ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. K.S. MIDDLE EARTH ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ.Αγωγής: 1485/2013, 13/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A87 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 1485/2013 Μεταξύ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας Και
- K.S. MIDDLE EARTH ENTERPRISES LTD
- XXXXX ΚΑΛΛΗ
- XXXXX XXXXX ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ
- BELLESCHOSES LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 13 Σεπτεμβρίου 2019 Για την Ενάγουσα: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους: Α. Μαθηκολώνης για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικογραφία Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ενάγεται ως πρωτοφειλέτιδα δυνάμει των ακόλουθων Συμφωνιών: i. Συμφωνία Παραχώρησης Πιστωτικών Διευκολύνσεων σε Τρεχούμενο λογαριασμό με αρχικό όριο €250.000 ημερομηνίας 25/1/2008, το οποίο αργότερα αυξήθηκε σε €300.000 υπό τους όρους που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α)- (λ) της παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαίτησης. ii. Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 21/7/2008 για ποσό €637.000 υπό τους όρους που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α) - (θ) της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησης. Προς εξασφάλιση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων οι Εναγόμενοι 2 και 3 και η Εναγόμενη 4 Εταιρεία δυνάμει Εγγυητηρίων Εγγράφων ημερομηνίας 27/12/2011 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 Εταιρείας προς την Ενάγουσα Τράπεζα παρούσες ή μελλοντικές μέχρι ποσού €1.100.000 πλέον έξοδα. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων της η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε δυνάμει των υποθηκών Υ111/2008 και Υ1774/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου τα ακίνητα που περιγράφονται στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαίτησης. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων η Εναγόμενη 1 παραχώρησε προς όφελος της Ενάγουσας κυμαινόμενη επιβάρυνση επί της περιουσίας ύψους €1.000.000 ημερομηνίας 21/7/
- Σύμφωνα με την αξίωση η Εναγόμενη 1 Εταιρεία παρέβη τους όρους των επίδικων Συμφωνιών οπότε η Ενάγουσα Τράπεζα με επιστολές της ημερομηνίας 26/3/2012 τερμάτισε τη λειτουργία των λογαριασμών τους από τις 26/3/2012 απαιτώντας την πλήρη και τελεία εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων των επίδικων λογαριασμών από τις 4/10/2010 που κατέστησαν πληρωτέα και απαιτητά. Σύμφωνα πάντοτε με την αξίωση τα οφειλόμενα υπόλοιπα των επίδικων Συμφωνιών τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου ανέρχονται ως ακολούθως: · Του τρεχούμενου λογαριασμού δυνάμει Συμφωνίας ημερομηνίας 25/1/2008 σε ποσό €535.933,63 πλέον τόκο προς 14% από 1/10/2013 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους. · Του λογαριασμού δανείου δυνάμει Συμφωνίας ημερομηνίας 21/7/2008 σε ποσό €707.270,16 πλέον τόκο 14% από 1/10/2013 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλαιοποιημένου την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι προβάλλουν τους ακόλουθους ισχυρισμούς σε σχέση με τις επίδικες Συμφωνίες: § Οι Συμφωνίες αυτές είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες καθότι καταρτίστηκαν χωρίς τη νόμιμη και/ή οποιαδήποτε απόφαση του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 Εταιρείας ή καθ΄ υπέρβαση των προνοιών του Ιδρυτικού και/ή Καταστατικού της Εγγράφου. § Οι όροι των Συμφωνιών είναι αόριστοι και ασαφείς σε τέτοιο βαθμό που καθίστανται άκυροι και/ή ανεφάρμοστοι. Οι όροι περί του δικαιώματος της Ενάγουσας να επιβάλει επιτόκιο υπερημερίας μεγαλύτερο από το συμβατικό είναι όροι ετεροβαρείς, επαχθείς και/ή καταχρηστικοί και/ή αποτελούν ποινική ρήτρα. § Το άνοιγμα των λογαριασμών των επίδικων Συμφωνιών είναι παραδεκτό από τους Εναγόμενους. § Σε ό,τι αφορά την επίδικη Συμφωνία δανείου ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα δεν τήρησε τους όρους της και/ή τους τροποποιητικούς όρους αποπληρωμής του καθώς και ότι ενήργησε καταχρηστικά και/ή καταπιεστικά. Σε ό,τι αφορά την επίδικη Συμφωνία Εγγύησης των Εναγόμενων 2 και 3 οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 συμφώνησαν να εγγυηθούν και/ή να καλύψουν την Εναγόμενη 1 Εταιρεία ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα και/ή ότι παραχώρησαν εγγύηση ή κάλυψη της Εναγόμενης 1 υπό την προσωπική τους ιδιότητα αλλά ως αξιωματούχοι και/ή διευθυντές της Εναγόμενης 1 και Εναγόμενης 4 Εταιρείας. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα καταπιεστικά και/ή καταχρηστικά προχώρησε στην προσωπική δέσμευση των Εναγόμενων 2 και
- Εν πάση δε περιπτώσει ισχυρίζονται ότι οι όροι της επίδικης Συμφωνίας Εγγύησης είναι αόριστοι, ασαφείς και/ή ετεροβαρείς και, συνεπώς, άκυροι και ανεφάρμοστοι. Σε ό,τι αφορά την ισχυριζόμενη Συμφωνία Εγγύησης της Εναγόμενης 4 Εταιρείας οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι είναι παράνομη καθότι καταρτίστηκε χωρίς τη νόμιμη και/ή οποιαδήποτε απόφαση του Δ.Σ. της Εναγόμενης 4 Εταιρείας και/ή ότι καταρτίστηκε καθ΄ υπέρβαση των σκοπών του Ιδρυτικού Εγγράφου της Εναγόμενης
- Επιπλέον αρνούνται το περιεχόμενο και τους όρους της εν λόγω Συμφωνίας. Σε ό,τι αφορά τις επίδικες υποθήκες οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αυτές και/ή οι Συμβάσεις Υποθήκης και/ή οι Δηλώσεις Υποθηκών είναι έγγραφα άκυρα και/ή παράνομα ως καταρτισθέντα κατά παράβαση των προνοιών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακίνητης Ιδιοκτησίας νομοθεσίας. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι είναι άκυρες και/ή παράνομες με βάση τις πρόνοιες των Άρθρων 4
(1), 5
(1)
(2), 8(α)(β) και (γ) και 21
(1)(γ)(δ)(ε) και
(2)του Ν.9/65 και ότι το περιεχόμενο τους και/ή οι όροι τους δεν είναι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 21
(1)(γ)(δ)(ε) και
(2)του Ν.9/65 και, κατά συνέπεια, η υποθήκευση της επίδικης περιουσίας είναι άκυρη και έγινε παράνομα. Οι λόγοι για τους οποίους οι επίδικες υποθήκες θα πρέπει να ακυρωθούν είναι: · Με βάση τις επίδικες Δηλώσεις και ή Συμβάσεις Υποθηκών που τις συνοδεύουν το χρηματικό ποσό που υπέχει υποχρέωση να καταβάλει ο ενυπόθηκος οφειλέτης στον ενυπόθηκο δανειστή δεν είναι καθορισμένο ή δυνάμενο να καθοριστεί όπως επιβάλλεται από το Άρθρο 21
(1)(γ). · Με βάση το περιεχόμενο τους ο τόκος και/ή το ποσοστό επιτοκίου δεν είναι καθορισμένο ούτε δυνάμενο να προσδιοριστεί όπως προβλέπεται στη νομοθεσία. · Διότι οι Υποθήκες καλύπτουν υποχρεώσεις που είναι εκτός των προνοιών που δίνονται από το Άρθρο 21
(1)(γ) με βάση το οποίο η υποθήκη επιτρέπεται να καλύπτει αποκλειστικά και μόνο συγκεκριμένο ποσό κεφαλαίου πλέον τόκους και έξοδα για την εκποίηση της υποθήκης. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι αρνούνται τον τερματισμό των επίδικων Συμφωνιών όπως επίσης και τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα προβάλλοντας ότι είναι εσφαλμένα και/ή διογκωμένα και/ή αποτέλεσμα παράνομων και/ή αντισυμβατικών χρεοπιστώσεων. Μέσω της Ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι επιδιώκουν την έκδοση Δηλωτικών Αποφάσεων ότι οι επίδικες Συμφωνίες και Εγγυήσεις καθώς και/ή Δηλώσεις και/ή Συμβάσεις Υποθηκών είναι παράνομες και/ή άκυρες εξαιτούμενοι την έκδοση Διατάγματος για ακύρωση και/ή εξάλειψη των επίδικων υποθηκών. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της εναντίον των Εναγομένων η Ενάγουσα Τράπεζα κάλεσε συνολικά τέσσερεις μάρτυρες: ▬ Μ. Στυλιανού (Μ.Ε.1). ▬ Λ. Πογιατζή (Μ.Ε.2) ▬ Ν. Μορφίτης (Μ.Ε.3) ▬ Φ. Κουμή (Μ.Ε.4) Από πλευράς Υπεράσπισης δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ενόψει της μη προσκόμισης οποιασδήποτε μαρτυρίας από πλευράς Υπεράσπισης, δεν υφίστανται αντικρουόμενες θέσεις γεγονότων και η παρούσα υπόθεση περιορίζεται στο κατά πόσο η Τράπεζα έχει προσκομίσει αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία για να τεκμηριώσει την αξίωση της. Σύνοψη μαρτυρίας Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας στην υπηρεσία Διακανονισμού Χρεών από το 1995. Κατά τη μαρτυρία του (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας (Τεκμήρια 1 - 20). Μ.Ε.2 Ο Μ.Ε.2 πριν το 2013 ήταν υπάλληλος της Cyprus Popular Bank Public Ltd. Έλαβε μέρος την κατάρτιση των επίδικων Συμφωνιών Δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού καθώς και των Συμφωνιών Εγγύησης υπογράφοντας ως μάρτυρας των υπογραφών που τέθηκαν σε αυτές (Τεκμήρια 1 - 3, 16 και 17). Μ.Ε.3 Η Μ.Ε.3 είναι υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου υπεύθυνη του τομέα Μεταβιβάσεων και Υποθηκών. Αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την εγγραφή των επίδικων υποθηκών (Τεκμήρια 21 και 22). Κατέθεσε ότι αναφορικά τόσο με την υποθήκη Υ111/2008 όσο και την υποθήκη Υ1774/2008 εκ μέρους του ενυπόθηκου οφειλέτη, παρουσιάστηκε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Εναγόμενης Εταιρείας ο ΧΧΧΧΧ Θεοφυλάκτου δυνάμει σχετικού πληρεξουσίου εγγράφου. Μ.Ε.4 H M.E.4 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας. Κατά τα έτη 2011 - 2012 εργάζετο στη Λαϊκή Τράπεζα στη Μονάδα Εμπορικών Επιχειρήσεων στο Παραλίμνι. Κατέθεσε αναφορικά με την ετοιμασία και αποστολή των επιστολών τερματισμού (Τεκμήριο 15) σε όλους τους Εναγόμενους, περιγράφοντας τη διαδικασία που έχει ακολουθηθεί. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεων του. Είναι η αξιολόγηση από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της μαρτυρίας που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.[2] Η εντύπωση που σχημάτισα και για τους τρείς μάρτυρες που κλήθηκαν από την Ενάγουσα ήταν απόλυτα θετική. Όλοι τους μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Θεωρώ ότι όλοι τους με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση τους διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, την ακριβή εμπλοκή και γνώση τους. Δεν έχω δε διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Καθ΄όλη τη διάρκεια της εξέτασης τους παρέμειναν σταθεροί και συνεπείς στις θέσεις τους ενώ σε κανένα σημείο δεν κλονίσθηκε η μαρτυρία τους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. Ακολουθεί στη συνέχεια η εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, χρήζουν απόδειξης προς το σκοπό κατάληξης στα αναγκαία ευρήματα. Α. Οι Συμφωνίες των Διαδίκων Ο Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας Τράπεζας, ο οποίος από το 1995 εργάζεται στην Υπηρεσία Διακανονισμού Χρεών. Κατά τη μαρτυρία του (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την παρούσα Αγωγή έγγραφα (Τεκμήρια 1 - 20) που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας. Όπως προέκυψε, στις 25/1/2008 συμφωνήθηκε μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Ενάγουσας Τράπεζας όπως η τελευταία χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμήριο 1). Η υπογραφή της πιο πάνω Συμφωνίας έλαβε χώρα στην παρουσία του Μ.Ε.
- Η Απόφαση της Εναγόμενης 1 Εταιρείας σε σχέση με την εν λόγω Συμφωνία φαίνεται στα πρακτικά της συνεδρίασης του Δ.Σ. της Εταιρείας ημερομηνίας 6/1/2008 (Τεκμήριο 23) με βάση τα οποία ο Εναγόμενος 3, ένας εκ των Διευθυντών της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, εξουσιοδοτήθηκε από την Εναγόμενη 1 να υπογράψει εκ μέρους της την αναφερόμενη Συμφωνία για τη χορήγηση της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης. Όπως, λοιπόν, προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, τη Συμφωνία ημερομηνίας 25/1/2008 υπέγραψε εκ μέρους της Εναγόμενης 1 ο Εναγόμενος
- Επί τη βάσει της πιο πάνω Συμφωνίας (Τεκμήριο 1) η Ενάγουσα άνοιξε προς όφελος της Εναγόμενης 1 τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 037-11-027806 (Τεκμήριο 4). Περαιτέρω, όπως προέκυψε, στις 21/7/2008 συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 όπως η πρώτη χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό των €637.000 (Τεκμήριο 3). Η υπογραφή της πιο πάνω Συμφωνίας έλαβε χώρα στην παρουσία του Μ.Ε.
- Όπως προέκυψε και πάλι από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, η πιο πάνω Συμφωνία Δανείου υπεγράφη από τον Εναγόμενο 3 εκ μέρους της Εναγόμενης 1 Εταιρείας στη βάση των αποφάσεων του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 Εταιρείας (Τεκμήρια 23 και 24). Επί τη βάσει της πιο πάνω Συμφωνίας (Τεκμήριο 3) η Ενάγουσα άνοιξε προς όφελος της Εναγόμενης 1 το λογαριασμό δανείου με αριθμό 037-12-551622 ο οποίος χρεώθηκε με το ποσό του δανείου το οποίο χορηγήθηκε στην Εναγόμενη 1 όπως προέκυψε τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 σε συνάρτηση με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 5). Η Εναγόμενη 1 στις 21/7/2008, 8/9/2008, 23/12/2009, 30/3/2010, 19/05/2010, 31/8/2010, 12/11/2010, 30/03/2011, 1/6/2011 και 27/12/2011 απεδέχθηκε επιστολές της Ενάγουσας Τράπεζας ημερομηνιών 23/6/2008, 4/9/2008, 22/12/2009, 29/3/2010, 19/5/2010, 30/8/2010, 5/11/2010, 28/3/2011, 19/5/2011 και 28/11/2011 αντίστοιχα (Τεκμήρια 6-14) στις οποίες αναγράφονται οι όροι και λεπτομέρειες του επίδικου δανείου και της Συμφωνίας για παραχώρηση ορίου σε Τρεχούμενο λογαριασμό. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η προσπάθεια της Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 να αμφισβητήσει την αποστολή και παραλαβή των επιστολών της Ενάγουσας που αναφέρονται ανωτέρω (Τεκμήρια 6-14). Πέραν του ότι η σχετική υποβολή από μέρους της Υπεράσπισης δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς στο δικόγραφο των Εναγομένων όπου δεν υπάρχει άρνηση σε σχέση με τις τροποποιήσεις των επίδικων Συμφωνιών παρά μόνο ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα δεν τήρησε τους τροποποιημένους όρους αποπληρωμής του δανείου, αυτή η προσπάθεια, κατά την κρίση μου, έχει πέσει στο κενό ενόψει του ότι οι αυτές (οι επιστολές) είναι υπογραμμένες με υπογραφές και σφραγίδα με το όνομα της Εναγόμενης εταιρείας που δηλώνει αποδοχή της. Εγγυητήρια Έγγραφα και Υποθήκες Προς εξασφάλιση της πληρωμής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 Εταιρείας προς την Ενάγουσα Τράπεζα σύμφωνα με τους όρους των πιο πάνω Συμφωνιών, οι Εναγόμενοι 2 και 3 δυνάμει Συμφωνίας Εγγύησης και Κάλυψης ημερ. 27/12/2011 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 16). Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 η πιο πάνω Συμφωνία Εγγύησης και κάλυψης υπεγράφη από τους Εναγόμενους 2 και 3 στη δική του παρουσία. Προς εξασφάλιση της πληρωμής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 Εταιρείας προς την Ενάγουσα Τράπεζα σύμφωνα με τους όρους των πιο πάνω συμφωνιών, η Εναγόμενη 4 Εταιρεία εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 δυνάμει Συμφωνίας Εγγύησης και Κάλυψης ημερομηνίας 27/12/2011 (Τεκμήριο 17). Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 η πιο πάνω Συμφωνία Εγγύησης και κάλυψης υπεγράφη από τον Εναγόμενο 3, ένα εκ των Διευθυντών της Εναγόμενης 4 Εταιρείας, εκ μέρους της στη βάση Απόφασης της Εναγόμενης 4, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δ.Σ. της Εταιρείας ημερομηνίας 19/10/2011 (Τεκμήριο 25). Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω πιστωτικών διευκολύνσεων η Εναγόμενη 1 παραχώρησε στην Ενάγουσα και η Ενάγουσα αποδέχτηκε τις ακόλουθες υποθήκες οι οποίες δεόντως δηλώθηκαν και ενεγράφησαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου με τα σχετικά έγγραφα υποθηκών ως ακολούθως: ► Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης Υ111/2008 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, ημερομηνίας 28/1/2008 για ποσό €300.000 με 2,5% κυμαινόμενο (above Euribor) επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1με αριθμό εγγραφής 0/4ΧΧ8, Φ/Σχ. 2-ΧΧΧ-380, Τεμάχιο 3Χ8, χωράφι στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου (Τεκμήριο 18). ► Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης Υ1774/2008 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, ημερομηνίας 23/7/2008 για ποσό €730.000 πλέον τόκο 2% από 23/7/2008 επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 με αριθμό εγγραφής 0/8ΧΧ8, Φ/Σχ. 2-ΧΧΧ-378, Τεμάχιο 1Χ5, χωράφι στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου, το όλο μερίδιο (Τεκμήριο 19). Η μαρτυρία που αφορά την παραχώρηση και εγγραφή των επίδικων υποθηκών προέκυψε από τη μαρτυρία της Μ.Ε.2, η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, στο πλαίσιο της οποίας (μαρτυρίας) κατέθεσε σε κάθε περίπτωση πιστά αντίγραφα του πρωτοτύπου των Συμβάσεων και Δηλώσεων Υποθηκεύσεως Ακινήτου μαζί με το Έγγραφο Υποθήκης. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 οι επίδικες υποθήκες υπεγράφησαν από τον Εναγόμενο 3, ένα εκ των διευθυντών της Εναγόμενης 1, στη βάση των αποφάσεων του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δ.Σ. της Εταιρείας, ημερομηνίας 6/1/2008 και 18/5/2008 αντίστοιχα (Τεκμήριο 27Β και Τεκμήριο 27Α). B. Δικαίωμα Τερματισμού à Συμφωνία για χορήγηση Ορίου σε Τρεχούμενο με αριθμό λογαριασμού ΧΧΧΧΧ7806 - (Τεκμήρια 1 & 2) Δυνάμει του όρου 4 του Τεκμηρίου 1 διαλαμβάνονταν τα ακόλουθα: «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει, και χωρίς προειδοποίηση προς τον Πελάτη, να τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητό ή απαιτητά οποιοδήποτε δάνειο/α και/ή πίστωση και/ή άλλες Τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις που γίνονται ή που θα γίνουν προς τον Πελάτη και να ζητήσει αμέσως από τον Πελάτη την πληρωμή όλων των ποσών, τα οποία ο Πελάτης οφείλει στην Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου ποσού που οφείλεται σε σχέση προς οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες.» Σε σχέση με τον τερματισμό των συμφωνιών πολύ κατατοπιστική είναι η υπόθεση Lombard Natwest v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στην οποία ο σχετικός όρος στην επίδικη Συμφωνία προέβλεπε τα εξής: «3. Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή αλλάς Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζήτηση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμηθείας και οιουδήποτε άλλου οφειλομένου ποσού εν σχέσει προς οιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπανάς." Αποφασίστηκε στη βάση του πιο πάνω όρου ότι «το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους.» Αναφέρθηκε ακόμη ότι στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως, όπως επισημάνθηκε, στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού «ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό.» à Συμφωνία Δανείου με αρ. λογαριασμού ΧΧΧΧΧ1622 - (Τεκμήριο 3) Με βάση τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 21/7/2008 διαλαμβάνετο ότι το δάνειο ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και ότι, εφόσον δεν γίνετο απαίτηση, θα ήταν πληρωτέο από 6/7/2008 μέσω 24 μηνιαίων δόσεων εκ ποσού €3.593,63 εκάστη δόση και ακολούθως από 6/7/2010 μέσω 36 μηνιαίων δόσεων εκ ποσού €19.601,67 εκάστη δόση. Στον όρο 2 της εν λόγω Συμφωνίας διαλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Παράλειψη ή άρνηση του Πελάτη να καταβάλει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις, με οποιουσδήποτε τόκους, ή προμήθειες, ή δικαιώματα που οφείλονται σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, ολικά ή μερικά, στις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Τράπεζα απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, καθιστά το δάνειο αυτό ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στην Τράπεζα, χωρίς επηρεασμό οποιοσδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει ολόκληρο το παραπάνω δάνειο, προμήθεια ή δικαιώματα αμέσως. Εννοείται ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να δίνει παρατάσεις και να δέχεται πληρωμές οποιοσδήποτε δόσης η οποία έγινε πληρωτέα και/ή γενικά να τροποποιεί όλους ή οποιουσδήποτε από τους όρους που αναφέρονται στην αποπληρωμή του πιο πάνω δανείου. Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο όρο στη συμφωνία αυτή, εννοείται πάντοτε ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του, οπότε το παραπάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του γίνεται αμέσως οφειλόμενο και πληρωτέο». Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η Τράπεζα θα μπορούσε να τερματίσει τη Συμφωνία Δανείου ακόμη και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής της. Συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Τράπεζα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου, με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφληση του ανά πάσα στιγμή έστω και αν δεν υπήρχε παράβαση της Σύμβασης Δανείου. Όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1, την οποία έχω αποδεκτεί, τα επίδικα Δάνεια κατέστησαν μη εξυπηρετούμενα εφόσον οι συμφωνηθείσες δόσεις τους δεν καταβάλλοντο κατά το χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες και/ή ενόψει της μη πληρωμής των οφειλομένων όπως προνοείτο στις επίδικες Συμφωνίες. Των πιο πάνω λεχθέντων διαπιστώνεται ότι επήλθε διάρρηξη των Συμφωνιών. Στην υπό εξέταση περίπτωση υπάρχει μαρτυρία, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ότι η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τις επίδικες Συμφωνίες. Δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της Μ.Ε.4 ότι οι επιστολές ημερ. 26/3/2012 ετοιμάστηκαν από την ίδια, γεγονός που επιμαρτυρεί ότι η Τράπεζα έλαβε απόφαση και τερμάτισε τις επίδικες Συμφωνίες. Η αμφισβήτηση της Υπεράσπισης, όπως προέκυψε από τη γραμμή αντεξέτασης της, αφορούσε στην κοινοποίηση της απόφασης της Τράπεζας για τερματισμό με τις επιστολές τερματισμού. Επομένως στις 26/3/2012 που η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τις επίδικες Συμφωνίες είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείτο να το πράξει. Γ. Οι Επιστολές Τερματισμού Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω κατά πόσο οι επιστολές τερματισμού κοινοποιήθηκαν εφόσον στην Υπεράσπιση των Εναγομένων υπάρχει άρνηση παραλαβής οποιωνδήποτε επιστολών και/ή επιστολών τερματισμού. Εν πρώτοις να επισημάνω ότι αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή των επιστολών τερματισμού σχετικός είναι ο όρος 10 στη Σύμβαση Δανείου Τεκμήριο 3 ο οποίος έχει ως εξής: «Κάθε ειδοποίηση που έχει σχέση με το έγγραφο αυτό μπορεί να δοθεί στον Πελάτη, με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή ιδιόχειρα, στη διεύθυνση που δηλώνεται στο έγγραφο αυτό ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση θα δώσει ο Πελάτης στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του». Όσον αφορά τη Συμφωνία Τεκμήριο 1 που περιέχει τους όρους που διέπουν τη Συμφωνία για χορήγηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό σχετικός είναι ο όρος 14 ο οποίος έχει ως εξής: «Κάθε ειδοποίηση με βάση το έγγραφο αυτό μπορεί να δοθεί στον Πελάτη με το συνηθισμένο ταχυδρομείο ή ιδιόχειρα στη διεύθυνση που δηλώνεται στη συμφωνία αυτή ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση που θα δώσει ο Πελάτης προς την Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Οποιαδήποτε ένδειξη ή καταχώρηση στα αρχεία της Τράπεζας για χορήγηση ειδοποίησης συνιστά αμάχητη απόδειξη ότι δόθηκε η ειδοποίηση αυτή». Για να είναι υπόχρεος ο εγγυητής να καταβάλει το χρέος και συνεπώς να μπορεί να εναχθεί πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. Το χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του και να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από τον δανειστή προς τον εγγυητή αν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει[3]. Μπορεί, όμως, τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη ακόμα την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκτησης του. Όσον αφορά το Εγγυητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 16, με το οποίο οι Εναγόμενοι 2 & 3 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας Εναγόμενης 1 μέχρι ποσού €1.100.000 πλέον τόκους, τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα, δυνάμει του όρου 1 του εν λόγω Εγγράφου ανέλαβαν, μόλις τους ζητηθεί, να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Πρωτοφειλέτιδας συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Σε σχέση με το Εγγυητήριο έγγραφο Τεκμήριο 17 με το οποίο η Εναγόμενη 4 εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας Εναγόμενης 1 μέχρι ποσού €1.100.000 πλέον τόκους, τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα, δυνάμει του όρου 1 του εν λόγω Εγγράφου ανέλαβαν, μόλις της ζητηθεί, να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Πρωτοφειλέτιδας συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού σχετικός είναι ο όρος 14 τόσο του Εγγυητήριου, Τεκμήριο 16 όσο και του Εγγυητηρίου, Τεκμήριο 17 ο οποίος έχει ως εξής: «Νοείται πάντοτε ότι γραπτή απαίτηση πληρωμής από σας προς εμένα θα θεωρείται ότι έγινε κατάλληλα σε μένα ή τους διαχειριστές ή τους εκτελεστές της περιουσίας μου αν υποβληθεί με επιστολή μέσω συνήθους ταχυδρομείου στη διεύθυνση μου που φαίνεται πιο κάτω και θα είναι ισχυρή παρά την τυχόν αλλαγή της διεύθυνσης μου και έστω και αν η αλλαγή κοινοποιηθεί σε σας. Η απαίτηση αυτή θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές ή εκτελεστές 24 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της και θα είναι ισχυρή αν υπογράφει εκ μέρους σας από οποιοδήποτε υπάλληλο σας.» Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι φανερό ότι οι συμβαλλόμενοι, δηλ. η Τράπεζα από την μια (Ενάγουσα) και οι εγγυητές από την άλλη (Εναγόμενοι 2 & 3, στη Συμφωνία Τεκμήριο 16, και Εναγόμενη 4 Εταιρεία, στη Συμφωνία Τεκμήριο 17 ) κατέστησαν μέρος της Συμφωνίας Εγγύησης την αναγκαιότητα παροχής προς τους εγγυητές ειδοποίησης και δη γραπτής έτσι ώστε να άρχεται η δυνατότητα ανάκτησης από αυτούς του οφειλόμενου ποσού. Αυτό είναι ξεκάθαρο από τις συνδυασμένες πρόνοιες των όρων 1 και 14 της Σύμβασης Εγγύησης (Τεκμήριο 2). Όπως συνάγεται από το λεκτικό του όρου 14, η ζήτηση θα πρέπει να είναι γραπτή, εάν δε ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που τίθενται στο όρο αυτό, τότε δημιουργείται ένα τεκμήριο ότι υπήρξε καλή ειδοποίηση και ένα αντίστοιχο κώλυμα στον εγγυητή να αμφισβητήσει το ότι υπήρξε αυτή η επίδοση. Όπως κατέθεσε η Μ.Ε.4, οι επιστολές τερματισμού (Τεκμήριο 15), τις οποίες απέστειλε στους Εναγόμενους με το ταχυδρομείο, έχουν σταλεί στους Εναγόμενους στις διευθύνσεις που αναφέρονται σε αυτές τις επιστολές χωρίς να επιστραφούν. Εξήγησε, συναφώς, ότι η πρακτική της Τράπεζας είναι, σε περίπτωση επιστροφής μιας επιστολής, η επιστολή που επιστρέφεται να έρχεται πίσω στην ίδια την Λειτουργό και να ενημερώνεται σχετικά κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έγινε. Στην υπόθεση Barclays Bank Pic κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1726, 1733, αναφέρθηκε πως εφόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "Proof of posting .The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στην υπόθεση Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσής της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is pnma facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed ...." Αφ' ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο[4]. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι επιστολές τερματισμού (Τεκμήριο 15) ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους 1 και 2 στις ορθές διευθύνσεις και, εφόσον αυτές δεν επιστράφηκαν από το Ταχυδρομείο, τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκαν από αυτούς. Το τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί. Στην επιστολή προς την πρωτοφειλέτρια εταιρεία αναφέρεται ότι η Τράπεζα τερματίζει τη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών τρεχούμενου και δανείου και καλεί την Εταιρεία να εξοφλήσει όλα τα οφειλόμενα ποσά. Με τις επιστολές της προς τους εγγυητές Εναγόμενους 2, 3 και 4 η Τράπεζα τους πληροφορεί ότι, λόγω του ότι οι υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας δεν έχουν διευθετηθεί και παρουσιάζονται σημαντικές καθυστερήσεις στους λογαριασμούς τους, έχει τερματίσει τη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών για τους οποίους ευθύνονται ως εγγυητές και τους καλεί να προχωρήσουν στην άμεση εξόφληση των οφειλών της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι επίδικοι λογαριασμοί έχουν δεόντως τερματισθεί, τα χρεωστικά υπόλοιπα σε αμφότερους λογαριασμούς έχουν καταστεί απαιτητά έναντι της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας από την οποία απαιτήθηκε να τα εξοφλήσει και έχουν προς τούτο ειδοποιηθεί οι εγγυητές από τους οποίους, επίσης, απαιτήθηκε η εξόφληση τους. Δ. Οφειλόμενο υπόλοιπο Στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη 1 μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα και/ή ότι το ισχυριζόμενο υπόλοιπο λογαριασμού είναι εσφαλμένο και/ή διογκωμένο και/ή αποτέλεσμα παρανόμων και/ή αντισυμβατικών και/ή καταχρηστικών ενεργειών της Ενάγουσας και προϊόν παράνομων και/ή αντισυμβατικών και/ή καταχρηστικών χρεοπιστώσεων. Όπως είναι πάγια νομολογημένο στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Σε περίπτωση, λοιπόν, που η Τράπεζα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση[5]. Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο[6]. Ανάμεσα, λοιπόν, στα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης ήταν και η απόδειξη των διεκδικούμενων υπολοίπων. Για το σκοπό αυτό ο Μ.Ε.1 είναι ο μάρτυρας εκ μέρους της Ενάγουσας ο οποίος παρουσίασε τις καταστάσεις των επίδικου λογαριασμού δανείου και τρεχουμένου ως ακολούθως: Οι Καταστάσεις Λογαριασμού που ο Μ.Ε.1 παρουσίασε έγιναν αποδεκτές δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ.9 η αποδεικτική αξία των οποίων αποτιμάται από το Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 από το συνήγορο Υπεράσπισης του υπεβλήθη ότι δεν είχε συγκρίνει τις καταστάσεις λογαριασμού με τα πρωτότυπα που φυλάττονται στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή και ο Μ.Ε.1 με κατηγορηματικό τρόπο απέρριψε την εν λόγω υποβολή εμμένοντας στην θέση του. Όπως ήδη αναφέρθηκε στο στάδιο της αξιολόγησης, η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ήταν αξιόπιστη και την έχω αποδεκτεί στο σύνολο της. Εν πάση περιπτώσει πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι οι Καταστάσεις Λογαριασμού που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν παρουσιασθεί ως αντίγραφα καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο στη βάση των προνοιών του Άρθρου 22 του Κεφ.9 όπου αποτελεί προϋπόθεση για την αποδοχή τους ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων η σύγκριση με την αρχική καταχώρηση. Επαναλαμβάνω οι εν λόγω καταστάσεις παρουσιάσθηκαν στη βάση των προνοιών του Άρθρου 35 του Κεφ. 9. Συνοδεύονται οι πιο πάνω Καταστάσεις με Πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από τον Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 4). Το Πιστοποιητικό διαβεβαιώνει ότι οι παρουσιασθείσες Καταστάσεις των επίδικων Λογαριασμών αποτελούν μέρος του Αρχείου τήρησης και διατήρησης των λογαριασμών των πελατών της Ενάγουσας. Ο Μ.Ε.1, αφού αναφέρει ότι είναι κάτοχος υπεύθυνης θέσης και αρμόδιος Λειτουργός για τη λειτουργία και τήρηση του Αρχείου των λογαριασμών, δηλώνει ότι έχει συγκρίνει και ελέγξει προσωπικά τις Καταστάσεις Λογαριασμών μαζί με τα πρωτότυπα που φυλάσσονται στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή της Ενάγουσας Τράπεζας και βεβαιώνει ότι οι εν λόγω Καταστάσεις αποτελούν όλη την κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας Τράπεζας για τους επίδικους λογαριασμούς με αρ. ΧΧΧΧΧ7806 και ΧΧΧΧΧ1622 που αφορούν την Εναγόμενη εταιρεία αρ. 1 και ότι αναφέρονται στη χρονική περίοδο από την 25/1/2008 μέχρι 13/9/2018 και 21/7/2006 μέχρι 13/9/2018 αντίστοιχα. Ικανοποιούνται, συνεπώς, οι προϋποθέσεις του Άρθρου 35
(3)του Κεφ.9 και. Συνιστούν, επομένως, οι Καταστάσεις αποδεικτικό στοιχείο των καταχωρήσεων που εμπεριέχουν, η αξία των οποίων αποτιμάται από το Δικαστήριο. Η αποτίμηση αυτή ασκείται δικαστικά και συνυπολογίζονται όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου[7]. Στην προκειμένη περίπτωση ουδεμία αμφισβήτηση έγινε είτε αναφορικά με την ανάληψη των ποσών των δανείων, είτε αναφορικά με τα ποσά που καταβλήθηκαν έναντι και γενικότερα αναφορικά με την ορθότητα των καταχωρήσεων στις πιο πάνω Καταστάσεις. Με άλλα λόγια δεν προβλήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων ότι δεν έγιναν οι αναλήψεις ή οι μεταφορές που αναφέρονται στις Καταστάσεις Λογαριασμών ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν είτε στο λογαριασμό των επίδικων Δανείων είτε στον τρεχούμενο λογαριασμό[8]. Με δεδομένο ότι η πλευρά των Εναγόμενων δεν έχει κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης αμφισβητήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε χρέωση περιλαμβάνεται στο λογαριασμό, η θέση που προωθήθηκε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού δεν είναι ορθές και ότι το υπόλοιπο που αναγράφεται σε αυτές είναι λανθασμένο καθώς και το ότι οι επίδικες Συμφωνίες χρεοπιστώνονταν λανθασμένα και κατά παράβαση των όρων τους, δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Αν η πλευρά των Εναγομένων αμφισβητούσε οποιαδήποτε χρέωση στους επίδικους λογαριασμούς και γενικότερα την ορθότητα ή μη των Καταστάσεων λογαριασμού όφειλε να αντεξετάσει σχετικά τον Μ.Ε.1 επί του περιεχομένου τους κάτι, που επαναλαμβάνω, δεν έχει πράξει. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω οι καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, οι οποίες καταδείχθηκε ότι αποτελούν μέρος του αρχείου της Τράπεζας, αποτυπώνουν την πραγματικότητα αναφορικά με τη λειτουργία τους, τις χρεοπιστώσεις και τα υπόλοιπα στοιχεία, ήτοι παρουσιάζουν το ορθό ποσό που εκταμιεύθηκε από την Τράπεζα και όλες τις δόσεις που πληρώθηκαν και εμπεριέχουν τις ορθές καταχωρήσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματικές δοσοληψίες που έγιναν. Έπεται ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Ε. Οι Τόκοι Η χρέωση τόκου είναι ζήτημα που εξαρτάται από τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Επαφίεται δηλαδή στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν το ύψος του επιτοκίου όπως και έπραξαν στην υπό εξέταση περίπτωση.[9] Με βάση τους όρους της Συμφωνίας για παραχώρηση ορίου ρητά συμφωνήθηκε ότι ο λογαριασμός θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα υπολογίζεται καθημερινά και θα συνίσταται από το Euribor 3 μηνών προσαυξημένο κατά 2,50% περιθώριο. Όσον αφορά τη Συμφωνία Δανείου ρητά συμφωνήθηκε ότι το ρηθέν δάνειο θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor 3 μηνών προσαυξημένο κατά 2% περιθώριο. Σε ό,τι αφορά το δικαίωμα της Ενάγουσας Τράπεζας να αξιώνει τόκο υπερημερίας αυτό πηγάζει από τα όσα διαλαμβάνονται στον όρο 2 του Τεκμηρίου 1 καθόσον αφορά τη Συμφωνία παραχώρησης ορίου και στον όρο 5 καθόσον αφορά τη Συμφωνία Δανείου Τεκμήριο
- ▬ Επιτόκιο Υπερημερίας Όσον αφορά το επιτόκιο υπερημερίας σε περίπτωση καθυστερήσεων προέκυψε ότι η Τράπεζα δεν διεκδικεί το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας που προβλέπετο συμβατικά. Όπως προέκυψε και δεν αμφισβητήθηκε από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1, από την ημερομηνία τερματισμού και μετέπειτα εφαρμόστηκε το επιτόκιο υπερημερίας προς 2% αντί το ποσοστό 5% το οποίο συμφωνήθηκε κατά τον χρόνο υπογραφής των επίδικων Συμφωνιών ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Για το υπό εξέταση ζήτημα σχετικό είναι το Άρθρο 3 των περί Ελευθεροποίησης χου Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 - 2015 Νόμος 160(Ι)/1999 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «(Ια) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιοσδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον η επίδικη Σύμβαση έχει τερματιστεί στις 26/3/2012 δεν τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(α) του Άρθρου 3 ανωτέρω. Τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(β) του ίδιου Άρθρου. Ακόμα και όταν διεκδικείται τόκος στη βάση επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% η είσπραξη τόκου στη βάση επιτοκίου υπερημερίας 2% δεν είναι δικαιωματική. Δεν υφίσταται οποιοδήποτε αποδεικτικό τεκμήριο, όμως το πιστωτικό ίδρυμα εξακολουθεί να έχει το βάρος να αποδείξει ότι το επιτόκιο υπερημερίας που επέβαλε αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά, εκτός και αν το ύψος του έχει συμφωνηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση είναι γεγονός ότι δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία ότι ο τόκος υπερημερίας του 2% αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Τράπεζας. Ωστόσο, στη προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, η επιβολή τόκου υπερημερίας καθώς και το ύψος του προνοείτο ρητά στις επίδικες Συμφωνίες. Αποτελούσε με άλλα λόγια συμβατικό δικαίωμα της Τράπεζας η χρέωση επιτοκίου υπερημερίας. Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ECLI:CY:AD:2014:A484, Π.Ε. 1/2010 ημερ. 8/7/2014 επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας προς 3% λόγω του ότι προβλέπετο στη σχετική Συμφωνία το συγκεκριμένο ποσοστό. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Ιωαννίδης (ανωτέρω): «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν ότι η συμφωνία ορθά ερμηνευόμενη δεν επέτρεπε στους Εφεσιβλήτους να χρεώνουν επιβάρυνση 3% επί του δανείου. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι μια τέτοια επιβάρυνση αντίκειται στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160(Ι)/99), καθώς και στο άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Τέλος θεωρούν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παρερμήνευσε τα αποφασισθέντα στη Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β ΑΑΔ 818. Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων απαντάται από την ίδια τη Συμφωνία ημερ. 12.8.2004 (Τεκμήριο 3) και συγκεκριμένα από τον όρο Δ΄ ο οποίος αφορά σε «Προμήθειες/ Επιβαρύνσεις-Τραπεζικά Δικαιώματα». Η υποπαράγραφος (γ) του όρου Δ΄ προβλέπει ότι:- «(γ) Σε περίπτωση τυχόν υπερβάσεων των παραχωρηθέντων ορίων ή καθυστέρησης πληρωμής υποχρεώσεων τακτής λήξεως θα υπάρξει πρόσθετη επιβάρυνση προς 3% (Τρία τοις εκατό) το χρόνο επί του ποσού της υπέρβασης ή του ληξιπρόθεσμου ποσού.» Επομένως είναι εντελώς ανεδαφικός ο ισχυρισμός ότι οι Εφεσίβλητοι δεν είχαν εξουσία να επιβάλουν μια τέτοια χρέωση». Στην υπό εξέταση περίπτωση καταλήγω ότι η Ενάγουσα Τράπεζα δικαιούται στη διεκδίκηση τόκου υπερημερίας 2% εφόσον στις επίδικες Συμφωνίες Δανείου η επιβολή τέτοιου διαλαμβάνετο σε αυτές (αν και σε υψηλότερο ποσοστό τόκου υπερημερίας). ΣΤ. Εγκυρότητα/Νομιμότητα επίδικων Υποθηκών Κατά το στάδιο των Αγορεύσεων ο κ. Μαθηκολώνης ήγειρε ζήτημα αναφορικά με την εγκυρότητα/νομιμότητα των επίδικων Υποθηκών. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι οι επίδικες Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκών καθώς και οι όροι τους παραβιάζουν τις διατάξεις του Άρθρου 5 και του Άρθρου 21
(1)(γ) του Νόμου 9/1965. Το Άρθρο 5 εδάφια
(1)και
(2)καθώς και το Άρθρο 21
(1)(γ) έχουν ως εξής: «5.-
(1)Ουδεμία μεταβίβασις ή υποθήκευσις ακινήτου είναι έγκυρος εκτός εάν γενή συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου.
(2)Απόπειρα προς μεταβίβασιν ή υποθήκευσιν ακινήτου γενομένη άλλως ή συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου ουδόλως επάγεται την σύσιασιν, μεταβολήν, μεταβίβασιν, απόσβεσιν οιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επί ακινήτου ουδ' επηρεάζει τούτο καθ' οιονδήποτε τρόπον.
(3).................» «21.-
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακό Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του ενυπόθηκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: (α) (β) (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τι να ημερομηνίαν, καθωρισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν σύμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστού καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού, δέον όπως τυγχάνη καθορισμού το μέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη.» Μετά την ρητή αναφορά του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι δεν προωθείται πλέον ζήτημα παραβίασης και/ή αποστέρησης του εξ΄επιεικείας δικαιώματος του ενυπόθηκου οφειλέτη για εξόφληση του ποσού που καλύπτει έκαστη επίδικη υποθήκη (Equity of Redemption), η βασική επιχειρηματολογία του συνηγόρου ήταν ότι οι επίδικες υποθήκες παραβιάζουν ξεκάθαρα τις διατάξεις των Άρθρων 5 και 21
(1)(γ) διότι: · Αφενός προβλέπεται τόκος 2% και 2,50% above Euribor στα Τεκμήρια 18 και 19 αντίστοιχα χωρίς να καθορίζεται ο ακριβής τύπος του Euribor δηλαδή αν είναι Euribor 1 μηνός, 3 μηνών, 6 μηνών, 9 μηνών ή 12 μηνών κ.ο.κ και · Αφετέρου ξεκάθαρα έκαστη επίδικη υποθήκη καλύπτει έξοδα πέραν του υπό του Νόμου επιτρεπόμενα εφόσον περιλαμβάνονται πληρωμές και απαιτήσεις αναφορικά με ασφάλιστρα, δικηγορικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες που η Τράπεζα ήθελε υποστεί. Σε ό,τι αφορά τη θέση ότι στις επίδικες Υποθήκες δεν καθορίζεται ο ακριβής τύπος Euribor λέω, σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας, ότι στο Έγγραφο Υποθήκης ρητά αναφέρεται ότι το επιτόκιο θα είναι σύμφωνα με τους όρους παραχώρησης των πιστωτικών διευκολύνσεων. Σχετικός είναι ο όρος 14 στο Έγγραφο Υποθήκης τόσο στο Τεκμήριο 18 όσο και στο Τεκμήριο 19 ο οποίος έχει ως εξής: 14.Εννοείται πάντοτε ότι το πιο μεγάλο ποσό για το οποίο δεσμεύονται τα υποθηκευόμενα κτήματα είναι το τελικό υπόλοιπο το οποίο, τη μέρα της εκποίησης της υποθήκης αυτής, θα παραμένει απλήρωτο σε σχέση με τις υποχρεώσεις για την εξασφάλιση των οποίων συνιστάται η υποθήκη αυτή, μέχρι το συνολικό ποσό των EYPQ
- 000 πλέον τόκους, όπως καθορίζονται στις συμφωνίες διευκολύνσεων μεταξύ της Τράπεζας και του Πρωτοφειλέτη, από τη στιγμή της εγγραφής της υποθήκης αυτής. Εννοείται ακόμη πως σε περίπτωση εκποίησης των ενυπόθηκων κτημάτων για ποσό μικρότερο από το πιο πάνω θα είμαι υποχρεωμένος για την καταβολή προς την Τράπεζα οποιουδήποτε τυχόν ελλείμματος. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Υπενθυμίζεται εν προκειμένω ότι τόσο στη Συμφωνία για παραχώρηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμήριο 1) όσο και στη Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 3) το επιτόκιο καθορίζετο ότι θα ήταν κυμαινόμενο και θα συνίστατο σε Euribor 3 μηνών. Ούτε η αναφορά στον όρο 7 σε ασφάλιστρα που θα χρεώνονται σε τοκοφόρο λογαριασμό επηρεάζει, κατά την άποψη μου, την εγκυρότητα των επίδικων Υποθηκών. Δεν αναφέρεται στο Άρθρο 21 του Ν.9/65 ότι τέτοια έξοδα είναι επιβεβλημένο να περιλαμβάνονται στα έγγραφα υποθήκης αλλά ούτε και ότι τέτοιες αναφορές καθιστούν την υποθήκη άκυρη. Έπεται ότι δεν είναι ορθή η θέση ότι εκάστη Υποθήκη καλύπτει έξοδα πέραν τα υπό του Νόμου επιτρεπόμενα. Ζ. Κατάληξη Για τους λόγους που πιο πάνω έχω εξηγήσει και με βάση τη μαρτυρία που έχω αποδεχθεί οι Ενάγοντες έχουν πετύχει να αποδείξουν την αξίωση τους. Ως εκ τούτου εκδίδεται Απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: (Ι) Απόφαση εναντίον των Εναγόμενων, αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως, για: (α) το ποσό των €466.082,45 πλέον τόκο 5,8870% επί του ποσού των €459.100,41 από 1/10/2013 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους (β) το ποσό των €584.309,65 πλέον τόκο 5,1820% επί του ποσού των €576.590,92 από 1/10/2013 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους (ΙΙ) Διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 1 διατάττον την εκποίηση των Υποθηκών Υ111/2008 και Υ1774/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου και την πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων της Εναγόμενης 1 που περιγράφονται σε αυτές έναντι και/ή προς ικανοποίηση του χρέους μετά τόκων και εξόδων και επιστροφή οιουδήποτε τυχόν περισσεύματος προς την Εναγόμενη
- Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα Ανταπαίτησης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν για τις εμφανίσεις η Ενάγουσα θα δικαιούται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ [1] Δέστε, μεταξύ άλλων, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1Α.Α.Δ. 2192, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [2] Δέστε Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ. 2192. [3] Δέστε Savvides ν. Christofides
(1978)1 C.L.R. 303 και Lombard Natwest Ltd ν. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ.
- [4] Δέστε, επίσης, Σάββα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή αρ. 341/10, ημερ. 6/12/
- [5] Δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ [2001] 1 Α.Α.Δ.
- [6] Δέστε Barry Wynne ν. David Costaki Mavronikola ως Διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα [20091 1Α.Α.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/09 ημερ. 17/10/
- [7] Δέστε Άρθρο 35
(1)του Κεφ.9. [8] Δέστε Π. Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company LTD
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Χρήστος Θεοδώρου v. Hellenic Bank Limited
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059. [9] Δέστε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο