← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΧΑΝΝΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 112/2018, 8/5/2019

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΧΑΝΝΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 112/2018, 8/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A48 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 112/2018 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα ΚΑΙ 1.XXXXX ΣΑΒΒΑ ΧΑΝΝΑΣ 2.XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΝΝΑ 3.XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΝΝΑ 4.XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΝΝΑ 5.XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΝΝΑ Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 17.4.2019 ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Ημερομηνία: 8.5.2019 Εμφανίσεις: Για Εναγομένους-Αιτητές: κα Ελπ. Ασσιώτου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Ενάγουσα-Καθ΄ης η αίτηση: κ. Χρ. Ιωσήφ για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) H Ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 θ.6) αξιώνει εναντίον των Εναγομένων το ποσό των €262.671,08 πλέον τόκο 4,476% από 12.10.2017 επί ποσού €260.118,49 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 30/6/ και 31/12 εκάστους έτους, διάταγμα του Δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και διάταγμα για την πώληση των ενεχυριασθέντων μετοχών και ότι ο ενάγων ή ο ενεχυροδανειστής δύναται να εκτελέσει όλα τα αναγκαία έγγραφα και πράξεις με βάση οποιονδήποτε ισχύοντα Νόμο για σκοπούς πώλησης ή μεταβίβασης των μετοχών/αξιών και έξοδα. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν στις 14.2.2018 εμφάνιση και ακολούθησε στις 10.9.2018 η καταχώρηση Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης από αυτούς. Η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 5.10.

  1. Επίσης στις 26.10.2018 καταχωρήθηκε κλήση για οδηγίες εκ μέρους της Ενάγουσας, η οποία ορίστηκε στις 5.2.
  2. Αντίστοιχη αίτηση από πλευράς των Εναγομένων καταχωρήθηκε στις 13.11.2018 η οποία επίσης ορίστηκε στις 5.2.
  3. Με την υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε από τους Εναγομένους-Αιτητές (στο εξής Αιτητές) στις 17.4.2019 εξαιτούνται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Ενάγουσα να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού και/ή Διάταγμα για ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/1XXX5, Φ./Σχ. 0/2-XXX-375, τμήμα 11, τεμ. 5X3, που βρίσκεται στο Παραλίμνι, Αμμόχωστος, ιδιοκτησίας των Εναγομένων 3, 4 και 5, που βαρύνεται με την υποθήκη Υ22/2013 του Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και /ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει στην Ενάγουσα, να συνεχίσει την διαδικασία εκποίησης του πιο πάνω ακινήτου με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44 (Β) και 44(Γ) του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων του 1965 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και/ή να αναστέλλει την διαδικασία εκποίησης των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία, τηv oπoίαv τo Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη υπό τας περιστάσεις. Δ. Τα έξoδα πλέov Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Ν14/60, επί τoυ περί Πoλιτικής Δικovoμίας Νόμoυ Κεφ. 6 άρθρα 4,5 και 9, στο άρθρο 44 Β και 44 Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 48 Θεσμός 1 - 4, 7 και 8, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 με την οποία επισυνάπτονται δεκαεπτά

(17)Τεκμήρια. Ως ήταν αναμενόμενο ακολούθησε ένσταση εκ μέρους της Ενάγουσας-Καθ΄ης η αίτηση (στο εξής Καθ΄η ς η αίτηση) η οποία καταχωρήθηκε στις 6.5.2019 με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «
(1)Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση καθώς η Συμφωνία Δανείου συνεφωνήθη το 2009, ενώ η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγόμενων καταχωρήθηκε το 2018.
(2)Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία ή στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στην Αγωγή τους. (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  1. Οι Αιτητές παραπλανητικά επιχειρούν να συνδέσουν την Συμφωνία Στεγαστικού Δανείου ημερ. 3.8.2009 και την Σύμβαση της Υποθήκης Υ22/2013 με άλλες προγενέστερες ανεξάρτητες και αυτοτελείς Συμφωνίες.
  2. Το μόνο γνήσιο επίδικο ζήτημα στην Αγωγή 112/2018 αφορά σε κατ΄ ισχυρισμό υπερχρεώσεις εκ μέρους της Καθ΄ης η αίτηση, γεγονός που ακόμα και αν παρ΄ ελπίδαν αποδειχθεί κατόπιν ακρόασης της Αγωγής, δεν θα οδηγήσει σε ακύρωση των Συμβάσεων Δανείου και Υποθηκών, συνεπώς δεν υπάρχει καμία πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού.
  3. Οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και η Καθ΄ης η αίτηση είναι σε θέση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της Καθ΄ης η αίτηση, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης αίτησης καθότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  4. Η απόφαση πλειστηριασμού είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα από την Καθ΄ης η αίτηση, με βάση τις δυνατότητες που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και ασκώντας τα εκ του νόμου προβλεπόμενα δικαιώματά της. Ειδικότερα, το άρθρο 44 Α παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή το δικαίωμα να προωθήσει παράλληλα τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το Μέρος VIA, το Μέρος VI ή με πολιτική αγωγή.
  5. Το αιτητικό που καταγράφεται στην Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει καθώς είναι δυσανάλογο και/ή υπέρμετρα επαχθές με το αποτέλεσμα που θα έχει για την Καθ΄ης η αίτηση, καθώς σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η Καθ΄ης η αίτηση θα αποστερηθεί του δικαιώματος που της παρέχουν οι Συμβάσεις Υποθηκών, το Σύνταγμα και ο Ν.9/1965, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο της ευχέρειας να γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες.
  6. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ερμηνεύει με λανθασμένο και έκδηλα παραπλανητικό τρόπο τις Συμβάσεις Δανείου και Υποθηκεύσεως και το Νόμο 9/
  7. Οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί περί παραβίασης των Συνταγματικών Δικαιωμάτων των Αιτητών δεν έχουν δικογραφηθεί με επαρκή σαφήνεια και δεν εξακριβώνεται η νομική και πραγματική βάση των ισχυρισμών τους.
  8. Δεν παραβιάζεται και/ή δεν επιδιώκεται με κανένα τρόπο η παραβίαση των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των Αιτητών και/ή του δικαιώματος ακρόασης τους και/ή ο ισχυρισμός περί παραβίασης των δικαιωμάτων των Αιτητών παραμένει ατεκμηρίωτος και δεν αποσείεται το βάρος απόδειξής του.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Καθ΄ης η αίτηση με την οποία επισυνάπτεται ένα
(1)Τεκμήριο. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 21, 29, 30, 31, 32 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48, Δ.64, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και στις εκάστοτε τροποποιήσεις και παραρτήματα αυτού, ειδικότερα, χωρίς περιορισμό, στα Άρθρα 27, 44 Α - 44ΙΑΑ, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς ΚΔΠ 185/2015, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους γενικούς κανόνες επιεικείας, στη νομολογία, στην πρακτική και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι δικηγόροι των Αιτητών στην εμπεριστατωμένη αγόρευσή τους ουσιαστικά υιοθετούν και επαναλαμβάνουν όλα όσα καταγράφονται στην αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ενώ ταυτόχρονα σχολιάζουν και απορρίπτουν τους λόγους ένστασης και όσα με την ένορκη δήλωση υποστηρίζουν αυτούς. Aφού σχολιάζουν τη νομική πτυχή της υπό εξέταση αίτησης, με αναφορά σε νομολογία και στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, εισηγούνται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Από την άλλη οι δικηγόροι της Καθ΄ης η αίτηση στη γραπτή αγόρευσή τους, αφού κατ΄ αρχάς αναφέρουν τι ζητείται με την παρούσα αίτηση και στη συνέχεια καταγράφουν χρονολογικά την πορεία της υπόθεσης καθώς και τις ενέργειες τις οποίες προέβησαν οι Εναγόμενοι που σχετίζονται με τη σύμβαση δανείου επί της οποίας, και όχι μόνο, η Καθ΄ης η αίτηση επιδιώκει την έκδοση απόφασης και διαταγμάτων ως ανωτέρω αναφέρθηκαν, προβαίνουν σε ανάλυση της νομικής πτυχής του θέματος, αλλά και όσα σχετίζονται με το Μέρος VIA του Ν. 9/1965, ως τροποποιήθηκε, που αφορά την ιδιωτική πώληση. Κατ΄ αρχάς προβάλλουν τη θέση της υπέρμετρης καθυστέρησης της υποβολής της αίτησης και στη συνέχεια με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης υποστηρίζουν ότι δεν πληρείται καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Δεν παραλείπουν να αναφερθούν και στο θέμα της θέσης για αντισυνταγματικότητα του Νόμου που αναφέρεται στην αίτηση, για να σημειώσουν ότι δεν προβάλλεται η θέση αυτή με την απαραίτητη σαφήνεια, καθαρότητα και πλήρη στοιχείων που χρειάζεται να εξεταστεί ένα τέτοιο θέμα από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει προβαίνουν σε διάφορες αναφορές, με επίκληση σχετικής νομολογίας, για το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Καταλήγουν δε ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την αίτηση. ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ Δεν συμφωνώ με την Καθ΄ης η αίτηση ότι υπήρχε υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης, τέτοια που το Δικαστήριο εκ μόνου αυτού του λόγου θα απέρριπτε την αίτηση έχοντας κατά νου βέβαια ότι η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 10.9.18, δηλαδή μετά την τροποποίηση τον Ιούλιο 2018 του Ν. 9/1965 και λαμβάνοντας υπόψη ότι η επίδοση της ειδοποίησης Τύπος "IA" έγινε περί τις 22.3.19 και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 17.4.19. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ας σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), ότι η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στην υπόθεση. Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audialteram partem». Σημειώνω εδώ, αφού αναφέρονται στη νομική βάση της Αίτησης τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6, ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς, ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και μπορεί να εκδοθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ v. Αρίστης Κώστα Ευθυμίου
(2009)1(Α) ΑΑΔ 234. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγομένου ή σε σχέση με την οποία ο Εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκτός εάν (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την αποξένωση σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Kyriacos A. Lakatamitis v. Georghios Theodorou
(1983)1 CLR 520). Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ' οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557). Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 132). Το άρθρο 32 του Ν.14/1960 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ' αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ' αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231, The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Loizos Stavrinou v. Stavros Chr. Asproghenis
(1985)1 CLR 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(E) ΑΑΔ 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) ΑΑΔ 225, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, Αντώνης Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 AAΔ 1040, Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1262, Νέστωρας Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1(Β) 1 ΑΑΔ 816, Προκόπης Μελανθίου v. Μελάνθης Μελανθίου
(2011)1(Γ) 1 ΑΑΔ 2342 και Μάριος Αποστόλου v. Ροδούλας Ιωάννου
(2012)1(Α) 1 ΑΑΔ 604. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή (ανωτέρω), παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 CLR 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). (Α) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557 και Μαργαρίτα Χρίστου Πουργουρίδη κ.ά. v. Θέμιδος Βάσου Μέζου κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ.ά. v. Άννα Χρυσάνθου κ.ά
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/1960 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του Εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον Ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317, 324, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848, ειπώθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Ιωάννης Κυριάκου Όξυνος κ.ά. v. Μαρίας Ρολη Λου
(2011)1 ΑΑΔ 1066, P & MA. Restaurant Limited κ.ά. v Eric John Wakehah, Πολ. Έφεση 286/10, ημερ. 22/2/13 και Πέτρος Κωμοδρόμος v. Πάνου Παπαναστασίου, Πολ. Έφεση 110/10, ημερ. 3/1/14. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν' αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές, βλέπε γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 CLR 578 και Chandubhai Bhimjiyani v. Solon Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και την υπόθεση Αντώνη Χ''Κωνσταντή ν. Μαργαργίτας Χ''Κωνσταντή
(1998)1 ΑΑΔ 1827 στην οποία, όμως, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Έχει λεχθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα εκκρεμούσης της αγωγής όπου το αιτούμενο διάταγμα ζητά το ίδιο διάταγμα στην αγωγή του. Δεν αποκλείει όμως τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ως εκείνο που ζητείται διά της αγωγής, όπου τα γεγονότα το επιτρέπουν, ασκώντας το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία. ................................ Το θέμα αυτό κατά συνέπεια επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (ανωτέρω), με επίκληση της υπόθεσης Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββας κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1(B) 1245, 1265-1257, αναφέρθηκε ότι: «Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι ένα διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.» Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, σελ. 267-8, Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2015. Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω), ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Ως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 4, η Καθ΄ης η αίτηση φαίνεται να παραχώρησε δάνειο ύψους €250.000 στον Εναγόμενο 1-Αιτητή, το οποίο θα χρεώνετο με σταθερό επιτόκιο 6.5% για πέντε χρόνια από την ημέρα της συμφωνίας και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30.
  2. και 31.
  3. εκάστου έτους, εκτός αν η τράπεζα ζητούσε άμεση εξόφληση του δανείου, αυτό θα αποπληρώνετο με 10 εξαμηνιαίες μηνιαίες δόσεις εκ €17.000 η καθεμιά και με 18 εξαμηνιαίες δόσεις εκ €9.919,48 η καθεμιά. Η πρώτη δόση θα ήτο πληρωτέα την 9.1.2010 και οι υπόλοιπες την 9η κάθε επόμενης εξαμηνίας μέχρι τελικής εξόφλησης την 9.7.
  4. Όσον αφορά το θέμα των εξασφαλίσεων καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 4 ότι όλες οι εξασφαλίσεις που τώρα υφίστανται ή που θα δοθούν στο μέλλον θα εξασφαλίζουν όλες τις καθ΄ οιονδήποτε χρόνο υποχρεώσεις του πελάτη προς την Τράπεζα είτε αυτές είναι άμεσες ή έμμεσες. Οι εξασφαλίσεις περιλάμβαναν ενεχυρίαση 300.000 αξιογράφων της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ονομαστικής αξίας €1,00 έκαστο, ιδιοκτησίας του Εναγομένου 1-Αιτητή, σύνολο €300.000, προσωπικές εγγυήσεις της συζύγου του Εναγομένης 2-Αιτήτριας που φαίνεται επί του ενσωματωμένου εγγυητηρίου εγγράφου και υφιστάμενη πρώτη Υποθήκη Υ959/94 ημερ. 14.12.1994 σε κτήμα ιδιοκτησίας του Εναγομένου 1-Αιτητή. Η συμφωνία δανείου προέβλεπε διάφορους όρους και προϋποθέσεις τους οποίους δεν είναι αναγκαίο τώρα να αναφερθούν. Το Τεκμήριο 5 είναι το έγγραφο ενεχυρίασης κινητών αξιών ημερ. 19.8.2009 στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και πληρεξούσιο έγγραφο. Το Τεκμήριο 8 φαίνεται, όπως άλλωστε αναφέρεται και στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, αποτελεί τροποποιητική συμφωνία της συμφωνίας δανείου, Τεκμήριο 4, που έγινε στις 28.6.2012 και την οποία ακολούθησε άλλη τροποποιητική συμφωνία ημερ. 16.1.2013 και αποτελεί το Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Περαιτέρω όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 10 αυτή τροποποιήθηκε εκ νέου και στις 13.2.2013 και μεταξύ άλλων εξασφαλίσεων το 2013 ενεγράφη και η υποθήκη Υ22/2013 που αποτελεί το Τεκμήριο 16 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Είναι γι΄ αυτή την υποθήκη που αποστάληκε εκ μέρους της Καθ΄ης η αίτηση η ειδοποίηση Τύπος "IA" ημερ. 6.3.2019, που ως αναφέρεται στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, παραλήφθηκε στις 22.3.2019 και επιδιώκεται η πώληση του ακινήτου της εν λόγω υποθήκης με ιδιωτικό πλειστηριασμό που είναι ορισμένος στις 6.8.
  5. Ως διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αλλά και από την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων στην παρούσα αγωγή αλλά και από την αγωγή 880/2014 η οποία κινήθηκε από τον Εναγόμενο 1-Αιτητή εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση, της Κεντρικής Τράπεζας και του Γενικού Εισαγγελέα, διασυνδέεται η συμφωνία δανείου με την μετατροπή των €700.000 σε μετρητά που είχε ο Εναγόμενος 1-Αιτητής σε αξιόγραφα, που κατά τη θέση του, ως διαφαίνεται από την εν λόγω αγωγή που έχει αναφερθεί προηγουμένως και την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή, έπραξε κατόπιν ψευδών παραστάσεων, προτροπών, εξαναγκασμού και χωρίς να του εξηγηθεί τι σημαίνει αξιόγραφα καθώς και άλλων αιτιάσεων που φαίνονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση των Αιτητών. Είναι ισχυρισμός των Αιτητών ότι το δάνειο θα πληρώνετο από τους τόκους που θα απέφεραν τα αξιόγραφα και ένεκα ιδιαίτερων καταστάσεων που επήλθαν τον Μάρτιο του 2013, απρόβλεπτων και απρόσμενων, για τις οποίες ουδεμία ευθύνη έχουν αυτοί, αλλά οδήγησαν στην μη καταβολή των δόσεων, επέφεραν την κατάσταση στην οποία βρέθηκαν οι Αιτητές. Μάλιστα προβάλλεται ισχυρισμός ότι όσον αφορά τους Εναγομένους 3, 4 και 5 ήταν με διάφορα τεχνάσματα της Καθ΄ης η αίτηση που υπέγραψαν προσωπικές εγγυήσεις και παραχώρησαν την αναφερθείσα πιο πάνω υποθήκη. Πράγματι αν και φαίνεται ότι μέσα στους όρους της συμφωνίας δανείου ήταν ότι το οποιοδήποτε ποσό τόκων που θα απέφεραν τα αξιόγραφα, τα οποία σε μεταγενέστερο στάδιο έγιναν μετοχές, θα καταβάλλετο έναντι του δανείου, δεν ήταν μόνο αυτό που προβλεπόταν. Ως φαίνεται από τη σύμβαση δανείου ήταν ένας από τους τρόπους πληρωμής της δόσης ή/και μέρος της πληρωμής της εκάστοτε δόσης προς εξόφληση του δανείου, που προφανώς αν αυτό κάλυπτε τη δόση δεν θα καταβάλλετο οιοδήποτε επιπλέον ποσό. Αλλά αν δεν ήταν τέτοιο το ποσό που θα επέφεραν οι τόκοι των αξιογράφων ώστε να καλύπτετο η δόση που θα καταβάλλετο, η δόση ή το υπόλοιπο της δόσης είχε υποχρέωση ο ίδιος ο πρωτοφειλέτης με δικούς του πόρους να το καταβάλει. Επίσης εξαρχής φαίνεται να υπήρχε η εγγύηση για το δάνειο εκ μέρους της Εναγομένης 2-Αιτήτριας και η ενεχυρίαση των 300.000 αξιογράφων αξίας €1 η μία για να καλύπτεται το ποσό και κάτι επιπλέον που δανείστηκε ο Εναγόμενος 1-Αιτητής, αλλά καλύπτετο απ΄ ότι φαίνεται και από υποθήκη του 1994 του Εναγομένου 1-Αιτητή. Πέραν της διασύνδεσης της όποιας απαίτησης έχει ο Εναγόμενος 1-Αιτητής από την κατάσταση στην οποία βρέθηκε από την αγορά των αξιογράφων, που κατά τους ισχυρισμούς του ήταν εξαιτίας διαφόρων παράνομων ενεργειών της Καθ΄ης η αίτηση, ζητεί όπως επανέλθουν τα πράγματα στην προτέρα τους κατάσταση ή τουλάχιστον το οποιοδήποτε ποσό οφείλει να συμψηφιστεί με το ποσό των αξιογράφων. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η σύμβαση δανείου εμπεριέχει επιβαρύνσεις, παράνομες υπερχρεώσεις τόκων, δηλαδή είτε ενάντια στους Νόμους που διέπουν αυτά τα θέματα, είτε ενάντια στην ίδια την σύμβαση δανείου. Γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στον τόκο, ότι αυτός δεν συμβαδίζει με τα προβλεπόμενα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, πέραν των αναφορών βέβαια, για το ότι δεν διαπραγματεύθηκε ο Εναγόμενος 1-Αιτητής τη Σύμβαση Δανείου, ούτε η Εναγόμενη 2-Αιτήτρια τη δική της σύμβαση εγγύησης, ούτε οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5-Αιτητές τη δίκη τους σύμβαση εγγύησης, όπως και την υπογραφή της υποθήκης. Είναι μέσα στα πλαίσια αυτά που οι Αιτητές προβάλλουν ότι αναδεικνύεται καλή βάση της αγωγής όπως και πιθανή ορατότητα επιτυχίας, της αλλά και ένεκα ότι πρόκειται για ακίνητο το οποίο δεν μπορεί να αντικατασταθεί και ούτε να αποτιμηθεί σε χρήμα ένεκα της ιδιομορφίας του. Πρώτα θα επιληφθώ του θέματος της αντισυνταγματικότητας το οποίο εγείρεται ακροθιγώς, χωρίς λεπτομέρειες, χωρίς στοιχεία και χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένο άρθρο ή παράγραφο άρθρου ή σε συγκεκριμένο μέρος του Νόμου, για να παρατηρήσω ότι, σύμφωνα με τη Νομολογία, το θέμα της αντισυνταγματικότητας εξετάζεται εκεί όπου παρατίθενται επαρκή στοιχεία με σαφήνεια και πληρότητα, για να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει επί τούτου. Ως εκ τούτου σ΄ αυτή την περίπτωση δεν γίνεται κάτι τέτοιο εκ μέρους των Αιτητών και επομένως το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει στην εξέταση του θέματος της αντισυνταγματικότητας. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, ερχόμενος στην πρώτη προϋπόθεση, ήτοι την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, καταδεικνύεται ότι οι Αιτητές στηρίζουν την ανταπαίτησή τους ουσιαστικά σε παράνομη και άκυρη σύμβαση δανείου, με διασύνδεση όμως της θέσης αυτής, με την μετατροπή των €700.000 μετρητά που είχε ο Εναγόμενος 1-Αιτητής σε αξιόγραφα, καθώς βέβαια και σε όρους της σύμβασης δανείου που δεν ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης ή ήταν κατόπιν ψευδών παραστάσεων ή ήταν παράνομοι ή ότι υπήρξε εξαναγκασμός ή παραπληροφόρηση ή άλλωσπως, όπως καταγράφεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Στο βαθμό που διασυνδέεται το θέμα της σύμβασης δανείου με τα αξιόγραφα, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διότι είναι δύο εντελώς ξεχωριστά θέματα. Στο βαθμό όμως που σχετίζεται με τις συνθήκες υπό τις οποίες υπογράφηκε το δάνειο ή ότι εμπεριέχονται στη σύμβαση δανείου όροι τέτοιοι που διαφαίνεται ότι υπάρχουν υπερχρεώσεις, είτε σε τόκους είτε άλλωσπως ή επιβαρύνσεις που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν στην πρώτη σύμβαση δανείου αλλά ούτε και στις μεταγενέστερες που υιοθετούν την πρώτη σύμβαση δανείου, αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί για να διαφανεί κατά πόσο ευσταθούν αυτοί οι ισχυρισμοί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση χρησιμοποιείται ορολογία μεν από τους σχετικούς νόμους, αλλά αόριστη δε, αφού δεν υπάρχει τίποτε το συγκεκριμένο, ούτε υποστηρίζεται από οποιοδήποτε απτό στοιχείο για όσα καταλογίζουν στην Καθ΄ης η αίτηση οι Αιτητές για τη σύναψη της πρώτης σύμβασης δανείου και των μεταγενέστερων συμφωνιών και ως εκ τούτου δεν θα εύρισκα ότι υπάρχει σοβαρό θέμα προς εξέταση. Εν πάση περιπτώσει και αν ακόμη θα μπορούσε κάποιος να πει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εξέταση, αυτό θα σχετίζετο μόνο με τις υπερχρεώσεις και τις επιβαρύνσεις και όχι οτιδήποτε περισσότερο. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, που είναι η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αν αποδεχτεί, εκ πρώτης όψεως, το Δικαστήριο τον ισχυρισμό ότι πράγματι υπάρχουν επιβαρύνσεις ή υπερχρεώσεις που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν και θα μπορούσε να ανταπαιτείται συγκεκριμένο ποσό και πάλι φαίνεται ότι θα ήταν για ένα πολύ μικρό ποσό σε σχέση με το αξιούμενο από την Καθ΄ης η αίτηση, για το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν παρέχουν στοιχεία οι Αιτητές ποιο είναι αυτό το ποσό. Σε τέτοια περίπτωση το ορθότερο, ως υποστηρικτικό του εν λόγω ισχυρισμού, θα ήταν ανάλογη έκθεση εκτίμησης ειδικού σε σχέση με τις επιβαρύνσεις και υπερχρεώσεις για να διαφαίνεται εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον ενώπιον του Δικαστηρίου ποιο είναι αυτό το ποσό που έχουν υπερχρεωθεί οι Αιτητές. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο προβαίνει σε μία εκ πρώτης όψεως θεώρηση του πράγματος, που αν πληρείτο η πρώτη προϋπόθεση και προχωρούσε και έβλεπε τη δεύτερη προϋπόθεση θα ήταν μόνο για το ύψος του ποσού που αξιώνει η Καθ΄ης η Αίτηση . Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή να είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι, και αν ακόμα αποδέχετο ότι πληρούνταν οι δύο αυτές προϋποθέσεις αυτό θα ήταν μόνο σε σχέση με τις υπερχρεώσεις και επιβαρύνσεις, οι οποίες θα ήταν ένα πολύ μικρό ποσό σε σχέση με το αξιούμενο από την Καθ΄ης η αίτηση ποσό κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν έχει δικαιολογηθεί πως θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού δεν κατέδειξαν με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο ότι η Καθ΄ης η αίτηση είναι αφερέγγυα και δεν θα μπορούσε, αν τελικά επιτύχει η Ανταπαίτηση των Αιτητών, να καταβάλει το οποιοδήποτε ποσό προέρχεται από επιβαρύνσεις ή υπερχρεώσεις που συμπεριλαμβάνονται στο αξιούμενο ποσό. Να σημειωθεί ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ούτε μία στιγμή, ότι με την Ανταπαίτηση οι Αιτητές ζητούν διατάγματα ως πιο κάτω: «(Α) Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου κηρύσσον την παρούσα διαδικασία ως πρόωρη και/ή καταχρηστική και/ή απορριπτέα. (Β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες δεν είχαν το δικαίωμα να προχωρήσουν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. (Γ1) Διαζευκτικά προς τα πιο πάνω, ακύρωση της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 19.8.2009 λόγω παρανομίας (void for illegality) και ακύρωση όλων των συνδεδεμένων και/ή παρεπόμενων συμφωνιών, μεταξύ αυτών και την συμφωνία εγγύησης. (Γ2) Διαζευκτικά, ακύρωση της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 19.8.2009 λόγω απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων (fraudulent and/or negligent and/or innocent misrepresentation) και/ή παράλειψης καθήκοντος επιμέλειας και/ή φροντίδας και/ή αλόγιστης και/ή αμελούς συμπεριφοράς των εναγόντων και/ή γενικά από συμπεριφορά των εναγόντων που εμπόδιζε την ελεύθερη και/ή ανεξάρτητη συναίνεση των Εναγομένων, πριν και/ή κατά την συνομολόγηση της ως άνω συμφωνίας. (Γ3) Διαζευκτικά, Διάταγμα ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να διεκδικούν την αποπληρωμή της πιο πάνω συμφωνίας λόγω του ότι εξ υπαιτιότητας τους δεν είναι σε θέση να επιστρέψουν το ενέχυρο. (Δ) Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς των εναγόντων έναντι τους πέραν των όσων ζητούνται στην πιο πάνω αγωγή των εναγόντων. (Ε) Διαζευκτικά προς τα πιο πάνω, Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι συμφωνίες μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων έχουν ματαιωθεί λόγω απρόβλεπτων γεγονότων (Frustration) και/ή οι συμφωνίες επηρεάστηκαν σε τέτοιο βαθμό ώστε να δικαιολογείται η μεταβολή των υποχρεώσεων τους προς τους Ενάγοντες. (ΣΤ) Οποιαδήποτε άλλη δήλωση, θεραπεία, απόφαση, δίκαια και εύλογο υπό τας περιστάσεις και/ή σύμφωνη με τους κανόνες επιείκειας.» Σε αυτά τα θέματα ήδη έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, ότι όσον αφορά τη συμφωνία δανείου δεν υπάρχει τίποτε που να φαίνεται ότι είτε η πρώτη συμφωνία, είτε οι μεταγενέστερες συμφωνίες έγιναν είτε με δόλο ή με απάτη ή άλλωσπως παράνομες ενέργειες, ούτε βέβαια μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός για απρόβλεπτα γεγονότα με τον τρόπο, βέβαια, που επικαλούνται αυτό οι Αιτητές. Τα ίδια ισχύουν και όσον αφορά τις εγγυήσεις και την υποθήκη όπως ήδη το Δικαστήριο έχει σχολιάσει τούτες προηγουμένως. Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Επίσης σημειώνεται ότι δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι μετά την παραλαβή της ειδοποίησης Τύπος "IA" καταχωρήθηκε Αίτηση-Έφεση εναντίον της και είναι γι΄ αυτό το λόγο, με βάση το άρθρο 44Γ3(δ) του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, ο οποίος αποτελεί ένα από τους λόγους που μπορεί να επικαλεστεί αυτός που υποβάλλει την Αίτηση-Έφεση για να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός, που ζητείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων από το Δικαστήριο, με τα οποία να απαγορεύεται ή να παραμερίζεται ο πλειστηριασμός, έχοντας κατά νου ότι με την υπό κρίση αίτηση ουσιαστικά τα διατάγματα ζητούνται, και κυρίως το (Β), με βάση το άρθρο 44(Β) και (Γ) του Ν.9/1965 ως τροποποιήθηκε. Η ακύρωση ή ο παραμερισμός της ειδοποίησης Τύπος "IA" προβλέπεται στο άρθρο 44(Γ)3(α)-(στ) με Αίτηση-Έφεση εντός 30 ημερών για συγκεκριμένους λόγους (α) έως (στ) ο οποίος (δ) λόγος είναι έκδοση σχετικού διατάγματος. Η μη υποβολή Έφεσης-Αίτησης αφήνει ανέπαφη την ειδοποίηση Τύπος "IA" και κατ΄ ακολουθία τον πλειστηριασμό. Εξετάζοντας επίσης το θέμα ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα το ακίνητο θα πωληθεί σε πλειστηριασμό και σε τιμή πιο μικρή απ΄ αυτή που έχει πρέπει να αναφέρω κατ΄ αρχάς ότι στο Νόμο προβλέπεται ότι δεν θα είναι κάτω από 80% και επίσης ότι δεν υπάρχει κανένα Τεκμήριο που να υποστηρίζει την άλφα ή βήτα αξία του ακινήτου. Ως η Νομολογία τονίζει το Δικαστήριο δεν προχωρεί να εξετάσει το εύλογο και δίκαιο όταν διαπιστώνεται ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται πλέον έξοδα €2.000 συν ΦΠΑ υπέρ της Ενάγουσας-Καθ΄ης η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .............. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.