← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Λευτέρη Πετεινάρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 141/2017, 2/5/2019

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Λευτέρη Πετεινάρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 141/2017, 2/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 141/2017 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και-

  1. XXXXX Λευτέρη Πετεινάρη
  2. XXXXX Π. Χριστοδούλου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 23.10.2017 για παραμερισμό της απόφασης Ημερομηνία: 2 Μαΐου,
  3. Εμφανίσεις: Για τους αιτητές: κος Α. Χαραλάμπους για ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ (για ν'ακούσει απόφαση η κα Έλενα Πάτσαλου) Για τους καθ΄ων η αίτηση: κα Σ. Ανδρέου για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ ΔΕΠΕ (για ν'ακούσει απόφαση ο κ. Ιερωνυμίδης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αποτελεί κοινό έδαφος πως στις 7.1.2010 η ενάγουσα τράπεζα δάνεισε στην εναγομένη 1 τα ποσά των €155.000.- και €30.000.- αντίστοιχα (και τα δύο ποσά θα έφεραν τόκο, ο οποίος θα κεφαλαιοποιείτο ανά εξάμηνο) στη βάση δύο συμφωνιών δανείου. Ο εναγόμενος 2 (σύζυγος της εναγομένης 1) εγγυήθηκε την αποπληρωμή και των δύο δανείων. Η μη εξόφληση των δανείων οδήγησε την τράπεζα στην καταχώριση στις 17.3.2017, της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Πιστόν αντίγραφο της επιδόθηκε στις 29.3.2017 και για τους δύο εναγομένους, στην XXXXX Χριστοδούλου (ενήλικα θυγατέρα και συγκάτοικο των εναγομένων, σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Επίδοσης), πλην όμως οι εναγόμενοι δεν καταχώρισαν Εμφάνιση. Στις 30.5.2017 εκδόθηκε, ερήμην των εναγομένων, απόφαση εναντίον τους (ευθυνομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως) ως ακολούθως: (α) για το ποσό των €192.466,27 με τόκο προς 5.1810% ετησίως επί ποσού €191.948,93 από 1.2.2017 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. (β) για το ποσό των €21.601,47 με τόκο προς 2.67% ετησίως επί ποσού €21.589,09 από 1.2.2017 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου, εκάστου έτους. (γ) €1.385.- έξοδα με τόκο προς 3.5% ετησίως από 17.3.2017 μέχρι εξόφλησης, πλέον ΦΠΑ, πλέον €28.- έξοδα επίδοσης. Με την υπό κρίση Αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 23.10.2017, επιζητείται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός (set aside) της εκδοθείσης απόφασης. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.16 θθ.7 και 9, Δ.17 θθ.10 και 13, Δ.26 θ.14, Δ.33 θ.5, Δ.48 θ.1-4, 7, 9 και 13, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Αίτηση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση της εναγομένης 1, XXXXX Λευτέρη Πετεινάρη, εξουσιοδοτημένης και από τον σύζυγο της, εναγόμενο
  4. Η εναγόμενη 1 στηρίζει το αίτημα της στην ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Είναι παραδεκτή από πλευράς των εναγομένων, η καλή επίδοση της αγωγής. Όπως δηλώνει η ομνύουσα, η θυγατέρα τους, στην οποία επιδόθηκε η αγωγή, «τους ενημέρωσε περί τούτου πολύ σύντομα μετά». Δικαιολογεί τη μη καταχώριση Εμφάνισης αναφέροντας πως «Δυστυχώς λόγω μορφωτικού επιπέδου δεν δώσαμε ιδιαίτερη σημασία σ΄ αυτό το έγγραφο. Και εγώ και ο σύζυγός μου είμαστε μόνο απόφοιτοι δημοτικού και δεν είχαμε οποιαδήποτε προηγούμενη εμπειρία στα Δικαστήρια. Δεν αντιληφθήκαμε τη σημασία του εν λόγω εγγράφου και τις επιπτώσεις που αυτό επιφέρει». Ως προς την ύπαρξη καλής υπεράσπισης αναφέρει τα εξής: Το 2007 πώλησε ένα ακίνητο της στο Φρέναρος και κατάθεσε τα χρήματα που έλαβε στο υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στο Αυγόρου. Το 2008 ο υπεύθυνος του υποκαταστήματος (κάποιος XXXXX Ηλία) τους πρότεινε «επειδή ήσαν καλοί πελάτες να κάνουν την κατάθεση τους αξιόγραφα ώστε να λαμβάνουν ένα πιο μεγάλο επιτόκιο». Όπως τους ανέφερε ο τελευταίος, για το χρονικό διάστημα που τα χρήματα τους θα ήταν δεσμευμένα, «θα μπορούσαν να περνούν με το υψηλό επιτόκιο που θα λάμβαναν». Λόγω του μορφωτικού τους επιπέδου, ούτε η ίδια (διατηρεί κατάστημα με είδη προίκας στο Φρέναρος) ούτε και ο σύζυγος της (συντηρεί πισίνες και κήπους) γνώριζαν «τι ήταν τα αξιόγραφα». Πείστηκαν από τις αναφορές του Ηλία «για τους υψηλούς τόκους που θα λάμβαναν» και αγόρασαν 208 αξιόγραφα CPBCS της Λαϊκής Τράπεζας. Στη συνέχεια διεφάνη πως οι αναφορές του Ηλία δεν ήσαν ακριβείς και πως δεν τους ενημέρωσε ως έπρεπε, για τους κινδύνους που συνδέοντο με την αγορά των αξιογράφων. Αυτό φάνηκε όταν οι τόκοι που λάμβαναν από τα αξιόγραφα μειώθηκαν δραστικά. Σ΄ ένα χρόνο μειώθηκαν περίπου στο ένα τρίτο. Επειδή οι τόκοι δεν συμπλήρωναν αρκετά το εισόδημα τους για να καλύπτουν τις ανάγκες τους, επικοινώνησαν με τον Ηλία αναφέροντας του το πρόβλημα. Τους πρότεινε «να πάρουν» δάνειο από την Λαϊκή, θέτοντας τα αξιόγραφα ως εγγύηση για το δάνειο. Με τη λήξη των αξιογράφων, θα αποπλήρωναν το δάνειο. Έτσι προχώρησαν στη σύναψη των δύο δανείων. Στις 8.11.2012, η ίδια υπέγραψε συμπληρωματικές συμφωνίες με την Λαϊκή Τράπεζα, στη βάση των οποίων, μεταξύ άλλων, διεγράφησαν καθυστερημένες δόσεις των δανείων και μειώθηκε και ο τόκος. Υπολόγιζαν πως σε λιγότερο από ένα χρόνο που θα έληγαν τα αξιόγραφα, θα αποπλήρωναν τα δάνεια. Το 2013 (25.3.2013) η Κυπριακή Δημοκρατία τέθηκε σε πρόγραμμα οικονομικής στήριξης από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Αποτελούσε όρο των συμφωνιών, όπως η Λαϊκή Τράπεζα τεθεί υπό εξυγίανση. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να «χάσουν» τα αξιόγραφα. Είναι η θέση της πως οδηγήθηκαν σ΄ αυτή την κατάσταση (να μην έχουν το ποσό της κατάθεσης τους, αλλά και να χρωστούν αντίστοιχο ποσό στην Λαϊκή Τράπεζα) λόγω των «οδηγιών» του Κώστα Ηλία (εάν δεν αγόραζαν τα αξιόγραφα δεν θα είχαν ανάγκη να συνάψουν οποιοδήποτε από τα δύο δάνεια). Κατά την ίδια τόσο η αγορά των αξιογράφων όσο και η σύναψη των δανείων είναι άκυρες καθότι είναι το αποτέλεσμα απάτης ή ψευδών παραστάσεων. Ο Ηλία δεν τους ανέφερε πως τα αξιόγραφα αποτελούν πολύπλοκο επενδυτικό προϊόν, ότι είναι αορίστου διαρκείας, ότι τα εξέδιδε η Λαϊκή Τράπεζα με σκοπό την αύξηση των κεφαλαίων της, ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να μην καταβάλλονται οι τόκοι και ότι μπορούσαν να χάσουν το ποσό που θα κατέβαλλαν για την αγορά τους. Αντίθετα, τους παρουσιάστηκε πως τα αξιόγραφα είναι ένα είδος κατάθεσης όπου τα χρήματα τους θα δεσμεύοντο για 6 χρόνια. Τα δάνεια τα συνήψαν κατόπιν «παρότρυνσης» του Ηλία, ο οποίος δεν τους ανέφερε πως η Λαϊκή Τράπεζα βρισκόταν σε κακή οικονομική κατάσταση και πως σε περίπτωση εκκαθάρισης της, οι ίδιοι θα παρέμεναν υπαίτιοι για την αποπληρωμή των δανείων ενώ οι αξιώσεις τους σε σχέση με τα αξιόγραφα, θα ήταν ανάμεσα στις τελευταίες στη σειρά αποπληρωμής, όντας χρέος μειωμένης εξασφάλισης (subordinated debt). Υποστηρίζει πως η Λαϊκή Τράπεζα είναι υπεύθυνη για «τις παραστάσεις» του Κώστα Ηλία ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος της. Εξ' όσων έχει πληροφορηθεί από τους δικηγόρους της, η Λαϊκή Τράπεζα είχε δημιουργήσει κατά τον ουσιώδη χρόνο «ομάδα πώλησης» η οποία ήταν υπεύθυνη για την επιτυχή διάθεση της έκδοσης των αξιογράφων. Παράλληλα, η τράπεζα πίστωνε προμήθειες πώλησης στα υποκαταστήματα της που αποδεδειγμένα καταδείκνυαν ότι πετύχαιναν πωλήσεις αξιογράφων. Η σχέση των ιδίων με την Λαϊκή Τράπεζα ήταν σχέση εμπιστοσύνης (fiduciary relationship), αφού την εμπιστεύοντο για τις τραπεζικές και επενδυτικές δραστηριότητες που τους πρότεινε. Η Λαϊκή Τράπεζα ήταν σε θέση να επηρεάζει τόσο την ίδια όσο και τον σύζυγο της όσον αφορά τις αποφάσεις τους, για την επένδυση των χρημάτων τους. Διατείνεται περαιτέρω πως τόσο η αγορά των αξιογράφων όσο και η σύναψη των δανείων ήταν το αποτέλεσμα «οικονομικού καταναγκασμού». Αμφισβητεί επίσης και το «υπόλοιπο των δανείων», για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση. Τούτο ήταν το αποτέλεσμα «παράνομων χρεώσεων και παράνομων τόκων υπερημερίας», καθότι στις συμβάσεις δανείου προνοείτο τόκος υπερημερίας 10% μεγαλύτερος από τον συμβατικό. Από νομική συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους της, αυτό αντιβαίνει τις διατάξεις του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160

(1)/1999), εφόσον δεν αποτελεί εύλογη εκτίμηση της ζημιάς που ενδεχομένως να είχε η τράπεζα σε περίπτωση που η ίδια καθυστερούσε την καταβολή των δόσεων του δανείου. Συνεπώς η εν λόγω ρήτρα είναι άκυρη. Σε περίπτωση που παραμεριστεί η απόφαση, θα καταχωρίσουν Ανταπαίτηση αξιώνοντας αποζημιώσεις βάσει του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007, αφού παραβιάστηκαν από τον XXXXX Ηλία και συνακόλουθα από την Λαϊκή Τράπεζα, σωρεία διατάξεων του. Ειδικότερα η Λαϊκή Τράπεζα δεν προέβηκε σε οποιεσδήποτε έρευνες για να διαπιστώσει την έλλειψη εμπειρίας τους όσον αφορά επενδύσεις σε χρηματοοικονομικά προϊόντα [άρθρο 36(δ) του Νόμου]. Ο Κώστας Ηλία, του οποίου οι προτροπές να αγοράσουν αξιόγραφα συνιστούσαν επενδυτική συμβουλή, δεν είχε οποιαδήποτε άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (άρθρο 52 του Νόμου). Το ότι η Λαϊκή Τράπεζα τους συμβούλευσε να αγοράσουν τα αξιόγραφα τα οποία αποτελούσαν δικό της προϊόν, παραβίαζε το άρθρο 29 του Νόμου, καθότι υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων. Ως προς τον χρόνο που διέρρευσε μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, αναφέρει πως αρχές Οκτωβρίου 2017, ενημερώθηκε για την ύπαρξη εντάλματος κατάσχεσης της κινητής της περιουσίας (writ κινητών). Τότε «αντιλήφθηκε πιθανές επιπτώσεις» που μπορούσε να επιφέρει το έγγραφο που τους επιδόθηκε στις 29.3.
  1. Επικοινώνησαν αμέσως με συγκεκριμένη λειτουργό της τράπεζας η οποία τους συμβούλευσε να αποταθούν σε δικηγόρο. Στις 13.10.2017 είχαν συνάντηση με δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου που τους εκπροσωπεί. Κατά την ίδια, «αντέδρασαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν» από τη στιγμή που αντιλήφθηκαν την σημασία του Κλητηρίου Εντάλματος που τους επιδόθηκε τον Μάρτιο του
  2. Διατείνεται τέλος πως «έχουν» καλή υπεράσπιση στην αγωγή και πως είναι ορθό και δίκαιο όπως παραμεριστεί η απόφαση και όπως τους δοθεί η ευκαιρία να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Οι Ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση, καταχώρισαν Ένσταση, η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση. Προβάλλουν πως η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των διαδικαστικών Κανονισμών και/ή καταχρηστική. Πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Πως οι αιτητές δεν παρουσίασαν επαρκή μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Πως δεν δικαιολόγησαν επαρκώς την μη καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης παρόλο που η αγωγή τους επεδόθη νομότυπα. Πως σε περίπτωση που παραμεριστεί η απόφαση, θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγόντων και πως η επιδίκαση εξόδων δεν θα συνιστά επαρκή και/ή εύλογη αποζημίωση τους. Πως ο παραμερισμός της απόφασης θα πλήξει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη δήλωση του XXXXX Σωφρονίου, εργοδοτούμενου των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Ο ομνύων επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Είναι η θέση του πως οι αιτητές δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε επαρκή μαρτυρία, η οποία να αποδεικνύει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ούτως ώστε η απόφαση να παραμεριστεί. Πως «προσπαθούν» να συνδέσουν το εξ΄ αποφάσεως χρέος τους με εκ των υστέρων απαιτήσεις για αξιόγραφα που έλαβαν από την Marfin Popular Bank, για τα οποία μέχρι σήμερα δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια. Πως οι αιτητές με την ελεύθερη τους βούληση και χωρίς «καμία πλάνη, αθέμιτη επιρροή ή πίεση» από πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση, υπέγραψαν τα έγγραφα παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων, εγγυητήρια και οποιωνδήποτε άλλων εξασφαλίσεων. Πως οι τελευταίοι είχαν πλήρη επίγνωση των πράξεων τους όταν υπέγραφαν τα εν λόγω έγγραφα. Τέλος, πως οι αιτητές επιδιώκουν ουσιαστικά να παρεμποδίσουν τους καθ΄ ων η αίτηση από το να εισπράξουν το λαβείν τους στην βάση μιας νομότυπης εκδοθείσης και άμεσα εκτελεστής δικαστικής απόφασης. Οι αρχές στις οποίες το Δικαστήριο θα πρέπει να βασιστεί στην εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από την νομολογία. Κλασσική απόφαση είναι η αγγλική υπόθεση Evans ν. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 η οποία υιοθετήθηκε από την δική μας νομολογία και ιδιαίτερα από την υπόθεση loannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Kotsapas (ανωτέρω) ο αγγλικός θεσμός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Κυπριακό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αυθεντίες. Στην αγγλική υπόθεση Evans ν. Bartlam (ανωτέρω) τονίστηκε ότι πρωταρχικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας και εάν το Δικαστήριο πειστεί ότι ικανοποιείται το κριτήριο αυτό, τότε το Δικαστήριο δεν θα επιθυμεί να αφήσει μια τέτοια απόφαση χωρίς να την παραμερίσει εάν δικαιολογημένα ο εναγόμενος δεν έλαβε τα μέτρα που όφειλε σύμφωνα με τους θεσμούς. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd ν. Κούρτη
(1997)1 A.Α.Δ. 941, στις σελίδες 946-947, ο πρωταρχικός παράγοντας ο οποίος επενεργεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η αποκάλυψη υπεράσπισης παρόλο που μπορεί να επενεργήσουν και άλλοι παράγοντες μικρότερης όμως σημασίας, [Δέστε επίσης Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, σελ. 31]: «....Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Κατά συνέπεια είναι ξεκάθαρο ότι ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Δεν απαιτείται, ωστόσο, απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο εναγόμενος ότι έχει καλή υπεράσπιση, γεγονός που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Μαρία Λευκίδου ν. Άριστος Καναουρίδης, Π.Ε. 10015, ημερομηνίας 26.4.1999 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδης τόνισε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης». Το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης δεν είναι να κάμει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή ως προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης όπου το Δικαστήριο πρέπει να προσπαθήσει να σταθμίσει δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης ενός διαδίκου από την μία και την ανάγκη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων από την άλλη [Βλ. Phylactou and Others ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 2004 ] Το Δικαστήριο πρέπει να διασφαλίζει την ταχεία εκδίκαση των δικαστικών υποθέσεων και την ανάγκη προάσπισης του τελεσιδίκου των αποφάσεων (finality of judgements). Δεν πρέπει όμως το Δικαστήριο να είναι γρήγορο στο να στερήσει ένα διάδικο του δικαιώματος του να ακουστεί στην υπόθεση του εφόσον αποκαλύψει θετικά στοιχεία, αλλά μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια που να πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Όταν η διαγωγή του διαδίκου που υποβάλλει αίτηση για παραμερισμό απόφασης είναι ασυγχώρητη, προσβλητική στο βαθμό της εμφανούς καταφρόνησης για τη δικαστική διαδικασία ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί κατά την διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Για τον λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Eros Travel and Tours Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 9695, ημερομηνίας 25.6.1997, Π. Μωυσέως ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9762, ημερομηνίας 17.7.1997, Milouca Motor Trading Ltd ν. Xp. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Το μοναδικό θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον οι εναγόμενοι κατάφεραν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση, το βασικότερο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη στην εξέταση αίτησης όπως η παρούσα. Και τούτο καθότι δεν τίθεται θέμα κακής ή μη επίδοσης της αγωγής. Οι εναγόμενοι παραδέχονται πως η αγωγή επεδόθη νομότυπα στις 29.3.2017 στην ενήλικη θυγατέρα τους, η οποία τους ενημέρωσε περί τούτου. Δικαιολογούν την μη καταχώριση Εμφάνισης στο ότι δεν αντιλήφθησαν την σημασία του εγγράφου και τις επιπτώσεις του, λόγω του μορφωτικού τους επιπέδου (είναι και οι δύο απόφοιτοι δημοτικού) καθώς και στο ότι δεν είχαν «οποιαδήποτε προηγούμενη εμπειρία στα δικαστήρια». Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως σε αιτήσεις όπως η παρούσα η μαρτυρία προσφέρεται υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Στην υπόθεση Μερκής ν. Yiannoukas Holiday Inns Limited κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 736, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις παραμερισμού πρωτόδικων αποφάσεων δεν είναι ανάγκη να προσφέρεται ζωντανή μαρτυρία και τα Δικαστήρια μπορούν να στηρίζονται στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρούνται εκ μέρους των διαδίκων. Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σύγκρουση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, όπου δηλαδή υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, το βάρος απόδειξης το έχει ο αιτητής. Τα όσα οι εναγόμενοι προβάλλουν δεν είναι, κατά την κρίση μου, υπεράσπιση στην αγωγή. Ως προς τη θέση των εναγομένων πως η αγορά των αξιογράφων ήταν το αποτέλεσμα των όσων ψευδώς τους παρέστησε ο υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας Κώστας Ηλία, θα πρέπει να λεχθεί πως πέραν των λεκτικών ισχυρισμών τους, οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν την θέση τους. Αντίθετα, είναι παραδεκτό από την πλευρά τους πως γνώριζαν ότι οι καταθέσεις τους θα ήταν δεσμευμένες για έξι
(6)χρόνια και πως τα αξιόγραφα θα απέφεραν ψηλό τόκο. Το ότι τα αξιόγραφα απέφεραν αρχικά ψηλό τόκο καταδεικνύεται από τον πίνακα στον οποίο η ίδια η εναγόμενη 1 κάμνει αναφορά στην Ένορκη της Δήλωση. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί πως στη θέση των εναγόντων πως μέχρι και σήμερα «ουδέν έπραξαν» σε σχέση με τα αξιόγραφα, δεν απάντησαν, ούτε και προέβαλαν την δική τους θέση. Από τα όσα οι ίδιοι έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν υποστηρίζεται η εκδοχή τους. Το ίδιο ατεκμηρίωτη παρέμεινε και η θέση τους πως και τα δάνεια που συνήψαν ήταν επίσης προϊόν «ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή ψυχικής πίεσης και/ή οικονομικού καταναγκασμού». Από τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται στην Ένορκη Δήλωση του Μάριου Σωφρονίου ημερομηνίας 265.2017 (καταχωρήθηκε στα πλαίσια απόδειξης της υπόθεσης) καταδεικνύεται πως οι εναγόμενοι αφενός μεν συμβλήθηκαν με την ελεύθερη τους βούληση και αφετέρου κατανόησαν τους όρους των συμφωνιών των δανείων και των εγγυήσεων αφού υπέγραψαν σχετική επιστολή (Τεκμήριο Δ) με την οποία δήλωναν πως δεν επιθυμούσαν να λάβουν νομική συμβουλή, προτού υπογράψουν τις συμφωνίες εγγύησης και δανείου. Η θέση πως τα χρεωστικά υπόλοιπα των δανείων έχουν επιβαρυνθεί με παράνομες χρεώσεις και παράνομους τόκους υπερημερίας, επίσης έχει παραμείνει ατεκμηρίωτη. Οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο που να υποστηρίζει τα όσα διατείνονται. Η απλή αναφορά πως «οι υπέρογκες χρεώσεις και τόκοι με τους οποίους χρεώνονταν τα δάνεια, φαίνονται ξεκάθαρα στο Τεκμήριο Ξ της Ένορκης Δήλωσης του XXXXX Σωφρονίου ημερομηνίας 26.5.2017», δεν αρκεί. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ως στοιχείο εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, η δήλωση της εναγόμενης 1 επί του ιδίου Τεκμηρίου, πως «από εκεί φαίνεται πόσο απότομα και μέσα σε λίγα μόνο χρόνια το υπόλοιπο των δανείων εκτοξεύτηκε από το αρχικό ποσό, στο ποσό της απόφασης.» Καταληκτικά, θεωρώ πως οι ισχυρισμοί των εναγομένων ως προς την ύπαρξη καλής υπεράσπισης, παρέμειναν μετέωροι. Οι εναγόμενοι δεν έχουν πείσει το Δικαστήριο ότι έχουν συζητήσιμη υπόθεση. Το νοηματικό περιεχόμενο της έννοιας «αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης» δεν μπορεί να εξαντλείται στην απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Εξυπακούεται ένα πιο ευρύ πλαίσιο. Ο αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία μέσα από τα οποία να διαφαίνεται, με επαρκή λεπτομέρεια, η ύπαρξη γνήσιας, εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Έτσι, που η παράθεση της θέσης του (αιτητή) με συνακόλουθη σύνδεση της με υποστηρικτικό υλικό να δίνει στην εκδοχή του επαρκή βαρύτητα, ούτως ώστε να αποσείσει το βάρος που έχει σε αίτηση αυτής της μορφής. Εξετάζοντας τέλος τις δύο άλλες παραμέτρους που επικουρικά λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης τέτοιας υφής όπως η παρούσα, της επιμέλειας δηλαδή την οποίαν επέδειξαν οι εναγόμενοι και της ταχύτητας με την οποία έδρασαν μετά την έκδοση της απόφασης, αποδέχομαι πως έδρασαν χωρίς ολιγωρία όταν έλαβαν γνώση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους. Τούτο όμως δεν σώζει την κατάσταση. Για όλους αυτούς τους λόγους που εξέθεσα ανωτέρω, κρίνω ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος των εναγομένων. Δια ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγομένων-αιτητών και υπέρ των εναγόντων-καθ'ων η αίτηση. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): .............. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.