← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΝΙΚΟΛΑ ΚΑΛΛΕΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 735/2015, 31/7/2019

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΝΙΚΟΛΑ ΚΑΛΛΕΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 735/2015, 31/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 735/2015 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Ενάγοντων -και-

  1. XXXXX ΝΙΚΟΛΑ ΚΑΛΛΕΝΟΥ Α.Δ.Τ.XXXX7959, οδός XXXXX 69, XXXXX Αγία Νάπα
  2. XXXXX ΚΑΑΛΕΝΟΥ Α.Δ.Τ.XXXX6747, οδός XXXXX 69, XXXXX Αγία Νάπα
  3. XXXXX ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΚΑΛΛΕΝΟΥ Α.Δ.Τ.XXXXX6425, οδός XXXXX 69, XXXXX Αγία Νάπα
  4. XXXXX ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΚΑΛΛΕΝΟΥ Α.Δ.Τ.XXXX6417, οδός XXXXX 69, XXXXX Αγία Νάπα
  5. XXXXX ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΚΑΛΛΕΝΟΥ Α.Δ.Τ.XXXX6421, οδός XXXXX 69, XXXXX Αγία Νάπα Εναγόμενων ___________________________________________________________________________________________ Αίτηση ημερ. 2/4/2019 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Αιτητές: Η. Κυριακίδης για Νικολέττα Ν. Θεοδώρου. Για Ενάγουσα/Καθ΄ης η Αίτηση: Μ. Λουκά για Χριστάκης Λουκά & Σια ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Επιζητούμενες θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση η οποία κατεχωρήθη μονομερώς οι Αιτητές/Εναγόμενοι επεδίωξαν η έκδοση των ακόλουθων Προσωρινών Διαταγμάτων: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να απαγορεύεται στην Ενάγουσα μέσω των υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή εκπροσώπου και/ή αντιπροσώπων της και/ή μέσω οποιουδήποτε νομικού και/ή φυσικού προσώπου, ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της, να προχωρήσει σε εκποίηση της υπ' αριθμό Υ1079/2012 υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου και/ή εκποίηση δια πλειστηριασμού και/ή άλλως πως, των κάτωθι περιγραφομένων ακινήτων, που βαρύνονται με την υποθήκη υπ' αριθμό Υ1079/2012 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής.
  6. Φρέναρος 0/8X8 2-XXX- 381 9 9 9 9 3X4 Χωράφι 1/1
  7. Αγίας Νάπας 0/6XX9 2-XXX-374 7 7 7X8 Χωράφι 237/4896
  8. Αγίας Νάπας 0/6XX0 2-XXX-375 7 7 7X9 Χωράφι 237/4896
  9. Αγίας Νάπας 0/6XX1 2-XXX- 374 7 7 7X0 Χωράφι 237/4896
  10. Φρέναρος 0/830 2-XXX-381 9 9 3X5 Χωράφι 1/1
  11. Αγίας Νάπας 0/6XX6 2-XXX-373 8 8 5X7 Χωράφι 292/909 1-XXXX-
  12. Φρέναρος 0/2XX5 3790 9 3X1 Χωράφι 3/6
  13. Αγίας Νάπας 0/3XX2 2-XXX-372 9 9 1X6 Χωράφι 1/1
  14. Αγίας Νάπας 0/4XX3 2-XXX-373 10 10 2X0 Χωράφι 3/12 Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να απαγορεύεται στην Ενάγουσα μέσω των υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή εκπροσώπων και/ή αντιπροσώπων της και/ή μέσω οποιουδήποτε νομικού και/ή φυσικού προσώπου, ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της, να συνεχίσει και/ή προωθήσει την διαδικασία εκποίησης της υπ' αριθμό Υ1079/2012 υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου και/ή των άνωθεν περιγραφομένων ενυπόθηκων ακινήτων, δια πλειστηριασμού και/ή άλλως πως, και/ή της εκποίησης τους σύμφωνα με το Μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 ως τροποποιήθηκε. Γ. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία εκποίησης της υποθήκης υπ' αριθμό Υ1079/2012 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου δια πλειστηριασμού και/ή άλλως πως, και/ή της εκποίησης των άνωθεν περιγραφομένων ενυπόθηκων ακινήτων, μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή της προωθηθείσας στα πλαίσια αυτής Ανταπαίτησης και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δικαιολογείτο η έκδοση του Διατάγματος ως η παράγραφος Α αυτής στην απουσία της άλλης πλευράς και ενέκρινε μερικώς την Αίτηση. Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Αιτητών/Εναγομένων η οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος, ενώ από πλευράς Καθ΄ης η Αίτηση/Ενάγουσας η ακύρωση του. Νομική βάση Αίτησης Η Αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 32 του Ν. 14/60, στα Άρθρα 2, 4, 5 και 9 του Κεφ. 6, στα Άρθρα 23, 26 και 30 του Συντάγματος, στη Δ.48 Θ.Θ. 1-4,7,8,9, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 ως αυτός τροποποιήθηκε, στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, στον Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο του 2015, στον Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο (66(Ι)/1997), στο Κοινοδίκαιο, τη νομολογία, τις αρχές της Επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Εναγόμενου 1 Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 1 στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Η Ενάγουσα στις 7/3/2019 επέδωσε στον ομνύοντα προσωπικά, μέσω ιδιώτη επιδότη, δέσμη επιστολών υπό τον τίτλο Τύπος «ΙΑ» και Τύπος «ΙΒ» δυνάμει του Νόμου οι οποίες απευθύνονται τόσο στον ομνύοντα προσωπικά όσο και προς τους υπόλοιπους Εναγόμενους 2-
  15. Με τις εν λόγω επιστολές γνωστοποιήθηκε ότι η Ενάγουσα όρισε, με βάση το Μέρος VIA του Νόμου, την 7/8/2019 ως ημερομηνία πώλησης με την διαδικασία πλειστηριασμού των περιγραφόμενων ακινήτων σύμφωνα με την υποθήκη υπ' αρ. Υ1079/2012 του Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου · Κατά τις 6/8/2012, υπεγράφη η επίδικη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή Συμφωνία Δανείου μεταξύ της ΣΠΕ Αγίας Νάπας (ως ήταν τότε) από το ένα μέρος και του ομνύοντα και των λοιπών Εναγομένων (συζύγου και τέκνων του) από το άλλο, στο πλαίσιο της οποίας ανοίχθηκε ο επίδικος λογαριασμός υπ' αριθμό
  16. Ως εξασφάλιση του επίδικου δανείου, ενεγράφη επί της ως άνω περιγραφόμενης ακίνητης περιουσίας τους, η Υποθήκη αριθμό Υ1079/12 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου. · Προς διευθέτηση και εξόφληση υποχρεώσεων τους προς την ΣΠΕ Αγίας Νάπας (ως ήταν τότε), συμπεριλαμβανομένης της επίδικης στο πλαίσιο της ως άνω Αγωγής, έγινε πρόταση, μεταξύ άλλων, παραχώρησης σ' αυτήν, συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων, η οποία αφορούσε μέρος της υποθηκευμένης, η αξία της οποίας κάλυπτε, μεταξύ άλλων, την επίδικη με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή υποχρέωσή τους σ' αυτήν κατά τον ουσιώδη χρόνο. · Η πρόταση αυτή έγινε αποδεχτή από την ΣΠΕ Αγίας Νάπας (ως ήταν τότε) και κατά την 6/6/2013 ενεκρίθη από την Επιτροπεία της. · Ενώ αναμένετο η υλοποίηση και εκτέλεση των όσων είχαν συμφωνηθεί, ακολούθησε περί τις αρχές του έτους 2014 η αλλαγή του νομοθετικού εποπτικού πλαισίου αναφορικά με τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα και η αλλαγή του ρόλου του Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών και η συγχώνευση της ΣΠΕ Αγίας Νάπας (ως ήταν τότε) με άλλα τοπικά Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα. Περαιτέρω, περί τις αρχές του έτους 2014, η Ενάγουσα παράνομα, κακόπιστα, αντισυμβατικά και αδικαιολόγητα προχώρησε σε παράνομο και αντισυμβατικό τερματισμό των μεταξύ των μερών συμφωνιών, τόσο των εδώ επιδίκων που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό υπ' αριθμό 7212917, όσο και του συνόλου αυτών. · Ακολούθως δε η Ενάγουσα καταχώρησε στις 8/10/2015 στο Ε.Δ. Αμμοχώστου την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή υπ' αριθμό 735/2015 εναντίον του ομνύοντα και των λοιπών Εναγομένων, καθώς, επίσης, και τις Αγωγές υπ' αριθμό 736/2015, 737/2015 και 738/2015, η εκδίκαση των οποίων εκκρεμεί μέχρι και σήμερα στο Ε. Δ. Αμμοχώστου. · Στο πλαίσιο των Αγωγών 737/2015 και 738/2015, όπως και στο πλαίσιο της παρούσας, πέραν της Υπεράσπισης τους στις απαιτήσεις της Ενάγουσας, η οποία Υπεράσπιση εγείρεται και για σκοπούς Ανταπαίτησης και αφορά, μεταξύ άλλων, σειρά προδικαστικών ενστάσεων αναφορικά με την μη ύπαρξη από μέρους της Ενάγουσας αγώγιμου δικαιώματος και/ή κωλύματος στην προώθηση εκάστης Αγωγής εναντίον των Εναγομένων, ισχυρισμούς αναφορικά με τον από μέρους της Ενάγουσας παράνομο και αντισυμβατικό τερματισμό των επίδικων στα πλαίσια εκάστης Αγωγής συμφωνιών, ισχυρισμούς για παράνομες και/ή αντισυμβατικές και/ή καταχρηστικές ρήτρες επί των επίδικων συμφωνιών καθώς επίσης και ισχυρισμούς για παράνομες και/ή αδικαιολόγητες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις, αιτούνται, επίσης, στο πλαίσιο της Ανταπαίτησης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή όπως εκδοθεί Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να αναγνωρίζεται ότι η επίδικη Υποθήκη «υπ' αριθμό 1079/2012 είναι εξ' υπαρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη παράγουσα οιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα» καθώς και Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την «ακύρωση της Υποθήκης υπ' αριθμό 1079/2012». Αιτούνται δε επιπλέον από το Δικαστήριο, όπως διαζευκτικά διατάξει την Ενάγουσα να εκτελέσει και/ή εφαρμόσει και/ή υιοθετήσει με αναδρομική ισχύ την απόφαση της Επιτροπείας της ΣΠΕ Αγίας Νάπας Λτδ (όπως ήταν τότε) ημερομηνίας 6/6/2013 (Τεκμήριο 2) για σκοπούς αναδιάρθρωσης και/ή εξόφλησης, μεταξύ άλλων, του επίδικου δανείου. · Τόσο οι πιο πάνω Αγωγές όσο και οι Ανταγωγές βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο. · Παρά την εκκρεμότητα των πιο πάνω Αγωγών συνεχίστηκαν οι διαπραγματεύσεις με την Ενάγουσα προκειμένου να διευθετηθούν οι μεταξύ τους διαφορές άνευ βλάβης των όσων προβάλλονται στις Υπερασπίσεις και Ανταπαιτήσεις των Εναγομένων στο πλαίσιο της παρούσας Αγωγής αλλά και των άλλων που αναφέρθηκαν. Στο πλαίσιο αυτό εστάλη αριθμός επιστολών από τους Εναγόμενους προς την Ενάγουσα και στις 2/11/2018 έλαβε χώρα και συνάντηση στα γραφεία της Ενάγουσας όπου η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίασε ως δεδομένη την αποδοχή σχετικής πρότασης των Εναγομένων ημερ. 17/7/2018 νοουμένου ότι αυτή θα διαφοροποιείτο ως προς το χρόνο αποπληρωμής. Κατόπιν διαφόρων επαφών και συζητήσεων η πλευρά των Εναγομένων απέστειλε άνευ βλάβης στην Ενάγουσα επιστολή των δικηγόρων της ημερ.21/11/18 το περιεχόμενο της οποίας αντικατόπτριζε τα όσα είχαν συμφωνηθεί. · Αντί απάντησης στην εν λόγω επιστολή η Ενάγουσα επέδωσε στις 21/12/18 στον ομνύοντα δέσμη επιστολών ημερ. 3/12/18 μαζί με Ειδοποιήσεις τύπου Θ και τύπου Ι απευθυνόμενες τόσο στον ομνύοντα όσο και στους υπόλοιπους Εναγόμενους 2 - 5 οι οποίες απαντήθηκαν με επιστολή των δικηγόρων των Εναγομένων ημερ. 21/1/
  17. · Στις 7/3/19 παραδόθηκε στους δικηγόρους των Εναγομένων επιστολή/πρόταση με περιθώριο αποδοχής ή απόρριψης την περίοδο των 10 ημερών η οποία διαφοροποιούσε τις θέσεις της Ενάγουσας προς συμβιβασμό των μεταξύ τους διαφορών. · Ταυτόχρονα με την παράδοση της εν λόγω επιστολής η Ενάγουσα επέδωσε στον ομνύοντα μια δέσμη Ειδοποιήσεων τύπου ΙΑ και τύπου ΙΒ · Η πιο πάνω συμπεριφορά της Ενάγουσας είναι τουλάχιστον εκβιαστική. Ενδεικτικό τούτου, είναι το γεγονός ότι, ενώ με την επιστολή ημερομηνίας 07/03/2019, προτείνεται μια περίοδος 6 + 2 μηνών, για σκοπούς υλοποίησης των όσων διαλαμβάνονται σε αυτήν, υπό την αίρεση, βεβαίως, αποδοχής της εκείθεν πρότασης από τους Εναγόμενους, παράλληλα, κίνησε διαδικασίες στη βάση των προαναφερόμενων τύπων, για την διεξαγωγή πλειστηριασμού προς πώληση των ακινήτων των Εναγομένων την 7/8/2019, ήτοι 5 μήνες από την παραλαβή της εν λόγω επιστολής και 3 μήνες πριν από τον καθορισθέντα χρόνο τυχόν υλοποίησης της πρότασης, σε περίπτωση αποδοχής της. · Εις απάντηση της επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 7/3/2019, απεστάλη δια μέσου των δικηγόρων των Εναγομένων η ηλεκτρονική αλληλογραφία ημερομηνίας 16/3/2019, δια της οποίας πέραν του σχολιασμού της ως άνω άστοχης και εκβιαστικής συμπεριφοράς της Ενάγουσας, παραθέτουν, με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους, ορισμένες διευκρινιστικές ερωτήσεις επί της πρότασής τους. Σε αυτή λήφθηκε απάντηση από τους δικηγόρους της Ενάγουσας μόλις στις 29/3/
  18. Στη συνέχεια ο ομνύοντας κατόπιν νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει επικαλείται την συνδρομή στην παρούσα υπόθεση των προϋποθέσεων για έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την προυπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και της πιθανότητας επιτυχίας προβάλλει ότι, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα που έχουν προωθηθεί στο πλαίσιο της Αγωγής αυτής, εγείρουν συγκεκριμένη και ξεκάθαρη ανταπαίτηση η οποία στρέφεται κατά της ρίζας της αξίωσής της Ενάγουσας, ενώ προσβάλλουν και την ίδια την νομιμότητα της υποθήκης την εκποίηση της οποίας προωθεί η Ενάγουσα, επιδιώκοντας παράλληλα και την αναγνώριση της, μεταξύ άλλων, ως άκυρης. Σε ό,τι αφορά τον κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς ισχυρίζεται ότι η μη έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, θα καταστήσει αδύνατη την απονομή της δικαιοσύνης σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο καθότι υφίσταται κίνδυνος παραβίασης συνταγματικών τους δικαιωμάτων και συγκεκριμένα, το δικαίωμα τους βάσει του Άρθρου 30 του Συντάγματος για δίκαιη και αποτελεσματική ακρόαση προς διάγνωση των αστικών και/ή συμβατικών τους δικαιωμάτων με βάση την ξεκάθαρη και αποκρυσταλλωμένη από το 2016, τουλάχιστον, Ανταπαίτησή τους, που εκκρεμεί στα πλαίσιο της παρούσας Αγωγής. Με την πώληση των περιγραφόμενων ανωτέρω ακινήτων, ισχυρίζεται ότι θα καταστεί η Ανταπαίτηση τους άνευ αντικειμένου παραβιάζοντας το συνταγματικό τους δικαίωμα να αποταθούν στην δικαιοσύνη να ακουστούν και να διαφυλάξουν τα συμφέροντα τους, ενώ ταυτόχρονα τους αποστερεί το συνταγματικό δικαίωμα στην ιδιοκτησία, βάσει του Άρθρου 23 του Συντάγματος να εκμεταλλευτούν την περιουσία μας όπως οι ίδιοι επιθυμούν. Επιπλέον αμφισβητείται η φερεγγυότητα της Ενάγουσας. Ένσταση Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση με την ίδια περίπου νομική βάση ως και η Αίτηση. Ως συγκεκριμένοι λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι: § Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού Διατάγματος. § Οι Εναγόμενοι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή έχουν αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα. § Η διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων προωθείται από τους ενάγοντες νομότυπα και δικαιωματικά και σε καμία περίπτωση δεν είναι καταχρηστική ή εκβιαστική για τους Εναγόμενους/Αιτητές § Η διαδικασία και/ή συζητήσεις και/ή προτάσεις και/ή προσφορές αναδιάρθρωσης και/ή εξόφλησης του συνόλου των οφειλών των Εναγομένων, συμπεριλαμβανομένης και της παρούσας δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο το δικαίωμα των Εναγόντων να προχωρήσουν παράλληλα με την διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. § Η ύπαρξη συζητήσεων και/ή προσφοράς των Εναγόντων για διευθέτηση των οφειλών των Εναγομένων δεν αποτελεί λόγο έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων και ούτε οι Εναγόμενοι νομιμοποιούνται να τις αποκαλύπτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και να τις επικαλούνται για σκοπούς έκδοσης διατάγματος, καθώς πρόκειται για συζητήσεις και/ή αλληλογραφία και/ή προτάσεις που γίνονταν και/ή υποβάλλονταν άνευ βλάβης και, επομένως, δεν δύναται να επηρεάσουν την παρούσα Αγωγή ή οποιαδήποτε αλλά παράλληλα δικαιώματα έχουν οι Ενάγοντες δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου. § Οι ισχυρισμοί των Εναγόμενων περί ύπαρξης παράνομων χρεώσεων προβάλλονται με τρόπο εντελώς γενικό και αόριστο και χωρίς καμία εξειδίκευση ή προσδιορισμό. Όλες οι χρεώσεις στο λογαριασμό δανείου των Εναγομένων είναι νόμιμες και σύμφωνες με τους όρους των συμβάσεων που υπογράφηκαν μεταξύ των μερών αλλά και τις εκάστοτε εν ισχύ Νομοθεσίες και εν πάση περιπτώσει ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τους εναγόμενους, πριν την καταχώριση της Υπεράσπισης τους. § Όλοι οι όροι των συμβάσεων είναι νόμιμοι, έγκυροι και δεσμευτικοί και υπογράφηκαν με την ελεύθερη βούληση των Εναγομένων και σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει οποιοσδήποτε καταχρηστικός ή παράνομος όρος στην επίδικη σύμβαση δανείου και/ή εγγύησης και/ή υποθήκης § Οι Εναγόμενοι έχουν, δια της συμπεριφοράς και/ή παραστάσεων τους και/ή των επιστολών που απέστειλαν και/ή των αντιπροτάσεων (counter offer) που υπέβαλαν, απορρίψει την προσφορά των Εναγομένων με αποτέλεσμα να μην υφίστατο κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αίτησης οποιαδήποτε επιστολή προσφοράς των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους. § Η παρούσα Αίτηση εγείρεται με μεγάλη καθυστέρηση. § O μόνος τρόπος προσβολής και/ή ανακοπής του καθορισμένου πλειστηριασμού είναι με Έφεση δυνάμει των προνοιών του Νόμου 9/1965 και όχι με αίτηση για απαγορευτικό διάταγμα. § Οι Ενάγοντες ενεργούσαν και ενεργούν πάντοτε καλόπιστα παραχωρώντας στους Εναγόμενους, ακόμα και πριν την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής χρόνο, για να εξεύρουν λύσεις αναδιάρθρωσης ή διευθέτησης των οφειλών τους. § Η ύπαρξη παρεμπίπτοντος απαγορευτικού Διατάγματος αποτελεί λόγο έφεσης ή ακύρωσης του Τύπου ΙΑ, δυνάμει του Νόμου 9/1965 νοουμένου όμως ότι προϋπάρχει της επίδοσης του εν λόγω Τύπου. § Η Ενάγουσα είναι φερέγγυοι και σε θέση να ικανοποιήσουν και/ή πληρώσουν σε μεταγενέστερο στάδιο και σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι επιτύχουν στις αξιώσεις και/ή ισχυρισμούς τους, οποιαδήποτε ζημιά δυνατόν να υποστούν οι Εναγόμενοι. Ένορκη Δήλωση Αδάμου Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη δήλωση της XXXXX Αδάμου Προϊστάμενης μέχρι την 31/1/2018 του Τμήματος Μεγάλων Ανοιγμάτων Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων στην Ενάγουσα και από 1/2/2018 υπαλλήλου στην εταιρεία Altamira Asset Management( Cyprus) Ltd η οποία εταιρεία δυνάμει συμφωνίας έχει αναλάβει δια λογαριασμό της Ενάγουσας τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων εντός των οποίων εμπίπτουν και τα δάνεια της παρούσας Αγωγής. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ð Κατά τις 6/8/12 υπεγράφη η επίδικη στην παρούσα Αγωγή Συμφωνία Δανείου μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων στο πλαίσιο της οποίας ανοίχθηκε ο λογαριασμός XXXXX2917 ο οποίος μετά τη συγχώνευση της ΣΠΕ Αγίας Νάπας με την ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων Λτδ έχει μετατραπεί XXXXX279-2 χωρίς οποιαδήποτε αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του. Προς εξασφάλιση της εν λόγω Συμφωνίας ενεγράφη η Υποθήκη Υ1079/
  19. ð Προς το σκοπό διευθέτησης των υποχρεώσεων τους οι Εναγόμενοι υπέβαλαν πρόταση για παραχώρηση των περιουσιακών τους στοιχείων προς την τότε ΣΠΕ Αγίας Νάπας η οποία εγκρίθηκε από την επιτροπεία της. Ωστόσο, όπως οι Εναγόμενοι γνώριζαν και ιδιαίτερα ο Εναγόμενος 1 ο οποίος είχε κυρίαρχο ρόλο στις προτάσεις που υποβάλλονταν και ήταν γραμματέας/διευθυντής της ΣΠΕ Αγίας Νάπας, αυτή η πρόταση τελούσε πάντοτε υπό την αίρεση της τελικής έγκρισης της από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών ο οποίος ήτο τότε η Εποπτική Αρχή όλων των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων στα οποία ενέπιπτε και η Ενάγουσα. ð Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Έφορος Συνεργατικών Εταιρειών ουδέποτε έδωσε την έγκριση του στην πιο πάνω αναφερόμενη πρόταση για να καταστεί τελική και να υλοποιηθεί, ο Εναγόμενος 1 με επιστολή του ημερ. 24/10/13 την οποία παρέδωσε σε συνεδρία της επιτροπείας της ΣΠΕ Αγίας Νάπας ιδίας ημερομηνίας ανακάλεσε την πρόταση του αναφέροντας ότι αυτή δεν αποτελούσε πλέον αντικείμενο συζήτησης. Με την ίδια επιστολή αναφέρει μάλιστα ότι ουδέποτε είχε πρόθεση να υποστεί η Ενάγουσα οποιαδήποτε ζημιά από τις χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί στον ίδιο και την οικογένεια του και δεσμεύτηκε να καταθέσει νέα πρόταση για διευθέτηση των οφειλών του. ð Η Ενάγουσα νόμιμα και δικαιωματικά τερμάτισε τον επίδικο λογαριασμό καθότι τόσο η επίδικη σύμβαση όσο και οι άλλες συμφωνίες δανείων που τερματίστηκαν ήταν μη εξυπηρετούμενες και δεν καταβάλλονταν οποιεσδήποτε πληρωμές, ενώ οι Εναγόμενοι, παρότι είχαν υποσχεθεί τόσο μέσω του Εναγομένου 1 όσο και μέσω του δικηγόρου που τους εκπροσωπούσε ότι θα υπέβαλλαν προτάσεις για αναδιάρθρωση ή διευθέτηση των οφειλών τους, εντούτοις ουδέποτε έπραξαν αυτό, παρά το γεγονός ότι η Ενάγουσα τους είχε παραχωρήσει επαρκή χρονικό περιθώριο να το πράξουν αλλά και τους είχε στείλει πριν τον τερματισμό διάφορες προειδοποιητικές επιστολές. ð Ακολούθησε στις 8/10/2015 η καταχώρηση από την Ενάγουσα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής εναντίον των Εναγομένων, καθώς επίσης και των Αγωγών υπ' αριθμό 736/2015, 737/2015 και 738/2015, η εκδίκαση των οποίων εκκρεμεί μέχρι και σήμερα. ð Έγιναν, άνευ βλάβης δικαιωμάτων, διάφορες συζητήσεις και διαπραγματεύσεις με τους Εναγόμενους για εξεύρεση λύσης προς συνολική διευθέτηση των οφειλών. Όλες οι συζητήσεις γίνονταν άνευ βλάβης δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων τόσο των δικαιωμάτων που αφορούν την Αγωγή αλλά και οποιωνδήποτε άλλων δικαιωμάτων πηγάζουν από το Νόμο, όπως το δικαίωμα των εναγόντων να προχωρήσουν με εκποίηση, εκκρεμούσης της Αγωγής. Άνευ βλάβης ήταν, επίσης, και η επιστολή προσφοράς που δόθηκε στους εναγόμενους και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται να τις αποκαλύπτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και να τις επικαλούνται για σκοπούς έκδοσης διατάγματος. ð Σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποδεκτεί να εξετάσει τα δεδομένα των συζητήσεων αυτών και των επιστολών που αντηλλάγησαν είναι παραδεκτό ότι εστάλησαν οι επιστολές που αναφέρονται από τους Εναγόμενους και ότι υπήρξε συνάντηση με τους Εναγομένους και τον δικηγόρο τους. Δεν παρουσιάστηκε, ωστόσο, ως δεδομένη η αποδοχή της πρότασης των Εναγομένων ούτε και η μόνη διαφοροποίηση που ζητήθηκε ήταν σε σχέση με το χρόνο πληρωμής. Θα ήταν αδύνατο η ομνύουσα προσωπικά να αναφέρει στους Εναγόμενους ότι η πρόταση τους θα γινόταν αποδεκτή καθότι την τελική απόφαση και έγκριση σε σχέση με οποιαδήποτε πρόταση και ειδικά σε σχέση με προτάσεις που αφορούν την διαγραφή τόσο μεγάλων ποσών, όπως αυτών που ζητούσαν οι Εναγόμενοι, δεν την λαμβάνει η ομνύουσα προσωπικά αλλά άλλη αρμόδια επιτροπή και ανώτερα διευθυντικά στελέχη των Εναγόντων και εν πάση περιπτώσει για να δοθεί δεδομένη απάντηση θα πρέπει να εξεταστούν διάφοροι παράγοντες και να ετοιμαστούν ειδικές εκθέσεις από άλλα διάφορα τμήματα των Εναγόντων, όπως π.χ το Τμήμα Εκτιμήσεων και Ακίνητων, ούτως ώστε το αίτημα να αξιολογηθεί. Οι εναγόμενοι είχαν πλήρη γνώση και είχαν ενημερωθεί τόσο για το γεγονός ότι η ομνύουσα προσωπικά δεν ήταν σε θέση να τους δώσει δεδομένη απάντηση αλλά και για το γεγονός ότι το αίτημα τους θα έπρεπε να τύχει αξιολόγησης και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να γνωρίζει την έκβαση του, αλλά και ότι υπήρχε ενδεχόμενο να υποβληθεί από τους Ενάγοντες διαφορετική προσφορά. Αυτό το οποίο η ομνύουσα είχε προκαταρτικά αναφέρει στους Εναγόμενους είναι ότι σε σχέση με τον χρόνο αποπληρωμής του οποιουδήποτε ποσού, θεωρούσε ότι το διάστημα του ενάμιση χρόνου ήταν μεγάλο και, ως εκ τούτου, τους εισηγήθηκε όπως, αν ήταν δυνατό από μέρους τους, να εισηγηθούν πιο σύντομο χρονικό διάστημα. ð Ο συνολικός χρόνος που πρότειναν οι Εναγόμενοι με τις επιστολές τους ημερ. 31/10/2017 και 17/07/2018 για πλήρη διευθέτηση των οφειλών τους ήταν ενάμιση χρόνος και όχι ένας όπως αναφέρουν. ð Μετά την επιστολή των Εναγομένων, ημερ. 5/11/2018, υπήρξε μεταξύ των μερών επικοινωνία, αλλά απορρίπτεται η θέση ότι οι Ενάγοντες αναίρεσαν οποιαδήποτε δεδομένη αποδοχή. ð Η αποστολή της επιστολής των Εναγομένων ημερ. 21/11/2018 είναι παραδεκτή. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι οποιαδήποτε ποσά συζητήθηκαν ήταν προκαταρκτικά και σε καμία περίπτωση δεσμευτικά. ð Σε ό,τι αφορά την αποστολή των Ειδοποιήσεων τύπου Θ και τύπου Ι επισημαίνεται ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν και τους είχε αναφερθεί ξεκάθαρα από την Ενάγουσα ότι η διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων τους θα προωθείτο χωρίς επηρεασμό των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων ούτως ώστε να μην απολεσθεί οποιοσδήποτε περαιτέρω χρόνος σε περίπτωση που οι εν λόγω διαπραγματεύσεις δεν έχουν οποιαδήποτε θετική κατάληξη. Είχε, επίσης, ξεκαθαριστεί ότι σε περίπτωση που επερχόταν μεταξύ τους συμφωνία διευθέτησης, τότε η διαδικασία εκποίησης θα τερματιζόταν ούτως ώστε οι Εναγόμενοι να έχουν την δυνατότητα να εκπληρώσουν τα συμφωνηθέντα. ð Στις 07/03/2019 δόθηκε επιστολή προσφοράς προς τους Εναγόμενους η οποία αφορούσε την αποπληρωμή του συνόλου των οικογενειακών τους δανειακών υποχρεώσεων, αλλά απορρίπτεται ο ισχυρισμός ότι η προσφορά διαφοροποιεί εκ νέου τις θέσεις των Εναγόντων προς συμβιβασμό. Η μόνη ουσιαστική διαφορά σε σχέση με τα όσα συζητήθηκαν αλλά και με τις επιστολές των Εναγομένων είναι στο ποσό το οποίο απαιτεί η Ενάγουσα και το οποίο προέκυψε κατόπιν αξιολόγησης των δεδομένων των Εναγομένων και κρίθηκε ότι αυτοί είχαν την δυνατότητα να το καταβάλουν. Η Ενάγουσα είχαν κάθε δικαίωμα να υποβάλει στους Εναγόμενους την προσφορά που η ίδια θεωρούσε ως συμφέρουσα για αυτήν και όχι την προσφορά που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι επιθυμούσαν. Θα ήταν άλλωστε αχρείαστη η υποβολή από την Ενάγουσα οποιοσδήποτε περαιτέρω προσφοράς εάν υπήρχε ήδη, ως αναληθώς ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι, αποδοχή των προτάσεων που υπέβαλλαν με τις επιστολές τους. ð Ο λόγος για τον οποίο η προσφορά της Ενάγουσας είναι αυξημένη σε σχέση με τα ποσά που συζητούνταν, πάντοτε προκαταρκτικά, με τους Εναγόμενους οφείλεται στο γεγονός ότι κατά την τελική εκτίμηση των ενυπόθηκων ακινήτων των Εναγομένων και πριν την υποβολή της τελικής προσφοράς, είχε διαπιστωθεί ότι οι προηγούμενες εκτιμήσεις της Ενάγουσας, παρουσίαζαν λάθος σε σχέση με την αξία του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 5/
  20. ð Η διαδικασία πλειστηριασμού δεν είναι δυνατό να λειτουργήσει με οποιοδήποτε τρόπο εκβιαστικά προς τους Εναγόμενους, καθότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν και γνωρίζουν ότι, η Ενάγουσα θα ασκούσε αυτό το δικαίωμα της εάν δεν επέρχετο διευθέτηση. Τα ποσά μάλιστα που πρόσφεραν οι εναγόμενοι για εξώδικη διευθέτηση των οφειλών τους, είχαν πάντα ως κεντρικό άξονα την αξία των ενυπόθηκων ακινήτων. ð Σε ό,τι αφορά το email των δικηγόρων τους ημερ. 16/3/19 οι Εναγόμενοι, έθεταν την προσφορά σε εντελώς νέα βάση και ζητούσαν εντελώς νέα πράγματα τα οποία ουδέποτε είχαν συζητηθεί ή τεθεί από αυτούς, με αποτέλεσμα το εν λόγω email να αποτελεί αντιπρόταση (counter offer) και κατ' επέκταση απόρριψη από τους Εναγόμενους της επιστολής προσφοράς που τους είχε υποβληθεί από την Ενάγουσα. Η όλη η φιλοσοφία των προτάσεων των Εναγομένων περιστρέφετο γύρω από το γεγονός ότι η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων των εναγομένων υπολογίζετο περίπου στο €1.500.000 και ως εκ τούτου καλούσαν την Ενάγουσα όπως αποδεχθεί τις προτάσεις τους με το σκεπτικό ότι δεν υπήρχε δυνατότητα είσπραξης μεγαλύτερου ποσού. ð Η διευθέτηση των οφειλών τους και η διαγραφή οποιωνδήποτε ποσών δεν γίνεται χαριστικά, αλλά στη βάση δεδομένων τα οποία να καταδεικνύουν ότι η πώληση ή παραχώρηση των ενυπόθηκων ακινήτων, για συγκεκριμένο ποσό, είναι η μόνη λύση αποπληρωμής των οφειλών, με αποτέλεσμα να συμφωνείται η διαγραφή οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού που δεν μπορεί να καλυφθεί, ούτως ώστε να μην προκαλείται αχρείαστη ταλαιπωρία και έξοδα και για τις δύο πλευρές. Οι Εναγόμενοι παραγνωρίζοντας εντελώς το πιο πάνω δεδομένο τεχνηέντως προσπάθησαν με το email των δικηγόρων τους να εκμαιεύσουν απαντήσεις από τους Ενάγοντες με τις οποίες να "κλειδώσουν" μεν την πληρωμή του ποσού των €2.130.000 ως ήταν η προσφορά των εναγόντων και την διαγραφή ενός τεράστιου υπόλοιπου και από την άλλη να κρατήσουν προς όφελος τους οποιοδήποτε πλεόνασμα ή ενυπόθηκο ακίνητο εφόσον συμπληρωθεί το ποσό των €2.130.000, εάν εξεύρουν αγοραστή για μεγαλύτερο ποσό. Ως εκ τούτου οι Ενάγοντες δεν ήταν δυνατό να δώσουν οποιαδήποτε απάντηση στους Εναγόμενους στα ερωτήματα που έθεταν καθώς αυτά θα έπρεπε να τεθούν με τρόπο σαφή και διαφανή ούτως ώστε να αξιολογηθούν. ð Οι Εναγόμενοι δεν έχουν καμία πιθανότητα επιτυχίας των ισχυρισμών και των υπερασπίσεων ή ανταπαιτήσεων τους. Οι ισχυρισμοί τους τόσο στην Υπεράσπιση όσο και με την παρούσα διαδικασία εγείρονται εντελώς γενικά και αόριστα και χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε υποτυπώδης, έστω, εξειδίκευση. Ο Εναγόμενος 1 ήταν κατά τον χρόνο παραχώρησης του επίδικου δανείου γραμματέας/διευθυντής της ΣΠΕ Αγίας Νάπας, ενώ οι υπόλοιποι Εναγόμενοι συγγενικό του πρόσωπα α' βαθμού και επομένως είχαν πλήρη επίγνωση και καθοδήγηση από το πρόσωπο που γνώριζε καλύτερα από όλους τόσο τους όρους των επίδικων συμβάσεων όσο και τις οποιεσδήποτε χρεώσεις. Επισημαίνεται, ακόμη, ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε αμφισβήτησαν τις επίδικες συμβάσεις δανείου, εγγύησης και υποθήκης αλλά ούτε και οποιεσδήποτε χρεώσεις, παρά μόνο με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. ð Η Ενάγουσα ως έχει μετονομασθεί αλλά και με την δομή και τον τρόπο λειτουργίας της σήμερα είναι απόλυτα φερέγγυα εταιρεία η οποία ανήκει σε συντριπτικό ποσοστό στο Κράτος και διατηρεί όλες τις απαιτούμενες άδειες για να προβαίνει σε διαδικασίες είσπραξης των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων που παρέμειναν στο χαρτοφυλάκιο της. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32

(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Το Στοιχείο του Κατεπείγοντος Πριν το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6. Όπως έχει νομολογηθεί το υπαρκτό του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη τις προσπάθειες που συνέχισαν να καταβάλλονται προς το σκοπό εξώδικης διευθέτησης με την αποστολή της επιστολής προσφοράς ημερ. 7/3/2019 και την ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των μερών, όπως αυτές προκύπτουν ειδικότερα από τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 23 - 28 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1, δεν διαπιστώνεται καθυστέρηση η οποία να αναιρεί το στοιχείο του κατεπείγοντος. Είναι δε ορθή η επισήμανση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Αιτητών ότι είναι θεμιτό για ένα διάδικο να αναμένει την τελεσφόρηση προσπάθειας εξώδικης διευθέτησης προτού ληφθούν δικαστικά μέτρα.[6] Μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Η Ενάγουσα, μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλείται για σκοπούς ακύρωσης του μονομερώς εκδοθέντος Προσωρινού Διατάγματος, είναι αυτός που αφορά την από πλευράς των Εναγομένων μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτούντο την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού Διατάγματος να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι κατά το στάδιο της έκδοσης του δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων η οποία ενδεχομένως να επηρέασε το Δικαστήριο. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί[7]. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ύψιστη πίστη η οποία διέπει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το φάσμα του συνόλου των γεγονότων. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, 601-602[8]: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ..... .................. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. ..... Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής". Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση[9]. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Bloczek Limited v. Vianova Holding Limited
(2013)1 Α.Α.Δ. 1460 ως ακολούθως: «Είναι θεμελιωμένη αρχή του δικαίου της επιεικείας ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή, την υποχρέωση αποκάλυψης στο δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, εκείνων δηλαδή που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Τέτοιες αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως και γι' αυτό ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή οποιαδήποτε γεγονότα θα εγνώριζε αν ασκούσε εύλογη επιμέλεια, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (τον αντίδικο του) και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, σε μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου και το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει ένα, μονομερώς εκδοθέν, παρεμπίπτον διάταγμα, για το λόγο της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Επομένως τέτοιο θέμα, όταν εγείρεται, εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό... Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την ύψιστη καλή πίστη που ο αιτητής πρέπει να επιδείξει ερχόμενος στο δικαστήριο και ζητώντας θεραπεία σύμφωνα με το δίκαιο της επιεικείας....». Στη βάση των πιο πάνω θεμελιωμένων και πάγιων αρχών καθίσταται επιβεβλημένη η εξέταση προκαταρκτικά των ισχυρισμών της Ενάγουσας/Καθ΄ ης η Αίτηση περί μη αποκάλυψης και/ή απόκρυψης. Αποτέλεσε στην υπό κρίση Αίτηση ουσιώδη ισχυρισμό της πλευράς των Εναγομένων ότι πρόταση που είχαν υποβάλει προς την ΣΠΕ Αγίας Νάπας (ως ήταν τότε) προς διευθέτηση και εξόφληση υποχρεώσεων τους προς αυτή για παραχώρηση συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας τους η οποία αφορούσε μέρος της υποθηκευμένης περιουσίας η αξία της οποίας κάλυπτε, μεταξύ άλλων, και την επίδικη διευκόλυνση, έγινε αποδεκτή από την ΣΠΕ Αγίας Νάπας και στις 6/6/2013 ενεκρίθη από την Επιτροπεία της. Όπως δε επισημάνθηκε, η Επιτροπεία ήταν το όργανο που, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε εκτελεστική εξουσία λήψης αποφάσεων εκ μέρους της ΣΠΕ σε τέτοιας φύσεως ζητήματα. Διατυπώνεται δε στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 η θέση, στη βάση νομικής συμβουλής που τυγχάνει, ότι η αποδοχή της εν λόγω πρότασης συνιστούσε κατ΄ουσίαν νέα σύμβαση μεταξύ των διαδίκων με τις υποχρεώσεις και δικαιώματα που εξ΄αυτής απέρρεαν και ότι είχε ενσωματωθεί σε σχετική επιστολή της Επιτροπείας της ΣΠΕ Αγίας Νάπας ημερ. 21/6/2013 η οποία απευθύνετο στον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών και η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου
  1. Ο πιο πάνω ισχυρισμός αποτελεί και τη βάση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που οι Εναγόμενοι καταχώρησαν στην παρούσα Αγωγή εφόσον προβάλλεται κώλυμα στην προώθηση της ενόψει και της ύπαρξης της πιο πάνω αναφερόμενης Συμφωνίας ημερ. 6/6/2013 ως αυτή καταγράφεται στην επιστολή της Επιτροπείας ημερ. 21/6/2013 (Τεκμήριο 2) στη βάση των οποίων, ως τονίζεται εκ νέου στην παράγραφο 31(α)[10] της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1, συμφωνήθηκε η διευθέτηση και/ή εξόφληση και/ή αναδιάρθρωση του αντικειμένου της παρούσας Αγωγής. Μάλιστα, όπως αναφέρεται και στην παράγραφο 31(δ)[11] της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1, μέσω της Ανταπαίτησης των Εναγομένων αξιώνεται η έκδοση Διατάγματος για εκτέλεση και/ή εφαρμογή με αναδρομική ισχύ της απόφασης της Επιτροπείας της ΣΠΕ Αγίας Νάπας ημερ. 6/6/2013 για σκοπούς αναδιάρθρωσης και/ή εξόφλησης, μεταξύ άλλων, των επίδικων δανείων. Επιπλέον στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1 προβάλλεται ότι, ενώ αναμένετο η υλοποίηση και εκτέλεση των όσων είχαν συμφωνηθεί, περί τις αρχές του 2014 η Ενάγουσα παράνομα και αντισυμβατικά προχώρησε στον τερματισμό των μεταξύ των Εναγομένων και της Ενάγουσας Συμφωνιών τόσο των επίδικων στην παρούσα, όσο και το σύνολο αυτών. Αναφερόμενη η πλευρά της Ενάγουσας στο πιο πάνω θέμα μέσω της ένορκης δήλωσης της Α. Αδάμου ενώ παραδέχεται ότι οι Εναγόμενοι είχαν υποβάλει πρόταση για παραχώρηση περιουσιακών τους στοιχείων προς την τότε ΣΠΕ Αγίας Νάπας η οποία εγκρίθηκε από την Επιτροπεία, επισημαίνει ότι η εν λόγω πρόταση τελούσε πάντα υπό την αίρεση και προϋπόθεση της τελικής έγκρισης της από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η Εποπτική Αρχή όλων των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων μεταξύ των οποίων και της τότε ΣΠΕ Αγίας Νάπας. Προστίθεται δε ότι στην προκειμένη περίπτωση ουδέποτε δόθηκε η έγκριση του Εφόρου ούτως ώστε η εν λόγω πρόταση να καταστεί τελική και να υλοποιηθεί. Σε σχέση με το τελευταίο, (ήτοι το ζήτημα της έγκρισης από τον Έφορο) η ενόρκως δηλούσα Α. Αδάμου επισημαίνει ότι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 και κατ΄επέκταση όλοι οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι υφίστατο η προϋπόθεση εξασφάλισης έγκρισης του Εφόρου προκύπτει και από την επιστολή του Εναγόμενου 1 ημερ. 6/8/2013 η οποία απευθύνεται στον Έφορο και διαβεβαιώνει ότι το υπόλοιπο των οφειλομένων δανείων που θα παραμείνει μετά την αγορά των ακινήτων του από την Επιτροπεία θα καταβληθεί από το Ταμείο Προνοίας που θα λαμβάνει. (Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της Α. Αδάμου). Πέραν των πιο πάνω η πλευρά της Ενάγουσας προβάλλει ακόμη ένα ζήτημα. Συγκεκριμένα η ενόρκως δηλούσα Α. Αδάμου παραπέμποντας σε επιστολή του Εναγόμενου 1 ημερ. 24/10/2013, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β, υποδεικνύει ότι μέσω αυτής προκύπτει ότι η πιο πάνω πρόταση είχε ανακληθεί από τον ίδιο και ότι μάλιστα αναφέρετο ότι θα κατέθετε στην Επιτροπεία συγκεκριμένη πρόταση εκφράζοντας ταυτόχρονα την πρόθεση του να μην υποστεί η ΣΠΕ Αγίας Νάπας οποιαδήποτε ζημιά από τις όποιες πιστωτικές διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν στον ίδιο και στην οικογένεια του. Επιπλέον στην εν λόγω επιστολή διευκρίνιζε ότι, ακόμη και σε περίπτωση που θεωρείτο ότι η πρόταση ίσχυε, την ανακαλούσε και ιδιαίτερα στην έκταση που αφορούσε τα ποσά από το Ταμείο Προνοίας για τα οποία γινόταν ρητή αναφορά στο Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου
  2. Η εν λόγω επιστολή του Εναγόμενου 1 έχει ως εξής: «Εν σχέση με παλαιότερη πρόταση μου για μεταβίβαση ακινήτων και του ποσού που έχω να λαμβάνω από το Ταμείο Πρόνοιας για διευθέτηση των ως άνω υποχρεώσεων μου, ως γνωστό, η πρόταση/αίτηση μου προς τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών δεν εξετάστηκε και επιστράφηκε λόγω αλλαγής του θεσμικού πλαισίου και του ρόλου του Εφόρου. Συνεπώς, θεωρώ ότι η εν λόγω πρόταση μου δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο συζήτησης. Εν πάση περιπτώσει όμως και προς αποφυγή οποιοσδήποτε παρεξήγησης θα ήθελα να αναφέρω ότι εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η πρόταση μου ισχύει, με την παρούσα την ανακαλώ και ιδιαίτερα στην έκταση που αφορά τα ποσά από το Ταμείο Προνοίας μου. Οι λόγοι αφορούν σοβαρές προσωπικές άμεσες ανάγκες μου και ανάγκες των μελών της οικογένειας μου (καθημερινά βασικά έξοδα διαβίωσης, ιατρικά έξοδα, έξοδα εκπαίδευσης, καταβολή φόρου κεφαλαιουχικών κερδών για τις μεταβιβάσεις που αναφέρονται πιο κάτω). Ως γνωστό, τα ποσά του Ταμείου Προνοίας είναι αναπαλλοτρίωτα εφόσον αφορούν ουσιαστικά μέρος της σύνταξης του κάθε υπαλλήλου. Θα ήθελα να διευκρινίσω, αν και θεωρώ ότι το γνωρίζετε ήδη, ότι ως Γραμματέας/Διευθυντής της εταιρείας, ουδέποτε είχα ή έχω πρόθεση να υποστεί η εταιρεία οποιαδήποτε ζημιά από χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν σε εμένα ή την οικογένεια μου. Προς τούτο, εντός των επόμενων εβδομάδων θα καταθέσω στην επιτροπεία συγκεκριμένη πρόταση για ρύθμιση των πιο πάνω υποχρεώσεων. Η πρόταση θα αφορά κατάλογο με ακίνητα τα οποία θα εισηγούμαι να μεταβιβαστούν στην εταιρεία για κάλυψη των υποχρεώσεων και θα συνοδεύεται από εκτιμήσεις.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Παρά το γεγονός ότι οι σχετικές αναφορές της ενόρκως δηλούσα στις παραγράφους 13 και 14 δεν έχουν αντικρουστεί είτε μέσω αντεξέτασης, είτε μέσω προσκόμισης πρόσθετης μαρτυρίας, στην αγόρευση τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων απλώς διερωτούνται πως η επιστολή Τεκμήριο Β περιέπεσε στην κατοχή της ομνύουσας Αδάμου και υποστηρίζουν ότι δεν αναφέρεται από την ίδια η πηγή γνώσης της ή ο τρόπος λήψης της. Δεν θεωρώ, με κάθε εκτίμηση, ότι οι πιο πάνω αιτιάσεις έχουν οποιοδήποτε έρεισμα. Η Α. Αδάμου έχει μέσω των παραγράφων 1 και 2 της ενόρκου δηλώσεως της αναφερθεί στην ιδιότητα της επεξηγώντας πλήρως τα καθήκοντα αλλά και δηλώνοντας τη γνώση της για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και αυτά ουδόλως έχουν, με τον ενδεδειγμένο τρόπο, αμφισβητηθεί από την άλλη πλευρά. Ούτε η θέση ότι το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής Τεκμήριο Β αφορά την ουσία της Ανταπαίτησης, η οποία σαφώς και δεν θα εκδικαστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, αποτελεί λόγο για να μην θεωρηθεί ως ουσιώδες της υπόθεσης στοιχείο για τους σκοπούς της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης. Εν πάση περιπτώσει είναι η ίδια η πλευρά των Εναγόμενων που έχει αναγάγει το ζήτημα της ύπαρξης νέας Σύμβασης που αντικατέστησε τις επίδικες ως σημαντικό για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης σε σημείο μάλιστα που να ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα κωλύεται και/ή εμποδίζεται να προωθήσει την παρούσα Αγωγή καθώς και να ισχυρίζεται τα όσα ισχυρίζεται σε αυτή. Τα πιο πάνω, όμως, δεν θεώρησαν αναγκαίο οι Εναγόμενοι να τα θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου και να δώσουν στη συνέχεια τη δική τους εξήγηση σε σχέση με τα όσα καταγράφονται στα εν λόγω έγγραφα. Όπως προκύπτει, οι Εναγόμενοι επέλεξαν να μην κάνουν οποιαδήποτε αναφορά για το υπό συζήτηση θέμα και να μην αποκαλύψουν οποιοδήποτε σχετικό με το θέμα αυτό έγγραφο. Η μη αναφορά και μη αποκάλυψη από τους Εναγόμενους των πιο πάνω στοιχείων και η παρουσίαση των γεγονότων με τρόπο που να δίνει μια εικόνα ουσιωδώς διαφορετική, συνιστά σοβαρή παράλειψη σε σχέση με το καθήκον που είχαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά με την Αίτηση ουσιώδη γεγονότα. Η υποχρέωση στον Αιτητή που προσφεύγει στο Δικαστήριο ζητώντας, μονομερώς, θεραπεία είναι να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει υπόψη του συμπεριλαμβανομένων και ζητημάτων που ο Αιτητής θεωρεί αναμενόμενο να εγερθούν ή να προβληθούν από τον αντίδικο του, είτε σε σχέση με τη ουσιαστική απαίτηση, είτε σε σχέση με το αίτημα για προσωρινή θεραπεία[12]. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι η αρχή της μη αποκάλυψης τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας Αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όταν αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Να πω και κάτι τελευταίο. Το ότι το Δικαστήριο πιθανόν να είχε εκδώσει τα αιτούμενα προσωρινά Διατάγματα ακόμη και αν τα πλήρη γεγονότα είχαν αποκαλυφθεί δεν έχει σημασία. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 10η έκδοση, στη σελ. 125, παρά. 7.46: "The fact that the judge might well have made the same order even if the full facts had been disclosed is beside the point...". Επισημαίνεται ότι με τα όσα καταγράφηκαν ανωτέρω το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης στην ουσία της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς. Όλες οι αναφορές που γίνονται πιο πάνω έγιναν για να καταδειχθεί το ουσιώδες των γεγονότων το οποίο εξετάζεται υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης και τα οποία γεγονότα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν τέθηκαν ενώπιον του. Και τούτο προς το σκοπό επισήμανσης της υποχρέωσης που είχε η πλευρά των Εναγομένων/Αιτητών να θέσουν όλο το φάσμα αυτών των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που προσέφυγαν σ΄ αυτό μoνομερώς, κατά τρόπο δίκαιο για να αξιολογηθεί και σταθμιστεί η επίδραση τους στην κρίση για έκδοση ή μη στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτουμένων Διαταγμάτων. Έχω την πεποίθηση ότι τα μη αποκαλυφθέντα από τον Εναγόμενο 1 γεγονότα, στοιχεία και/ή τεκμήρια και, επίσης, ο γενικότερος τρόπος παρουσίασης όλων των στοιχείων ήσαν τέτοια που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Ενάγων παρέλειψε να επιτελέσει σε ουσιώδη βαθμό την υποχρέωση του για αποκάλυψη γεγονότων με πλήρη, ειλικρινή και δίκαιο τρόπο έτσι ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο στο στάδιο που εξέταζε τη μονομερή του Αίτηση να προβληματιστεί κατάλληλα και να ασκήσει ορθά και δίκαια τη διακριτική του ευχέρεια. Περαιτέρω η όλη συμπεριφορά των Εναγομένων/Αιτητών δεν συνάδει για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν ανωτέρω με το επίπεδο καλής πίστης που αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες όπως η υπό εξέταση οι οποίες έχουν τις καταβολές τους και στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας Αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης[13]. Αυτό διότι, επαναλαμβάνω, ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υφίστης πίστεως ("uberrima fides").[14] ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων στις οποίες έχω προβεί και οι οποίες αφορούν και αναφέρονται σε αποτυχία των Εναγομένων/Αιτητών να εκπληρώσουν το καθήκον της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων και να προσέλθουν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που είχαν εγερθεί και αφορούν την εξέταση της ουσίας και, ειδικότερα, της ικανοποίησης ή μη των προϋποθέσεων για έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων. Ως αποτέλεσμα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται και το εκδοθέν προσωρινό Διάταγμα ακυρώνεται στην ολότητα του. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα και, συνεπώς, αυτά επιδικάζονται σε βάρος των Εναγόμενων/Αιτητών και προς όφελος της Ενάγουσας/Καθ΄ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] * M Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φ ορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενί δη ς ν. Ζεμενί δο υ
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλι ανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282, Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Ά κη ς (Μετ α φο ρές Δε μά των) Εξ π ρές Λτ δ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Χατζηγαβριήλ κ.ά. v. Επενδυτικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 606, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά
(2006)1 Α.Α.Δ. 280. [7] Δέστε Louis Vuitton v. Δέρμ οσ α κ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453,
  1. [8] Δέστε, επίσης, και την σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ. ά v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014 ημερ. 27/2/
  2. [9] Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Vasilyeva v. Φοβερού κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1672 (σελ. 1676): «Η διαπίστωση απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση διατάγματος που εκδόθηκε με μονομερή αίτηση με αποτέλεσμα το διάταγμα να καθίσταται ακυρωτέο. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να υπάρχει σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επιδρά καταλυτικά ανεξαρτήτως από την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης του δικαστηρίου ή αν έγινε καλόπιστα. Σε κάθε περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό και η μη αποκάλυψη συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». [10] «(α) Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή της Ενάγουσας είναι πρόωρη και/ή ότι η Ενάγουσα στερείται έννομου συμφέροντος καταχώρησης της και/ή αγώγιμου δικαιώματος και/ή καλής βάσης αγωγής εναντίον μας και/ή ότι αυτή κωλύεται και/ή παρεμποδίζεται στην προώθησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής εναντίον μας ενόψει και της ύπαρξης της Συμφωνίας/Απόφασης /Έγκρισης της ΣΠΕ Αγίας Νάπας (ως ήταν τότε) ημερ. 06/06/2013 και ως αυτή καταγράφεται στην επιστολή της Επιτροπείας ημερ. 21/06/2013 (Τεκμήριο 2) στην βάση των οποίων συμφωνήθηκε η διευθέτηση και/ή εξόφληση και/ή αναδιάρθρωση και/ή τροποποίηση, μεταξύ άλλων, του αντικείμενου της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής, ήτοι της διευκόλυνσης υπ' αρ. λογαριασμού 7212917 η οποία ρητώς καταγράφεται στο Τεκμήριο 2 της παρούσης ένορκης δήλωσης μου καθώς επίσης και των παρεπόμενων συμφωνιών εξασφάλισης ήτοι της Υποθήκης υπ' αρ. Υ1079/
  1. Συνεπακόλουθα η Ενάγουσα παράνομα, αυθαίρετα και εκδικητικά προχώρησε στην καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό υπ' αρ. 7212917 και εν πάση περιπτώσει παρεμποδίζεται και κωλύεται από το να ισχυρίζεται τα όσα ισχυρίζεται με την παρούσα Αγωγή». (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) [11] «(δ) Υφίσταται και/ή έχει επέλθει με βάση την Απόφαση/Έγκριση της ΣΠΕ Αγίας Νάπας (ως ήταν τότε) ημερ. 06/06/2013 και ως αυτή καταγράφεται στην επιστολή της Επιτροπείας ημερ. 21/06/2013 (Τεκμήριο 2) συμφωνία προς διευθέτηση και/ή εξόφληση και/ή αναδιάρθρωση και/ή τροποποίηση, μεταξύ άλλων, του αντικείμενου της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής, ήτοι της διευκόλυνσης υπ' αρ. λογαριασμού 7212917 και για την εν λόγω συμφωνία ημερ. 06/06/2013 διεκδικούμε ανταπαιτητικώς στα πλαίσια της παρούσας αγωγής την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για την ειδική εκτέλεση αυτής...[.].» (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) [12] Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Injunction του David Bean 10η έκδοση στη σελ. 83, παρα. 5.21: "A statement in support of an application for an injunction should contain a clear and concise statement of the following: (a) the facts relied on for the claim; (b) if the application is made without notice, the reasons for giving none: (c) all material facts of which the court should be aware, including any answer asserted by the defendant (or which he is thought likely to assert) either to the substantive claim or to the claim for interim relief, and any facts known to the applicant which might lead the court not to grant relief without notice." (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) [13] Δέστε και την απόφαση Κυριάκου κ.α v. Πραξούλα Αντωνιάδου Κυριάκου Πολιτική Έφεση αρ. Ε301/2016, ημερ. 26/9/
  2. Στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής σχετικά: «Υπήρξε, συνεπώς, απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων η οποία δεν αντιμετωπίστηκε από το Δικαστήριο αν και ήταν τέτοιας φύσεως που, νοουμένου ότι η διαδικασία άρχισε χωρίς ειδοποίηση και μέρος του διατάγματος δόθηκε ex parte, θα έπρεπε να οδηγήσει σε άρνηση του Δικαστηρίου να ακούσει περαιτέρω την πλευρά της εφεσίβλητης (Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Η επιβεβλημένη πορεία θα ήταν να ακυρώσει τα διατάγματα και αυτή θα είναι η κατάληξη της παρούσας έφεσης.» [14] Δέστε και την απόφαση Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd
(2011)1Α.Α.Δ. 1377 (απόφαση πλειοψηφίας που δόθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στ. Ναθαναήλ). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.