← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. IL CARRETTO PISSERIA & RESTAURANT LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1560/2013, 31/7/2019

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. IL CARRETTO PISSERIA & RESTAURANT LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1560/2013, 31/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1560/2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα ΚΑΙ 1.IL CARRETTO PISSERIA & RESTAURANT LTD 2.XXXXX ΑΡΜΕΝΑΚΗ άλλως XXXXX ΣΑΒΒΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ σύζυγος XXXXX ΑΡΜΕΝΑΚΗ

  1. XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΡΜΕΝΑΚΗΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 31.7.2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Α. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγομένους 1, 2 και 3: κα Ε. Χ"Στερκώτη για Χριστόφορος Χ"Στερκώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 κ.6) αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, ομού και κεχωρισμένα, ως η παράγραφος 26(Α)-(Ζ) της Έκθεσης Απαίτησης, δυνάμει σύμβασης δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό ημερομηνίας 2.3.1994, συμπληρωματικής συμφωνίας ημερομηνίας 30.7.2008, συμφωνίας δανείου 15.9.2006, συμπληρωματικής συμφωνίας ημερομηνίας 30.7.2008, συμφωνίας δανείου ημερ. 29.10.2008, συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 5.11.2010 και της συμφωνίας δανείου ημερ. 3.11.2011 με την Εναγομένη 1, προς εξασφάλιση των οποίων ως άνω πιστωτικών διευκολύνσεων υπέγραψαν δύο συμφωνίες εγγύησης οι Εναγόμενοι 2 και 3 ημερομηνίας 5.11.2010 και 3.11.2011, ενώ προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση η Εναγόμενη 2 ενέγραψε στις 29.10.2008 την υποθήκη Υ2554/2008 και στις 3.11.2011 την υποθήκη Υ1942/2011 και ο Εναγόμενος 3, ενέγραψε στις 2.2.1996 την υποθήκη Υ149/1996 και στις 3.12.1998 την υποθήκη Υ1223/
  2. Με τις Εκθέσεις Υπεράσπισης, μία εκ μέρους της Εναγομένης 1 και μία εκ μέρους των Εναγομένων 2 και 3, αυτοί αρνούνται και δεν παραδέχονται όλους τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, προβάλλοντας ότι ουδέποτε συνήψαν οποιαδήποτε έγγραφη συμφωνία με την Ενάγουσα, ουδέποτε ανοίχθηκε οιοσδήποτε λογαριασμός, όμως έστω και αν συνάφθηκαν αυτές είναι άκυρες και/ή υπογράφηκαν υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης και/ή κατόπιν εξαναγκασμού και/ή κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή υποσχέσεων, δεν επεξηγήθηκαν οι όροι των συμφωνιών, δεν υπήρχε ενημέρωση, δεν έγινε διαπραγμάτευση, η Ενάγουσα ήταν σε θέση ισχύς, δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησης, υπάρχουν επαχθείς, καταχρηστικοί και παράνομοι όροι, η Ενάγουσα μετέβαλε τους όρους των συμφωνιών χωρίς τη συναίνεση της Εναγομένης 1, δεν δόθηκε αντάλλαγμα γι΄ αυτές, διαζευκτικά προβάλλονται διάφορα κωλύματα, έγιναν και προφορικές συμφωνίες, ουδέποτε έλαβαν επιστολές και δη επιστολές τερματισμού και τέλος ότι έχουν εξοφλήσει τα ποσά και δεν οφείλουν οιονδήποτε ποσό ή εν πάση περιπτώσει είναι πολύ λιγότερο το ποσό. Με τις Απαντήσεις στις Υπερασπίσεις, η Ενάγουσα αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτές. Ουσιαστικά δε επαναλαμβάνει, όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και δίνει τη δική της θέση σε όσα δεν φαίνονται στην Έκθεση Απαίτησης στους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1, 2 και
  3. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε τέσσερεις

(4)μάρτυρες (Μ.Ε.), το XXXXX Νικολάου (Μ.Ε.1), του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασής του αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση του ως Έγγραφο Α, στην οποία εξήγησε ότι δυνάμει των άρθρων 5
(12)(α), 7
(1)και 9 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013 εκδόθηκε διάταγμα από την Κεντρική Τράπεζα με τίτλο ο περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στο εξής Λαϊκή), Κ.Δ.Π. 104/2013, με βάση το οποίο μεταβίβασε η Λαϊκή περιουσιακά στοιχεία στην Ενάγουσα, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα. Επίσης ανέφερε ότι για αρκετά χρόνια μέχρι το 2013 ήταν υπάλληλος της Λαϊκής και στη συνέχεια στην Ενάγουσα ως λειτουργός και στα πλαίσια των καθηκόντων του βρίσκεται στην κατοχή του και ο φάκελος της υπόθεσης αυτής, όμως δεν έχει προσωπική γνώση. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα παραχώρησε δάνεια δυνάμει συμβάσεων δανείων, Τεκμήρια 1-7, στην Εναγόμενη 1, για τα οποία ανοίχθηκαν οι λογαριασμοί, Τεκμήρια 8-
  1. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 για επιπρόσθετη εγγύηση και εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα υπέγραψαν συμφωνίες εγγύησης στις 5.11.2010 και 3.11.2011, Τεκμήρια 20 και 21, ενώ για περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση υπέγραψαν και ενέγραψαν τις υποθήκες που αναφέρθηκαν ανωτέρω στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 22, 23, 24 και
  2. Επειδή οι Εναγόμενοι, ως φαίνεται από τα Τεκμήρια 8, 9, 10, 11 και 12, που αποτελούν τις καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες κατέθεσε στη βάση πιστοποιητικού, Τεκμήριο 19, με βάση το άρθρο 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ. 9, δεν τήρησαν τους όρους που προβλέπονται στις συμβάσεις δανείων, Τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7, η Ενάγουσα αφού έστειλε επιστολές ημερομηνίας 18.7.2012 στους Εναγόμενους τερμάτισε αυτές με επιστολή ημερ. 9.8.2012, Τεκμήριο 18, προς τους Εναγομένους και ακολούθησε η παρούσα αγωγή. Μετά την έγερση της αγωγής δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό. Ως εκ τούτου αξιώνονται τα οφειλόμενα ποσά που αναγράφονται στην παράγραφο 26 Α), Β), Γ), Δ) και Ε), πλέον τόκο, ως τον περιόρισε με τη γραπτή δήλωση του, από 1.10.2013 μέχρι εξόφλησης, των τόκων κεφαλαιοποιημένων κάθε 1/7/ και 1/1/ εκάστου έτους, το διάταγμα που αναφέρεται στην παράγραφο 26 Στ) της Έκθεσης Απαίτησης και τα έξοδα. Ως Μ.Ε.2 κάλεσε το XXXXX Μορφίτη, ο οποίος και αυτός πριν από το 2013 ήταν υπάλληλος της Λαϊκής, ενώ από το 2013 βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας, υπό τις ίδιες συνθήκες που ανέφερε και ο Μ.Ε.
  1. Αυτός επιβεβαίωσε ότι οι συμφωνίες Τεκμήρια 2-7 υπεγράφησαν στην παρουσία του. Για αρκετά χρόνια χειρίστηκε τους λογαριασμούς της Εναγομένης 1 ω ο υπεύθυνος λειτουργός και ήταν αυτός που υπέβαλλε τα διάφορα αιτήματα της Εναγομένης 1 προς έγκριση αφού ανέλυε προηγουμένως την κατάσταση της. Ουδέποτε εξαναγκάστηκε ή πιέστηκε ο Εναγόμενος 3 να υπογράψει για να πάρει τραπεζικά δάνεια η Εναγομένη 1, αλλά τούτο ήταν κατόπιν δικής του επιθυμίας, ενώ ουδέποτε αμφισβήτησε την συμφωνία δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό, Τεκμήριο
  2. Επιβεβαίωσε ότι τα χρήματα των δανείων παραλήφθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για τις ανάγκες της Εναγομένης
  3. Κατά την αντεξέταση διευκρίνισε ότι στη Λαϊκή εργαζόταν από το 2000 και από το 2006 - 2012 εργαζόταν σε αυτήν ως λειτουργός στη μονάδα εξυπηρέτησης επιχειρήσεων. Γνωρίζει ότι υπέγραψαν τις συμφωνίες επειδή υπάρχουν μάρτυρες υπογραφών, αλλά γνωρίζει και την υπογραφή του Εναγομένου 3 και ήταν παρών στην υπογραφή των Τεκμηρίων 2-
  4. Το πιστωτικό όριο δεν φαίνεται στο Τεκμήριο 1 αλλά εμφαίνεται στην προσφορά. Ο τρεχούμενος λογαριασμός, Τεκμήριο 1, δεν έχει ημερομηνία αποπληρωμής αφού είναι για διακίνηση. Κατόπιν σχετικών ερωτήσεων εξήγησε τη διαδικασία και πρακτική που ακολουθεί η Τράπεζα λέγοντας ότι, πρώτα ξεκινά με το αίτημα για τραπεζική διευκόλυνση, συνεχίζει με την εξήγηση του σκοπού, αυτός αξιολογεί τέτοια αιτήματα και την δυνατότητα εξυπηρέτησης του δανείου από τον πελάτη και υποβάλλει το αίτημα για έγκριση. Εξηγούνται δε, αφού εγκριθεί το αίτημα, στον πελάτη οι υποχρεώσεις του για την πληρωμή των δόσεων και οι συνέπειες σε περίπτωση μη πληρωμής. Έτσι έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως Μ.Ε.3 κάλεσε τον XXXXX Ηροδότου, ο οποίος εργαζόταν και αυτός στη Λαϊκή και στη συνέχεια στην Ενάγουσα, ο οποίος παρέλαβε το χαρτοφυλάκιο του Μ.Ε.2 το 2012 και είχε επαφή με τον Εναγόμενο 3, ο οποίος ποτέ δεν αμφισβήτησε τις πιστωτικές διευκολύνσεις, ούτε και το υπόλοιπο αυτών. Το Τεκμήριο 18 που είναι οι επιστολές τερματισμού ετοιμάστηκαν από την υπηρεσία του, υπογράφηκαν απ΄ αυτόν και τον διευθυντή του τμήματος, τις ταχυδρόμησαν και δεν ήλθαν πίσω. Επίσης κατέθεσε το Τεκμήριο 26 που αποτελείται από τις προειδοποιητικές επιστολές. Ως Μ.Ε.4 κάλεσε τη XXXXX Πογιατζή, η οποία είναι υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Αφού είδε και αναγνώρισε τις υποθήκες, Τεκμήρια 22-25 και ποιοι είναι οι ενυπόθηκοι οφειλέτες, ανέφερε ότι βρίσκονται ακόμη στο Κτηματολόγιο και είναι έγκυρες και ισχυρές. Εξήγησε ότι όταν πηγαίνουν ενώπιον τους τις ελέγχουν και αν είναι εντάξει ρωτούν τους εμπλεκόμενους αν είναι οι υπογραφές τους και αφού απαντήσουν θετικά τις καταχωρούν. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Οι Εναγόμενοι δεν πρόσφεραν οιανδήποτε μαρτυρία για υπεράσπισή τους. Στη γραπτή του αγόρευση ο δικηγόρος της Ενάγουσας αφού αναφέρθηκε ότι οι ισχυρισμοί των Εναγομένων, οι οποίοι μάλιστα είχαν διαζευκτική μορφή, παρέμειναν μετέωροι και ανυποστήρικτοι αφού δεν πρόσφεραν καμία μαρτυρία, αλλά ούτε προώθησαν συγκεκριμένη πορεία για κάποιους από τους διαζευκτικούς ισχυρισμούς που προβάλλουν στην υπεράσπισή τους, με παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι ουσιαστικά δεν υπήρχε γραμμή υπεράσπισης, ενώ από την άλλη με βάση τη μαρτυρία των Μ.Ε.1, 2, 3 και 4 αποδείχθηκαν τόσο οι πιστωτικές διευκολύνσεις των Τεκμηρίων 1-7 για τις οποίες παρών στις υπογραφές των Τεκμηρίων 2-7 ήταν ο Μ.Ε.2, ενώ ο Μ.Ε.1 κατέθεσε αυτές, (Τεκμήρια 1-7) ως το πρόσωπο στην κατοχή του οποίου βρίσκονται, με τις επιστολές αποδοχής Τεκμήρια 13-
  5. Με αναφορά και στο υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό κάλεσε το Δικαστήριο όπως κρίνει τους μάρτυρες αυτούς αξιόπιστους, αφού αναφέρθηκε και στη σημασία της παράλειψης αντεξέτασης σε συγκεκριμένα μέρη της μαρτυρίας και μάρτυρα και μη προσκόμισης μαρτυρίας από την άλλη πλευρά. Τέλος, καταλήγει με την εισήγηση ότι το Δικαστήριο πρέπει να εκδώσει απόφαση ως ανωτέρω αναφέρεται. Από την άλλη, στη γραπτή αγόρευση της δικηγόρου των Εναγομένων 1, 2 και 3 αφού γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης, Υπεράσπισης και Απάντησης στην Υπεράσπιση με αναφορά στη μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν και δη στα Τεκμήρια 13-17, εισηγείται ότι βάσει συγκεκριμένων παραγράφων από αυτά δεν δεσμεύουν κανένα από τους Εναγόμενους. Έδωσε έμφαση στον τρεχούμενο λογαριασμό που λειτουργεί από το 1992, όπως ανέφερε, για να εισηγηθεί ότι δεν δόθηκε καμία μαρτυρία για τη λειτουργία του από το 1992-2.3.1994, οπότε και υπογράφηκε η συμφωνία Τεκμήριο 1, που κατ΄ αυτόν το μόνο που διευκρινίζεται είναι το ύψος του επιτοκίου σε 9% και τα μονομερή δικαιώματα της Ενάγουσας και τον τερματισμό του λογαριασμού. Από το Τεκμήριο 2, ξεκαθαρίζεται ότι πρόκειται για τρεχούμενο λογαριασμό με όριο, αλλά δεν διευκρινίζεται αυτό. Όμως ακόμη και με τις επιστολές ημερομηνίας 21.7.2008, 27.10.2008 και 27.10.2009, δεν σημαίνει ότι ο λογαριασμός λειτουργούσε με όριο, αφού οι επιστολές αυτές δεν αποτελούν έγκυρη συμφωνία. Επομένως ο τρεχούμενος λογαριασμός θα έπρεπε να κινείται μόνο με πιστωτικά υπόλοιπα και να μην υπάρχουν χρεωστικά υπόλοιπα. Εν πάση περιπτώσει είτε με τον ένα τρόπο λειτούργησε είτε με τον άλλο, δηλαδή πιστωτικά ή χρεωστικά υπόλοιπα, για τον πρώτο τρόπο δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ενώ για τον δεύτερο τρόπο δεν προσκομίστηκε ικανοποιητική μαρτυρία. Με κάποιους δικούς της συλλογισμούς, ήτοι ότι αφού χρεώνετο το κάθε δάνειο με συγκεκριμένο επιτόκιο και ο τρεχούμενος λογαριασμός με ένα άλλο συγκεκριμένο επιτόκιο, καταλήγει ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός μετά το πρώτο δάνειο χρεωνόταν με 16,25%, με 23,913% μετά το δεύτερο δάνειο, με 27,151% μετά το τρίτο δάνειο και με 41,685% μετά το τέταρτο δάνειο. Προβάλλει επίσης ότι ο υπολογισμός του επιτοκίου γινόταν στη βάση των 360 ημερών αντί 365 ημερών και ως εκ τούτου παραβιάζεται ο περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία Ν.41(Ι)/2017, άρθρα 13, 14, 16, 27 και 28 και ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Ν.93(Ι)/1996, άρθρο 7 όπως και οι πρόνοιες του περί Ερμηνείας Νόμου, ΚΕΦ. 1, που έτος σημαίνει ημερολογιακό και όχι εμπορικό έτος. Τέλος ανέφερε ότι δεν αποδείχθηκε ούτε ο τερματισμός των συμφωνιών, ούτε οι οφειλές με βάση το άρθρο 22 του ΚΕΦ.
  6. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Να σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. Να αναφέρω ότι, όσον αφορά την εξ ακοής μαρτυρία, όπως τα Τεκμήρια 4, 5, 6, 7, 8 και 9, που η κατάθεσή τους έγινε υπό τις πρόνοιες του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, να λεχθεί ότι τέτοια μαρτυρία δεν απορρίπτεται εκ μόνου του λόγου ότι είναι εξ ακοής, ούτε και γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Η βαρύτητα που θα προσδοθεί, εξαρτάται από τους παράγοντες που προσδιορίζονται στο άρθρο 27
(1)και
(2)του Κεφ. 9. Ως εκ τούτου, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, έχοντας υπόψη την υπόθεση Φίλιππος Γιαπατός ν. Μαρίας Σάββα κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1324 και Κυριακή Κολάνη άλλως Κίκα Κολάνη ν. Δημήτρη Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ 1108, η όποια εξ ακοής μαρτυρία εξετάζεται και σχολιάζεται ως προς την αποδοχή της ή μη σε άλλο μέρος της απόφασης, κατωτέρω, ή εξάγεται τούτο ως διαφαίνεται από τη συγγραφή της απόφασης έστω και αν δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000). » Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Στην υπόθεση Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Η πεποίθηση του Δικαστή πως ένας μάρτυρας λέγει την αλήθεια, ασφαλώς είναι το καλύτερο εχέγγυο της ετυμηγορίας του. Η πεποίθηση όμως αυτή δεν αρκεί να βεβαιώνεται αλλά και να αιτιολογείται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης όταν σ' αυτήν υπάρχουν γεγονότα που καθιστούν αναγκαία την αιτιολόγηση.» Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339 αναφέρθηκαν τα εξής: «Κατά δεύτερο λόγο, το πρωτόδικο Δικαστήριο πλημμελώς αξιολόγησε και απέρριψε τη μαρτυρία του Τσαππή με την απλή αναφορά ότι εδόθη στο Δικαστήριο η εντύπωση ότι ο μάρτυρας διακατεχόταν από εχθρικά αισθήματα για τον εφεσίβλητο και ότι δεν άφησε καλή εντύπωση. Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: "... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής." Πιο πρόσφατα ακόμη στην Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους.» Η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 165). Η λογική του πράγματος, δηλαδή των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν και περιστοιχίζουν όλη την έκταση της διαφοράς, μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη σκοπιά που κάθε ένας μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα, στο βαθμό που έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά, ανωτέρω), σε άμεση συσχέτιση βέβαια, αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι, με τους ισχυρισμούς και θέσεις όπως αυτές προβάλλονται στη δικογραφία, αφού μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Κούλλα Αντώνη Κουκούνη ν. A.N. Stasis Estates Co Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Στην υπόθεση Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941, αναφέρθηκε ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα έτσι ώστε η τελική απόφασή τους να περιέχει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα (βλ. Ιωάννης Αλεξάνδρου Χριστοδούλου ν. Κυριάκου Μηνά Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 552). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Γιαννάκης Πελεκάνος, ως διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.ά. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1746 αναφέρθηκαν τα εξής: «Όπου στην ουσία υπάρχει μια μόνο εκδοχή για ένα επίδικο θέμα, ο τρόπος αξιολόγησης της μαρτυρίας καθίσταται πολύ πιο δύσκολος και το έργο του δικαστηρίου πιο λεπτό απ' ότι στις συνήθεις περιπτώσεις. Στην υπόθεση Wynne v. Mavronicolas κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στον τρόπο που το δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει επίδικα θέματα για τα οποία υπάρχει μια μόνο εκδοχή. Στη σελ. 1145-6 της πιο πάνω απόφασης, αναφέρθηκε ότι:- "Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διϊστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (βλ. R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084). Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. "» Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn [1894] 6 R.67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr. App. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69). Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τους Μ.Ε.1, 2, 3 και 4, εκ των οποίων μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση του, Έγγραφο Α και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, τη σαφήνειας τους, τη φιλαλήθεια τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα καθώς και το γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκε η Μ.Ε.4 και η μαρτυρία τους δεν κλονίσθηκε σε κανένα σημείο της κατά την αντεξέταση τους. Να σημειωθεί ότι σε κανένα Μ.Ε. δεν υποβλήθηκε ότι έλεγε ψέματα. Άλλο θέμα είναι αν από τη μαρτυρία τους αποδεικνύεται η υπόθεση της Ενάγουσας. Ο Μ.Ε.1 με ξεκάθαρο τρόπο ανέφερε ότι αυτός δεν έλαβε μέρος ούτε είχε οιανδήποτε εμπλοκή στην κατάρτιση ή την υπογραφή των αναφερθέντων συμβάσεων και κατέθεσε τα Τεκμήρια 1-25, ως μέρος του φακέλου της Εναγομένης 1 που διατηρεί η Ενάγουσα, στην κατοχή του οποίου βρίσκεται ως ο αρμόδιος λειτουργός, ενώ τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 8-12 τα κατέθεσε με βάση το άρθρο 35
(3)του ΚΕΦ.9, Τεκμήριο 19, ως ένα από τα συνήθη βιβλία και μέρος του αρχείου της Ενάγουσας, τα οποία αυτός εκτύπωσε, τα οποία σύγκρινε με τις καταχωρήσεις που υπάρχουν και διαπίστωσε ότι είναι ίδια. Η μαρτυρία αυτή του μάρτυρα δεν κατέστη με κανένα τρόπο δυνατό να τρωθεί κατά την αντεξέταση. Γενικές και αόριστες ερωτήσεις ή υποβολές και θέσεις δεν είναι δυνατό να πλήξουν ούτε στο ελάχιστο την αξιοπιστία του. Όσον αφορά την μαρτυρία του Μ.Ε.2 ήταν καταπέλτης εναντίον της Υπεράσπισης στην προσπάθεια που έγινε από αυτή να διαφανεί είτε ότι εξαναγκάστηκε, είτε ότι πιέστηκε ο Εναγόμενος 3 για να υπογράψει για την Εναγόμενη 1 τις συμφωνίες, αφού για τις συμφωνίες Τεκμήρια 2-7 η υπογραφή τούτων έγινε από τον Εναγόμενο 3 στην παρουσία του, ο οποίος ήταν κατηγορηματικός ότι δεν ασκήθηκε καμία πίεση και κανένας εξαναγκασμός προς αυτό. Ήταν δε αυτός που χειρίζετο τους λογαριασμούς της Εναγομένης 1 και ουδέποτε αμφισβήτησε αυτές ή τις οφειλές της. Ο Μ.Ε.3 εξήγησε ότι αφού υπόγραψε τις επιστολές Τεκμήρια 26 και 18 αυτές αποστάληκαν και δεν επιστράφηκαν. Ούτε καν αντίθετη μαρτυρία δεν υπάρχει από τους Εναγομένους ότι δεν παραλήφθηκαν. Υποβολές ότι δεν παραλήφθηκαν δεν αποδεικνύουν τίποτε. Η Μ.Ε.4 δεν αντεξετάστηκε και η μαρτυρία της παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Αλλά ούτε υποβλήθηκε στους Μ.Ε.2 και 3 ότι δεν υπογράφηκαν οι συμβάσεις υποθηκών, Τεκμήρια 22-25, από τους Εναγόμενους 2 και 3 ή οτιδήποτε άλλο σχετικό με αυτές. Επίσης ούτε για τις συμβάσεις εγγύησης, Τεκμήρια 20 και 21, υποβλήθηκε στους μάρτυρες αυτούς οποιαδήποτε σχετική ερώτηση ή υποβολή για αμφισβήτηση της εγκυρότητας τους. Κρίνω ότι οι Μ.Ε. ήταν σαφείς, ειλικρινείς, ευθείς και μάρτυρες της αλήθειας. Ως εκ των πιο πάνω οι Μ.Ε.1, 2, 3 και 4 κρίνονται αξιόπιστοι σε όλη την έκταση της μαρτυρίας τους. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα είναι τράπεζα η οποία ασκούσε και ασκεί τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, η οποία ανέλαβε, δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013 και του διατάγματος περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Λαϊκή) Κ.Δ.Π. 104/2013 που εκδόθηκε στις 29.3.2013 από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου (Κ.Τ.Κ.), αφού μεταφέρθηκαν από τη Λαϊκή σε αυτή, διάφορα περιουσιακά στοιχεία, μεταξύ των οποίων τα επίδικα. Η Ενάγουσα, ως εξηγήθηκε ανωτέρω, παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις στην Εναγομένη 1, σε τρεχούμενο λογαριασμό δυνάμει γραπτής σύμβασης ημερομηνίας 2.3.1994, Τεκμήριο 1, η οποία αποδεικνύεται ότι υπεγράφη από τον Εναγόμενο 3 για την Εναγομένη 1 από την μαρτυρία του Μ.Ε.2 που αναγνωρίζει την υπογραφή του Εναγομένου 3, η οποία τροποποιήθηκε με γραπτή σύμβαση ημερομηνίας 30.7.2008, Τεκμήριο 2, την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 3 για την Εναγόμενη 1, η οποία παραπέμπει στη σύμβαση Τεκμήριο 1, γεγονός που αποδεικνύει ότι η σύμβαση Τεκμήριο 1 έγινε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης
  1. Επίσης παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις σε δάνειο ύψους Λ.Κ.50.000 (€85.403,75) σε αυτή, δυνάμει σύμβασης δανείου ημερομηνίας 15.7.2006, Τεκμήριο 3, η οποία τροποποιήθηκε με τη γραπτή σύμβαση δανείου ημερομηνίας 30.7.2008, Τεκμήριο
  2. Περαιτέρω δυνάμει γραπτής σύμβασης δανείου ημερομηνίας 29.10.2008, Τεκμήριο 5, παραχώρησε δάνειο στην Εναγομένη 1 ύψους €192.
  3. Στη συνέχεια δυνάμει γραπτής σύμβασης δανείου ημερομηνίας 5.11.2010, Τεκμήριο 6, παραχώρησε στην Εναγομένη 1 δάνειο ύψους €40.
  4. Τέλος, δυνάμει γραπτής σύμβασης δανείου ημερομηνίας 3.11.2011, Τεκμήριο 7, παραχώρησε στην Εναγομένη 1 δάνειο ύψους €67.
  5. Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης του τρεχούμενου λογαριασμού, Τεκμήριο 1, άνοιξε στο όνομα της Εναγομένης 1 τον τρεχούμενο λογαριασμό, Τεκμήριο 8, ο οποίος στις 30.9.2013 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €63.768,99, για τη σύμβαση δανείου Τεκμήριο 3, το λογαριασμό Τεκμήριο 9, ο οποίος στις 30.9.2013 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €76.720,21, για τη σύμβαση δανείου Τεκμήριο 5, το λογαριασμό Τεκμήριο 10, ο οποίος στις 30.9.2013 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €214.453,25, για τη σύμβαση δανείου Τεκμήριο 6, το λογαριασμό Τεκμήριο 11, ο οποίος στις 30.9.2013 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €45.774,95 και για τη σύμβαση δανείου Τεκμήριο 7 το λογαριασμό Τεκμήριο 12, ο οποίος στις 30.9.2013 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €79.290,
  6. Η Εναγόμενη 1 αποδέχθηκε, με βάση τα Τεκμήρια 13, 14, 15, 16 και 17, τις προτάσεις της Ενάγουσας, στις οποίες αναγράφονται οι όροι των αντίστοιχων πιο πάνω συμβάσεων και λογαριασμών, ενώ οι Εναγόμενοι 2 και 3 για επιπρόσθετη εξασφάλιση του δανείου της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα υπέγραψαν συμβάσεις εγγύησης ημερ. 5.11.2010 και 3.11.2011, Τεκμήρια 20 και 21 αντίστοιχα ενώ υπέγραψαν και συμβάσεις και δηλώσεις υποθήκης μαζί με έγγραφα υποθήκης ημερ. 29.10.2008 και 3.11.2011, Υ2554/2008 και Υ1942/2011 αντίστοιχα και Τεκμήρια 22 και 23 αντίστοιχα, εκ μέρους της Εναγομένης 2 και ημερομηνίας 2.2.1996 και 3.12.1998, Υ149/1996 και Υ1223/1998, αντίστοιχα και Τεκμήρια 24 και 25 αντίστοιχα, εκ μέρους του Εναγομένου
  7. Το χορηγούμενο ποσό του τρεχούμενου λογαριασμού Τεκμήριο 1 αρχικά χρεώνετο με τόκο 9%. Κατά τον ουσιώδη χρόνο της σύμβασης δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό, Τεκμήριο 1, ανερχόταν σε βασικό επιτόκιο 5,25% πλέον περιθώριο 3,05%. Κατόπιν τροποποιήσεως, Τεκμήριο 2, το χορηγούμενο ποσό του τρεχούμενου λογαριασμού χρεώνετο με περιθώριο 3,05%. Με τις επιστολές ημερ. 09.08.2012 Τεκμήριο 18 οι οποίες αποστάληκαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων και οι οποίες δεν επεστράφησαν το επιτόκιο καθορίστηκε σε 12% από 09.08.2012, όμως περιορίσθηκε σε 6,029%. Το επιτόκιο δυνάμει της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 3, προβλέπετο αρχικά σε κυμαινόμενο επιτόκιο 7,25% ήτοι βασικό 4,50% πλέον περιθώριο 2,75%. Κατόπιν τροποποιήσεως, Τεκμήριο 4, το χορηγούμενο ποσό του δανείου χρεώνετο με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο συνίστατο από το Euribor 6 μηνών προσαυξημένο κατά 2,75% περιθώριο. Σύμφωνα δε με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/1999, αφού αποστάληκαν οι επιστολές ημερ. 09.08.2012, Τεκμήριο 18, στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων και οι οποίες δεν επεστράφησαν, το επιτόκιο καθορίστηκε σε 12% από 09.08.2012, όμως περιορίσθηκε σε 7,795%. Το επιτόκιο δυνάμει της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 5, προβλέπετο σε κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο συνίστατο από το τριμηνιαίο Euribor 6 μηνών προσαυξημένο κατά 3,00%. Σύμφωνα δε με το Ν.161(Ι)/1999, αφού αποστάληκαν οι επιστολές ημερ. 09.08.2012, Τεκμήριο 18, στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων και οι οποίες δεν επεστράφησαν, το επιτόκιο καθορίστηκε σε 12% από 09.08.2012, όμως περιορίστηκε σε 8,018%. Το επιτόκιο δυνάμει της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 6, προβλέπετο σε κυμαινόμενο επιτόκιο 8,00% ήτοι βασικό επιτόκιο 5,00% πλέον 3,00% περιθώριο. Σύμφωνα δε με το Ν.161(Ι)/1999αφού αποστάληκαν οι επιστολές ημερ. 09.08.2012, Τεκμήριο 18, στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων και οι οποίες δεν επεστράφησαν, το επιτόκιο καθορίστηκε σε 12% από 09.08.2012, όμως περιορίστηκε σε 8,75%. Το επιτόκιο δυνάμει της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 7, προβλέπετο σε κυμαινόμενο επιτόκιο 9,00% ήτοι βασικό επιτόκιο 5,75% πλέον 3,25% περιθώριο. Σύμφωνα δε με το Ν.161(Ι)/1999 αφού αποστάληκαν οι επιστολές ημερ. 09.08.2012, Τεκμήριο 18, στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων και οι οποίες δεν επεστράφησαν, το επιτόκιο καθορίστηκε σε 12% από 09.08.2012, όμως περιορίστηκε σε 9,00%. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, όσον αφορά το εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 1 διά του Εναγομένου 3 υπέγραψε τις συμβάσεις τρεχούμενου λογαριασμού και δανείων, όπως και τα υπόλοιπα έγγραφα που αναφέρονται ανωτέρω, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τη δικηγόρο της Εναγομένης 1 ότι δεν ήταν η υπογραφή του Εναγομένου 3, γι΄ αυτή, στις συμβάσεις αυτές και στα άλλα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν χωρίς ένσταση και επίσης ο Μ.Ε.2 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι ο ίδιος προσωπικά είδε τον Εναγόμενο 3 να υπογράφει τα Τεκμήρια 2-
  8. Επειδή οι Εναγόμενοι δεν τήρησαν τους όρους που προβλέπονται στις ανωτέρω συμβάσεις τρεχουμένου και δανείων, ήτοι υπήρχαν καθυστερήσεις στις πληρωμές και δεν πλήρωναν τις δόσεις τους, η Ενάγουσα αφού έστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 18.7.2012 προς τους Εναγομένους, Τεκμήριο 26, τερμάτισε αυτές με επιστολές ημερομηνίας 9.8.2012, Τεκμήριο 18, προς τους Εναγομένους και κάλεσε αυτούς να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα υπόλοιπα των ως άνω λογαριασμών ενώ πληροφόρησαν αυτούς για την αλλαγή του επιτοκίου σε 12%, οι οποίες επιστολές δεν επιστράφηκαν πίσω. Στη συνέχεια επειδή οι Εναγόμενοι δεν εξόφλησαν τις οφειλές τους προς την Ενάγουσα, κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήριο 8-12, οι οποίες αποτελούν ένα από τα βιβλία της Ενάγουσας, οι οποίες κατατέθηκαν ως πιστοποιητικό, Τεκμήριο 18, σύμφωνα με το άρθρο 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ. 9, που επιβεβαίωσε με την μαρτυρία του ο Μ.Ε.1, τα χρεωστικά οφειλόμενα ποσά ανήρχοντο, αντίστοιχα των Τεκμηρίων 8-12, ως ακολούθως: (α) €63.768,99 σεντ πλέον τόκο 6,029% από 01.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 1.
  1. και 1.
  2. κάθε έτους. (β) €76.720,21 σεντ πλέον τόκο 7,795% από 01.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 1.
  3. και 1.
  4. κάθε έτους. (γ) €214.453,25 σεντ πλέον τόκο 8,018% από 01.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 1.
  5. και 1.
  6. κάθε έτους. (δ) €45.774,95 σεντ πλέον τόκο 8,75% από 01.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 1.
  7. και 1.
  8. κάθε έτους. (ε) €79.290,81 σεντ πλέον τόκο 9,00% από 01.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 1.
  9. και 1.
  10. κάθε έτους. Οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οιονδήποτε ποσό μετά την καταχώρηση της αγωγής. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των θεμάτων με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών όπως αυτοί εμφαίνονται από την Έκθεση Απαίτησης, την Έκθεση Υπεράσπισης και Απάντηση στην Υπεράσπιση και τις θέσεις τους που προωθήθηκαν με την γραμμή που ακολούθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία καθώς και τις εισηγήσεις όπως αυτές εκφράστηκαν με τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών, έχοντας υπόψη, μεταξύ άλλων και τις υποθέσεις Μαρσέλ ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερ. 17.10.2014 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση Αρ. 398/2011, ημερ. 12.2.
  1. Η συνήγορος των Εναγομένων εισηγήθηκε, ότι με βάση το Τεκμήριο 8 ο τρεχούμενος λογαριασμός λειτουργούσε από το 1992 και δεν προσκομίστηκε καμιά μαρτυρία σε σχέση με τους συμφωνηθέντες όρους λειτουργίας του από το 1992 μέχρι τις 2.3.1994 που υπογράφηκε το Τεκμήριο 1, στο οποίο το μόνο που διευκρινίζεται είναι το ύψος του επιτοκίου σε 9% και τα μονομερή δικαιώματα της Ενάγουσας, μεταξύ άλλων, για την μεταβολή του επιτοκίου, χρεώσεις για έξοδα και για τον τερματισμό του λογαριασμού. Εξέτασα το Τεκμήριο 8 και δεν εντόπισα να αναγράφεται οιαδήποτε ημερομηνίας λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού από το 1992 ή οτιδήποτε άλλο στοιχείο που να οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα. Εν πάση περιπτώσει ο Μ.Ε.1 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι ήλεγξε τους λογαριασμούς, Τεκμήριο 8-12 και πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται σε αυτούς και διαπίστωσε ότι οι καταχωρήσεις σε αυτούς ήταν ορθές. Επομένως και αν ακόμη λειτουργούσε ο τρεχούμενος λογαριασμός από το 1992 οι καταχωρήσεις που γίνονταν από τότε είναι ορθές. Το γεγονός ότι δεν αναγράφεται συγκεκριμένο όριο στη σύμβαση δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό, ημερομηνίας 2.3.1994, Τεκμήριο 1, δεν την καθιστά άκυρη λόγω ασάφειας, ως είναι η άποψη του συνηγόρου των Εναγομένων, κατά το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149 που επικαλέσθηκε. Το άρθρο 29 προνοεί: «Συμφωνίες, των οποίων το νόημα δεν είναι σαφές ή δεν δύναται να καταστεί σαφές είναι άκυρες». Στη συγκεκριμένη περίπτωση η σύμβαση δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό ημερομηνίας 2.3.1994, Τεκμήριο 1, κάθε άλλο παρά το νόημα της δεν είναι σαφές ή δεν δύναται να καταστεί σαφές, αφού ρητά αναφέρεται ότι η Ενάγουσα θα παρέχει οιεσδήποτε πιστωτικές διευκολύνσεις και σύμφωνα με τον όρο 1 το ποσό και ο τύπος αυτών θα γίνουν από την Ενάγουσα κατά την απόλυτη κρίση της Ενάγουσας και αυτές, δηλαδή οι πιστωτικές διευκολύνσεις, σύμφωνα με τον όρο 2 θα χρεώνονταν, με 9% ετησίως με διαιρέτη τις 360 ημέρες, με προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα και θα κεφαλαιοποιούνταν κάθε 31.
  2. εκάστου έτους. Η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα σύμφωνα με τον όρο 2 οποιαδήποτε στιγμή το αποφάσιζε να τροποποιήσει αυτές και σύμφωνα με τον όρο 3 να τερματίσει το λογαριασμό και να καταστήσει απαιτητές τις οποιεσδήποτε οφειλές από τις διευκολύνσεις και σύμφωνα με τον όρο 4 να χρεώνει με οποιαδήποτε ποσά που οφείλονται, ενώ αν δεν εξοφλείτο, σύμφωνα με τον όρο 5, να χρεώνει με επιτόκιο 9% ή το ανώτατο επιτόκιο που ίσχυε και να απαιτήσει δικαστικά τούτα και επιπλέον τα δικαστικά και άλλα έξοδα οιασδήποτε φύσης ως την πλήρη εξόφληση. Επομένως ήταν στην κρίση της Ενάγουσας μέχρι ποιο ποσό θα επέτρεπε να χρεώνετο ο τρεχούμενος αυτός λογαριασμός, για τον οποίο κανένα παράπονο δεν εξέφρασε η Εναγομένη
  3. Αν δεν συμφωνούσε η Εναγόμενη 1 με αυτή τη σύμβαση θα μπορούσε να την καταγγείλει, πράγμα όμως που δεν έκανε. Με την συμπληρωματική σύμβαση δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό ημερομηνίας 30.7.2008, Τεκμήριο 2, το μόνο που ουσιαστικά άλλαξε στη σύμβαση, Τεκμήριο 1, ήταν το επιτόκιο με το οποίο θα χρεώνετο ο λογαριασμός και ότι ο όρος 2 του Τεκμηρίου 1 αντικαταστάθηκε και ο τόκος θα υπολογίζετο και θα ήταν πληρωτέος κάθε τριμηνία αλλά δεν θα ανατοκίζετο περισσότερο από δύο φορές τον χρόνο. Αυτές όμως οι τροποποιήσεις της σύμβασης Τεκμήριο 1, δεν είναι σε αντίθεση με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/
  4. Άλλωστε η μετατροπή του επιτοκίου σε Euribor και περιθώριο επήλθε μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ο.Ν.Ε., όπου το επιτόκιο είχε άμεση συνάφεια με το επιτόκιο που καθόριζε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Εν τέλει όμως το επιτόκιο που χρεώθηκε και ζητείται με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις τόσο πριν όσο και μετά τον τερματισμό είναι αυτό που αναφέρεται ανωτέρω για τον κάθε λογαριασμό με ανατοκισμό δύο φορές το χρόνο. Η σύμβαση, Τεκμήριο 2, όμως έχει και μια άλλη σημασία, που δεν αναφέρθηκε από καμιά πλευρά, η οποία ήταν η επιβεβαίωση, ως προς τους υπόλοιπους όρους, της σύμβασης, Τεκμήριο 1 και η μη έκφραση παραπόνου εκ μέρους της Εναγομένης 1 για τον τρόπο λειτουργίας της σύμβασης δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό, όπως λειτουργούσε. Όμως κατά την ίδια ημερομηνίας 30.7.2008 που έγινε η σύμβαση Τεκμήριο 2 έγινε και η αποδοχή της πρότασης της Ενάγουσας από την Εναγομένη 1 που περιέχεται στο Τεκμήριο 13, με την οποία καθορίστηκε ως όριο του τρεχούμενου λογαριασμού, Τεκμήριο 1, το ποσό των €52.000, όπως και άλλοι όροι και προϋποθέσεις λειτουργίας του, αφού πρόκειται για αίτημα που έκανε η Εναγόμενη 1 όπως καταδεικνύεται από τις δύο πρώτες γραμμές του Τεκμηρίου 13 μετά το «Κύριοι» και πρότασης της Ενάγουσας προς την Εναγομένη 1, η οποία έγινε αποδεκτή από την Εναγόμενη 1, όπως αποδεικνύεται από την σφραγίδα και υπογραφή της Εναγομένης 1 που περιέχεται στην τρίτη σελίδα του Τεκμηρίου
  5. Επομένως η θέση της δικηγόρου των Εναγομένων ότι το Τεκμήριο 13 όπως και τα Τεκμήρια 14-17 δεν αποτελούν συμφωνίες και δεν δεσμεύουν τους Εναγομένους δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Όπως δεν ευσταθεί ότι η αποδοχή τους από την Εναγομένη 1 ήταν λόγω πίεσης ή εξαναγκασμού, αφού δίνετο περιθώριο ενός μηνός για να αποφασίσει αν αποδεχόταν τις προτάσεις και αφού αποδέχθηκε τις προτάσεις στη συνέχεια υπέγραψε τις συμφωνίες δανείου. Επίσης δεν ευσταθούν και απορρίπτονται οι συλλογισμοί της περί χρέωσης επιτοκίου, όπως το καθορίζει μετά την πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη σύμβαση, στον τρεχούμενο λογαριασμό. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 επί τούτου ήταν σαφής και εμπεριστατωμένη και δεν επιδέχεται καμιά αμφισβήτηση. Μάλιστα ήταν ξεκάθαρος ότι αφού γινόταν το κάθε δάνειο, αυτό μεταφερόταν στον τρεχούμενο λογαριασμό το οποίο χρησιμοποίησε η Εναγόμενη 1 για τις επιχειρήσεις της εκδίδοντας επιταγές ή άλλως πως. Ήταν θέμα της Εναγομένης 1 αν δεν επιθυμούσε να διατηρεί τρεχούμενο λογαριασμό για σκοπούς δικούς της να ζητήσει τον τερματισμό του. Επίσης καμιά διάσταση δεν παρατηρείται στα όσα ανέφερε ο Μ.Ε.1 σε σχέση με το επιτόκιο χρέωσης του κάθε λογαριασμού σύμβασης δανείου, αφού όπως αναφέρεται στην τελευταία σελίδα της δήλωσης-κατάθεσής του, Έγγραφο Α, το επιτόκιο που αξιώνεται μετά τον τερματισμό δανείου δεν είναι το 12%, αλλά είναι αυτό που ίσχυε και πριν τον τερματισμό και δεν υπάρχει καμιά άλλη χρέωση. Σύμφωνα με την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ 829, σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση υπόθεση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τέσσερα: Α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ μαζί με τους όρους του. Β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. Γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και Δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Α), ήτοι οι συμβάσεις τρεχούμενου λογαριασμού και δανείων, από τα Τεκμήρια 1-
  1. Όλες οι αιτιάσεις που προέβαλε με την αγόρευση του η δικηγόρος των Εναγομένων, όπως ήδη αναφέρθηκε, πέφτουν στο κενό αφού οι συμφωνίες αυτές υπογράφηκαν από την Εναγομένη 1, όπως ανέφερε ο Μ.Ε.2, ως εξηγείται ανωτέρω και καμιά αντίθετη μαρτυρία δεν προσφέρθηκε από την Υπεράσπιση. Σε σχέση με όσα αναφέρονται στην αγόρευσή της δικηγόρου των Εναγομένων για τα Τεκμήρια 13-17, όπως ήδη σχολιάσθηκε και εξηγήθηκε πιο πάνω, ουδέν έρεισμα υπάρχει και αποτελούν εισηγήσεις χωρίς κανένα πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο αφού φαίνεται ξεκάθαρα η αποδοχή των όσων καταγράφονται σε αυτά. Επίσης έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Β), δηλαδή η παράβαση όρου των αναφερθέντων συμβάσεων, αφού δεν τηρούνταν οι όροι αυτής, δηλαδή υπήρχαν καθυστερήσεις στις πληρωμές και δεν πληρώνονταν οι δόσεις, όπως ξεκάθαρα διαπιστώνεται από τα Τεκμήρια 8-
  2. Ακόμη έχει αποδειχθεί και το στοιχείο (Γ), ήτοι ο τερματισμός των αναφερθέντων λογαριασμών όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 18, σύμφωνα με τον όρο που προβλέπεται στις αναφερθείσες συμβάσεις για τερματισμό αυτών. Συγκεκριμένα ο Μ.Ε.3 ανέφερε ότι οι επιστολές ετοιμάστηκαν από την υπηρεσία του, υπογράφηκαν από αυτόν και τον διευθυντή του τμήματος και αποστάληκαν οι συγκεκριμένες επιστολές στους Εναγομένους, Τεκμήριο 18, Επί αυτού αναφέρεται, σύμφωνα και με την μαρτυρία του Μ.Ε.3, ότι δεν επιστράφηκαν. Η μη επιστροφή των επιστολών συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα που απευθυνόταν, βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 670, Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479 και Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ
  1. Το βάρος απόδειξης ότι δεν παραλήφθηκαν αντιστρέφεται και είναι οι Εναγόμενοι που επικαλούνται τη μη παραλαβή της που πρέπει πλέον να αποδείξουν ότι δεν έλαβαν την επιστολή, πράγμα που δεν συνέβη εδώ. Το τελευταίο στοιχείο που παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο πληρείται είναι το στοιχείο (Δ), δηλαδή αν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό όπως συγκεκριμενοποιήθηκε από την δήλωση-κατάθεση του Μ.Ε.1, Έγγραφο Α και των καταστάσεων λογαριασμών, Τεκμήρια 8-
  2. Τούτο έχει δύο πτυχές. Πρώτο, αν αυτό αποτελεί απότοκο παραβίασης της νομοθεσίας, αφού προβάλλεται ο ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης ότι οι συμβάσεις τρεχούμενου λογαριασμού και δανείων δεν έγιναν σύμφωνα με τα άρθρα 13, 14, 16, 27 και 28 του Περί Συμβάσεων Πίστωσης σε Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που Προορίζονται για Κατοικία, Ν.41(Ι)/2017και του περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμου σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Ν.93(Ι)/1996 και ως εκ τούτου είναι άκυρες και δεύτερο, όποιο και να είναι το οφειλόμενο ποσό, αποδείχθηκε με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία. Θα έλεγα σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό για παραβίαση των αναφερθέντων, ως άνω, νομοθεσιών, στις συμβάσεις τρεχούμενου λογαριασμού και δανείων, δεν υπήρχε καμιά παραβίαση γιατί η Ενάγουσα ενήργησε, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, αφού η Εναγομένη 1 επέλεξε με ελεύθερη βούληση να προβεί στις συμβάσεις τρεχούμενου λογαριασμού και δανείων, αφού φαίνεται ότι κατανόησε τους όρους αυτής και υπέγραψε διά μέσου του Εναγομένου 3 τις συμβάσεις Τεκμήρια 1-7, όπως και τα Τεκμήρια 13-
  3. Η εισήγηση εκ μέρους της δικηγόρου των Εναγομένων, ότι παραβιάσθηκαν οι πιο πάνω αναφερθείσες νομοθεσίες από την Ενάγουσα, δεν μπορούν να βρουν έρεισμα αφού δεν πρόκειται για συμβάσεις που έγιναν με καταναλωτή σε σχέση με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία επειδή πρώτο καταναλωτής σύμφωνα με το Ν.41(Ι)/2017, ο οποίος βέβαια τότε δεν είχε ψηφισθεί, είναι μόνο φυσικό πρόσωπο, και όχι εταιρεία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι συμβάσεις που έγιναν ήταν μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 Εταιρείας. Ούτε βέβαια παραβιάσθηκε ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Ν.93(Ι)/1996 ακριβώς για τον ίδιο λόγο, δηλαδή σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου καταναλωτής θεωρείται μόνο φυσικό πρόσωπο και όχι εταιρεία όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση. Επίσης, όσον αφορά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης, για κάποιους εκ των οποίων σε κάποιο βαθμό απεύθυνε ερωτήσεις ή υποβολές η δικηγόρος των Εναγομένων προς τους Μ.Ε.1, 2 και 3, πέραν των όσων ήδη σχολιάσθηκαν, δεν διαφάνηκε να υποδεικνύει συγκεκριμένα σημεία παράβασης των συμβάσεων Τεκμήρια 1-7 εκ μέρους της Ενάγουσας ή της νομοθεσίας και ποιος όρος ή ποια χρέωση είναι παράνομη υπό το πρίσμα της νομοθεσίας ή των συμβάσεων του τρεχούμενου λογαριασμού και των δανείων. Απλή άρνηση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης, που περιλαμβάνονται στους ισχυρισμούς των παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης, οι οποίοι στη συνέχεια δεν προωθήθηκαν δεόντως με ανάλογες υποβολές ή ερωτήσεις με αντεξέταση των Μ.Ε.1, 2 και 3, έτσι ώστε από τη μία να τεθεί η θέση της Υπεράσπισης και συνάμα να αμφισβητηθούν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας και από την άλλη να δοθεί η ευκαιρία στους Μ.Ε.1, 2 και 3 να απαντήσουν εκ μέρους της Ενάγουσας, δεν αρκεί για να τεθούν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας υπό αμφισβήτηση. Μάλιστα, παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτή γίνεται αποδεκτή, βλ. υπόθεση Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 ΑΑΔ 1147 και Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2010)1 ΑΑΔ 128. Στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 785 λέχθηκαν τα εξής: «Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Βrowne v. Dunn [1894] 6 R. 67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr.App. R. 202 ). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69).» Δεν υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση ποιά χρέωση από αυτές που καταγράφονται στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 8-12, επιβλήθηκε κατά παράβαση είτε των αναφερθέντων συμβάσεων Τεκμήρια 1-7 ή των Τεκμηρίων 13-17, είτε κάποιας από τις σχετικές νομοθεσίες, όπως π.χ. τον περί Συμβάσεων Νόμο ΚΕΦ. 149. Στο βαθμό που το Δικαστήριο μπορεί να αντιληφθεί από τα Τεκμήριο 8-12, χωρίς να καθιστά τον εαυτό του ειδικό, αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις που σχετίζονται με διάφορες επιβαρύνσεις πλην των σχετικών με τον τόκο. Σε άλλους δε όρους των Τεκμηρίων 1-7, ήτοι στο Τεκμήριο 1 στον όρο 3, στο Τεκμήριο 3 στον όρο 2, στο Τεκμήριο 5 στον όρο 2, στο Τεκμήριο 6 στον όρο 2 και στο Τεκμήριο 7 στον όρο 2, προβλέπεται το δικαίωμα της Ενάγουσας να τερματίσει τις αναφερθείσες συμβάσεις τρεχούμενου λογαριασμού και δανείων και να καθιστά το οποιοδήποτε υπόλοιπο άμεσα πληρωτέο και απαιτητό και σε περίπτωση μη εξόφλησής του να απαιτήσει τούτο δικαστικά. Τοιουτοτρόπως απορρίπτεται και αυτή η θέση. Όσον αφορά την άλλη πτυχή του στοιχείου (Δ), ο Μ.Ε.1, ο οποίος κατέθεσε τα Τεκμήρια 8-12 με βάση το άρθρο 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, Τεκμήριο 19, ανέφερε στη δήλωση-κατάθεσή του και στην προφορική μαρτυρία του ότι οι καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 8-12, οι οποίες αρχίζουν από την ημέρα ανοίγματος του λογαριασμού και/ή εκταμίευσης των ποσών του τρεχούμενου και των δανείων και φτάνουν μέχρι την 1.10.2013, ότι αυτές αποτελούν μέρος του αρχείου της Ενάγουσας και παράχθηκαν, ως εξάγεται από την δήλωση-κατάθεση του Μ.Ε.1, Έγγραφο Α και την προφορική μαρτυρία του, σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται ρητά στην προτελευταία παράγραφο της τρίτης σελίδας της δήλωσης-κατάθεσης του Μ.Ε.1 και στην προφορική μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι, (α) οι καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 8-12, αποτελούν ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9), (β) ότι η καταχώρηση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της (άρθρο 22
(2)του Κεφ. 9), (γ) ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9) και (δ) ότι τα Τεκμήρια 8-12 έχουν συγκριθεί με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθά (άρθρο 22
(3)του Κεφ.9), το οποίο μάλιστα αποτελεί επιτακτική ανάγκη για απόδειξη του οφειλομένου υπόλοιπου ποσού, γιατί διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αντίγραφο της καταχώρησης, στην περίπτωσή μας τα Τεκμήρια 8-12, ως απόδειξη. Σε σχέση με τις εγγυήσεις και τις υποθήκες που παραχώρησαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 πρέπει να σημειωθεί ότι ουδεμία ερώτηση ή υποβολή έγινε προς τους Μ.Ε.2 και 3 και δη προς την Μ.Ε.4, που αναφέρθηκε στις υποθήκες, αφού αυτή δεν αντεξετάστηκε. Ως εκ τούτου έχουν αποδειχθεί τόσο οι συμβάσεις εγγύησης, Τεκμήρια 20 και 21, που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 όσο και οι υποθήκες, Τεκμήρια 22-25, που ενέγραψαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου προς όφελος της Ενάγουσας. Επομένως, ως εκ των πιο πάνω, η Ενάγουσα απέδειξε τα οφειλόμενα ποσά προς αυτήν από τους Εναγόμενους 1, 2 και
  1. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η αγωγή επιτυγχάνει εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και
  2. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, ομού και κεχωρισμένως, ως ακολούθως: (α) €63.768,99 σεντ πλέον τόκο 6,029% από 01.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 1.
  3. και 1.
  4. κάθε έτους μέχρι εξόφλησης. (β) €76.720,21 σεντ πλέον τόκο 7,795% από 01.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 1.
  5. και 1.
  6. κάθε έτους μέχρι εξόφλησης. (γ) €214.453,25 σεντ πλέον τόκο 8,018% από 01.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 1.
  7. και 1.
  8. κάθε έτους μέχρι εξόφλησης. (δ) €45.774,95 σεντ πλέον τόκο 8,75% από 01.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 1.
  9. και 1.
  10. κάθε έτους μέχρι εξόφλησης. (ε) €79.290,81 σεντ πλέον τόκο 9,00% από 01.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 1.
  11. και 1.
  12. κάθε έτους μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος 26 (Στ) της Έκθεσης Απαίτησης, πλέον έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 ομού και κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.