← Κύπρος

ΚΑΣΙΑΚΗΣ & ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΑΣ (ΦΘΑΡΤΕΜΠΟΡΟΙ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΚΑΡΑΣΑΜΑΝΗΣ, Αριθμός Αγωγής: 283/2013, 29/8/2019

ΚΑΣΙΑΚΗΣ & ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΑΣ (ΦΘΑΡΤΕΜΠΟΡΟΙ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΚΑΡΑΣΑΜΑΝΗΣ, Αριθμός Αγωγής: 283/2013, 29/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A86 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 283/2013 Μεταξύ: ΚΑΣΙΑΚΗΣ & ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΑΣ (ΦΘΑΡΤΕΜΠΟΡΟΙ) ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσας -και- xxxxxxx ΚΑΡΑΣΑΜΑΝΗΣ Εναγομένου Ημερομηνία: 29/8/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: Η κα. Δ. Ζηντίλη για Τσίτσιος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενο: Ο κ. Α. Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα, εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη και η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εμπορία και πώληση φθαρτών αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των €22.397,29 δυνάμει τιμολογίων και/ή δυνάμει υπόλοιπου λογαριασμού. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, όπως προκύπτει μέσα από την αναντίλεκτη μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα ότι ο εναγόμενος προμηθεύετο από την ενάγουσα για την περίοδο 2009 έως 2012 φθαρτά και γεωργικά προϊόντα από την ενάγουσα. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας κατά την παράδοση των αναφερόμενων προϊόντων η ενάγουσα εξέδιδε σχετικά τιμολόγια τα οποία και παρέδιδε στον εναγόμενο. Στη βάση της συνεργασίας των διαδίκων η ενάγουσα άνοιξε στο όνομα του εναγόμενου σχετικό λογαριασμό, ο οποίος χρεωνόταν με την ανάλογη χρέωση και πίστωση. Ο εναγόμενος κατέβαλε σε διάφορες ημερομηνίες διάφορα ποσά έναντι του υπολοίπου του με αποτέλεσμα ο λογαριασμός του να παρουσιάζει σημερινό υπόλοιπο το ποσό των €22.397,

  1. Ο εναγόμενος, μέσω της υπεράσπισης του, ισχυρίζεται ότι με την παράδοση των εμπορευμάτων από την ενάγουσα ο ίδιος πάντοτε κατέβαλλε αμέσως το τίμημα τους. Ως εκ τούτου, δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα και ουδέποτε οχλήθηκε από αυτή ότι οφείλει το αξιούμενο ποσό. Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης ήταν σύντομη και απλή. Μοναδικός μάρτυρας που κατάθεσε προς απόδειξη της υπόθεσης της ενάγουσας ήταν ένας ο Λευτέρης Κασιάκης (Μ.Ε.1), ένας εκ των διευθυντών της, ενώ εκ μέρους της υπεράσπισης κατάθεσε μόνο ο εναγόμενος. Κατατέθηκαν συνολικά και 8 Τεκμήρια. Μαρτυρία Πλήρης εικόνα της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά και κρίνω ότι δεν είναι σκόπιμη η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης. Θα παρατεθούν όμως τα κυριότερα σημεία αυτής για σκοπούς αξιολόγησής της. Ο Μ.Ε.1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής όταν η ενάγουσα παρέδιδε τα προϊόντα της στον εναγόμενο στην αποθήκη της στη Δερύνεια, εξέδιδε και τα ανάλογα σχετικά τιμολόγια πώλησης, στο όνομα του εναγόμενου, που περιείχαν μεταξύ άλλων και περιγραφή του κάθε εμπορεύματος. Τα εν λόγω τιμολόγια παραλαμβάνονταν από τον εναγόμενο χωρίς ουδέποτε να διαμαρτυρηθεί για την έκδοση τους και χωρίς να αμφισβητήσει το εκάστοτε υπόλοιπο. Ο εναγόμενος είχε υποχρέωση να εξοφλήσει το εν λόγω τιμολόγιο εντός 30 ημερών ή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Στη βάση της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας η ενάγουσα, με τη δική του επίβλεψη, άνοιξε και διατηρούσε εμπορικό λογαριασμό με αριθμό 4059 (Τεκμήριο 3) επ' ονόματι του εναγόμενου. Ο εν λόγω λογαριασμός χρεωνόταν με την αξία των εμπορευμάτων και πιστωνόταν με οποιαδήποτε πληρωμή προέβαινε ο εναγόμενος. Επίσης στον εν λόγω λογαριασμό σημειώνονταν οι αριθμοί των τιμολογίων που εκδίδονταν σε κάθε πώληση. Κατάθεσε επίσης επικαιροποιημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 4). Και οι δύο καταστάσεις λογαριασμού έχουν εκτυπωθεί από τον ίδιο μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή της ενάγουσας. Ο εναγόμενος κατέβαλε σε διάφορες ημερομηνίες διάφορα ποσά τα οποία και πιστώθηκαν στο λογαριασμό. Κατά την 30/12/11, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου με βάση τα εκδιδόμενα σχετικά τιμολόγια (Τεκμήριο 5) ήταν €25.643,
  2. Επίσης ο εναγόμενος σε διάφορες ημερομηνίες, κατά το έτος 2012, κατέβαλε διάφορα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν και σχετικές αποδείξεις (Τεκμήριο 6). Κατά την 31/12/12 το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού του εναγόμενου ανερχόταν στο ποσό των €22.397,29 το οποίο παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας παρέμεινε ανεξόφλητο μέχρι και σήμερα. Την 23/01/13 η ενάγουσα απέστειλε συστημένη επιστολή στον εναγόμενο (Τεκμήριο 7) με εσώκλειστη την επίδικη κατάσταση λογαριασμού. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου ανάφερε ότι, κατά την έναρξη της συνεργασίας τους, ο εναγόμενος με την έκδοση σχετικού τιμολογίου το πλήρωνε αμέσως. Το 2011 όμως ξεκίνησε να μην είναι συνεπής με τις υποχρεώσεις του. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι τα τιμολόγια τα οποία εξέδιδε η ενάγουσα προς τον εναγόμενο δεν φέρουν την υπογραφή του εναγόμενου λόγω του ότι η ενάγουσα δεν το απαίτησε. Εξήγησε στο Δικαστήριο πως ο λόγος ήταν γιατί αυτή ήταν η πρακτική της εταιρείας αφενός και αφετέρου με τον εναγόμενο είχαν αποκτήσει σχέση εμπιστοσύνης και φιλίας. Ο εναγόμενος πρόσθεσε, περαιτέρω, ζητούσε συνεχώς πίστωση χρόνου από την ενάγουσα ότι θα την εξοφλήσει. Ερωτηθείς για ποιο λόγο συνέχισε να πωλεί προϊόντα από το 2011 και μετέπειτα, όταν δηλαδή ο εναγόμενος σταμάτησε να πληρώνει, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι φοβήθηκε ότι αν σταματούσε να τον προμηθεύει με προϊόντα, το υπόλοιπο του εναγόμενου δεν θα εξοφλείτο. Ερωτηθείς για το πώς ετοιμάστηκε η κατάσταση λογαριασμού, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι τα εκδιδόμενα τιμολόγια καταγράφονταν, μερικές φορές από τον ίδιο είτε από την γραμματέα του, στον λογαριασμού του εναγόμενου μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή της ενάγουσας. Αυτό γινόταν συνήθως και με τις πληρωμές. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι με την παραλαβή των εμπορευμάτων ο εναγόμενος πάντοτε παραλάμβανε και το αντίστοιχο τιμολόγιο. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο εναγόμενος με την παραλαβή τιμολογίου εξοφλούσε τη σχετική του αξία, προσθέτοντας ότι αν πράγματι κατέβαλλε το ποσό αυτό θα απαιτούσε να πάρει και σχετική απόδειξη. Επιβεβαίωσε επίσης ότι οι σχετικές αποδείξεις που εξέδωσε η ενάγουσα δεν φέρουν την υπογραφή της ενάγουσας διότι δεν το απαίτησε ο εναγόμενος. Επιβεβαίωση, πρόσθεσε, ότι ο εναγόμενος δεν εξόφλησε πλήρως το οφειλόμενο ποσό είναι το γεγονός ότι στις εν λόγω αποδείξεις αναγράφεται ότι έγινε πληρωμή από τον εναγόμενο έναντι λογαριασμού και/ή υπολοίπου. Ο εναγόμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 8). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής ασχολείται με την πώληση φθαρτών και διατηρεί προς τούτο κατάστημα στη χονδρική αγορά Λεμεσού. Αποδέχεται το γεγονός ότι με την ενάγουσα είχε συνεργασία και είναι η θέση του ότι με την αγορά των εμπορευμάτων κατέβαλλε πάντοτε αμέσως το συμφωνηθεν τίμημα τους. Σε κανένα στάδιο της συνεργασίας τους δεν είχαν εκδοθεί σχετικά τιμολόγια στο όνομα του. Τα ισχυριζόμενα τιμολόγια δεν φέρουν υπογραφή ούτε του εκδότη αλλά ούτε και του παραλήπτη και είναι ανύπαρκτα. Σε καμία περίπτωση δεν είχε ανοιχτεί λογαριασμός με αριθμό 4059 στο όνομα του και που αφορούσε τις ισχυριζόμενες συναλλαγές με την ενάγουσα. Δεν γνωρίζει οτιδήποτε σχετικό με τον ισχυριζόμενο λογαριασμό και τα σχετικά εκδιδόμενα τιμολόγια, ούτε του έχει αποσταλεί οποιοσδήποτε ισχυριζόμενος λογαριασμός με το εκάστοτε ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό. Ούτε επίσης ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι κατά διάφορες ημερομηνίες είχε καταβάλει διάφορα ποσά έναντι του ισχυριζόμενου χρέους του στην ενάγουσα, ουδέποτε τον όχλησαν ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό αλλά ούτε και του απεστάλη η σχετική επιστολή ημερομηνίας 23/01/
  3. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας από την ευπαίδευτη συνήγορο της ενάγουσας ανέφερε ότι η συνεργασία του με την ενάγουσα διήρκησε περίπου τρία χρόνια. Ο ίδιος αγόραζε φθαρτά από την ενάγουσα πολύ συχνά τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα. Επανέλαβε ότι μόλις αγόραζε από την ενάγουσα τα σχετικά εμπορεύματα πλήρωνε πάντοτε την ίδια μέρα τοις μετρητοίς και ότι δεν διατηρούσε οποιοδήποτε πιστωτικό λογαριασμό με την ενάγουσα. Ερωτηθείς για ποιο λόγο στην υπεράσπιση του δεν αναφέρει το γεγονός ότι με το που αγόραζε τα προϊόντα ο ίδιος κατέβαλλε αμέσως το συμφωνηθέν τίμημα τοις μετρητοίς, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν μια πρακτική συναλλαγής. Ερωτηθείς σχετικά πώς ο ίδιος εξοφλούσε τοις μετρητοίς και πώς γνώριζε την αξία των εμπορευμάτων εφόσον σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του δεν εκδίδετο σχετικό τιμολόγιο από την ενάγουσα, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι πλήρωνε με βάση την ποσότητα και την τιμή τους αλλά και με βάση τα όσα του ζητούσε η ενάγουσα προφορικά. Ό ίδιος αρνήθηκε ότι έλαβε γνώση των σχετικών τιμολογίων και της επίδικης κατάστασης λογαριασμού, προσθέτοντας ότι τα τιμολόγια μπορεί να είναι πλαστά. Ερωτηθείς ως προς τον λόγο που διακόπηκε η συνεργασία του με τον εναγόμενο, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε ιδιαίτερος λόγος απλά αποφάσισε να προμηθεύεται εμπορεύματα από αλλού. Ερωτηθείς σχετικά για το πού είναι οι εξοφλητικές αποδείξεις, από τη στιγμή που ο ίδιος εξοφλούσε την ενάγουσα, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι από τη στιγμή που δεν εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια πώς θα εκδίδονταν και εξοφλητικές αποδείξεις. Ερωτηθείς πώς δήλωνε το Φ.Π.Α. και τον Φόρο Εισοδήματος σε σχέση με τις επίδικες συναλλαγές, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι και η ενάγουσα είχε υποχρέωση να τα δηλώνει. Επιβεβαίωσε, τέλος, ότι ανελλιπώς η επαγγελματική του διεύθυνση βρισκόταν στην Χονδρική Δημόσια Αγορά Λεμεσού, αριθμός καταστήματος
  4. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A661, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους

(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)». Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820, C&Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Για παράδειγμα, ως συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Επίσης αξίζει να αναφερθεί ότι μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Αποτελεί επίσης βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές που έχω παραθέσει ανωτέρω προχωρώ με την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Ο Μ.Ε 1 άφησε πολύ θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ήταν σταθερός στις θέσεις του, απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και βεβαιότητα. Έχω πεισθεί παρακολουθώντας τον με προσοχή από το εδώλιο του μάρτυρα, όπου κατέθεσε, ότι ήταν ειλικρινής χωρίς να έχει διάθεση να αποκρύψει και να αποφύγει τα πραγματικά δεδομένα. Η δε μαρτυρία του υποστηρίζεται και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια και ειδικότερα από τις σχετικές αποδείξεις που η ενάγουσα εξέδωσε στον εναγόμενο, τα σχετικά τιμολόγια και τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού. Δεν διαπίστωσα να υπέπεσε ο εν λόγω μάρτυρας σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση η οποία θα ήταν ικανή να αλλοιώσει τη θετική εικόνα που σχημάτισε το Δικαστήριο. Ήταν πλήρως κατατοπιστικός και διαφωτιστικός ως προς την φύση και την έκταση της συνεργασίας που είχε με τον εναγόμενο. Εξήγησε στο Δικαστήριο πως ενώ αρχικά ο εναγόμενος ήταν τυπικός στις πληρωμές του, κατά την έναρξη της συνεργασίας τους, ακολούθως ζητούσε συνεχώς πίστωση χρόνου για να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά. Παρά την αντεξέταση που υπέστη, η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί, αλλά απεναντίας εξήλθε ενισχυμένη από την διαδικασία της αντεξέτασης, λόγω των επεξηγήσεων και γενικά των διευκρινήσεων και λεπτομερειών που έδινε στις ερωτήσεις και θέσεις που του υποβάλλοντο, παραμένοντας σταθερός στις θέσεις του. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι είναι λογική και πειστική η εκδοχή του και που αντικατοπτρίζονται παραστατικά στα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Το Δικαστήριο δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Το ύψος των χρεώσεων για τα προϊόντα που η ενάγουσα παράδωσε και πίστωσε το λογαριασμό του εναγομένου ουδόλως έχει αμφισβητηθεί από τον ίδιο μέσω των έγγραφων προτάσεων του. Επίσης η θέση του ότι ο εναγόμενος σταμάτησε να πληρώνει την ενάγουσα από το 2011 επιβεβαιώνεται και από την σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 3) Δείγμα της ειλικρίνειας του και της τιμιότητας του αποτελεί το γεγονός ότι ο ίδιος δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι ο εναγόμενος ουδέποτε υπέγραψε τα εκδιδόμενα τιμολόγια γιατί αυτή ήταν η καθιερωμένη πρακτική της ενάγουσας και ότι η ενάγουσα συνέχισε να προμηθεύει με προϊόντα τον εναγόμενο, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν ήταν συνεπής με τις υποχρεώσεις του, απλά γιατί φοβόταν ότι αν δεν τον προμήθευε ο εναγόμενος ουδέποτε θα την εξοφλούσε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Ε 1. Από την άλλη ο εναγόμενος δεν μου άφησε καθόλου καλές εντυπώσεις και ως εκ τούτου δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του. Το Δικαστήριο διέκρινε ότι ήταν εμφανής και έντονη η προσπάθεια του μάρτυρα να αποποιηθεί της συμβατικής υποχρέωσης του να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος που οφείλει στην ενάγουσα για την αξία των προϊόντων που του έχουν πωληθεί. Προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να προωθήσει μια ψευδής και συγχυστική εκδοχή ότι ο ίδιος ήταν πάντοτε συνεπής στις υποχρεώσεις του, πλήρωνε πάντοτε τοις μετρητοίς όλα τα εμπορεύματα που η ενάγουσα του προμήθευε και ότι ουδέποτε είδε ή έλαβε στην κατοχή του τα εκδιδόμενα τιμολόγια ή έστω την κατάσταση λογαριασμού που η ενάγουσα διατηρούσε επ'ονόματι του. Στην προσπάθεια του αυτή ο εναγόμενος να πείσει το Δικαστήριο προωθώντας τη δική του εκδοχή και αφετέρου να αντικρούσει την εκδοχή της ενάγουσας δεν απέφυγε τις αντιφάσεις και τις υπερβολές ενώ κάποιες θέσεις του αντιστρατεύονται την κοινή λογική. Σε κρίσιμα δε ερωτήματα που του τέθηκαν απέφυγε να απαντήσει με ευθύτητα προσπαθώντας να υπεκφέυγει. Και εξηγώ. Καταρχάς η μαρτυρία του συγκρούεται με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε 1 εφόσον τα όσα ο ίδιος ανάφερε έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση με τα όσα έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο. Περαιτέρω η εκδοχή του συγκρούεται ευθέως με τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Όπως καταμαρτυρούν τα ίδια τα τιμολόγια φέρουν το όνομα του εναγομένου, την ημερομηνία παραλαβής των προϊόντων τους, την ποσότητα και την αξία τους. Επίσης το γεγονός ότι ο εναγόμενος είχε οφειλόμενο ποσό προς την ενάγουσα αφενός τεκμηριώνεται από τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες φέρουν το όνομα του και οι οποίες έχουν εκτυπωθεί από το ηλεκτρονικό αρχείο της ενάγουσας και αφετέρου από τις αποδείξεις που η ενάγουσα εξέδιδε στις οποίες αναγραφόταν το ποσό που ο εναγόμενος έδιδε και ότι αυτό το ποσό δόθηκε «έναντι» του υπολοίπου του. Η εκδοχή του εναγομένου ότι αυτά ήταν πλαστά και ότι δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα είναι εντελώς αόριστη, γενική και πλήρως ατεκμηρίωτη. Συγκρούεται με την κοινή λογική η ενάγουσα να κατασκέυασε όλη αυτή την ιστορία απλά και μόνο για να διεκδικήσει το αξιούμενο ποσό και μάλιστα τη στιγμή που ο ίδιος ο εναγόμενος αποδέχεται ότι προμηθέυετο εμπορεύματα από την ενάγουσα. Συγκρούεται επίσης με την λογική η θέση του ότι ο ίδιος πλήρωνε τα προιόντα του που προμηθέυετο από την ενάγουσα χωρίς να του δίδετο οποιοδήποτε τιμολόγιο και ότι πλήρωνε με τα όσα η ενάγουσα του ανάφερε προφορικά ότι ήταν το κόστος των προϊόντων. Η θέση του αυτή έρχεται σε αντιπαράθεση αφενός με την κοινή λογική και αφετέρου με την κοινή εμπορική πρακτική και συναλλαγή. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί επ' ουδενί να γίνει αποδεκτή. Περαιτέρω η εκδοχή του ότι εξόφλησε πλήρως την ενάγουσα έχει παραμείνει πάλι γενική και αόριστη εφόσον δεν προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να τεκμηριώνει έστω και κατ'ελάχιστο τους ισχυρισμούς του. Αποτελεί άξιον απορίας πως ο ίδιος ο εναγόμενος αφού πλήρωνε πάντοτε τοις μετρητοίς δεν ζητούσε να λάβει μία απόδειξη ή έστω οποιοδήποτε άλλο έγγραφο το οποίο να βεβαιώνει ότι εξόφλησε πλήρως την αξία των εμπορευμάτων που έχει αγοράσει από την ενάγουσα. Επίσης το γεγονός ότι δεν πλήρωνε πάντοτε τοις μετρητοίς, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, αντικρούεται από τη σχετική κατάσταση λογαριασμού όπου οι πλείστες πωλήσεις των προϊόντων της ενάγουσας προς τον εναγομένο, γίνονταν σε διαφορετικές ημερομηνίες από τις ημερομηνίες κατά τις οποίες ο εναγόμενος προέβαινε σε διάφορες πληρωμές έναντι του υπολοίπου του. Τέλος δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος δεν έχει παραλάβει την προειδοποιητική επιστολή, (η οποία συνοδεύετο με την σχετική κατάσταση λογαριασμού) (Τεκμήριο 7). Όπως έχει ήδη νομολογηθεί, η μη επιστροφή επιστολής η οποία αποστέλλεται κανονικά συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, δηλαδή τον εναγόμενο (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.ά. Πολ. Έφεση 163/2006/ημερ. 5.5.2009). Στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. JGL (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Γ ΑΑΔ 1726, αποφασίστηκε ότι η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που ανεγράφοντο επί των ενοικιαγορών συνιστούσε νόμιμο τερματισμό τους (Alpha Bank Cyprus Ltd v Arena Motor Show Ltd κ.ά., Πολ.Έφ. 84/09, ημερ. 2.10.15). Στην υπόθεση Ανδρέου ν. P.& D. Crystal Line Co. Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1521, αναφέρθηκε ότι επιστολή η οποία φέρει την ορθή διεύθυνση και η οποία στάληκε και δεν επιστράφηκε ως ανεπίδοτη θεωρήθηκε ότι ειδοποιήθηκε ο εφεσείων για την ημερομηνία ακρόασης. Υπάρχει τεκμήριο ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, 1907). Στην ίδια υπόθεση μνημονεύεται το ακόλουθο απόσπασμα από τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Reissue, τόμος 74, σελ. 393, παρ. 882: "
  1. Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. The fact that a letter has been copied into a letter book is evidence against the person keeping the book that the letter was posted. The postmark on an envelope is prima facie evidence of the time and place of posting, and the date which a letter bears is prima facie evidence of the date on which it was written." σε ελεύθερη μετάφραση δική μου: «Η ταχυδρόμηση μιάς επιστολής μπορεί να αποδειχθεί από το πρόσωπο που την ταχυδρόμησε, ή καταδεικνύοντας γεγονότα από τα οποία η ταχυδρόμηση μπορεί να τεκμηριωθεί. Επομένως, μαρτυρία ταχυδρόμησης μπορεί να δοθεί αποδεικνύοντας ότι η επιστολή παραδόθηκε σε ένα υπάλληλο ο οποίος στη συνήθη πορεία της εργασίας του θα την είχε ταχυδρομήσει ή ότι τοποθετήθηκε σε ένα κουτί από το οποίο τις παραλάμβανε καθημερινά ο ταχυδρόμος.» «Απόδειξη ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί, και ότι προπληρώθηκε, ήταν ορθά καταγραμμένη η διεύθυνση, και δεν επιστράφηκε ως μη παραδοθείσα, είναι μαρτυρία ότι παραδόθηκε στη συνήθη πορεία της ταχυδρόμησης.» Η επιστολή αναγράφει ως διεύθυνση παραλήπτη την επαγγελματική διεύθυνση του εναγομένου όπου ο ίδιος δραστηριοποιείται. Το γεγονός αυτό έχει γίνει αποδεκτό από τον ίδιο. Ο Μ.Ε 1 ανάφερε ότι η εν λόγω επιστολή αποστάληκε μέσω του ταχυδρομείου από τους δικηγόρους του και δεν επιστράφηκε ανεπίδοτη. Έχοντας κατά νουν όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω σε εύρημα ότι η εν λόγω επιστολή ταχυδρομήθηκε με σύνηθες ταχυδρομείο, περαιτέρω δε ότι παραλήφθηκε από τον εναγόμενο. Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να παραθέσω άλλες αντιφάσεις, που όντως παρουσιάζει η μαρτυρία του Μ.Υ 1, για να δικαιολογήσω του λόγου το αληθές της πιο πάνω κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του. Η εκδοχή του εναγομένου, όπως την παρουσίασε ο εν λόγω μάρτυρας έχει εγγενής αδυναμίες και κενά που δεν μπορούν να παραβλεφθούν από το Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του, στον βαθμό που συγκρούεται με την υπόλοιπη αποδεχτή μαρτυρία, ως καταγράφεται κατωτέρω, απορρίπτεται. Έχοντας αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία και αφού έλαβα υπόψη τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω ευρήματα: Η ενάγουσα μεταξύ της περιόδου 2009 και 2012 προμήθευε τον εναγόμενο με διάφορα φθαρτά. Η ενάγουσα παρέδιδε τα προϊόντα της στον εναγόμενο στην αποθήκη της στη Δερύνεια και εξέδιδε ταυτόχρονα και τα ανάλογα σχετικά τιμολόγια πώλησης στο όνομα του εναγόμενου που περιείχαν μεταξύ άλλων και περιγραφή του κάθε εμπορεύματος που αγόραζε ο εναγόμενος. Τα εν λόγω τιμολόγια παραλαμβάνονταν από τον εναγόμενο χωρίς ουδέποτε να διαμαρτυρηθεί για την έκδοση τους και χωρίς να αμφισβητήσει το εκάστοτε υπόλοιπο. Ο εναγόμενος είχε υποχρέωση να εξοφλήσει το εν λόγω τιμολόγιο εντός 30 ημερών ή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Στη βάση της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας η ενάγουσα άνοιξε και διατηρούσε εμπορικό λογαριασμό με αριθμό
  2. Ο εν λόγω λογαριασμός χρεωνόταν με την αξία των εμπορευμάτων και πιστωνόταν με οποιαδήποτε πληρωμή προέβαινε ο εναγόμενος. Επίσης στον εν λόγω λογαριασμό σημειώνονταν οι αριθμοί των τιμολογίων που εκδίδονταν σε κάθε πώληση. Ο εναγόμενος κατέβαλε σε διάφορες ημερομηνίες διάφορα ποσά τα οποία και πιστώθηκαν στο λογαριασμό. Κατά την 31/12/12 το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού του εναγόμενου ανερχόταν στο ποσό των €22.397,29 το οποίο παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας παρέμεινε ανεξόφλητο μέχρι και σήμερα. Την 23/01/13 η ενάγουσα απέστειλε συστημένη επιστολή στον εναγόμενο με εσώκλειστη την επίδικη κατάσταση λογαριασμού και η οποία παραλήφθηκε από τον τελευταίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως προκύπτει, η αξίωση της ενάγουσας στηρίζεται σε οφειλόμενο χρέος που προέκυψε από την μη πληρωμή των εκδοθέντων τιμολογίων. Τα εν λόγω τιμολόγια εκδόθηκε κατόπιν παράδοσης των επίδικων προϊόντων με βάση την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Διαζευκτικά η αξίωση της ενάγουσας στηρίζεται στη βάση υπολοίπου εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Στην υπόθεση Palatino Developments Ltd v. Telectronics Communication Limited
(2002)1 A.A.Δ. 962, επιβεβαιώθηκε σε παραπομπή στα νομικά συγγράμματα Chitty on Contracts, 24th edition p.739 και Phipson on Evidence 12th edition p.1878, το γεγονός ότι τα τιμολόγια αφ΄εαυτών δεν έχουν αποδεικτική δύναμη και σημασία, ούτε προβάλλονται σαν τέτοια. Υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας και συνεκτιμούνται με το σύνολο της μαρτυρίας στην υπόθεση. Σχετικές επίσης είναι και οι υποθέσεις Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος ΛΤΔ ν. Φάρμα Ρένος Χ' Ιωάννου
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1358, Παναγιώτης Μαστρής Λτδ v. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 728 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156. Επίσης, η παρουσίαση τιμολογίου δεν είναι από μόνη της επαρκής για να στοιχειοθετήσει μία οφειλή, εκτός αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι αποδεικνύεται ως γεγονός η ύπαρξη συμφωνίας που να αποτελεί τη βάση οφειλής . Στην υπόθεση Θεοδώρου Θεόδωρος v. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492, λέχθηκε ότι: «Το τιμολόγιο δε συνιστά μαρτυρία για την εργασία η οποία έγινε, αλλά σημείωση γι'αυτή, η οποία συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι'αυτά που κατέγραψε. Ως φαίνεται, το Δικαστήριο εξίσωσε το τιμολόγιο, με συμφωνία, από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την οφειλή.» Ακόμα και στην περίπτωση που τα τιμολόγια δε φέρουν υπογραφή του παραλήπτη, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, αυτά δύναται να θεωρηθούν ως έγκυρα, εάν το Δικαστήριο, με αναφορά στη μαρτυρία, κρίνει ότι αυτά παραδόθηκαν στον παραλήπτη και αντιστοιχούν στην αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων (Χριστοδούλου v. Mocassino Shoes Ltd
(2006)1(A) Α.Α.Δ. 294). Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω υπόθεση: «το γεγονός ότι μόνο ένα από τα τιμολόγια είναι υπογεγραμμένα από την ίδια, ενώ πολλά δεν φέρουν την υπογραφή, δεν βλέπουμε πως επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα. Ας μη ξεχνούμε ότι η εκδοχή των εφεσιβλήτων έγινε αποδεκτή». Από την αποδεκτή μαρτυρία της ενάγουσας, ως έχω προαναφέρει ανωτέρω, προκύπτει ότι τα προϊόντα της ενάγουσας έχουν παραδοθεί στον εναγόμενο, ο εναγόμενος έλαβε γνώση των επίδικων τιμολογίων και η αξία των παρασχεθέντων προϊόντων δεν έχει αμφισβητηθεί. Αποδέχομαι τα εν λόγω τιμολόγια ως αληθή ως προς το περιεχόμενο τους, παρά το γεγονός ότι αυτά δεν φέρουν την υπογραφή του εναγομένου. Τα εκδοθέντα τιμολόγια αποδεικνύουν την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και το γεγονός ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει, στη βάση των συμβατικών του υποχρεώσεων, το εν λόγω ποσό στην ενάγουσα. Περαιτέρω η αξίωση της ενάγουσας εδράζεται και στη βάση υπολοίπου λογαριασμού. Σύμφωνα με την νομολογία, κατάσταση λογαριασμού εμπορευόμενου, γίνεται αποδεκτή προς απόδειξη εμπορικών εισπρακτέων νοουμένου ότι αυτή επεξηγείται καθώς και στην περίπτωση που οι καταχωρήσεις σε αυτήν παρέχουν ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις πληροφόρηση για το επίδικο αυτό ζήτημα (Κλεάνθης Κλεάνθους κ.α. ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344, Olympic Insurance Agencies Ltd v. Lexus Insurance Agencies Ltd κ.α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι οι λογαριασμοί εμπορευόμενου δεν αποτελούν, αφ' εαυτών, απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Αυτά, όπως και η ύπαρξης του ιδίου του λογαριασμού, πρέπει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, προς ικανοποίηση του νομικού πρωταρχικού βάρους που φέρει ο ενάγοντας διάδικος («legal burden of proof» (Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ν. Φάρμας Ρένου Χ"Ιωάννου
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1358), να αποδειχθούν από αποδεκτή μαρτυρία. Αυτό σημαίνει, ότι, η κάθε ξεχωριστή καταχώριση (είτε πίστωσης, είτε χρέωσης) στον λογαριασμό, πρέπει να αποδεικνύεται θετικά, ούτως ώστε να επαληθεύεται η αυθεντικότητα και ακρίβεια τους ως προς το τελικό υπόλοιπο. Δεν ισχύουν τα ίδια, όταν η βάση της απαίτησης είναι παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) και όχι το χρέος, στην οποία περίπτωση, ο ενάγοντας διάδικος, δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά (Demil Imports Exports Ltd v Zήνων Η.Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1Α Α.Α.Δ 462 και Επίσημος Παραλήπτης, υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Loukos Trading Co Ltd κ.ά. v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2005)1(A) Α.Α.Δ. 610). Στην τελευταία αναφερόμενη υπόθεση αναλύεται η έννοια του όρου «εκκαθαρισμένος λογαριασμός». «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Στην προκειμένη περίπτωση βρισκόμαστε ενώπιον ενός παραδεδειγμένου λογαριασμού με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα. Και τούτο γιατί η τιμολόγηση της ενάγουσας και η αξία των εμπορευμάτων έχει αποδειχθεί ενώ επίσης η κατάσταση λογαριασμού δεν έχει αμφισβητηθεί. Η εν λόγω κατάσταση αποστάληκε στον εναγόμενο χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε διαφωνία και αντίδραση εκ μέρους του. Επομένως, συνάγεται ότι αποδεχόταν ως ορθά τα στοιχεία της σχετικής κατάστασης. Εν πάση περιπτώσει το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού συνάδει πλήρως με τα εκδοθέντα τιμολόγια. Συνεπώς αφού η ενάγουσα απέδειξε ότι ο εναγόμενος παράγγειλε τα εμπορεύματα, ότι αυτά πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σε αυτόν και ο εναγόμενος επωφελήθηκε της παραλαβής των εμπορευμάτων καθώς και έχει αποδειχθεί ότι δεν έχει πληρώσει όλο το υπόλοιπο ποσό με θετική μαρτυρία, η απαίτηση της ενάγουσας αποδεικνύεται. Η συντριπτική μαρτυρία που η ενάγουσα προσκόμισε αποδεικνύει το βάσιμο της αξίωσης της. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνοψίζοντας με βάση όλα τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης είναι η θέση μου ότι η ενάγουσα έχει πετύχει να αποδείξει την απαίτηση της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και συνεπακόλουθα η αγωγή της επιτυγχάνει. Η ενάγουσα παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου ικανή και θετική μαρτυρία ώστε να ικανοποιήσει το νομικό βάρος που είχε στους ώμους της σε σχέση με την αξίωση της. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €22.397,29 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, δηλαδή από τις 7/3/13, μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.