ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ ν. ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 738/15, 19/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 738/15 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΡΙΩΝ Εναγόντων -και-
- XXXXX ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ
- XXXXX ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΛΛΕΝΟΥ
- XXXXX ΝΙΚΟΛΑ ΚΑΛΛΕΝΟΥ
- XXXXX ΝΙΚΟΛΑ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 2.4.2019 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 19 Ιουνίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους-Αιτητές: Η κα Νικολέττα Λ. Θεοδώρου-Κυριακίδου για ΗΡΑΚΛΗΣ Ν. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες-Καθ΄ων η Αίτηση: Ο κ. Μιχάλης Λουκά για ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΛΟΥΚΑ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εx-Τempore) Αποτελεί κοινό έδαφος πως ο εναγόμενος 3 υπήρξε υπάλληλος των εναγόντων από τις 15.6.1980, υπηρετών στην θέση του γραφέα. Την 1.9.1987 προήχθη στην θέση του γραμματέα και στις αρχές του 2014 οι ενάγοντες προχώρησαν στον τερματισμό των υπηρεσιών του. Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, οι ενάγοντες αξιούν από τους εναγόμενους την πληρωμή του ποσού των €357.901,28 πλέον τόκους προς 8% επί του ποσού αυτού από 1.1.2015 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιούμενου του τόκου δύο φορές ετησίως, ήτοι την 30/6ου και 31/12ου εκάστου έτους, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με ό,τι προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, οι ενάγοντες παραχώρησαν στις εναγόμενες 1 και 2 πιστωτικές διευκολύνσεις, και συγκεκριμένα πίστωση σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή δάνειο στην βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 24.2.2010 για το ποσό των €290.000= με κυμαινόμενο επιτόκιο προς 8% ετησίως. Οι εναγόμενοι 3 και 4 εγγυήθηκαν στην βάση γραπτής συμφωνίας της ίδιας ημερομηνίας, την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών, εναγομένων 1 και
- Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών, οι εναγόμενοι 1 και 3 παραχώρησαν την υποθήκη Υ1536/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, ημερομηνίας 18.6.
- Οι εναγόμενοι καταχώριση Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Στα πλαίσια της Υπεράσπισης οι εναγόμενες 1 και 2 παραδέχονται ότι υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 24.2.2010, πλην όμως ισχυρίζονται ότι η ισχύς και/ή όροι της Συμφωνίας είναι παράνομοι και/ή άκυροι και/ή αντικανονικοί και/ή στερούμενοι οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, καθότι μεταξύ άλλων, οι ενάγοντες ουδέποτε τις πληροφόρησαν και/ή επεξήγησαν σ' αυτές το περιεχόμενο και/ή τους όρους της Συμφωνίας και/ή η σύναψη της Συμφωνίας δεν ήταν το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης τους. Ισχυρίζονται επίσης ότι η συμφωνία ουδέποτε τερματίστηκε δεόντως και ότι οποιοσδήποτε τερματισμός έγινε ήταν καταχρηστικός και/ή εκδικητικός και/ή άκυρος και/ή παράνομος. Προβάλλουν επίσης πως ο λογαριασμός τον οποίον διατηρούσαν στους ενάγοντες περιέχει παράνομες και/ή καταχρηστικές χρεώσεις και/ή υπερχρεώσεις. Πως οι ενάγοντες αρνήθηκαν παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή καταχρηστικά και/ή εκδικητικά και/ή αντισυμβατικά να αποδεχθούν αίτημα του εναγομένου 3 για αναδιάρθρωση του χρέους. Οι ίδιοι ισχυρισμοί προβάλλονται και από τους εναγομένους 3 και 4 σε σχέση με την Σύμβαση Εγγύησης. Η εγγραφή της Υποθήκης είναι παραδεκτή από τους εναγόμενους 1 και
- Είναι όμως η θέση των τελευταίων πως η υποθήκη είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη δεσμευτική γι' αυτούς και πως δεν παράγει έννομα αποτελέσματα καθότι δόθηκε χωρίς αντάλλαγμα και/ή νόμιμο και/ή έγκυρο αντάλλαγμα και/ή δόθηκε προς εξασφάλιση άκυρης και/ή ακυρώσιμης συμφωνίας δανείου. Είναι γι' αυτόν τον ισχυρισμό που προβάλλουν Ανταπαίτηση με την οποία ζητούν αναγνωριστικό διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Υποθήκη Υ1536/2010 είναι εξ' υπαρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη παράγουσα οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι εναγόμενοι-αιτητές επιζητούν την έκδοση Προσωρινού Διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους ενάγοντες: (α) να προχωρήσουν στην εκποίηση της Υποθήκης Υ1536/2010 διά πλειστηριασμού (ορίστηκε στις 7.8.2019) βάσει του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε. (β) να συνεχίσουν και/ή να προωθήσουν την διαδικασία εκποίησης της εν λόγω Υποθήκης βάσει του Μέρους VIA του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου 9/65 όπως τροποποιήθηκε και (γ) να ανασταλεί η διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και/ή της Ανταπαίτησης. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 3, δεόντως εξουσιοδοτημένου, όπως ο ίδιος αναφέρει, και από τους υπόλοιπους εναγομένους. Αφού αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και αφού παραδέχεται πως στις 24.2.2010 υπεγράφη συμφωνία δανείου μεταξύ των εναγόντων και των τέκνων του, βάσει της οποίας ανοίχθηκε λογαριασμός και τους παραχωρήθηκε πίστωση για το ποσό των €290.000=, αναλώνεται στο υπόλοιπο μέρος της Ένορκης Δήλωσης του στις συζητήσεις ή διαπραγματεύσεις, όπως ο ίδιος αναφέρει, που γίνονταν μαζί με την Επιτροπεία της ΣΠΕ για διευθέτηση της υπόθεσης. Η παραχώρηση της Υποθήκης Υ1536/2010 είναι επίσης παραδεκτή από τον ίδιο. Είναι η θέση του πως οι ενάγοντες παράνομα, κακόπιστα, αντισυμβατικά και αδικαιολόγητα προχώρησαν στον τερματισμό των υπηρεσιών του καθώς επίσης και στον παράνομο και αντισυμβατικό τερματισμό των μεταξύ τους συμφωνιών. Είναι η θέση του πως είχαν φτάσει σε «συμφωνία» με τους ενάγοντες για διευθέτηση όλων των υποθέσεων, τόσο της παρούσης αλλά και άλλων που υπάρχουν μεταξύ των ιδίων διαδίκων, πλην όμως η συμφωνία δεν υλοποιήθηκε καθότι οι ενάγοντες υπαναχώρησαν. Είναι η θέση του πως θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι οι επιστολές και οι Ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ» που απεστάλησαν στα πλαίσια του Μέρους VIA του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, είναι ελλιπείς, λανθασμένες, παράνομες, άκυρες και δεν πληρούν τις από τον Νόμο ταχθείσες προϋποθέσεις. Πως η προβλεπόμενη από τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμο διαδικασία δεν προωθείται ούτε ορθά ούτε και νόμιμα. Εισηγείται πως και οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται και πως ακόμα και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Οι ενάγοντες καταχώρησαν Ένσταση προβάλλοντας 25 Λόγους, οι οποίοι είναι, σε μεγάλο βαθμό, επαναλαμβανόμενοι. Προεξάρχων Λόγος είναι πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ώστε να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ειδικώτερα προβάλλουν πως οι εναγόμενοι δεν απέδειξαν πως έχουν συζητήσιμη υπόθεση ή πιθανότητα επιτυχίας της Υπεράσπισης ή της Ανταπαίτησης τους. Ότι οι ισχυρισμοί τους είναι αναληθείς, ανυπόστατοι και αόριστοι. Ότι παρουσιάζουν και/ή αποκαλύπτουν γεγονότα επιλεκτικά και/ή παραπλανητικά, με αποτέλεσμα η υπό κρίση Αίτηση να είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Πως οι εναγόμενοι ενεργούν δόλια, κακόπιστα και καταχρηστικά. Πως οι ισχυρισμοί των εναγομένων για ύπαρξη παράνομων χρεώσεων προβάλλονται με τρόπο εντελώς γενικό και αόριστο και χωρίς καμιά εξειδίκευση και/ή προσδιορισμό. Η Ένσταση των εναγόντων υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της XXXXX Αδάμου, υπηρετούσας, όπως η ίδια αναφέρει, για αρκετά χρόνια και μέχρι την 31.1.2018, ως Προϊσταμένη στο Τμήμα Μεγάλων Ανοιγμάτων μη εξυπηρετούμενων δανείων των εναγόντων. Από την 1.2.2018 υπηρετεί ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, στην βάση σχετικής συμφωνίας με τους ενάγοντες για την διαχείριση και ρύθμιση δανείων. Αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω της προσωπικής εμπλοκής της. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς του εναγομένου 3 και αναφέρει πως η πρόταση που υπέβαλε ο εναγόμενος 3 για διευθέτηση των υποθέσεων του και η οποία είχε εγκριθεί από την επιτροπεία της ΣΠΕ Αγίας Νάπας, αφορούσε την εξόφληση άλλων δανείων του εναγομένου 3 (συγκεκριμένα δάνεια που έλαβε μαζί με άλλα συγγενικά του πρόσωπα). Πως οι συζητήσεις εγίνοντο υπό την αίρεση και προϋπόθεση ότι το τελικό αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων θα ετύγχανε της τελικής έγκρισης του Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η εποπτική αρχή όλων των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων, μεταξύ αυτών και της τότε ΣΠΕ Αγίας Νάπας. Είναι η θέση της ότι τούτο ήταν καλά γνωστό στον εναγόμενο 3, ο οποίος «είχε κυρίαρχο λόγο στις προτάσεις που υποβάλλονταν και στον χειρισμό τόσο του επίδικου δανείου όσο και των άλλων δανειακών υποχρεώσεων του», καθότι «ήταν ο γραμματέας/διευθυντής της ΣΠΕ Αγίας Νάπας και γνώριζε πολύ καλά ότι χωρίς την έγκριση του Εφόρου, η επιτροπεία της ΣΠΕ Αγίας Νάπας δεν επρόκειτο να προχωρήσει σε τέτοιου είδους διευθέτηση οποιωνδήποτε οφειλών». Διατείνεται επίσης πως οι συμφωνίες δανείων, τόσο η επίδικη όσο και οι άλλες, τερματίστηκαν, γιατί τα δάνεια ήταν μη εξυπηρετούμενα και δεν καταβάλλονταν οποιεσδήποτε πληρωμές, ενώ οι εναγόμενοι παρότι είχαν υποσχεθεί τόσο μέσω του εναγομένου 3 όσο και μέσω του δικηγόρου που τους εκπροσωπούσε, ότι θα υπέβαλλαν προτάσεις για αναδιάρθρωση ή διευθέτηση των οφειλών τους, εν τούτοις ουδέποτε το έπραξαν. Κατά την ίδια, οι συζητήσεις αυτές ήταν προκαταρκτικές και δεν είχαν σε καμία περίπτωση δεσμευτικό χαρακτήρα, κάτι το οποίο γνώριζαν πολύ καλά οι εναγόμενοι. Είναι η θέση της τέλος, πως το διάβημα των εναγομένων είναι καταχρηστικό και πως δεν θα πρέπει να εγκριθεί. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades ν. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255]. Τούτων λεχθέντων θα προχωρήσω στην συνέχεια στην εξέταση των προϋποθέσεων που θα πρέπει να πληρούνται όπως επιτάσσει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, την ύπαρξη δηλαδή συζητήσιμης υπόθεσης, από το περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, θεωρώ πως ικανοποιείται το κριτήριο αυτό αφού το δικόγραφο περιέχει ισχυρισμούς για ακυρότητα των συμφωνιών δανείου και εγγύησης και συνακόλουθα και της Υποθήκης για την οποία αξιούται η κήρυξη της ως άκυρης και/ή ακυρώσιμης και/ή ως μη παράγουσας έννομα αποτελέσματα. Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη δηλαδή πιθανότητας επιτυχίας, δεν ικανοποιείται. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως τα όσα ο εναγόμενος 3 αναφέρει στην Ένορκη του Δήλωση αντιστρατεύονται, κατά την κρίση μου, τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης οι εναγόμενοι προβάλλουν πως οι συμφωνίες δανείου και εγγύησης είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες, καθότι περιέχουν παράνομες και/ή καταχρηστικές ρήτρες και/ή όρους, στην Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 3 προβάλλεται η θέση πως η συμφωνία δανείου, η οποία είναι παραδεκτή από πλευράς των εναγομένων, παράνομα τερματίστηκε. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως τα δικόγραφα μπορούν να περιέχουν διαζευκτικούς ισχυρισμούς. Όμως στο τέλος της ημέρας, οι διάδικοι θα πρέπει να επιλέξουν την γραμμή που θα ακολουθήσουν κατά την διάρκεια της δίκης. Δεν μπορούν να ακολουθήσουν δύο ή περισσότερες διαζευκτικές γραμμές. Η Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 3 δεν αναφέρει, ούτε για ποιο λόγο παράνομα και αντισυμβατικά τερματίστηκαν οι συμφωνίες, ούτε αν το ποσό του δανείου εξοφλήθηκε, ούτε δίδονται περισσότερα στοιχεία που να υποστηρίζουν τις θέσεις των εναγομένων. Οι ισχυρισμοί τους παρέμειναν καθ' ολοκληρίαν αόριστοι και χωρίς το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο. Προβάλλουν για πρώτη φορά την θέση ότι στα πλαίσια διευθέτησης είχε καταρτιστεί νέα συμφωνία με τους ενάγοντες, χωρίς όμως να αναφέρονται ούτε στο περιεχόμενο της συμφωνίας, ούτε στους όρους της. Θεωρώ πως οι εναγόμενοι όφειλαν να παρουσιάσουν στοιχεία ώστε να πείσουν το Δικαστήριο πως έχουν δυνατή υπόθεση και όχι να αναλωθούν σε γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Μόνο έτσι θα καταδείκνυαν πως η υπόθεση τους έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, επικαλούμαι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1980. Και τούτο γιατί είναι καλά γνωστό ότι και οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Στην εν λόγω υπόθεση υποδείχθηκαν τα εξής: «Θα προσθέταμε μόνο ότι, από την στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περισσεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Θα ήταν αντιφατικό να μη υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται με το ζήτημα.» Υπενθυμίζω πως σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, θα πρέπει να δίδονται στοιχεία σε σχέση με την οικονομική δυνατότητα των καθ'ων η αίτηση να αποζημιώσουν τους αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της υπόθεσης τους. Εν προκειμένω δεν έχει προσκομιστεί οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ενόψει τούτου, θεωρώ ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Για όλους αυτούς τους λόγους η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των εναγομένων-Αιτητών. (Υπ.) .............. Στ. Τσιβιτανίδιου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο