← Κύπρος

Επίσημος Παραλήπτης Εκκαθαριστής της περιουσίας της Εταιρείας ADAM & BAMBOS DEVELOPING CO LTD ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Aρ. Αγωγής:795/2016, 12/8/

Επίσημος Παραλήπτης Εκκαθαριστής της περιουσίας της Εταιρείας ADAM & BAMBOS DEVELOPING CO LTD ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Aρ. Αγωγής:795/2016, 12/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής:795/2016 Μεταξύ: Επίσημος Παραλήπτης Εκκαθαριστής της περιουσίας της Εταιρείας ADAM & BAMBOS DEVELOPING CO LTD Εναγόντων και Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγομένων _________________________________________________________________________ Αίτηση ημερ. 5/4/2019 για Ασφάλεια Εξόδων Ημερομηνία: 12 Αυγούστου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/Εναγόμενη: κα Ξ. Κόκκινου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Καθ΄ων η Αίτηση/Ενάγοντες: κα Μ. Αγαθοκλέους για George Pamboridis LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή- Επιζητούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση η Εναγόμενη/Αιτήτρια επιζητεί τις ακόλουθες θεραπείες: I. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Ενάγοντες όπως εντός 30 ημερών από της ημερομηνίας έκδοσης του Διατάγματος τούτου καταθέσουν στο Δικαστήριο ποσό ύψους €96.305,76 σε μετρητά και/ή υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης ως εγγύηση και/ή ασφάλεια για τα έξοδα των Αιτητών. II. Διάταγμα που να αναστέλλει κάθε διαδικασία στην παρούσα Αγωγή μέχρι κατάθεσης της πιο πάνω ασφάλειας εξόδων και/ή εγγύησης για έξοδα και σε περίπτωση εκπνοής της πιο πάνω προθεσμίας χωρίς να κατατεθεί η πιο πάνω ασφάλεια εξόδων και/ή εγγύηση τότε η παρούσα Αγωγή να θεωρείται ως απορριφθείσα με έξοδα υπέρ των Αιτητών όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Νομική Βάση Αίτησης Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, στη Δ.60, θθ. 1-6 και Δ.48, θ. 2,9(
  2. t)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στη διακριτική ευχέρεια καθώς και συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Στ. Νικολάου Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της XXXXX Νικολάου Λειτουργού Οφειλών Λιανικής Τραπεζικής της Εναγόμενης. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω τα ακόλουθα: · Όπως προκύπτει από το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα οι Ενάγοντες καταχώρησαν και προωθούν την παρούσα Αγωγή υπό την ιδιότητα τους ως εκκαθαριστές της Adam & Bambos Developing Co Ltd η οποία τέθηκε υπό εκκαθάριση στις 3/7/2015 σε Αίτηση που καταχωρήθηκε στις 27/4/2015. · Οι Ενάγοντες υπό την ιδιότητα τους ως εκκαθαριστές της Adam & Bambos Developing Co Ltd δεν είναι σε θέση να καταβάλουν και να εξοφλήσουν τα δικηγορικά έξοδα της Τράπεζας σε περίπτωση απόρριψης της Αγωγής και, συνεπώς, είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της Αίτησης διατάζοντας του Αιτητές όπως καταθέσουν ασφάλεια εξόδων υπό τη μορφή μετρητών ή έστω τραπεζικής εγγύησης για το ποσό των €96.305,76 ποσό το οποίο υπολογίστηκε με βάση προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων τον οποίο έχουν ετοιμάσει οι δικηγόροι της Τράπεζας (Τεκμήριο 1). · Όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης αλλά και την δυνατότητα επιτυχίας της Αγωγής, από νομικής συμβουλής που η ομνύουσα τυγχάνει εκφράζεται η πεποίθηση ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας στην Αγωγή τους, αφού πέραν της ανεπάρκειας των ισχυρισμών τους αλλά και του γεγονότος ότι η Τράπεζα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσε νόμιμα, νομότυπα, επιμελώς και με τον δέοντα επαγγελματισμό, η Τράπεζα έχει ισχυρή υπεράσπιση, αντίγραφο της οποίας ευρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Επαναλαμβάνεται ειδικότερα ο ισχυρισμός όπως αυτός φαίνεται στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης, ότι, δηλαδή, η απόσυρση χρημάτων από καταθετικό λογαριασμό των Εναγόντων έγινε δυνάμει εγγράφων Εκχώρησης Λογαριασμού Κατάθεσης τα οποία οι Ενάγοντες έχουν υπογράψει και, κατά συνέπεια, δεσμεύονται από τους όρους αυτών. Δυνάμει όρου αυτών των εγγράφων η Εναγόμενη έχει υπέρτατο και προτιμησιακό δικαίωμα πάνω στον λογαριασμό/κατάθεση το οποίο δεν θα επηρεάζεται ή παραβλάπτεται με οποιοδήποτε τρόπο σε περίπτωση πτώχευσης ή νομικής αδυναμίας του εκχωρητή (Ενάγοντες) ή ένεκα απαίτησης οποιουδήποτε τρίτου ή τρίτων. Για όλους τους αγοραστές των κατοικιών/ακινήτων στο έργο που ανέπτυσσαν οι Ενάγοντες υπάρχουν έγγραφα Εκχώρησης Λογαριασμού/Κατάθεσης που υπέγραψαν οι Ενάγοντες προς όφελος της Εναγόμενης και προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγόντων προς την Τράπεζα. · Η Τράπεζα ενήργησε καλόπιστα, χωρίς δόλο και απάτη και πρωτίστως βάσει των όρων των συμφωνιών εκχώρησης λογαριασμού/κατάθεσης. Η Εταιρεία με την υπογραφή στα έγγραφα εκχώρησης λογαριασμού/κατάθεσης είχε εκχωρήσει στην Τράπεζα όλα τα δικαιώματα της, κυριότητα και συμφέρον επί του Λογαριασμού κατάθεσης στην Τράπεζα. Δηλαδή η Τράπεζα είχε καταστεί εκδοχέας όλων των δικαιωμάτων/συμφερόντων επί του λογαριασμού/κατάθεσης και είναι/ήταν ο μόνος κύριος του λογαριασμού/κατάθεσης. Επίσης δυνάμει των εγγράφων εκχώρησης η Τράπεζα είχε υπέρτατο και προτιμησιακό δικαίωμα πάνω στον λογαριασμό/κατάθεση το οποίο δεν θα επηρεάζεται ή παραβλάπτεται με οποιοδήποτε τρόπο σε περίπτωση πτώχευσης ή νομικής αδυναμίας του εκχωρητή (Ενάγοντες) ή ένεκα απαίτησης οποιουδήποτε τρίτου ή τρίτων. Επομένως ο έλεγχος των χρημάτων που ευρίσκονταν κατατεθειμένα στο λογαριασμό/κατάθεση της Εταιρείας, δυνάμει του εγγράφου εκχώρησης, άνηκε στην Τράπεζα και όχι στην Εταιρεία/Ενάγοντες και ο μόνος δικαιούχος των χρημάτων αυτών ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Τράπεζα. · Ως εκ των πιο πάνω είναι η θέση της Τράπεζας ότι ηι Εναγόμενη έχει πολύ καλή υπεράσπιση στην απαίτηση των Εναγόντων και πολύ πιθανόν η απαίτηση των Εναγόντων να απορριφθεί με έξοδα εναντίον τους. · Περαιτέρω, και με δεδομένη την προφανή οικονομική αδυναμία των Εναγόντων το οποίο τους οδήγησε στο να τεθούν υπό εκκαθάριση, είναι απολύτως απαραίτητο οι Ενάγοντες να διαταχθούν να καταθέσουν την αιτούμενη ασφάλεια εξόδων (υπό τη μορφή μετρητών ή έστω τραπεζικής εγγύησης) ούτως ώστε να διασφαλισθεί η καταβολή και εξόφληση των δικηγορικών εξόδων που ενδεχομένως να επωμισθεί στο μέλλον η Τράπεζα χωρίς καμία δική της ευθύνη παρά μόνο εξ' υπαιτιότητας των Εναγόντων. Ένσταση-Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία έχει περίπου την ίδια νομική βάση ως και η Αίτηση. Ως Λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: § Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και στερείται νομικού και πραγματικού υπόβαθρου. § Η Αίτηση κατεχωρήθη με υπερβολική καθυστέρηση και χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία. § Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the Court), σκοπεύει αποκλειστικά στην παρεμπόδιση της πρόσβασης στο Δικαστήριο και την απονομή της δικαιοσύνης, και στην καθυστέρηση της εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. § Οι Ενάγοντες έχουν πολύ καλή και ισχυρή υπόθεση εναντίον των Εναγομένων, με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας, σε αντίθεση με την υπεράσπιση των Εναγομένων η οποία είναι παντελώς αβάσιμη. § Οι Εναγόμενοι δεν έχουν δείξει καλό λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή το κριτήριο της αξιόπιστης μαρτυρίας που θέτει το Άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 δεν ικανοποιείται. § Οι Ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες και συνιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας η οποία, αν και υποθηκευμένη, μπορεί να εκποιηθεί προς κάλυψη των εξόδων της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγής. § Τυχόν έγκριση του αιτήματος των Εναγομένων δυνατό να οδηγήσει σε περιορισμό και/ή στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος των Εναγόντων για πρόσβαση στο Δικαστήριο. § Τυχόν έγκριση του αιτήματος των Εναγομένων θα αποβεί εναντίον των συμφερόντων των πιστωτών των Εναγόντων, εφόσον το ποσό το οποίο απαιτούν με την Αγωγή οι Ενάγοντες, εάν επιστραφεί, θα αποτελεί μέρος της περιουσίας της εκκαθάρισης. § Το αιτούμενο Διάταγμα για απόρριψη της αγωγής δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Άρθρου 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, το οποίο προνοεί για αναστολή της διαδικασίας και όχι για απόρριψη. § Οι Εναγόμενοι ευθύνονται για την δυσμενή οικονομική θέση στην οποία βρίσκονται οι Ενάγοντες. § Το ύψος της αιτούμενης εγγύησης και/ή ασφάλειας είναι υπερβολικό και/ή διογκωμένο και/ή αδικαιολόγητο ενώ η περίοδος των 30 ημερών για συμμόρφωση με τυχόν Διάταγμα είναι ιδιαίτερα περιορισμένη. § Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα. Ένορκη Δήλωση Α. Κυπριδήμου Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Κυπριδήμου, συνεργάτιδας του XXXXX Hughes, εκκαθαριστή της περιουσίας της Εταιρείας Adam & Bambos Developing Co Ltd. Σε ό,τι αφορά τις πιθανότητες επιτυχίας στην παρούσα Αγωγή αναφέρονται τα ακόλουθα: i. Με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113 (στο εξής ο «Νόμος») η εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο λογίζεται ότι αρχίζει από το χρόνο υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση. ii. Οι Εναγόμενοι, κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου και ενώ είχε αρχίσει η εκκαθάριση των Εναγόντων, αντί να προχωρήσουν στην παγοποίηση του επίδικου λογαριασμού, χρησιμοποίησαν τα κεφάλαια που βρίσκονταν σε αυτόν για ίδιον όφελος και σε βάρος τυχόν άλλων πιστωτών των Εναγόντων. Επιπλέον, οι Εναγόμενοι παρέβλεψαν τις πρόνοιες του Νόμου και ειδικότερα του Άρθρου 221 που προνοεί, ανάμεσα στ' άλλα, ότι διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας ενεργεί σε όφελος όλων των πιστωτών της εταιρείας. iii. Ακολούθως και μετά την έκδοση του Διατάγματος εκκαθάρισης στις 3/7/2015, οι Εναγόμενοι και πάλι επικαλούμενοι τα έγγραφα εκχώρησης λογαριασμού/κατάθεσης προχώρησαν σε περαιτέρω αναλήψεις από τον επίδικο λογαριασμό και πάλι προς ίδιον όφελος. iv. Η ερμηνεία που δίδεται από τους Εναγόμενους σε σχέση με την δυνατότητα χρήσης του δεσμευμένου ποσού είναι παντελώς λανθασμένη. Από την στιγμή που οι Ενάγοντες τέθηκαν υπό εκκαθάριση κάθε συμβατική ή άλλη υποχρέωση τους ενεργεί προς όφελος της εκκαθάρισης και όχι μόνο εναντίον συγκεκριμένων πιστωτών. v. Επιπλέον με βάση τα έγγραφα εκχώρησης λογαριασμού/κατάθεσης το δικαίωμα εκχώρησης δεν είναι απόλυτο αλλά τελεί υπό αίρεση. Αν η πρόθεση των μερών ήταν να μεταβιβαστεί η κυριότητα επί του επίδικου λογαριασμού στους Εναγόμενους δεν θα υπογράφετο συμφωνία εκχώρησης και ο λογαριασμός δεν θα παρέμενε στο όνομα των Εναγόντων. Εκφράζεται, περαιτέρω, η θέση ότι η υπό κρίση Αίτηση κατεχωρήθη καθυστερημένα και όχι άμεσα και ευθύς μόλις επιδόθηκε στην Εναγόμενη η αγωγή. Παράλληλα αναφέρεται ότι η καταχώρηση της Αίτησης σχετίζεται και με το γεγονός του διορισμού του Εκκαθαριστή, ο οποίος έχει αρχίσει ενέργειες και διαβουλεύσεις με σκοπό την διεκπεραίωση της εκκαθάρισης των Εναγόντων, αλλά και με την δεδηλωμένη θέση του ότι θα προωθήσει την παρούσα υπόθεση προς όφελος της εκκαθάρισης και, συνεπώς, προς όφελος όλων των πιστωτών των Εναγόντων. Αναφέρεται, επίσης, ότι τυχόν επιτυχία του αιτήματος των Εναγομένων και έγκριση του αιτούμενου ποσού ως εγγύηση και/ή ασφάλεια εξόδων, θα αποβεί καταστροφική για την προώθηση της Αγωγής και θα επιφέρει άδικα αποτελέσματα, καθότι θα στερήσει τους Ενάγοντες από το δικαίωμα να προσφύγουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Διατυπώνεται, ακόμη, η θέση ότι οι Ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες και συνιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας η οποία παρόλο που είναι υποθηκευμένη προς όφελος των Εναγομένων, μπορεί να εκποιηθεί μελλοντικά από τους ίδιους τους Εναγόμενους ή/και να πωληθεί από τον Εκκαθαριστή προς κάλυψη των εξόδων της εκκαθάρισης και, συνεπώς, προς κάλυψη των εξόδων και της παρούσας αγωγής. Τονίζεται παράλληλα ότι η Εναγόμενη γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτή την στιγμή ο Εκκαθαριστής δεν έχει τους οικονομικούς πόρους να καλύψει τα έξοδα της εκκαθάρισης, πολύ περισσότερο να καλύψει τυχόν ασφάλεια εξόδων και, συνεπώς, εμμένει στην προώθηση της Αίτησης εκβιαστικά. Προβάλλεται, επίσης, η θέση ότι οι Εναγόμενοι, με την ανάληψη του ποσού το οποίο διεκδικούν οι Ενάγοντες στην παρούσα Αγωγή, έχουν φέρει τους Ενάγοντες στην δυσμενή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται σήμερα. Εάν οι Ενάγοντες ή/και ο Εκκαθαριστής είχαν στην διάθεση τους το ποσό του επίδικου λογαριασμού θα ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις της εκκαθάρισης. Και ότι έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής δόθηκε με την συμπεριφορά των Εναγομένων, οι οποίοι τώρα ζητούν την παροχή ασφάλειας με απώτερο στόχο την απόρριψη της Αγωγής. Τέλος αναφέρεται ότι τα ποσά του προκαταρκτικού καταλόγου που επισυνάπτει η Εναγόμενη στην ένορκη δήλωση της Αίτησης είναι έκδηλα διογκωμένα και υπερβολικά ενώ η χρονική προθεσμία των 30 ημερών για την καταβολή της εγγύησης και/ή ασφάλειας εξόδων υπερβολικά και εκβιαστικά σύντομη. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 το οποίο έχει ως ακολούθως: «382. Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση». Σύμφωνα με το Άρθρο αυτό παρέχεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να ικανοποιήσει αίτημα εναγόμενου μιας εταιρείας για παροχή ασφάλειας ως προς τα έξοδα, στην περίπτωση που το Δικαστήριο ικανοποιηθεί με αξιόπιστη μαρτυρία ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του αν ο εναγόμενος επιτύχει στην υπεράσπισή του. Επιπλέον η Αίτηση βασίζεται και στη Δ.60, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με βάση τη σχετική με το υπό συζήτηση θέμα νομολογία διαφαίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για εξασφάλιση εξόδων ενός Εναγόμενου έναντι αφερέγγυας εταιρείας ασκείται στη βάση εξισορρόπησης τριών θεμελιωδών παραγόντων ως ακολούθως: i. Την οικονομική αδυναμία της εταιρείας, ii. Την εύλογη ανησυχία του εναγόμενου για μη επανάκτηση των εξόδων του σε περίπτωση που επιτύχει στην υπεράσπιση του και iii. Το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Παρατίθεται κατωτέρω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της K.S.S. Trading Ltd, V. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)

(2005)1 Α.Α.Δ. 1446: «Εκείνο που βαραίνει στη σκέψη μας είναι η αδιαμφισβήτητη οικονομική αδυναμία του εφεσιβλήτου. Η οποία δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με διάταγμα για την εξασφάλιση των εξόδων της εφεσείουσας. Οπότε θα του εστερείτο η πρόσβαση στο δικαστήριο η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών: βλ. Airey Case Judgment of 9 October 1979, Series A, No. 32 p. 15 και Andronicou and Constantinou Judgment of 9 October
  1. Βέβαια, η πρόνοια για εξασφάλιση δεν απολήγει καθεαυτήν σε στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Εξαρτάται από τις περιστάσεις. Όπως ανέφερε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην X. v. Sweeden, απόφαση ημερ. 28 Φεβρουαρίου 1979, στην οποία μας παρέπεμψε ο συνήγορος της εφεσείουσας: ". . . it cannot be assumed that a request of security would automatically prevent a foreign plaintiff from access to the courts, since he might have sufficient means for providing the security. In other words, it would appear to depend on an examination of the application of the 1886 Act in a concrete case as to whether or not a demand for security could be considered to amount to a denial of access to the courts contrary to the provisions of the Convention." Κατά την άποψη μας, η έκδοση διαταγής για εξασφάλιση εξόδων δεν πρέπει να παραγνωρίζει την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται. Με εξαίρεση ορισμένες αναγνωρισμένες περιπτώσεις - της αφερέγγυας εταιρείας (βλ. άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113), του αναξιόχρεου μόνο κατ' όνομα ενάγοντος ή του εκδηλώσαντος με εσκεμμένες ενέργειες την πρόθεση να αποφύγει εν καιρώ τις όποιες δικές του εκ της αντιδικίας υποχρεώσεις - η οικονομική αδυναμία ενάγοντος δεν αποτελεί λόγο για εξασφάλιση των εξόδων εναγομένου: βλ. Michiels v. The Empire Palace Ltd [1892] 66 L.T.R.
  2. Το ίδιο δεν πρέπει η οικονομική αδυναμία ενάγοντος εκτός δικαιοδοσίας να απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης του στο δικαστήριο.» Την ίδια γραμμή ακολούθησε το Εφετείο και στις υποθέσεις Conway v. Ηλία
(2002)1 A.A.Δ. 1653, Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.ά.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1698 και Stadland Holdings Ltd κ.ά. ν. Ευσταθίου κ.ά.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809. Βέβαια, στην προκείμενη περίπτωση η οικονομική αδυναμία των εφεσειόντων αποτελούσε το έρεισμα του αιτήματος των εφεσιβλήτων για ασφάλεια εξόδων*. Προβλέπεται, όπως προαναφέραμε, από το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια. Πρέπει όμως να ερμηνεύεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την οικονομική αδυναμία ενάγουσας εταιρείας, όπως και την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντίδικου για τα έξοδα του, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος. Χρειάζεται ισορροπία: Βλ Golder v. U.K. Series A Vol. 18
(1975)σελ. 1, Ashingdane v. U.K., Series A Vol. 93
(1985)σελ. 1, Tolstoy Miloslavsky v. U.K. Series A Vol. 316
(1996)σελ. 51, Ait-Mouhoud v. France, ECHR Reports of Judgments and Decisions 1998 - VIII No. 96 σελ. 3214, Kreuz v. Poland, ECHR Reports of Judgments and Decisions 2001 - VI σελ. 127, Jedamski and Jedamska v. Poland 73547/01 ECHR Reports of Judgments and Decisions 2005 σελ. 538.» Όπως έχει επίσης επισημανθεί από τον Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στ. Ναθαναήλ στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα
(2011)1 Α.Α.Δ.1314 στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. Τονίσθηκε, περαιτέρω, ότι ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και ότι δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος.[1] Σε ό,τι αφορά την οικονομική δυνατότητα της εταιρείας στην υπόθεση Genemp Trading Ltd (ανωτέρω) με παραπομπή στο Supreme Court Practice 1970, σελ. 380-381, παρ. 23/1-3/12 επισημάνθηκε ότι το γεγονός ότι η εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα, εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία[2]. Στην υπό εξέταση περίπτωση με βάση τα όσα επισημάνθηκαν ανωτέρω από τη σχετική με το θέμα νομολογία το γεγονός ότι η Εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση συνιστά μαχητό τεκμήριο το οποίο πρέπει η πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση μέσω μαρτυρίας να καταρρίψει. Επί του προκειμένου δεν είναι άνευ σημασίας το ότι στην Εταιρεία έχει διοριστεί, σε αντικατάσταση του Επίσημου Παραλήπτη, εκκαθαριστής ο XXXXX Hughes ο οποίος, με βάση τη σχετική ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου που έχει καταχωρηθεί στο φάκελο της δικογραφίας, έχει διορίσει νέους δικηγόρους σε αντικατάσταση των προηγουμένων έναντι των οποίων, όπως προκύπτει από σχετικές δηλώσεις που έγιναν ενώπιον του Δικαστηρίου, υφίστανται οικονομικές εκκρεμότητες. Σημαντικό στο υπό συζήτηση θέμα αναφορικά με την αδυναμία της Εταιρείας αποτελεί και η αναφορά από την ίδια την ομνύουσα στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης της Ένστασης ότι «ο Εκκαθαριστής δεν έχει τους οικονομικούς πόρους να καλύψει τα έξοδα της εκκαθάρισης πολύ περισσότερο να καλύψει τυχόν ασφάλεια εξόδων». Το ότι προηγουμένως στην ίδια παράγραφο αναφέρεται ότι η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτης και συνιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας η οποία, παρόλο που είναι υποθηκευμένη προς όφελος των Εναγομένων, μπορεί να εκποιηθεί μελλοντικά από τους ίδιους τους Εναγόμενους ή/και να πωληθεί από τον Εκκαθαριστή προς κάλυψη των εξόδων της εκκαθάρισης και, συνεπώς, προς κάλυψη των εξόδων και της παρούσας Αγωγής όχι μόνο (αυτή η αναφορά) δεν συνιστά μαρτυρία η οποία καταρρίπτει το μαχητό τεκμήριο αδυναμίας της Εταιρείας να καταβάλει τα έξοδα αλλά έρχεται και σε πλήρη αντίφαση με τα όσα στην ίδια παράγραφο αναφέρονται στη συνέχεια. Επανερχόμενη στην αρχική αναφορά επισημαίνεται ότι κανένα στοιχείο δεν παρουσιάζεται που να δείχνει ότι, σε περίπτωση πώλησης της υποθηκευμένης περιουσίας, θα υφίσταται υπόλοιπο προς κάλυψη των εξόδων της παρούσας Αγωγής. Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι δεν έχει προσφερθεί ικανοποιητική μαρτυρία που να δείχνει την ικανότητα της Εταιρείας να ικανοποιήσει τα έξοδα της Εναγόμενης Τράπεζας σε περίπτωση αποτυχίας της Αγωγής. Όλα τα πιο πάνω θεωρώ ότι αποτελούν αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος η Εναγόμενη «να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του» για τους σκοπούς του Άρθρου 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113. Όσον αφορά τη δύναμη της υπόθεσης της Καθ΄ης η Αίτηση όπως προκύπτει και, σε συμφωνία με τα όσα σχετικά υποστήριξε η κα Κόκκινου, η διαφορά των διαδίκων είναι καθαρά θέμα ερμηνείας των εγγράφων εκχώρησης και των συνεπειών που ενδεχομένως να έχουν κάτι που ασφαλώς θα εξετασθεί και αποφασισθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης και όχι στο παρόν στάδιο. Από τη μια η πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση προβάλει ότι κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου και ενώ είχε αρχίσει η εκκαθάριση της Ενάγουσας η Εναγόμενη αντί να προχωρήσει σε παγοποίηση του επίδικου λογαριασμού χρησιμοποίησε τα κεφάλαια που βρίσκονταν για ίδιον όφελος και σε βάρος τυχόν άλλων πιστωτών της Ενάγουσας. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι και μετά την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης η Εναγόμενη και πάλι επικαλούμενη τα έγγραφα εκχώρησης λογαριασμού/κατάθεσης προχώρησε σε περαιτέρω αναλήψεις από τον επίδικο λογαριασμό και πάλιν προς ίδιον όφελος. Είναι δε η θέση της πλευράς της Ενάγουσας ότι από τη στιγμή που τέθηκε σε εκκαθάριση κάθε συμβατική ή άλλη υποχρέωση της ενεργεί προς όφελος της εκκαθάρισης και όχι μόνο εναντίον συγκεκριμένων πιστωτών. Από την άλλη η πλευρά της Εναγόμενης προβάλει ότι η απόσυρση χρημάτων από καταθετικό λογαριασμό της Ενάγουσας έγινε δυνάμει εγγράφων Εκχώρησης Λογαριασμού/ Κατάθεσης τα οποία οι Ενάγοντες είχαν υπογράψει και, κατά συνέπεια, δεσμεύονταν από τους όρους αυτών. Όπως υποστηρίζεται, δυνάμει όρου αυτών των εγγράφων η Εναγόμενη έχει υπέρτατο και προτιμησιακό δικαίωμα πάνω στον λογαριασμό/κατάθεση το οποίο δεν θα επηρεάζεται ή παραβλάπτεται με οποιοδήποτε τρόπο σε περίπτωση πτώχευσης ή νομικής αδυναμίας του εκχωρητή (Ενάγοντες) ή ένεκα απαίτησης οποιουδήποτε τρίτου ή τρίτων. Επικαλούμενη δε τους όρους των συμφωνιών εκχώρησης Λογαριασμού/ Κατάθεσης η Εναγόμενη προβάλει ότι η Ενάγουσα είχε εκχωρήσει στην Τράπεζα όλα τα δικαιώματα της, κυριότητα και συμφέρον επί του Λογαριασμού κατάθεσης καθιστώντας την με αυτό τον τρόπο εκδοχέα όλων των δικαιωμάτων/συμφερόντων επί του λογαριασμού/κατάθεσης καθώς και τον μόνο κύριο του λογαριασμού/κατάθεσης με υπέρτατο και προτιμησιακό δικαίωμα πάνω σε αυτό με αποτέλεσμα κατά τον ουσιώδη χρόνο η Τράπεζα να είναι ο μόνος δικαιούχος των χρημάτων αυτών. Όσον αφορά το στάδιο που υποβλήθηκε η υπό κρίση Αίτηση λέω εξαρχής ότι η όποια καθυστέρηση από μόνη της, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι υφίσταται, δεν αποτελεί από μόνη της λόγος απόρριψης της Αίτησης καθότι στο πλαίσιο εξέτασης της συνυπολογίζονται διάφοροι παράγοντες και κριτήρια[3]. Σε σχέση με τον πιο πάνω παράγοντα, όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, η υπό κρίση Αίτηση κατεχωρήθη αφού μεσολάβησε τον Δεκέμβριο του 2018 η δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου της απόσυρσης των προηγούμενων δικηγόρων της Ενάγουσας καθώς και οι δηλώσεις αμφοτέρων των συνηγόρων, τόσο των προηγούμενων όσο και των νέων δικηγόρων, αναφορικά με την ύπαρξη οικονομικής διαφοράς και εκκρεμότητας σε σχέση με τα έξοδα. Μάλιστα, όπως προκύπτει, από τον Δεκέμβριο του 2018 και εντεύθεν η υπόθεση αναβάλλετο ούτως ώστε να ξεκαθαρίσει το θέμα της οικονομικής διαφοράς και εκκρεμότητας των δικηγορικών εξόδων των προηγούμενων Δικηγόρων της Ενάγουσας. Εν τέλει κατεχωρήθη στις 26/3/2018 ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου από τους νέους δικηγόρους της Ενάγουσας Εταιρείας ενώ το θέμα των δικηγορικών εξόδων των προηγούμενων Δικηγόρων δεν είχε εισέτι ξεκαθαρίσει. Στη βάση όλων των πιο πάνω και με δεδομένο ότι μέχρι και το στάδιο που κατεχωρήθη η υπό κρίση Αίτηση εξακολουθούσε να υφίσταται η οικονομική διαφορά και εκκρεμότητα που αναφέρθηκε ανωτέρω δεν διαπιστώνεται, στην πραγματικότητα, καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Διατείνεται, επίσης, η πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος της Εναγόμενης και παροχή εγγύησης και/ή ασφάλειας εξόδων θα αποβεί καταστροφική για την προώθηση της παρούσας Αγωγής επιφέροντας άδικα και αντίθετα με το πνεύμα της δικαιοσύνης αποτελέσματα καθότι θα στερήσει στην Ενάγουσα το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο. Δεν είναι, ωστόσο, άνευ σημασίας η αναφορά της ομνύουσας Κυπριδήμου στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης της περί ύπαρξης ακίνητης περιουσίας η οποία, αν και είναι υποθηκευμένη, μπορεί να εκποιηθεί από την ίδια την Εναγόμενη και/ή να πωληθεί από τον Εκκαθαριστή προς κάλυψη των εξόδων της εκκαθάρισης και, συνεπώς προς κάλυψη των εξόδων και της παρούσας Αγωγής καθώς και η αναφορά της στην παράγραφο 12 όπου ουσιαστικά προτείνεται, σε περίπτωση έγκρισης του υπό εξέταση αιτήματος, η περίοδος των 4 μηνών αντί των 30 ημερών. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD κ.ά
(2011)1 A.A.Δ. 1416 στο οποίο έχει παραπέμψει το Δικαστήριο η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης είναι σχετικό: «Θα πρέπει, επίσης, να επισημάνουμε ότι οι καθ' ων η αίτηση, στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασής τους, περιορίζουν την αδυναμία τους να καταθέσουν ασφάλεια εξόδων στην έλλειψη πόρων από εμπορική δραστηριότητα. Δεν αναφέρουν ότι αδυνατούν να καταβάλουν τα έξοδα, γιατί δε διαθέτουν οποιαδήποτε άλλη περιουσία, την οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για το συγκεκριμένο σκοπό, ούτε ότι, σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, αδυνατούν να καταβάλουν τα έξοδα, ώστε να ανακύπτει θέμα εξέτασης του δικαιώματός τους πρόσβασης προς τη δικαιοσύνη, όπως ορίζει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στη βάση όλων των πιο πάνω δεδομένων εξισορροπώντας τους αναφερθέντες από τη νομολογία σχετικούς παράγοντες καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί προς την κατεύθυνση αποδοχής της Αίτησης. Παραμένει, ωστόσο, προς εξέταση ο καθορισμός του ύψους του ποσού της εγγύησης/ασφάλειας εξόδων. Για το σκοπό αυτό έχω διεξέλθει με προσοχή το επισυνημμένο Προσχέδιο Καταλόγου Εξόδων σε συνάρτηση και με τα πρακτικά του φακέλου της δικογραφίας. Η επισήμανση της κας Αγαθοκλέους αναφορικά με το στοιχείο της υπερβολής τουλάχιστον με κάποια από τα στοιχεία που απαρτίζουν τον εν λόγω Κατάλογο θεωρώ ότι είναι ορθή. Για παράδειγμα η συμπερίληψη 20 ακροάσεων (στο σημείο 46 του Καταλόγου) αφ΄ής στιγμής έχει αναφερθεί και δεν αμφισβητήθηκε ότι η διαφορά των διαδίκων είναι καθαρά θέμα ερμηνείας των σχετικών εγγράφων δεν θεωρώ ότι είναι αντιπροσωπευτική της περίπτωσης. Κατά παρόμοιο τρόπο η συμπερίληψη τριών ακροάσεων σε σχέση με την υπό κρίση Αίτηση (στο σημείο 29 του Καταλόγου) ενέχει όντως το στοιχείο της υπερβολής. Επιπλέον η συμπερίληψη εξέτασης και λήψης σημειώσεων από 7 μάρτυρες δεν φαίνεται να δικαιολογείται με δεδομένο ότι η κάθε πλευρά έχει συμπεριλάβει ένα μόνο μάρτυρα στον Ονομαστικό Κατάλογο που καταχώρησε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Οι εν λόγω επισημάνσεις θεωρώ πως είναι ενδεικτικές του ότι το επισυνημμένο Προσχέδιο Καταλόγου Εξόδων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντιπροσωπευτικό των εξόδων που θα προκύψουν στην παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των €25.000 ήτοι στο ¼, περίπου, του προτεινόμενου ποσού θα ήταν δίκαιο και ικανοποιητικό υπό τις περιστάσεις να αποτελέσει το ποσό της εγγύησης/ασφάλειας εξόδων. Τέλος όσον αφορά το χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα πρέπει να κατατεθεί το ποσό της εγγύησης/ασφάλειας εξόδων θεωρώ ότι θα πρέπει να είναι μεγαλύτερο της προθεσμίας των 30 ημερών. Μια περίοδος της τάξης των 90 ημερών από σήμερα θεωρώ ότι θα ήταν ικανοποιητική και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Ενάγουσα Εταιρεία όπως εντός περιόδου 90 ημερών από σήμερα καταθέσει στο Δικαστήριο ποσό ύψους €25.000 σε μετρητά και/ή υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης ως εγγύηση και/ή ασφάλεια για τα έξοδα της Εναγόμενης/Αιτήτριας και, κατ΄ακολουθίαν τούτου, η διαδικασία της Αγωγής αναστέλλεται μέχρις ότου κατατεθεί τέτοια εγγύηση. Σε περίπτωση μη κατάθεσης της διαταχθείσας εγγύησης εντός της ταχθείσας προθεσμίας τότε η Αγωγή θα θεωρείται ως απορριφθείσα με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας Εταιρείας. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Συνεπώς τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο να καταβληθούν από της Ενάγουσα Εταιρεία. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητή /Λ.Δ. [1] Δέστε Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd κ.ά. (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1170 [2] Δέστε Northampton Goal, Iron & Waggon Co v. Midland Waggon Co [1878] 7 Ch.D. 500. [3] Δέστε Union Des Cooperatives Agricole De Cereales Semences v. Apak Agro Industries
(1992)1 Α.Α.Δ. 1170. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.