ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. PARSONS κ.α., Αρ. Αγωγής: 176/2013, 18/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 176/2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας ΚΑΙ
- PARSONS XXXXX XXXXX
- HANN XXXXX XXXXX
- S.N.S. SUPERHOUSES DEVELOPMENT LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 18.6.2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Παπαπέτρου για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 1: κ. Μ. Μιχαήλ για Χρίστος Τριανταφυλλίδης και Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η (Εx-Tempore) H Ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 κ.6) αξιώνει εναντίον του Εναγομένου 1, (αφού εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 εκδόθηκε απόφαση), ως η παράγραφος Α, Ε, ΣΤ και Ζ της Έκθεσης Απαίτησης, δυνάμει σύμβασης δανείου ημερ.17.8.2007 με τον Εναγόμενο 1 για το ποσό των €324.496,66 πλέον τόκο 6.088083% ετησίως από 18.7.2012 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου δύο φορές το χρόνο, ήτοι την 30/6/ και 31/12/ εκάστου έτους και διάφορα διατάγματα δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης δικαιωμάτων του Εναγομένου 1 ημερ. 17.8.2012 επί του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 31.5.2007 και του ασφαλιστικού συμβολαίου ζωής ημερ. 30.4.
- Με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής του ο Εναγόμενος 1 δεν παραδέχεται καμία από τις παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης, πλην, ως εξάγεται από την παράγραφο 3(α) της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ότι η Ενάγουσα είναι χρηματοοικονομικός οργανισμός με έδρα εργασιών την Κύπρο και δεόντως αδειούχα διά την παροχή δανείων. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η σύμβαση δανείου είναι άκυρη για το λόγο ότι έγινε σε ελβετικά φράγκα και όχι σε ευρώ που κατά τον χρόνο εκτέλεσης της ήταν το επίσημο νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσης ότι η σύμβαση δανείου δεν περιλαμβάνει πρόνοια υποθήκευσης ακινήτου για διασφάλιση πληρωμής του δανείου από τον Εναγόμενο
- Ακόμη ότι η σύμβαση δανείου είναι αντίθετη με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Τέλος ότι δεν προειδοποίησε τον Εναγόμενο 1, ως όφειλε, αναφορικά με τους υφιστάμενους κινδύνους αυτής της μορφής δανεισμού και/ή χωρίς να υπολογίσει και/ή να υποδείξει κατά τρόπο οριστικό και/ή βέβαιο και/ή καθόλου τα δεδομένα αναφορικά με τα κυμαινόμενα επιτόκια και/ή τις αλλαγές που δυνατό να προκληθούν από τις συναλλαγματικές τροποποιήσεις και/ή την συναλλαγματική ισοτιμία και/ή λαμβάνοντας μονομερείς αποφάσεις σχετικά με τον καθορισμό των επιτοκίων χωρίς να ενημερώνεται αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού τους και ότι η Ενάγουσα δεν προέβηκε στη χρήση εξειδικευμένου εργοδοτούμενου προς το σκοπό αυτό, ως οφειλε, αποτέλεσμα των οποίων ήταν ο Εναγόμενος 1 να συμβληθεί με την Ενάγουσα υπό την εντύπωση που προκάλεσαν σε αυτό οι παραστάσεις και ή έλλειψη αυτών και/ή συμβλήθηκε υπό συνθήκες παραπλάνησης. Ανταπαιτητικά αξιώνει (Α) δήλωση ότι η σύμβαση δανείου ημερομηνίας 17.8.2007 είναι άκυρη γιατί συνήφθη κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας, (Β) δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ως άνω σύμβαση δανείου ημερ. 17.8.2007 είναι προϊόν παραπλάνησης και/ή απόκρυψης στοιχείων και είναι παράνομη και/ή άκυρη και (Γ) δήλωση ότι ο Εναγόμενος 1 ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα και η Ενάγουσα υποχρεούται να επιστρέψει το ποσό που ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε σε αυτή, διατάγματα απορρέοντα από τις θεραπείες που αναφέρονται ανωτέρω, ήτοι Α, Β και Γ, οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει νόμιμη και/ή ορθή υπό τις περιστάσεις, τόκο και έξοδα πλέον ΦΠΑ. Με την απάντηση της, στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η Ενάγουσα αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτήν. Ουσιαστικά δε επαναλαμβάνει, όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και δίνει τη δική της επιγραμματική θέση, σε όσα δεν φαίνονται στην Έκθεση Απαίτησης, στους ισχυρισμούς του Εναγομένου
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Στις 7.1.2019 έγινε παραδεκτό γεγονός ότι η Ενάγουσα είναι Τραπεζικό Οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος στην Κύπρο για να διεκπεραιώνει εργασίες που σχετίζονται με τον Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο για τον οποίο ενεγράφη και ότι έγινε συμφωνία δανείου ημερ. 17.8.2007 σε ελβετικά φράγκα μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 1 και
- Επίσης στις 14.3.219 έγιναν παραδεκτά γεγονότα οι ισχυρισμοί των παραγράφων 2, 4, 6, 8, 10, 11, 17-21 της Έκθεσης Απαίτησης και από την παράγραφο 16 ότι η Ενάγουσα παραχώρησε στον Εναγόμενο 1 το ρηθέν δάνειο. Η Ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε ένα
(1)μάρτυρα, τον XXXXX Σωφρονίου (Μ.Ε., του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασής του αποτέλεσε δήλωση-κατάθεση του ως Έγγραφο Α, στην οποία ανέφερε ότι, από το 2013 που εργάζεται στην Ενάγουσα είναι στη μονάδα ανάκτησης χρεών. Παρόλο που οι μόνοι ισχυρισμοί της Ενάγουσας οι οποίοι δεν έγιναν εκ συμφώνου παραδεκτά γεγονότα είναι οι ισχυρισμοί των παραγράφων 13, 14, 15 και το μέρος της παραγράφου 16 της Έκθεσης Απαίτησης που αναφέρεται στο υπόλοιπο του δανείου και το ύψος του επιτοκίου, αφού με τις παραγράφους 3, 5, 7, 9, 12 και 15 απλώς η Ενάγουσα επιφυλάσσει τα δικαιώματα της για τους όρους των διαφόρων συμφωνιών, εν τούτοις ο Μ.Ε. στη γραπτή δήλωσή του αναφέρεται σε όλα τα θέματα που περιλαμβάνονται στους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι δυνάμει γραπτής σύμβασης δανείου ημερομηνίας 9.5.2007, η οποία υπογράφηκε στις 17.8.2007, συμφωνήθηκε η παραχώρηση από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο 1 δάνειο ύψους CHF341.690.00 (€280.694.98), Τεκμήριο
- Προς εξασφάλιση και εγγύηση του εν λόγω δανείου η Εναγόμενη 3 ενέγραψε την υποθήκη Υ6711/2007 στις 20.9.2007, Τεκμήριο 2, καθώς και την εγγύηση ημερομηνίας 17.8.2007, Τεκμήριο
- Επίσης προς εξασφάλιση του αναφερθέντος δανείου ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 17.8.2007, Τεκμήριο
- Προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε σύμβαση εκχώρησης ημερομηνίας 17.8.2007, Τεκμήριο 5, όλων των δικαιωμάτων του που απορρέουν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο ζωής του ημερομηνίας 17.8.2007, προς την Ενάγουσα, όπως επίσης υπέγραψε συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 17.8.2007, Τεκμήριο 6, όλων των δικαιωμάτων του που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 31.5.2007, προς την Ενάγουσα. Όπως λέχθηκε προηγουμένως, αν και έγιναν παραδεκτά γεγονότα ότι η Ενάγουσα ειδοποίησε με επιστολές τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 για τις καθυστερημένες δόσεις τους και ότι τερμάτισε τη σύμβαση δανείου, καθώς και για τον τόκο υπερημερίας και το ύψος του επιτοκίου, εν τούτοις ο Μ.Ε. κατάθεσε ως Τεκμήριο 7, επιστολή ειδοποίησης για τις καθυστερήσεις δόσεων ημερομηνίας 8.11.2010, ως Τεκμήριο 8 επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 18.7.2012, ως Τεκμήριο 9 επιστολή προς την εναγόμενη 3 ημερομηνίας 18.7.2012 για εξόφληση του δανείου, ως Τεκμήριο 10 την κοινοποίηση του καταλόγου προμηθειών και χρεώσεων ημερομηνίας 10.4.12, και ως Τεκμήρια 11 και 12 ανακοινώσεις στον Τύπο ημερομηνίας 9.4.2009 και 6.4.2012 για το ύψος του επιτοκίου. Τέλος, κατάθεσε ως Τεκμήριο 13 δέσμη καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού τις οποίες εξήγησε, ως Τεκμήριο 14 πιστοποιητικό με βάση το άρθρο 35
(3)του Περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ. 9 και ως Τεκμήριο 15 πιστό αντίγραφο της απόφασης ημερομηνίας 9.6.2013 εναντίον της Εναγόμενης 3, ενώ σχολιάζει και απορρίπτει όσα αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Εναγομένου 1. Αξιώνει δε ως η Έκθεση Απαίτησης. Ο Μ.Ε. δεν αντεξετάστηκε και ο Εναγόμενος 1 δεν πρόσφερε οιαδήποτε μαρτυρία. Στη γραπτή της αγόρευση η δικηγόρος της Ενάγουσας, αφού προέβη σε μία εισαγωγή σε σχέση με το τι αξιώνεται με την αγωγή, στη συνέχεια αναφέρθηκε στους υπόλοιπους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης και στα Τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και στη μαρτυρία του Μ.Ε. για να καταλήξει ότι υπό το φως των πιο πάνω το Δικαστήριο πρέπει να εκδώσει απόφαση ως η αξίωση και να απορρίψει την Ανταπαίτηση. Από την άλλη, ο συνήγορος του Εναγομένου 1 ανέφερε ότι υιοθετεί όσα αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000). » Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Στην υπόθεση Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Η πεποίθηση του Δικαστή πως ένας μάρτυρας λέγει την αλήθεια, ασφαλώς είναι το καλύτερο εχέγγυο της ετυμηγορίας του. Η πεποίθηση όμως αυτή δεν αρκεί να βεβαιώνεται αλλά και να αιτιολογείται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης όταν σ' αυτήν υπάρχουν γεγονότα που καθιστούν αναγκαία την αιτιολόγηση.» Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339 αναφέρθηκαν τα εξής: «Κατά δεύτερο λόγο, το πρωτόδικο Δικαστήριο πλημμελώς αξιολόγησε και απέρριψε τη μαρτυρία του Τσαππή με την απλή αναφορά ότι εδόθη στο Δικαστήριο η εντύπωση ότι ο μάρτυρας διακατεχόταν από εχθρικά αισθήματα για τον εφεσίβλητο και ότι δεν άφησε καλή εντύπωση. Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: "... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής." Πιο πρόσφατα ακόμη στην Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους.» Η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 165). Η λογική του πράγματος, δηλαδή των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν και περιστοιχίζουν όλη την έκταση της διαφοράς, μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη σκοπιά που κάθε ένας μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα, στο βαθμό που έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά, ανωτέρω), σε άμεση συσχέτιση βέβαια, αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι, με τους ισχυρισμούς και θέσεις όπως αυτές προβάλλονται στη δικογραφία, αφού μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Κούλλα Αντώνη Κουκούνη ν. A.N. Stasis Estates Co Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Στην υπόθεση Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941, αναφέρθηκε ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα έτσι ώστε η τελική απόφασή τους να περιέχει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα (βλ. Ιωάννης Αλεξάνδρου Χριστοδούλου ν. Κυριάκου Μηνά Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 552). Στην υπόθεση Γιαννάκης Πελεκάνος, ως διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.ά. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1746 αναφέρθηκαν τα εξής: «Όπου στην ουσία υπάρχει μια μόνο εκδοχή για ένα επίδικο θέμα, ο τρόπος αξιολόγησης της μαρτυρίας καθίσταται πολύ πιο δύσκολος και το έργο του δικαστηρίου πιο λεπτό απ' ότι στις συνήθεις περιπτώσεις. Στην υπόθεση Wynne v. Mavronicolas κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στον τρόπο που το δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει επίδικα θέματα για τα οποία υπάρχει μια μόνο εκδοχή. Στη σελ. 1145-6 της πιο πάνω απόφασης, αναφέρθηκε ότι:- "Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διϊστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (βλ. R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084). Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. "» Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τον Μ.Ε. και του οποίου μέρος της μαρτυρίας του αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση του και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία του με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια του, τη σαφήνεια του, τη φιλαλήθεια και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα καθώς και το γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκε και η μαρτυρία του έμεινε αναντίλεκτη και αδιαμφισβήτητη. Κρίνω ότι ήταν σαφής, ειλικρινής, ευθύς και μάρτυρας της αλήθειας. Ως εκ των πιο πάνω ο Μ.Ε. κρίνεται αξιόπιστος σε όλη την έκταση της μαρτυρίας του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα είναι τράπεζα η οποία ασκούσε και ασκεί τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Δυνάμει γραπτή σύμβασης δανείου ημερομηνίας 17.8.2007, Τεκμήριο o 1, την οποία υπέγραψαν η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος 1, η Ενάγουσα παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις σε δάνειο ύψους CHF341.690,00 και σε ευρώ €280.694,
- Επίσης ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε στις 17.8.2007 συμφωνίες εκχώρησης Τεκμήρια 5 και 6 των δικαιωμάτων του που εκπηγάζουν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο ζωής ημερομηνίας 30.4.2007 και το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 31.5.2007, ενώ οι Εναγόμενοι 2 και 3 για επιπρόσθετη εξασφάλιση του δανείου του Εναγομένου 1 προς την Ενάγουσα υπέγραψαν, ο μεν Εναγόμενος 2 σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 17.8.2007, Τεκμήριο 3, η δε Εναγόμενη 3, σύμβαση και δήλωση υποθήκης μαζί με έγγραφο υποθήκης 20.9.2007, Τεκμήριο 2 και σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 17.8.2007, Τεκμήριο
- Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, όσον αφορά το εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε την σύμβαση δανείου, όπως και τα υπόλοιπα έγγραφα που αναφέρονται ανωτέρω, έγιναν παραδεκτά γεγονότα και ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τον δικηγόρο του Εναγομένου 1 ότι δεν ήταν η υπογραφή του στη σύμβαση δανείου και στα άλλα έγγραφα τα οποία έγιναν παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν χωρίς ένσταση. Η Ενάγουσα με ανακοίνωση της στον Τύπο στις 9.4.2009 και 6.4.2012 ενημέρωσε τους Εναγομένους για το ύψος του επιτοκίου, Τεκμήρια 11 και
- Επίσης η Ενάγουσα ενημέρωσε τους Εναγομένους για το ύψος του επιτοκίου και με την κοινοποίηση καταλόγου προμηθειών των χρεώσεων ημερ. 10.4.2012, Τεκμήριο
- Επειδή ο Εναγόμενος 1 δεν τήρησε τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση δανείου, ήτοι την πληρωμή των δόσεων, η Ενάγουσα, αφού έστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 8.11.2010 προς τους Εναγομένους 1, 2 και 3, Τεκμήριο 7, τερμάτισε αυτήν με επιστολή ημερομηνίας 18.7.2012, Τεκμήριο 8, προς τον Εναγόμενο 1 με κοινοποίηση-ενημέρωση προς την Εναγόμενη 2, Τεκμήριο 8 και την Εναγόμενη 3, Τεκμήριο
- Ακολούθως επειδή οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν εξόφλησαν την οφειλή τους προς την Ενάγουσα, κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, από 1.7.2012 μέχρι 29.3.2019, η οποία αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 13, το οποίο κατατέθηκε με βάση το πιστοποιητικό Τεκμήριο 14, η οποία έγινε δυνάμει της αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού, που επίσης αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 13, ως ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας που επιβεβαιώνεται με βάση την μαρτυρία του ο Μ.Ε., η οποία είναι σύμφωνη με το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ. 9, το χρεωστικό οφειλόμενο ποσό την 29.3.2019 ανήρχετο στις CHF583.151,
- Σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση του Μ.Ε., ΕΓΓΡΑΦΟ Α, η Ενάγουσα ζητεί την έκδοση απόφασης ως ακολούθως: «(α) ως η αξίωση Α για το ποσό των CHF394.978,17 ή το ισάξιο σε Ευρώ πλέον τόκο με μειωμένο επιτόκιο Euribor 6 mth 0,1308% πλέον περιθώριο 3,75% πλέον τόκος υπερημερίας 2% ήτοι συνολικό 5,88080% από 18.7.2012 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου δύο φορές το χρόνο στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, ως προνοείται από το Νόμο 160(Ι)/99 και (β) ως οι αξιώσεις Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Ζ όπως αυτές καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης.» Οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οιονδήποτε ποσό μετά την καταχώρηση της αγωγής. Σ΄ ότι αφορά την Ανταπαίτηση ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε και οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σε αυτή παρέμειναν μετέωροι και χωρίς να υποστηρίζονται από αποδεικτικά στοιχεία. Ενώ από την άλλη ο Μ.Ε. έδωσε μαρτυρία επί αυτής η οποία απέρριπτε τούτη δίδοντας την δική του εκδοχή και ισχυρισμούς, οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των θεμάτων με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών όπως αυτοί εμφαίνονται από την Έκθεση Απαίτησης, την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και τις θέσεις τους που προωθήθηκαν με την γραμμή που ακολούθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία καθώς και τις εισηγήσεις όπως αυτές εκφράστηκαν με τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών, έχοντας υπόψη, μεταξύ άλλων και τις υποθέσεις Μαρσέλ ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερ. 17.10.2014 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση Αρ. 398/2011, ημερ. 12.2.2018. Σύμφωνα με την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ 829, σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση υπόθεση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τέσσερα: Α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ μαζί με τους όρους του. Β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. Γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και Δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Α), ήτοι η σύμβαση δανείου, από το Τεκμήριο 1 που έγινε και παραδεκτό γεγονός. Επίσης έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Β), δηλαδή η παράβαση όρου σύμβασης, αφού δεν τηρούνταν οι όροι αυτής, δηλαδή δεν πληρώνονταν οι δόσεις, το οποίο επίσης έγινε παραδεκτό γεγονός, καθώς και το στοιχείο (Γ), ήτοι ο τερματισμός του λογαριασμού όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 8, το οποίο ο Εναγόμενος 1 δεν το αμφισβήτησε και το οποίο έγινε παραδεκτό γεγονός. Επίσης το τελευταίο στοιχείο που παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο πληρείται είναι το στοιχείο (Δ), δηλαδή αν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό όπως συγκεκριμενοποιήθηκε από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 13 και ως η δήλωση, ΕΓΓΡΑΦΟ Α, του Μ.Ε. Τούτο έχει δύο πτυχές. Πρώτο, αν αυτό αποτελεί απότοκο παραβίασης της νομοθεσίας, αφού προβάλλεται ο ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ότι η σύμβαση δανείου δεν έγινε σύμφωνα με την σχετική Νομοθεσία και ως εκ τούτου είναι άκυρη και δεύτερο, όποιο και να είναι το οφειλόμενο ποσό, αποδείχθηκε με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία. Θα έλεγα, σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό για παραβίαση της νομοθεσίας στη σύναψη σύμβασης δανείου σε ξένο νόμισμα, ουδέν μεμπτό εντοπίζεται αφού δεν απαγορεύεται η σύναψη σύμβασης δανείου σε ξένο νόμισμα, επίσης δεν υπήρχε καμιά παραβίαση γιατί η Ενάγουσα ενήργησε σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία, αφού ο Εναγόμενος 1 επέλεξε με ελεύθερη βούληση να προβεί στη σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα, αφού φαίνεται ότι κατανόησε τους όρους αυτής και υπέγραψε τούτη αφού έτυχε επεξήγησης η σύμβαση δανείου και τα άλλα έγγραφα, ως και τι σημαίνει να δανείζεται κάποιος σε ξένο νόμισμα, τους κινδύνους που εμπεριέχει καθώς και την εναλλαγή του επιτοκίου και της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Επίσης, όσον αφορά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης, ουδεμία ερώτηση υπεβλήθη με την οποία να υποδεικνύει είτε ότι παραπλανήθηκε ο Εναγόμενος 1, είτε ότι δεν εξηγήθηκε σε αυτό οτιδήποτε σχετίζεται με τη σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα ή συγκεκριμένα σημεία παράβασης της σύμβασης δανείου εκ μέρους της Ενάγουσας ή της νομοθεσίας και ποιος όρος ή ποια χρέωση είναι παράνομη υπό το πρίσμα της νομοθεσίας ή της σύμβασης δανείου. Απλή άρνηση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης, που περιλαμβάνονται στους ισχυρισμούς των παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, οι οποίοι στη συνέχεια δεν προωθήθηκαν με ανάλογες υποβολές ή ερωτήσεις με την αντεξέταση του Μ.Ε., έτσι ώστε από τη μία να τεθεί η θέση της Υπεράσπισης και συνάμα να αμφισβητηθούν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας και από την άλλη να δοθεί η ευκαιρία στον Μ.Ε. να απαντήσει εκ μέρους της Ενάγουσας, δεν αρκεί για να τεθούν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας υπό αμφισβήτηση. Μάλιστα, παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτή γίνεται αποδεκτή, βλ. υπόθεση Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 ΑΑΔ 1147 και Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2010)1 ΑΑΔ 128. Στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 785 λέχθηκαν τα εξής: «Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Βrowne v. Dunn [1894] 6 R. 67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr.App. R. 202 ). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69).» Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάσει ισχυρισμούς που δεν προβάλλονται ή δεν προωθούνται κατά την ακροαματική διαδικασία. Παρόλο που υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι αυτοί απορρίπτονται, αλλά και με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 13, ζητείται μόνο ο τόκος επί του εκάστοτε οφειλόμενου ποσού από τις 18.7.2012, εξετάζοντας τις θέσεις αυτές διαπιστώνεται ότι στους όρους της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, προβλέπονται οι χρεώσεις για οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο, μεταξύ των οποίων το επιτόκιο καθώς και άλλες επιβαρύνσεις. Σε άλλους δε όρους του Τεκμηρίου 1 προβλέπεται το δικαίωμα της Ενάγουσας να τερματίσει τη σύμβαση δανείου και να καθιστά το οποιοδήποτε υπόλοιπο άμεσα πληρωτέο και απαιτητό και σε περίπτωση μη εξόφλησής του να απαιτήσει τούτο δικαστικά. Δεν υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση ποιά χρέωση από αυτές που καταγράφονται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού αλλά και στις άλλες καταθέσεις του Τεκμηρίου 13, επιβλήθηκε κατά παράβαση είτε της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, είτε κάποιας από τις σχετικές νομοθεσίες ή ποιος όρος της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, είναι αντίθετος ή κατά παράβαση της όποιας σχετικής νομοθεσίας. Στο βαθμό που το Δικαστήριο μπορεί να αντιληφθεί από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού από τις 18.7.2012 που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 13, χωρίς να καθιστά τον εαυτό του ειδικό, αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις που σχετίζονται με διάφορες επιβαρύνσεις πλην των σχετικών με τον τόκο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059 και Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση 1/2010 ημερομηνίας 08/07/2014, στις οποίες ηγέρθησαν, μεταξύ άλλων, παρόμοια θέματα, που αναφέρονται ανωτέρω, από την Υπεράσπιση, τα οποία απορρίφθηκαν. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Χριστίνα Παπαχριστοδούλου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A301, Πολιτική Έφεση 263/2010 ημερομηνίας 05/05/2015. Τοιουτοτρόπως απορρίπτεται και αυτή η θέση. Όσον αφορά την άλλη πτυχή του στοιχείου (Δ), ο Μ.Ε., ο οποίος κατέθεσε το Τεκμήριο 13, που έγινε με βάση το άρθρο 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, Τεκμήριο 14, ανέφερε στη δήλωση-κατάθεσή του ότι η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 13, η οποία λαμβάνει διάφορες μορφές και αρχίζει, προφανώς, με μια μορφή, από την ημέρα ανοίγματος του λογαριασμού και/ή εκταμίευσης του ποσού του δανείου, στις 25.9.2007 και φτάνει μέχρι τις 16.11.2011, ακολούθως από τις 17.9.2011έως 30.6.2012 με άλλη μορφή και από 1.7.2012 μέχρι τις 29.3.2019 με την μορφή της αναδομημένης κατάστασης, ότι αυτές αποτελούν μέρος του αρχείου της Ενάγουσας και παράχθηκαν, ως εξάγεται από τις παραγράφους 35 - 38 της δήλωσης-κατάθεσης του Μ.Ε., Έγγραφο Α, σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται ρητά στη δήλωση-κατάθεση του Μ.Ε. ότι, (α) η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο13, αποτελεί ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9), (β) ότι η καταχώρηση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της (άρθρο 22
(2)του Κεφ. 9), (γ) ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9) και (δ) ότι το Τεκμήριο13 έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό (άρθρο 22
(3)του Κεφ.9), το οποίο μάλιστα αποτελεί επιτακτική ανάγκη για απόδειξη του οφειλομένου υπόλοιπου ποσού, γιατί διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αντίγραφο της καταχώρησης, στην περίπτωσή μας το Τεκμήριο 13, ως απόδειξη. Όμως η Ενάγουσα δεν επέμενε στο αρχικό ποσό που αξίωνε αλλά ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση, μέρος του Τεκμηρίου 13, επί τη βάσει των άλλων μερών του Τεκμηρίου 13, μείωσης του ποσού, για το οποίο ουδεμία αμφισβήτηση χωρεί, με βάση τα όσα ανάφερε ο Μ.Ε., του Τεκμηρίου 13, ότι εκπληρώθηκαν όλα τα πιο πάνω. Ως προς τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 1 που περιλαμβάνεται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του ότι στη σύμβαση δανείου δεν περιλαμβάνεται πρόνοια για υποθήκη από τον Εναγόμενο 1 προς εξόφληση του δανείου, ήδη αναφέρθηκε ότι η Εναγόμενη 3 ενέγραψε υποθήκη προς εξασφάλιση της σύμβασης δανείου και δεν χρειαζόταν και από τον Εναγόμενο
- Όσον αφορά τους άλλους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 3 (στ) και (ζ) της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ήδη έχουν απαντηθεί, ότι δηλαδή εξηγήθηκαν όλα όσα χρειαζόταν να εξηγηθούν στον Εναγόμενο 1 σχετικά με δανεισμό σε ελβετικό φράγκο και αφού τα κατανόησε υπέγραψε με ελεύθερη τη βούληση του και καμία παραπλάνηση δεν υπήρχε. Επομένως, ως εκ των πιο πάνω, η Ενάγουσα απέδειξε το οφειλόμενο ποσό προς αυτήν από τον Εναγόμενο
- Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η αγωγή επιτυγχάνει εναντίον του Εναγομένου
- Όσον αφορά την Ανταπαίτηση αφού αυτή δεν υποστηρίχθηκε από οιανδήποτε μαρτυρία και ενόψει των ως άνω ευρημάτων του Δικαστηρίου αυτή παρέμεινε ανυποστήρικτη και έκθετη σε απόρριψη και ως εκ τούτου αποτυγχάνει. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1, για το ποσό των CHF394.978,17 ή το ισάξιο σε Ευρώ πλέον τόκο με μειωμένο επιτόκιο Euribor 6 μηνών 0,1308% πλέον περιθώριο 3,75% πλέον τόκος υπερημερίας 2% ήτοι συνολικό 5,88080% από 18.7.2012 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου δύο φορές το χρόνο στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Περαιτέρω εκδίδονται Διατάγματα ως η παράγραφος Ε και ΣΤ της αξίωσης, πλέον έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου
- Στο βαθμό που είναι κοινά με την απαίτηση θα είναι ένα σετ εξόδων. Η επιδίκαση των εξόδων θα είναι σε συνάρτηση με τα έξοδα που επιδικάσθηκαν εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 μέχρι του σημείου που βαραίνουν και τους τρεις μαζί και απ΄ εκεί και πέρα μέχρι του σημείου που βαραίνουν τους Εναγόμενους 1 και 2 μαζί και ακολούθως θα βαραίνουν τον Εναγόμενο 1 μόνο. (Υπ.) ...................................... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο