοκτήτες του (βλ. Bank Line Ltd v. Arthur Capel & Co. [1919] A.C. 435, Joseph Constantine Steamship Line Ltd v. Imperial Smelting Corporation Ltd [1942] A.C. 154). Επαναλαμβάνω ότι για την ενάγουσα που γνώριζε τα περί προτεινόμενου οδικού δικτύου στην περιοχή δεν συνιστούσε αναπάντεχο γεγονός ή επιβολή σχετικού όρου στην άδεια οικοδομής της και αυτή ήταν που πρότεινε την εκπλήρωση του επιβαρύνοντας το Μέρος Α του κτήματος, το οποίο με τη Συμφωνία είχε αναλογίσει στους εναγομένους. Προκύπτει από τη μαρτυρία ότι καμιά πλευρά δεν επεδίωξε τον τερματισμό της Συμφωνίας. Οι επιλογές τους εν προκειμένω λόγω της σχέσης τους ως συνιδιοκτητών του ακινήτου είναι πολύ περιορισμένες θα έλεγα μονόδρομος. Η κάθε πλευρά οφείλει να εκπληρώσει τις δικές της υποχρεώσεις και αυτό που διέρρηξε τη Συμφωνία και για τούτο τόσα χρόνια δεν εκπληρώθηκε ο σκοπός της να καταβάλει αποζημιώσεις. Το αθώο μέρος αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης για τη ζημιά που προέκυψε σαν αποτέλεσμα της συμβατικής παράβασης, έστω και αν αποφασίσει να συνεχίσει με τη σύμβαση (βλ. «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» του Π.Γ. Πολυβίου Τόμος Β σελ. 656). Η μαρτυρία του κ. Ιωάννου (ΜΥ1), παρέμεινε αναντίλεκτη. H εκτίμηση όπως αναφέρει στην αρχή της υπό τον τίτλο ¨Σκοπός της Έκθεσης Εκτίμησης είναι: «η εξακρίβωση της κατά μέτρο αξίας της γης και κατ' επέκταση της ζημιάς που υπόκειται το ½ μερίδιο γης λόγω όρου της άδειας κατά την περίοδο 12/2003 και 02/2013.» Επομένως τα ποσά στα οποία έκανε αναφορά ως ζημιά την οποία υπέστη το κτήμα καλύπτει ολόκληρο το Μέρος Α αυτού. Σύμφωνα δε με αυτή καθορίστηκε η ζημιά που προκαλείται στο ποσό των €74.000,00 κατά τον χρόνο έκδοσης της επίδικης άδειας οικοδομής και επιβολή του σχετικού όρου για τον δρόμο (ήτοι το 2003) και στο ποσό των €110.000 κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής (και ανταπαίτησης), ήτοι το
  1. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον Μ.Υ.1, το κόστος ανέγερσης του προτεινόμενου δημόσιου δρόμου που επιβλήθηκε με την επίδικη άδεια οικοδομής ανέρχεται στο ποσό των €40.000,
  2. Κατά συνέπεια ο υπολογισμός της ζημιάς ενός εκάστου των συνιδιοκτητών του Μέρους Α ανέρχεται στο 1/3 των ως άνω ποσών. Επομένως η εισήγηση της κας Χ" Κωνσταντή ότι η ζημιά της εναγόμενης 3 ανέρχεται στο ποσό των €74.000 πλέον νόμιμο τόκο από τις 02/12/2003 (ήτοι ημερομηνία παραβίασης της Συμφωνίας με την έκδοση της επίδικης άδειας οικοδομής) ή €110.000 πλέον νόμιμο τόκο από την έγερση της ανταπαίτησης δεν είναι ακριβής εφόσον τα πιο πάνω ποσά αφορούν και τα 3/6 του κτήματος. Στο Σύγγραμμα Cheshire and Fifoot, Law of Contract (5th edn), σελ. 516) αναφέρονται τα κατωτέρω σχετικά: «The Court will not enforce the obligation of the defendant by a decree of specific performance unless it can also enforce the obligation of the plaintiff. It must be possible to give full relief to both parties or, as Lord Lyndhurst put it: "The Court will not decree an greement to be specifically performed unless It can execute the whole of the agreement». ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Σύμφωνα με τα ως άνω οι εναγόμενοι δικαιούνται αποζημιώσεις σύμφωνα με την εκτίμηση που προέβη ο κ. Ιωάννου (ΜΥ1). Κρίνω ότι δικαιούνται αποζημίωσης για το ποσό των €74.000,00 με νόμιμο τόκο από την 2.12.2003 μέχρι εξοφλήσεως για τη ζημιά την οποία υπέστη το ακίνητο και επί πλέον €40.000,00 τα έξοδα κατασκευής του δρόμου με νόμιμο τόκο από σήμερα. Επομένως η Ανταπαίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση για τα ως άνω ποσά. Με την καταβολή τους και την εκτέλεση των αναγκαίων έργων οι διάδικοι θα είναι υπόχρεοι όπως υπογράψουν οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο με σκοπό να προωθηθεί η διαδικασία διαχωρισμού του κτήματος και της συμμόρφωσης της ενάγουσας με τον όρο παραχώρησης και κατασκευής δημόσιου δρόμου και της έκδοσης ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας. Με αυτόν τον τρόπο ο κάθε δικαιούχος θα μπορέσει να πάρει το μερίδιο που του αναλογεί με ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας ή αν είναι τρίτος την οικοδομή που αγόρασε για τα υπό διαχωρισμό τεμάχια ή οικοδομές. Με αυτό τον τρόπο όπως αντιλαμβάνομαι θα λήξει και η μακροχρόνια αντιδικία μεταξύ των διαδίκων. Στη βάση όλων των πιο πάνω τα οποία προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει τις αξιώσεις της εναντίον των εναγομένων ούτε και ότι δικαιούται οποιοδήποτε διάταγμα και ειδικότερα διάταγμα ειδικής εκτέλεσης εφόσον όπως έχω αποδεχθεί πιο πάνω ήταν αυτή που με τις ενέργειες της παραβίασε όρο της Συμφωνίας κατά τρόπο που δεν άφηνε περιθώριο στους εναγομένους παρά να αρνηθούν υπογράψουν οποιοδήποτε έγγραφο με σκοπό να εξασφαλίσει η ενάγουσα το Πιστοποιητικό Έγκρισης και ακολούθως τίτλους ιδιοκτησίας των οικοδομών της κάτι που θα απόβαινε σε βάρος των συμφερόντων τους όπως διαφάνηκε με όσα ανέφερα πιο πάνω. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν και ως εκ τούτου δεν θα εκδοθεί χωριστή διαταγή για τα έξοδα της Ανταπαίτησης, θα είναι για ένα σετ εξόδων. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αξίωση αποζημιώσεων και διατάγματος ειδικής εκτέλεσης συμφωνίας λόγω αθέτησης συμφωνίας και ανταξίωσης αποζημιώσεων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.