← Κύπρος

ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Παραπομπής: 110/2012, 22/5/2019

ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Παραπομπής: 110/2012, 22/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Παραπομπής: 110/2012 Μεταξύ: xxxxxxx xxxxxxxx ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ Αιτήτριας ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Αποζημιούσης Αρχής AΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 8.4.2019 ΓΙΑ ΠΡΟΔΙΚΑΣΗ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ Ημερομηνία: 22.05.2019 Εμφανίσεις: Για Αποζημιούσα Αρχή ‑ Αιτητή: κα Α. Θωμά Για Απαιτήτρια ‑ Καθ' ης η Αίτηση: κ. Α. Κεφάλας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ - (Ex-Tempore) Στις 29.8.2012 καταχωρήθηκε ειδοποίηση παραπομπής από την Απαιτήτρια ‑ Καθ'ης η αίτηση (στο εξής Καθ' ης η αίτηση) και εναντίον της Αποζημιούσας Αρχής διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αιτητή (στο εξής Αιτητή) για την καταβολή αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση του ακινήτου με στοιχεία χωράφι, αριθμός εγγραφής 2XX1, Φ/Σχ 0/2‑XXX‑379, Τμήμα 3, τεμάχιο αριθμός 4X3, μερίδιο 1/

  1. Στις 14.9.12 καταχωρήθηκε ειδοποίηση εμφάνισης από τον Αιτητή, ενώ η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 19.9.
  2. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση ως η Έκθεση Απαίτησης λόγω μη καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης στις 17.10.12, (αν και λανθασμένα αναφέρεται 17.10.11). Τελικά η Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 16.4.
  3. Έτσι αποσύρθηκε η αναφερθείσα αίτηση με έξοδα. Στις 13.5.13 καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση για το ποσό των €130.846, 67 σεντς πλέον 9% από 27.5.11 ετησίως μέχρι εξόφλησης, ένεκα του γεγονότος ότι o Αιτητής, στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης του προέβαλε τον ισχυρισμό ότι είχε προσφέρει στην Καθ' ης η αίτηση το ποσό των €130.846, 67 ως αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν ακίνητο της. Καταχωρήθηκε ειδοποίηση ένστασης στις 5.11.13 και την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 5.11.13 που είχε οριστεί η αναφερθείσα αίτηση, εκδόθηκε απόφαση για το αναφερθέν ποσό, με αναστολή εκτέλεσης της για 6 μήνες, ενώ η συνέχιση της παραπομπής ακολούθησε ως προς το υπόλοιπο της αξίωσης της Καθ' ης η αίτηση. Στις 28.2.14 η εν λόγω απαλλοτρίωση ανακλήθηκε. Τελικά στις 26.6.14 η παραπομπή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με επιφύλαξη δικαιωμάτων, πλέον έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο με τόκο από τις 26.6.14, πλέον €800 συμφωνηθέντα εκτιμητικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Δεν υπάρχει διαφωνία ως προς το γεγονός ότι ανακλήθηκε η απαλλοτρίωση στις 28.2.14 και ότι όπως ανέφεραν οι συνήγοροι των δύο πλευρών τα δικηγορικά και εκτιμητικά έξοδα, τα οποία επιδικάστηκαν στις 26.6.14, καταβλήθηκαν. Η διαφορά βρίσκεται αλλού, όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω, και ουσιαστικά είναι αυτή τη διαφορά που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, αφού με βάση την απόφαση ημερομηνίας 5.11.13 η Καθ'ης η αίτηση καταχώρησε την αίτηση ημερομηνίας 2.1.18, η οποία ορίστηκε στις 15.2.18, με την οποία ζητούνται διατάγματα ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα που να διατάττει τον Καθ'ου η Αίτηση να αποκαλύψει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία, εισοδήματα ή και άλλες απολαβές προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους του στην πιο πάνω αγωγή, Β. Διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάττει τον Καθ'ου η Αίτηση εξ αποφάσεως χρεώστη να καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των €10.000 ή και οιοδήποτε άλλο ποσό που το Δικαστήριο κρίνει πρόσφορο μέχρι πλήρους εξοφλήσεως του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων της διαδικασίας. Γ. Έξοδα της αίτησης πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση συνεργάτιδας του δικηγορικού γραφείου που χειρίζεται την παραπομπή και έχει ως ακολούθως: «
  4. Είμαι συνεργάτιδα του δικηγορικού γραφείου που χειρίζεται την πιο πάνω υπόθεση και εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα.
  5. Κατά την 5.11.13 εξεδόθηκε απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και σε βάρος του Καθ'ου η αίτηση για το ποσό των €130.846,67 με τόκο 9% από 27.5.11 μέχρι εξοφλήσεως με αναστολή εκτέλεσης της για περίοδο 6 μηνών.
  6. Η περίοδος αναστολής παρήλθε ως επίσης και το ένταλμα κινητών που εξεδόθηκε την 18.7.14 επιστράφηκε ανεκτέλεστον χωρίς ο Καθ'ου η Αίτηση να καταβάλει μέχρι σήμερα οιονδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους.
  7. Εξ όσων πληροφορούμαι και πιστεύω ο Καθ'ου η αίτηση έχει εισοδήματα και/ή ωφελήματα από τα οποία δύναται να καταβάλλει το ποσό των €10.000 μηνιαίως ή οποιοδήποτε άλλο ποσό που το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο υπό τας περιστάσεις προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων της διαδικασίας.» Με αυτή επισυνάπτεται ως τεκμήριο αντίγραφο της απόφασης που εκδόθηκε στις 5.11.
  8. Ο Αιτητής αντέδρασε με καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης στις 30.4.18, με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «
  9. Η νομική βάση την οποία επικαλείται η Αιτήτρια και/ή στην οποία βασίζει την παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή στερείται καλής και/ή νομίμου βάσης και/ή είναι πραγματική και/ή νομικά αστήρικτη και/ή ανεδαφική και/ή απαράδεκτη.
  10. Δεν προβλέπεται η καταχώρηση της παρούσας αίτησης σε διαδικασία Παραπομπής.
  11. Οι Κανονισμοί που διέπουν τη διαδικασία καθορισμού αποζημίωσης δεν παρέχουν την αναγκαία δικαιοδοσία στο Δικαστήριο για να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.
  12. Η απόφαση που επικαλείται η Αιτήτρια είναι απόφαση καθορισμού αποζημίωσης σε Παραπομπή που δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα ώστε να είναι δυνατή η λήψη μέτρων για εκτέλεση της.
  13. Η απαλλοτρίωση στην οποία στηρίζεται η αξίωση της Αιτήτριας για καταβολή του ποσού των €130.846,67 έχει ανακληθεί.
  14. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας.
  15. Λανθασμένα κλητεύθηκε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας για να δώσει μαρτυρία σχετική με την οικονομική κατάσταση της Δημοκρατίας.
  16. Το κλητήριο Μάρτυρος είναι λανθασμένο και/ή ελλιπές. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κύριας Παλουρτή από τη Λάρνακα.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του προσώπου που αναφέρθηκε η οποία δεν χρειάζεται να καταγραφεί ως έχει αφού στη συνέχεια της απόφασης θα γίνει αναφορά σε αυτή. Με αυτή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α το διάταγμα ανακλήσεως της απαλλοτρίωσης. Η ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 7 και 20 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης για Σκοπούς Δημόσιας Ωφέλειας Νόμου 15/62, στους Περί Ειδικού Δικαστηρίου για τον Καθορισμό Αποζημίωσης Κανονισμού του 1956, στη Δ.48 θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 2, 3, 4, 5, 7, 82-91Ι του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφάλαιο 6, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 8.4.19 με την οποία ζητούνται τα ακόλουθα: «
  17. Όπως τα νομικά σημεία τα οποία εγείρονται στις παραγράφους 1 - 4 της ενστάσεως του Καθ' ου η Αίτηση-Αιτητή ημερομηνίας 30.4.18, την οποία καταχώρησε στα πλαίσια αίτησης εξέτασης ημερομηνίας 2.1.18 υπό τις Αιτήτριας- Καθ'ης η αίτηση, προδικαστούν και/ή αποφασιστούν υπό του Σεβαστού Δικαστηρίου και πρώτα και/ή πριν την ακρόαση ολόκληρης της αιτήσεως.
  18. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης.
  19. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή οδηγία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογο και δίκαιο να εκδώσει.» Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση κτηματολογικού γραφέα και εκτιμητή στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, η οποία όμως δεν χρειάζεται να καταγραφεί ως έχει αφού αναφορά σε αυτή θα γίνει στη συνέχεια της απόφασης. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 θ.1 και 2 και Δ.48 θ.1 - 4 και 9, Δ.29 θ. 2, στις Γενικές Αρχές του Νόμου και Νομολογίας, στις αρχές Επιείκειας, στην Αγγλική Πρακτική και επί των Γενικών Σύμφυτων Εξουσιών του Δικαστηρίου. Η Καθ' ης η αίτηση αντέδρασε άμεσα και καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 9.5.19 με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «
  20. Η αίτηση είναι καταχρηστική και ανεδαφική.Επίσης είναι αντίθετη με τη νομοθεσία και τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, νομολογία και πρακτική του δικαστηρίου.
  21. Δεν μπορεί να εγερθεί και εκδικαστεί νομικό σημείο μετά από έκδοση απόφασης και στο στάδιο εκτέλεσης της. Νομικά σημεία εγείρονται μόνο με δικόγραφα στο στάδιο εκδίκασης αγωγής.
  22. Η αίτηση στερείται νομιμότητας αφού αμφισβητεί την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για εκτέλεση απόφασης που το ίδιο εξέδωσε.
  23. Η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αδικαιολόγητη και έξοδα σε βάρος των αιτητών.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ευαγγελίας Λαζαρίδου, η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «
  24. Είμαι συνεργάτης του δικηγορικού γραφείου που χειρίζεται την πιο πάνω υπόθεση και είμαι εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα. Γνωρίζω τα γεγονότα της υπόθεσης από τον φάκελο της στο γραφείο μας ως και από πληροφόρηση που έλαβα από τον δικηγόρο μας, ιδιαίτερα για τα νομικά θέματα.
  25. Ο Καθ' ου η Αίτηση με την επίδικη αίτηση του αιτείται εκδίκαση νομικού σημείου πριν την εκδίκαση της αίτησης μηνιαίων δόσεων με την οποία η Αιτήτρια αιτείται την εκτέλεση της απόφασης διά μηνιαίων δόσεων.
  26. Τα νομικά σημεία που εγείρονται και είναι προς εκδίκαση (παρα 1‑ 4 της ένστασης ημερομηνίας 4/4/18) είναι ουσιαστικά η αναρμοδιότητα του παρόντος δικαστηρίου να εκτελέσει την απόφαση που το ίδιο εξέδωσε και μάλιστα εκ συμφώνου.
  27. Δεν μπορεί στο στάδιο εκτέλεσης της απόφασης ή και μετά την έκδοση απόφασης να εγερθεί νομικό σημείο περί της αρμοδιότητας του δικαστηρίου δηλ. να καλείται να απεκδυθεί των εξουσιών του ήτοι της εκτέλεσης των δικών του αποφάσεων που νόμιμα εξέδωσε. Ο Περί Δικαστηρίων Νόμος 14/10, αρ. 2: «"δικαστήριον" σημαίνει το Ανώτατον Δικαστήριο ή οιονδήποτε υπό τούτο τεταγμένον δικαστήριον καθιδρυόμενον υπό του παρόντος νόμου ή καθιδρυσόμενον υφ' οιουδήποτε άλλου νόμου, έχον δικαιοδοσίαν, και περιλαμβάνει οιονδήποτε δικαστή τούτων "αγωγή" σημαίνει πολιτικήν διαδικασίαν αρχομένην διά κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτον άλλον τρόπον ως καθορίζεται υπό διαδικαστικού κανονισμού. Το Δικαστήριο Καθορισμού Αποζημιώσεων λειτουργεί βάσει νόμου και κανονισμών. Ο αιτητής ισχυρίζεται παράνομα ότι το Δικαστήριο τούτο δεν μπορεί να εκτελέση ή εξετάσει μέτρα εκτέλεσης της απόφασης του.
  28. Είναι θέση του Καθ'ου η αίτηση ότι ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 6 καλύπτει μόνο αγωγές ως προβλέπεται στο αρ. 2 στην ερμηνεία του Δικαστηρίου. Αυτό δεν ευσταθεί και είναι ατυχές. Στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 ερμηνεύεται η λέξη αγωγή όπως αναγράφεται πιο πάνω στην παρα.
  29. Η ίδια ερμηνεία δίνεται και στη Δ.1 τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς μας.
  30. Σχετική είναι και η Διαταγή 27 που προβλέπει την εκδίκαση νομικού σημείου.
  31. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  32. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just. Είναι καθαρό ότι μόνο στα δικόγραφα μπορεί να εγερθεί νομικό σημείο και μάλιστα να είναι δικογραφημένο. Η Διαταγή 19 είναι διαφωτιστική. Η ένσταση και ένορκος δήλωση της δεν θεωρούνται δικόγραφα και ούτε αναφέρονται σε αυτή την διαταγή.
  33. Απλή ανάγνωση της Διαταγής διαφαίνεται καθαρά ότι δεν προβλέπεται εκδίκαση νομικού σημείου στο στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης παρά μόνο σε εκκρεμή εκδίκαση αγωγής. Η αναφορά δε της Διαταγής 29 (special case) στην επίδικη αίτηση δεν έχει σχέση με το αιτητικό της ούτε και υποστηρίζεται.
  34. Είναι η θέση μας ότι η αίτηση για εκδίκαση νομικού σημείου προωθείται από τον Καθ΄ου η αίτηση για σκοπούς καθυστέρησης εκδίκασης της αίτησης μας για εκτέλεση της απόφασης του και παραπλάνησης του δικαστηρίου και ως τέτοια εισηγούμαστε όπως απορριφθεί με έξοδα σε βάρος του.» Η ένσταση βασίζεται στη Δ.27 θ. 1 - 4, Δ.29, Δ.48 θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και της Νομολογίας. Η δικηγόρος του Αιτητή με τη γραπτή αγόρευση της αφού προβαίνει σε μια εισαγωγή τι ζητείται με την αίτηση, στη συνέχεια, αφού αναφέρεται σε κάποια γεγονότα, παραθέτει τη νομική πτυχή και ανάλυση των νομικών σημείων προς εκδίκαση με αναφορά κυρίως στα άρθρα 7, 9 και 20 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης νόμου 15/1962, καθώς και στο άρθρο 2 του Κεφαλαίου 6 με επίκληση σχετικής νομολογίας, για να καταλήξει ότι δεν παρέχεται η ευχέρεια καταχώρησης αίτησης μηνιαίων δόσεων σε παραπομπή, αφού ουσιαστικά ο ρόλος του δικαστηρίου σε τέτοια αίτηση είναι ο καθορισμός της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης παραπέμποντας σε νομολογία που κατά την άποψη της είναι σχετική καθώς και σε απόφαση αδελφού δικαστή. Από την άλλη ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση στη γραπτή του αγόρευση απορρίπτει όλες τις θέσεις που προβάλλονται με τη γραπτή αγόρευση της δικηγόρου του Αιτητή με αναφορά στη Δ.27 όσο και στο άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, παραπέμποντας στην ερμηνεία του όρου "Δικαστήριο" και "Αγωγή" και η τελική του εισήγηση είναι ότι η παρούσα παραπομπή εντάσσεται στον όρο "αγωγή" και έτσι με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας μπορεί να προβεί για είσπραξη του ποσού που καθόρισε το Δικαστήριο ως αποζημίωση με την εκδοθείσα εκ συμφώνου απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.11.2013, με βάση το άρθρο 14 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 6, όπου προβλέπονται τα μέτρα εκτέλεσης, ένα εκ των οποίων είναι και η καταχώρηση αίτησης έρευνας. Δίνονται δε παραδείγματα αποφάσεων άλλων ειδικών δικαστηρίων. Πρόβαλε όμως και ένα άλλο θέμα, ότι η αίτηση πάσχει αφού δεν αναφέρονται σε αυτή οι θεσμοί 8 και 9 της Διαταγής
  35. Αρχίζοντας από αυτό το τελευταίο, παρατηρώ ότι η αίτηση στηρίζεται στη Δ.48 θ.1-4 και
  36. Ο θ.9 αναφέρεται στις αιτήσεις που πρέπει να γίνονται διά κλήσεως, όπως έγινε αυτή. Πέραν τούτου το κύριο στοιχείο είναι ότι αναφέρεται η Δ.48 θ.1 - 4 που προβλέπουν για καταχώρηση γραπτής αίτησης, που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Πριν όμως καταπιαστώ με την υπό κρίση αίτηση, έχει διαφανεί ότι την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν την υπογράφει η Καθ' ης η αίτηση, αλλά συνεργάτης του δικηγορικού γραφείου που χειρίζεται την υπόθεση και η οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη, χωρίς να αναφέρει όμως από ποιον είναι εξουσιοδοτημένη, να προβεί στην ένορκη δήλωση. Η μη αναφορά από ποιον είναι εξουσιοδοτημένη, αποστερεί το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι η εξουσιοδότηση ήταν από την ίδια την Καθ' ης η αίτηση. Εξ αυτού δε συνεπάγεται τη μη θεμελίωση της αναγκαίας βάσης να προβεί αυτή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Πέραν αυτού, επίσης δεν αναφέρεται για ποιο λόγο προβαίνει αυτή και όχι η Καθ' ης η αίτηση, στην ένορκη δήλωση (αφού τόσο από την ένορκη δήλωση όσο και από τη δικογραφία φαίνεται ότι είναι Κύπρια) όπως π.χ. είτε ότι έγινε τούτο λόγω ασθένειας της και δεν μπορούσε η ίδια να προβεί στην ένορκη δήλωση ή ότι βρίσκεται στο εξωτερικό και για κάποιο λόγο δεν μπορούσε να υπογράψει την ένορκη δήλωση ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο που να δικαιολογεί τη μη όμνυση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση από αυτή. Στην υπόθεση THANOS HOTELS LTD v. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ

(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε το ανεπιθύμητο της πρακτικής την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, επομένως και την ένσταση, να γίνεται από δικηγόρο αναμένοντας, ένεκα προηγούμενης νομολογίας, το φαινόμενο αυτό να είχε εκλείψει. Σημειώνεται, από το παρόν Δικαστήριο, ότι, αντί να εκλείψει το φαινόμενο αυτό, από τη Δικαστική γνώση που έχει επιλαμβανόμενο σωρεία ενδιάμεσων αιτήσεων, έχει επιταθεί σε τέτοιο βαθμό που οι δικηγόροι πλέον παίζουν και το ρόλο του μάρτυρα. Στην Προσφυγή 1045/05, DULAL v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ημερομηνίας 27/10/05, με μονομελή σύνθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Roc Chik Ltd
(1968)1 CLR 1, Ιn Re Efthymiou
(1987)1 CLR 28, Ιn Re An Advocate
(1987)1 CLR 319 και Thanos Hotels Ltd v. Δημήτρης Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036), οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο. Εδώ, όπως ήδη ανάφερα, δεν εξηγείται γιατί να μην ορκίζεται ο ίδιος ο αιτητής. Παρόλο που ο κ. Παύλος Ερωτοκρίτου δεν χειρίζεται την υπόθεση, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους του αιτητή. Είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης.» Στην Προσφυγή 869/05, SVETLANA SHALAEVA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ημερομηνίας 24/3/06, το ίδιο το Δικαστήριο (με την ίδια σύνθεση) με αυτή της DULAL (ανωτέρω), αφού αναφέρεται στην πιο πάνω νομολογία αποδέχεται την ένορκη δήλωση που προέβη ο δικηγόρος γιατί το βάρος απόδειξης δεν το είχε η προσφεύγουσα αλλά η Κυπριακή Δημοκρατία. Αν το είχε, δυνατό να κατέληγε ότι η ένορκη δήλωση να μην ήταν επαρκής. Στην υπόθεση DMITRY RYBOLOVLEV v. ELENA RYBOLOVLEVA κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 82, λέχθηκαν τα εξής υπό τριμελή σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Εφετείο: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι' απόρριψη της αίτησης, εντούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησης του. Υπ' εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 869/2005, ημερ. 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας - καθ' ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποια επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του. Ο πρώτος τούτος Λόγος Έφεσης επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει.». Είναι ανεπιθύμητο να προβαίνει δικηγόρος σε ένορκη δήλωση που συνοδεύει αίτηση και δη ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση που είναι συνεργάτης του δικηγορικού γραφείου το πρόσωπο που προβαίνει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, χωρίς να περιγράφεται η ιδιότητα της, δηλαδή αν είναι δικηγόρος ή οτιδήποτε άλλο. Σε περιπτώσεις όπου δεν αιτιολογείται γιατί δεν προβαίνει στην ένορκη δήλωση το άμεσα ενδιαφερόμενο πρόσωπο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου η ένορκη δήλωση δεν θα πρέπει να γίνεται αποδεκτή. Αντιπαρερχόμενος όμως αυτό το ζήτημα που προκύπτει, θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στην ένσταση και ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.27 θ.1-4 έχει ως ακολούθως: «
  1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
  3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.
  4. No action or proceeding shall be open to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «
  5. Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφα του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται έτσι θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οιονδήποτε στάδιο που θα ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό.
  6. Αν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση σ΄ αυτό το νομικό σημείο ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οιονδήποτε καλό αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης, απάντησης σ΄ αυτή, το Δικαστήριο μπορεί τότε να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οιονδήποτε άλλο διάταγμα σ΄ αυτή που θα είναι δίκαιο.
  7. Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαια.
  8. Ουδεμία αγωγή ή διαδικασία θα υπόκειται σε ένσταση για το λόγο ότι ζητείται απλή δηλωτική απόφαση ή διάταγμα και το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει δεσμευτικές διακηρύξεις (declarations) δικαιώματος κατά πόσον οιαδήποτε κατοπινή θεραπεία θα μπορούσε να απαιτηθεί ή όχι.» Η Δ.27 θ.3 εφαρμόζεται όταν με την αίτηση ζητείται η απόρριψη ή η διαγραφή ολόκληρης της αγωγής ή του δικογράφου. Η εξουσία που δίδει η Δ.27 θ.3, η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού ζητείται η διαγραφή ολόκληρης της αίτησης ή/και αναστολή, αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για την αποφυγή προώθησης σκανδαλωδών ή ενοχλητικών ισχυρισμών που αντιβαίνουν στην ορθή παρουσίαση των δικογράφων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση IN RE PELMAKO DEVELOPMENT LTD v. IN RE THE COMPANIES LAW, CAP.113 «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.». Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση ΝΙΚΟΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ v. FEDERAL BANK OF LEBANON (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338 «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο θεσμός αυτός δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική (frivolous or vexatious). Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με εξαιρετική φειδώ. (Βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246).» Επίσης, σχετική αναφορά γίνεται στην υπόθεση ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
(2007)1 Α.Α.Δ. 21. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση ΜΙΧΑΗΛ ΣΑΒΒΑ ΣΑΟΥΡΟΥ κ.α v. ΜΑΡΙΑ ΚΩΣΤΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
(2012)1 Α.Α.Δ.
  1. Ακόμη, σχετική είναι η υπόθεση ΠΑΤΤΙΧΗ ν. ΠΑΤΤΙΧΗ, Έφεση Αρ. 8/2013, ημερ. 20.2.
  2. Στην υπόθεση ARTESA TRADING CO LIMITED κ.ά. ν. CREDIT BANK OF MOSCOW, Πολιτική Έφεση Αρ. 147/2012, ημερ. 3.4.2018, λέχθηκαν τα εξής: «Η Δ.27, όπως είναι γνωστό, ενεργοποιείται για απόρριψη δικογράφων ή και κλητηρίου εντάλματος όταν δεν στοιχειοθετείται εκ προοιμίου αγώγιμο δικαίωμα. Αναγνωρίζεται από τη νομολογία ότι η in limine διαγραφή αγωγής είναι δραστικότατο μέτρο, αναγκαίο όμως όταν, εκ των πραγμάτων, μια αγωγή δεν έχει νομικό έρεισμα να προχωρήσει σε πλήρη εκδίκαση. Γι΄ αυτό και ζητήματα απόρριψης αγωγής εξετάζονται κατά κανόνα από την αρχή της διαδικασίας με σχετική αίτηση που εισάγεται από τον αντίδικο ώστε να περισωθεί δικαστικός χρόνος και να μην δημιουργούνται αχρείαστα έξοδα, (Daimler & Co. V. Continental Tyre Co Ltd
(1916)2 A.C. 307). Η νομιμοποίηση ενός ενάγοντα πρέπει να αποφασίζεται εκ των προτέρων, (Κρεμμού ν. Κρεμμού κ.ά., Πολ. Έφ. αρ. 55/2006, ημερ. 21.6.2007 - μη δημοσιευθείσα). Τέτοια μη νομιμοποίηση δυνατό να αφορά την ανικανότητα διαδίκου να υπογράψει ή να δώσει έγκυρο διοριστήριο, ζήτημα θεμελιακής φύσεως αφού επηρεάζει αυτό τούτο το δικαίωμα έγερσης αγωγής, (Annual Practice
(1970)Τόμος 2, 840, παρ. 3224 και οι εκεί αναφερόμενες υποθέσεις).» Το θέμα που εγείρεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί στα πλαίσια της Παραπομπής αίτηση μηνιαίων δόσεων. Ας σημειωθεί η αίτηση μηνιαίων δόσεων επιδόθηκε σε πρόσωπο που παραλαμβάνει τα έγγραφα για τον Γενικό Εισαγγελέα και ουσιαστικά απευθύνεται η κλήση προς αυτόν. Στο Μέρος 6 του Συντάγματος αναφέρεται περί των ανεξάρτητων αξιωματούχων της Δημοκρατίας και στο Κεφάλαιο 1 ως τέτοιος καταγράφεται ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο οποίος, είναι καθαρό, ότι είναι νομικός σύμβουλος του κράτους και ανεξάρτητος, χωρίς να έχει άλλη σχέση με την εκτελεστική εξουσία ή οποιαδήποτε άλλη εξουσία. Στο Κεφάλαιο 2 αναφέρεται ο Γενικός Λογιστής και Βοηθός Γενικού Λογιστή. Σύμφωνα με το άρθρο 127
(1): «1. O γενικός λογιστής βοηθούμενος υπό του βοηθού γενικού λογιστού διευθύνει και επιβλέπει πάσαν λογιστικήν εργασίαν σχετικήν προς τα χρηματικά διαθέσιμα και το λοιπόν ενεργητικόν, ων η διαχείρισις γίνεται υπό της Δημοκρατίας ή εν ονόματι αυτής, και προς τας αναληφθείσας υπό της Δημοκρατίας ή δια λογαριασμόν αυτής υποχρεώσεις. Tηρουμένων δε των διατάξεων του Συντάγματος ή οιουδήποτε νόμου, δέχεται και ενεργεί πάσαν πληρωμήν χρημάτων της Δημοκρατίας.» Αυτό υποδεικνύει ότι το πρόσωπο το οποίο έχει να κάμει με οποιαδήποτε αποδοχή πληρωμής ή καταβολή πληρωμής είναι ο Γενικός Λογιστής του κράτους. Ο λόγος που ο Γενικός Εισαγγελέας αναφέρεται στις αγωγές που στρέφονται εναντίον της Δημοκρατίας είναι γιατί σύμφωνα με το άρθρο 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, οι αγωγές υπό της Δημοκρατίας εναντίον του οιουδήποτε προσώπου εκτός αν αλλιώς προβλέπεται υπό οιουδήποτε νόμου θα εγείρονται επ' ονόματι του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και αγωγές εκ μέρους οιουδήποτε προσώπου κατά της Δημοκρατίας, εκτός αν αλλιώς προβλέπεται υπό οιουδήποτε άλλου νόμου θα εγείρονται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως Εναγόμενος. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, το οποίο προνοεί για τις μεθόδους εκτέλεσης, μία από αυτές το (ε) είναι η εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη, δυνάμει του Μέρους 8 και την έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους 9, του Νόμου αυτού. Αξίζει όμως να αναφερθεί ότι στο άρθρο 16 (θ) του ΚΕΦ.6 καταγράφοντα τα ακόλουθα: «(θ) όταν ο οφειλέτης χρέους είναι κρατική ή δημόσια υπηρεσία: (i) αντικείμενα, εξοπλισμός και οχήματα που είναι απαραίτητα για την απρόσκοπτη λειτουργία οιασδήποτε κρατικής ή δημόσιας υπηρεσίας∙ (ii) οχήματα που χρησιμοποιούνται από κρατικούς αξιωματούχους, για υπηρεσιακούς σκοπούς· (iii) αντικείμενα και εξοπλισμός που προορίζονται για ουσιώδη και ζωτικής σημασίας, για το κοινωνικό σύνολο, σκοπό, περιλαμβανομένου εξοπλισμού που ανήκει στις ένοπλες δυνάμεις και στις δυνάμεις ασφαλείας∙ (iv) αντικείμενα καλλιτεχνικής, αρχαιολογικής, πολιτιστικής, θρησκευτικής και ιστορικής σημασίας∙ (v) συναλλαγματικά αποθέματα, ομόλογα, χρηματικοί τίτλοι και αξίες, καθώς και καταθέσεις που αντιστοιχούν σε δαπάνες που προνοούνται σε εγκρινόμενο από τη Βουλή προϋπολογισμό.» Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου 15/62 όπως τροποποιήθηκε 7
(1), προνοούνται τα εξής: «7.-
(1)Καθ' oιovδήπoτε χρόvov μετά τηv δημoσίευσιv γvωστoπoιήσεως απαλλoτριώσεως και πρo της πληρωμής ή καταθέσεως της απαζημιώσεως ως πρoβλέπεται εv τω παρόvτι Νόμω, η απαλλoτριoύσα αρχή δύvαται διά διατάγματoς δημoσιευoμέvoυ εv τη επισήμω εφημερίδι της Δημoκρατίας, v' αvακαλέση τηv τoιαύτηv γvωστoπoίησιv και παv δημoσιευθέv σχετικόv διάταγμα, είτε γεvικώς είτε ειδικώς˙ αvαφoρικώς πρoς τηv εv τoύτω αvαφερoμέvηv ιδιoκτησίαv ή μέρoς ιδιoκτησίας˙ επί τoύτω η επoμέvη της τoιαύτης γvωστoπoιήσεως ή διατάγματoς απαλλoτριώσεως διαδικασία ατovεί, και η απαλλoτρίωσις λoγίζεται ως εγκαταλειφθείσα είτε γεvικώς είτε αvαλόγως της περιπτώσεως, αvαφoρικώς πρoς τηv τoιαύτηv ειδικήv ιδιoκτησίαv ή μέρoς ιδιoκτησίας.» ...........................................
(3)Εις περιπτώσεις καθ' ας η απαλλoτρίωσις ιδιoκτησίας ή μέρoυς ιδιoκτησίας λoγίζεται δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ εδαφίoυ
(1)ή
(2)ως εγκαταλειφθείσα, η απαλλoτριoύσα αρχή καταβάλλει εις παv πρόσωπov εvδιαφερόμεvov περί τηv τoιαύτηv ιδιoκτησίαv άπαvτα τα έξoδα, άτιvα oύτoς υπέστη ευλόγως από της δημoσιεύσεως της γvωστoπoιήσεως απαλλoτριώσεως και συvεπεία της τoιαύτης γvωστoπoιήσεως, ή τoυ τυχόv δημoσιευθέvτoς oικείoυ διατάγματoς απαλλoτριώσεως. Εv περιπτώσει διαφωvίας ως πρoς τo ως αvωτέρω καταβλητέov πoσόv, τo τoιoύτov πoσόv καθoρίζεται υπό τoυ δικαστηρίoυ.» Προφανώς ήταν υπό το φως αυτής της διάταξης που ο Αιτητής κατέβαλε τα δικηγορικά έξοδα και τα εκτιμητικά ως αποτέλεσμα το ζημιών που υπέστηκε η καθ' ης η αίτηση. Στο Μέρος 3 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου 15/62, ως τροποποιήθηκε, όπου αναφέρεται αποζημίωση διά απαλλοτρίωση και πιο κάτω, σε μικρό υπότιτλο, «Υπoχρέωσις απαλλoτριoύσης αρχής διά διαπραγματεύσεις», άρθρο 8
(2)αναφέρονται τα ακόλουθα: «
(2)Ο ιδιoκτήτης δεv κωλύεται όπως, υπό τηv επιφύλαξιv τoυ καθoρισμoύ τoυ πoσoύ της απoζημιώσεως υπό αρμoδίoυ Δικαστηρίoυ, απoδεχθή τηv πρoσφερoμέvηv απoζημίωσιv υπό τov όρov ότι η απoδoχή τoυ θα συvoδεύηται υπό εγγράφoυ συγκαταθέσεως τoυ όπως η απαλλoτριoυμέvη ιδιoκτησία εγγραφή αμέσως επ' ovόματι της απαλλoτριoύσης αρχής. Εv τoιαύτη περιπτώσει o ιδιoκτήτης απoτείvεται εις τo Δικαστήριov εvτός εβδoμήκovτα πέvτε ημερώv από της ημερoμηvίας εισπράξεως της πρoσφερoμέvης απoζημιώσεως τo αργότερov διά τov καθoρισμόv τoυ πoσoύ της απoζημιώσεως, μετά δε τηv παρέλευσιv της πρoθεσμίας αυτής θα θεωρήται ότι επήλθε συμφωvία συμφώvως πρoς τας διατάξεις τoυ εδαφίoυ
(1)τoυ παρόvτoς άρθρoυ.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στις 5.11.13 όταν εκδόθηκε, προφανώς, στα πλαίσια αυτής της διάταξης, αλλά στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας, η απόφαση ημερ. 5.11.2013 για το ποσό που έχει αναφερθεί ανωτέρω, δεν καταγράφηκε το δεύτερο μέρος που έχω διαβάσει ανωτέρω, δηλαδή ότι συνοδεύετο από έγγραφη συγκατάθεση όπως η απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία, εγγραφή αμέσως επ' ονόματι της απαλλοτριούσης αρχής, και αυτό δεν ήταν τυχαίο καθότι πριν την ημερομηνία 5.11.13 ο Αιτητής διά μέσου της δικηγόρου που εμφανίστηκε είχε αναφέρει όπως καταδεικνύεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου και όπως φαίνεται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει άλλη ένσταση, ότι, ένεκα των λόγων που αναφέρονται εκεί δεν θα μπορούσε να συνεχίσει την απαλλοτρίωση και θα προέβαινε στην ανάκληση της. Έτσι ουδέποτε η Κυπριακή Δημοκρατία κατέστη ιδιοκτήτρια του ακινήτου της Καθ' ης η αίτηση και ήταν στα πλαίσια του άρθρου 9 που καθορίστηκε μέρος της αποζημίωσης από το Δικαστήριο με βάση την υπεράσπιση που είχε καταχωρήσει ο αιτητής. Στο άρθρο 9 προβλέπεται: «9. Άvευ βλάβης ή επηρεασμoύ τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 8 εάv μέχρι της δημoσιεύσεως τoυ διατάγματoς απαλλoτριώσεως δεv επέλθη συμφωvία ως εv τω άρθρω 8 πρoβλέπεται, η απαλλoτριoύσα αρχή ή παv εvδιαφερόμεvov πρόσωπov δύvαται δι αιτήσεως vα ζητήση από τo Δικαστήριov όπως πρoβή εις τov καθoρισμόv της καταβλητέας διά τηv απαλλoτρίωσιv απoζημιώσεως ή oσάκις τoύτo εvδείκvυται, εις τov καταμερισμόv της τoιαύτης απoζημιώσεως μεταξύ τωv εις ταύτηv εvδιαφερoμέvωv πρoσώπωv.» Στο άρθρο 12 προνοείται: «12.-
(1)Άμα ως η καταβλητέα απoζημίωσις συμφωvηθή ή καθoρισθή δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ, αύτη καταβάλλεται πάραυτα τoις μετρητoίς εις τoυς εvδιαφερoμέvoυς.» Η διάταξη αυτή έχει να κάμει άμεση σχέση με το άρθρο 8
(2), που για να καταβληθεί το ποσό πρέπει η ιδιοκτησία να εγγραφεί επ' ονόματι της Κυπριακής Δημοκρατίας, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έγινε κάτι τέτοιο και όχι χωρίς λόγο. Ο λόγος ήταν αυτός που έχω αναφέρει προηγουμένως, δηλαδή η διαφαινόμενη θέση ότι η απαλλοτρίωση θα ανακαλείτο, όπως και ανακλήθηκε, εντός της περιόδου της αναστολής. Επίσης πρέπει να λεχθεί ότι η Δημοκρατία ουδέποτε διατάσσεται να καταβάλει εγγύηση σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία και τούτο όχι χωρίς σημασία, γιατί εκλαμβάνεται ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, λειτουργούσα, έχει τη δυνατότητα να καταβάλει οιοδήποτε ποσό. Η περίπτωση κατά την οποία θα μπορούσε να συμβεί το αντίθετο, ίσως, θα ήταν όταν δηλώνεται εκ μέρους της Δημοκρατίας παύση πληρωμών δανειστών και αυτό βέβαια υπό ερωτηματικό. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του Αιτητή ότι δεν αποτελεί απόφαση του δικαστηρίου η απόφαση που εκδόθηκε ή που εκδίδεται στα πλαίσια της παραπομπής. Απεναντίας είναι απόφαση όπως όλων των άλλων δικαστηρίων και στην έννοια της αγωγής εμπίπτει και η παραπομπή, η οποία βεβαίως διέπεται από τη νομοθεσία που έχουμε αναφέρει προηγουμένως, όπως και τους δικούς της κανονισμούς του 1956. Τούτο όμως δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μια απόφαση της μορφής αυτής, δηλαδή της απόφασης ημερομηνίας 15.11.2013, αποτελεί απόφαση η οποία επιδέχεται καταχώρησης αίτησης για εκτέλεση της, αφού ελλείπει από αυτή το στοιχείο που έχω αναφέρει προηγουμένως, δηλαδή ότι ήταν μέχρι τον καθορισμό της αποζημίωσης, χωρίς οτιδήποτε επιπλέον που να την καθιστά σε βαθμό εκτελεστότητας και να υποχρεώνεται ο Αιτητής να καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης ότι δεν μπορεί να υπάρξει εκδίκαση προδικαστικού σημείου ή σημείων σε αίτηση τέτοιας μορφής και ότι τούτο μπορεί να γίνει μόνο στα πλαίσια της διαδικασίας της αγωγής, δεν με βρίσκει σύμφωνο και είναι για αυτόν τον λόγο που το Δικαστήριο προχώρησε και εξέτασε την υπό κρίση αίτηση, αφού είναι δυνατό και στα πλαίσια αίτησης να ζητηθεί η εξέταση προδικαστικών σημείων, τα οποία θα είχαν ως αποτέλεσμα την πιθανή ολοκλήρωση της υπόθεσης ή της απόρριψης της βεβαίως και συνέχισης, όταν πρόκειται για αμιγή νομικά θέματα, όπως είναι η συγκεκριμένη περίπτωση, αφού ως προς τα γεγονότα δεν υπάρχει καμιά διαφωνία. Υπό τις πιο πάνω παρατηρήσεις και διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκω ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο να διατάξει την καταβολή και την πληρωμή, είτε με αυτό τον τρόπο, είτε με αυτή τη διαδικασία, είτε με οποιαδήποτε άλλη διαδικασία οιουδήποτε ποσού για ακίνητη ιδιοκτησία της οποίας η απαλλοτρίωση ανακλήθηκε και δεν καταβλήθηκε το τίμημα με την ταυτόχρονη μεταβίβαση του ακινήτου στην αποζημιούσα αρχή. Διαφορετικά το Δικαστήριο θα επέμβαινε στη διοικητική λειτουργία της εκτελεστικής εξουσίας, αφού αν διατάσσετο η πληρωμή του ποσού ουσιαστικά το Δικαστήριο θα εξανάγκαζε τη Δημοκρατία να καταβάλει το ποσό αυτό και να μεταβιβαστεί η ακίνητη ιδιοκτησία σε αυτήν παρά τη θέληση της, η οποία άρνηση της να προχωρήσει στην απαλλοτρίωση και εγγραφή της ακίνητης ιδιοκτησίας επ΄ ονόματι της αναδείχθηκε μέσα από την ανάκληση της. Σχετική είναι η υπόθεση Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ v. Δήμος Λεμεσού
(1993)3 ΑΑΔ 25 όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «1) Η απαλλοτρίωση γης συνιστά πτυχή της διοικητικής λειτουργίας η οποία ανατίθεται από το Σύνταγμα στην Εκτελεστική Εξουσία. 2) Η διαπίστωση της αναγκαιότητας για την απαλλοτρίωση γης για την πραγμάτωση σκοπών δημόσιας ωφέλειας ανάγεται, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 23.4 του Συντάγματος και των σχετικών προνοιών των Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμων 1962 -1988 στην κρίση της αρμόδιας διοικητικής Αρχής. 3) Τόσο η έκδοση όσο και η ανάκληση ή η ακύρωση διατάγματος απαλλοτρίωσης αποτελεί σύμφυτη πτυχή της εξουσίας για απαλλοτρίωση γης. Η ακύρωση διαταγμάτων απαλλοτρίωσης από τη Νομοθετική Εξουσία συνιστά εκτροπή από τη νομοθετική λειτουργία αφενός και επέμβαση στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Εκτελεστικής Εξουσίας, αφετέρου. Κατά συνέπεια οι διατάξεις του Άρθρου 5 παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των Εξουσιών και για τον λόγο αυτό οι πρόνοιές τους κρίνονται αντισυνταγματικές με αποτέλεσμα την θεμελίωση της εγκυρότητας της επίδικης διοικητικής απόφασης η οποία έχει ως βάθρο την εγκυρότητα του διατάγματος απαλλοτρίωσης.» Επομένως η αίτηση επιτυγχάνει και η αίτηση ημερομηνίας 2.1.18 απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Αιτητή στην αίτηση ημερομηνίας 8.4.19 και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, όπως επίσης και τα έξοδα της αίτησης ημερομηνίας 2.1.18 υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση (Αποζημιούσης Αρχής) και εναντίον της Αιτήτριας (Απαιτήτριας) όπως επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα μόνο στην περίπτωση που η Απαιτήτρια-Αιτήτρια στην αίτηση ημερομηνίας 2.1.18 και Καθ' ης η αίτηση στην αίτηση ημερομηνίας 15.4.19, καταχωρήσει έφεση εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 22.5.19. (Υπ.) ............. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.