← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. YIAN.GEO. & KASHIAS (AVGOROU) LIMITED κ.α., Αρ.Αγωγής:159/2014, 14/8/2019

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. YIAN.GEO. & KASHIAS (AVGOROU) LIMITED κ.α., Αρ.Αγωγής:159/2014, 14/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής:159/2014 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία, Στασίνου 51, Αγία Παρασκευή, Στρόβολος Ενάγοντες -και-

  1. YIAN.GEO. & KASHIAS (AVGOROU) LIMITED, HE 182748, από την Αμμόχωστο, Οδός 1ης Απριλίου 16, 5320 Λιοπέτρι, Επαρχία Αμμοχώστου
  2. YIAN.GEO. ΚΤΙΜΑΤΙΚΙ LIMITED, HE 151522, από την Αμμόχωστο, Οδός 1ης Απριλίου 16, 5320 Λιοπέτρι, Επαρχία Αμμοχώστου
  3. YIAN.GEO. & KASHIAS ΚΤΙΜΑΤΙΚΙ LIMITED, HE 163184, από την Αμμόχωστο, Οδός 1ης Απριλίου 16, 5320 Λιοπέτρι, Επαρχία Αμμοχώστου
  4. XXXXX XXXXX ΑΔΑΜΟΥ, άλλως ΑΔΑΜΟΥ XXXXX XXXXX, άλλως XXXXX XXXXX ΑΔΑΜΟΥ, Δ.Τ. XXXXX7532, Οδός XXXXX 16, XXXXX XXXXX, Επαρχία Αμμοχώστου
  5. XXXXX XXXXX ΚΑΣΙΑ άλλως ΚΑΣΙΑΣ XXXXX XXXXX, άλλως ΚΑΣΙΑ XXXXX XXXXX, Δ.Τ. XXXXX7470, XXXXX 67Β, XXXXX XXXXX, Αμμόχωστος Εναγομένων ____________________________________________________________________________________ Ημερομηνία: 14 Αυγούστου,
  6. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Τ. Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1-5: Γ. Μιντής. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικογραφία Η Εναγόμενη 1 εταιρεία ενάγεται ως πρωτοφειλέτιδα δυνάμει των ακόλουθων Συμφωνιών Δανείου: · Συμφωνία Δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό ημερ. 21/5/2007 με αρχικό πιστωτικό όριο Λ.Κ.200,000 (€341.720,29) το οποίο αργότερα αυξήθηκε σε €350.000 υπό τους όρους που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης. · Συμπληρωματική Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 22/7/2008 υπό τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης. · Συμφωνία Δανείου ημερ. 19/5/2008 για ποσό €168.000 υπό τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης. · Συμφωνία Δανείου ημερ. 22/9/2008 για ποσό €150.000 υπό τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 13 της Έκθεσης Απαίτησης. · Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 14/10/2008 για ποσό €150.000 υπό τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 16 της Έκθεσης Απαίτησης. · Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 27/9/2010 για ποσό €100.000 υπό τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 19 της Έκθεσης Απαίτησης. · Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 27/4/2011 για ποσό €140.000 υπό τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 22 της Έκθεσης Απαίτησης. Προς εξασφάλιση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων οι Εναγόμενες 2 και 3 Εταιρείες δυνάμει Εγγυητήριου έγγραφου 27/9/2010 εγγυήθηκαν γραπτώς την πληρωμή των εν λόγω διευκολύνσεων μετά των αναλογούντων τόκων, προμηθειών και τραπεζικών δικαιωμάτων (παράγραφος 24 της Έκθεσης Απαίτησης). Επιπλέον προς εξασφάλιση τω πιο πάνω δανείων οι Εναγόμενοι 4 και 5 δυνάμει Εγγυητήριου εγγράφου ημερ. 27/4/2011 εγγυήθηκαν γραπτώς την πληρωμή των εν λόγω δανείων μετά των αναλογούντων τόκων προμηθειών και τραπεζικών δικαιωμάτων (παράγραφος 25 της Έκθεσης Απαίτησης). Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω πιστωτικών διευκολύνσεων της η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε δυνάμει υποθηκών προς όφελος της Ενάγουσας τράπεζας τα ακίνητα της ως ακολούθως: · Δυνάμει της υποθήκης Υ2225/2006 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 26 της Έκθεσης Απαίτησης. · Δυνάμει της υποθήκης Υ977/2007 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 28 της Έκθεσης Απαίτησης. · Δυνάμει της υποθήκης Υ1761/2008 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 30 της Έκθεσης Απαίτησης. · Δυνάμει της υποθήκης Υ2441/2008 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 32 της Έκθεσης Απαίτησης. · Δυνάμει της υποθήκης Υ1371/2008 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 34 της Έκθεσης Απαίτησης. · Δυνάμει της υποθήκης Υ1763/2008 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 36 της Έκθεσης Απαίτησης. · Δυνάμει της υποθήκης Υ2442/2008 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 38 της Έκθεσης Απαίτησης. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 η Εναγόμενη 3 υποθήκευσε δυνάμει υποθηκών προς όφελος της Ενάγουσας Τράπεζας τα ακίνητα της ως ακολούθως: · Δυνάμει της υποθήκης Υ878/2008 τα ακίνητα που περιγράφονται στην παράγραφο 40 της Έκθεσης Απαίτησης. · Δυνάμει της υποθήκης Υ2294/2010 τα ακίνητα που περιγράφονται στην παράγραφο 42 της Έκθεσης Απαίτησης. · Δυνάμει της υποθήκης Υ787/2011 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 44 της Έκθεσης Απαίτησης. · Δυνάμει της υποθήκης Υ788/2011 τα ακίνητα που περιγράφονται στην παράγραφο 46 της Έκθεσης Απαίτησης. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων η Εναγόμενη 1 εξέδωσε προς όφελος της Ενάγουσας Τράπεζας Α΄ Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης για το ποσό των Λ.Κ. 20.000 (€34.172,03) πλέον τόκοι, προμήθειες και έξοδα καθώς και Β΄ Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης για το ποσό των €85,000 πλέον τόκοι προμήθειες και έξοδα (παράγραφοι 48 - 51 της Έκθεσης Απαίτησης). Σύμφωνα με την αξίωση η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τους όρους αποπληρωμής των δόσεων των επίδικων δανείων και/ή να πληρώσει τα οφειλόμενα προς την Ενάγουσα Τράπεζα οπότε η Ενάγουσα Τράπεζα με επιστολές της προς τους Εναγομένους ημερ. 21/2/2012 και 2/5/2012 τερμάτισε την λειτουργία των λογαριασμών του τρεχούμενου καθώς και τον λογαριασμών δανείων αξιώνοντας από τους Εναγόμενους την πλήρη εξόφληση των οφειλομένων. Σύμφωνα πάντοτε με την αξίωση στις 5/2/2014 τα οφειλόμενα υπόλοιπα των επίδικων δανείων και λογαριασμών δανείων ανέρχονταν ως ακολούθως:
  7. Του τρεχούμενου λογαριασμού δυνάμει Συμφωνίας ορίου ημερ. 21/5/2007 σε ποσό €424.346,99 πλέον τόκο 14% από 1/10/2013 (παράγραφοι 60 και 62α).
  8. Του λογαριασμού του Δανείου ημερ. 19/5/2008 σε ποσό €123.064,71 πλέον τόκο 14% από 1/10/2013 (παράγραφοι 60 και 62β).
  9. Του λογαριασμού του Δανείου ημερ. 22/9/2008 σε ποσό €69.276,27 πλέον τόκο 14% από 1/10/2013 (παράγραφοι 60 και 62γ).
  10. Του λογαριασμού του Δανείου ημερ. 14/10/2008 σε ποσό €123.311,99 πλέον τόκο 14% από 1/10/2013 (παράγραφοι 60 και 62δ).
  11. Του λογαριασμού του Δανείου ημερ. 27/9/2010 σε ποσό €123.644,96 πλέον τόκο 14% από 1/10/2013 (παράγραφοι 60 και 62ε).
  12. Του λογαριασμού του Δανείου ημερ. 27/4/2011 σε ποσό €185.975,34 πλέον τόκο 14% από 1/10/2013 (παράγραφοι 60 και 62στ). Στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη 1 προβάλλει ότι ουδέποτε υπεγράφησαν οι Συμφωνίες και/ή έγγραφα που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, και/ή ότι ουδέποτε υπεγράφησαν από εξουσιοδοτημένο από την Εναγόμενη 1 πρόσωπο και/ή ότι οποιαδήποτε υπογραφή τέτοιων Συμφωνιών έγινε καθ΄ υπέρβαση των εταιρικών σκοπών της Εναγόμενης Εταιρείας 1 (Ultra Vires) και/ή ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε τέτοια εξουσία να υπογράψει τέτοια έγγραφα. Αρνείται, επίσης, ότι έλαβε οποιεσδήποτε επιστολές και ή επιστολές τερματισμού οποιοδήποτε λογαριασμού. Διαζευκτικά προβάλλει ότι ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα Τράπεζα και/ή ότι τα αναφερόμενα ως οφειλόμενα ποσά είναι προϊόν παρανόμων και/ή λανθασμένων υπολογισμών. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω η Εναγόμενη 1 προβάλλει ότι: · Η Ενάγουσα Τράπεζα επέτρεψε την λειτουργία των επίδικων Συμφωνιών κατά τρόπο παράνομο και ή καθ΄ υπέρβαση των εγκυκλίων και οδηγιών Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου. · Η Ενάγουσα Τράπεζα επέτρεψε την λειτουργία των επιδίκων λογαριασμών υπό συνθήκες ώστε η λειτουργία τους να είναι ζημιογόνα για την Εναγόμενη 1 και κατά τρόπο αντίθετο με το καθήκον εμπιστοσύνης και/ή πίστης που υπήρχε μεταξύ της Ενάγουσας ως Τραπεζίτης και της Εναγόμενης 1 ως πελάτη της. · Η Ενάγουσα Τράπεζα έθεσε καταχρηστικούς και/ή καταπιεστικούς όρους στις επίδικες Συμφωνίες. · Παρέλειψε να εξηγήσει επαρκώς και/ή ορθά τους όρους των επίδικων Συμφωνιών. · Παρέλειψε και/ή δεν προέτρεψε την Εναγόμενη να ζητήσει ανεξάρτητη νομική και/ή χρηματοοικονομική συμβουλή. · Η Ενάγουσα Τράπεζα γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε οικονομικές δραστηριότητες και/ή δικές της (ίδιες) οικονομικές πηγές αποπληρωμής οποιονδήποτε δανεισθέντων ποσών. Επιπλέον η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι οι κατ΄σχυρισμόν επιστολές της Ενάγουσας Τράπεζας εστάλησαν από τις 21/2/2012 και 2/5/2012 ενώ η Αγωγή κατεχωρήθη 2 σχεδόν χρόνια μετά με αποτέλεσμα τα συμφέροντα της εναγόμενης 1 να υποστούν ζημιά αφού τα οικονομικά της δεδομένα άλλαξαν εν τω μεταξύ άρδην. Διαζευκτικά η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι οι όροι των επίδικων Συμφωνιών είναι καταχρηστικοί, άδικοι και/ή τέτοιοι που έθεταν την Εναγόμενη 1 σε δυσμενή θέση την συμβατική της σχέση με την Ενάγουσα Τράπεζα με αποτέλεσμα να είναι άκυρες και να μην παράγουν έννομα αποτελέσματα. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα προέβαινε σε χρεώσεις τόκων πέραν του επιτρεπόμενου δια νόμου και/ή συμβατικά ορίου επιτοκίου και/ή ότι προέβαινε σε ανατοκισμό και/ή παράνομες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις γεγονός που δημιουργεί ακυρότητα ως προς το απαιτούμενο ποσό. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 2 - 5 προβάλλουν ότι ουδέποτε υπεγράφησαν οι Συμφωνίες Εγγύησης και/ή έγγραφα υποθήκης και/ή δηλώσεις υποθήκης και/ή ότι ουδέποτε υπεγράφησαν από εξουσιοδοτημένο από τους Εναγόμενους 2 και 3 πρόσωπο και/ή ότι οποιαδήποτε υπογραφή τέτοιων Συμφωνιών και/ή εγγράφων έγινε καθ΄ υπέρβαση των εταιρικών σκοπών των Εναγομένων 2 και 3 (Ultra Vires) και/ή ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν είχαν τέτοια εξουσία να υπογράψουν τέτοια έγγραφα. Περαιτέρω και διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι η Εναγόμενοι 2 - 5 υπέγραψαν νομότυπα ως εγγυητές της Εναγόμενης 1 Εταιρείας η υπογραφή τους εξασφαλίστηκε χωρίς την γνώση και/ή επίγνωση ότι υπέγραφαν ως εγγυητές της Εναγόμενης 1 και προβάλλουν ότι η σχετική υπογραφή εξασφαλίστηκε κατόπιν αθέμιτης επιρροής και/ή πίεσης ασκηθείσας από μέρους της Ενάγουσας Τράπεζας και/ή κατόπιν δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης εκ μέρους της Ενάγουσας. Περαιτέρω αρνούνται ότι έλαβαν οποιεσδήποτε επιστολές της Ενάγουσας και/ή επιστολές τερματισμού οποιοδήποτε λογαριασμού. Ισχυρίζονται ακόμη ότι ουδέν ποσό οφείλουν προς την Ενάγουσα Τράπεζα. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της εναντίον των Εναγομένων η Ενάγουσα Τράπεζα κάλεσε συνολικά 3 μάρτυρες ως εξής: · XXXXX Σωφρονίου (Μ.Ε.1) · XXXXX Μορφίτης (Μ.Ε.2) · XXXXX Κουμή (Μ.Ε.3) Από πλευράς Υπεράσπισης δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ενόψει της μη προσκόμισης οποιασδήποτε μαρτυρίας από πλευράς Υπεράσπισης, δεν υφίστανται αντικρουόμενες θέσεις γεγονότων και η παρούσα υπόθεση περιορίζεται στο κατά πόσο η Τράπεζα έχει προσκομίσει αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία για να τεκμηριώσει την αξίωση της. Σύνοψη Μαρτυρίας Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών. Κατά την μαρτυρία του (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας (Τεκμήρια 1 - 36). Μ.Ε.2 Ο Μ.Ε.2 ήταν υπάλληλος της πρώην Λαϊκής Τράπεζας και το 2013 μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Κατά την περίοδο από το 2006 μέχρι 2012 ο Μ.Ε.2 εργάζετο στην Μονάδα Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων Αμμοχώστου ως Λειτουργός Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων και αξιολόγησης. Οι Εναγόμενοι ήταν πελάτες της εν λόγω Μονάδας και ο Μ.Ε.2 ήταν ο Λειτουργός ο οποίος χειριζόταν τους λογαριασμούς τους καθόλη την διάρκεια της περιόδου αυτής. Επιπλέον ήταν ο Λειτουργός ο οποίος αξιολογούσε την οικονομική βιωσιμότητα της Εναγόμενη 1 Εταιρείας κάθε φορά που παραχωρείτο μια τραπεζική διευκόλυνση και/ή όποτε ανανεώνετο. Ο Μ.Ε.2, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στις προσπάθειες που έγιναν και στις ευκαιρίες που δόθηκαν στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία και τους εγγυητές της να εξοφλήσουν τους επίδικους δανεισμούς χωρίς, ωστόσο, να υπάρχει θετικό αποτέλεσμα. Μ.Ε.3 Η Μ.Ε.3 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Λειτουργός Επιχειρήσεων στην Λαϊκή Τράπεζα στο Παραλίμνι. Κατέθεσε αναφορικά με την ετοιμασία για αποστολή των επιστολή προ του τερματισμού (Τεκμήριο 26) και τερματισμού (Τεκμήριο 27) σε όλους τους Εναγόμενους, περιγράφοντας την διαδικασία που έχει ακολουθηθεί. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους

(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεων του. Είναι η αξιολόγηση από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της μαρτυρίας που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.[2] Η εντύπωση που σχημάτισα και για τους τρείς μάρτυρες που κλήθηκαν από την Ενάγουσα ήταν απόλυτα θετική. Όλοι τους μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Θεωρώ ότι όλοι τους με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση τους διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, την ακριβή εμπλοκή και γνώση τους. Δεν έχω δε διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Καθ΄όλη τη διάρκεια της εξέτασης τους παρέμειναν σταθεροί και συνεπείς στις θέσεις τους ενώ σε κανένα σημείο δεν κλονίσθηκε η μαρτυρία τους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. Ακολουθεί στη συνέχεια η εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, χρήζουν απόδειξης προς το σκοπό κατάληξης στα αναγκαία ευρήματα. Α. Οι Συμφωνίες των Διαδίκων Ο Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας ο οποίος εργάζεται σήμερα στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας στη Λάρνακα (Recoveries). Κατά τη μαρτυρία του (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας (Τεκμήρια 1 - 36). à Συμφωνία Ορίου με αριθμό λογαριασμού XXXXX3649 Στις 21/5/2007 συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 όπως η πρώτη χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό για το ποσό των Λ.Κ.200,000 (Τεκμήριο 1). Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, η εν λόγω Συμφωνία υπεγράφη από τους Διευθυντές και Μετόχους της Εναγόμενης 1 τον αποβιώσαντα XXXXX Αδάμου και XXXXX Κάσια στην παρουσία των υπαλλήλων της Ενάγουσας XXXXX Πασιαλή και XXXXX Παντελή του καταστήματος στο Λιοπέτρι. Επί τη βάση της πιο πάνω Συμφωνίας η Ενάγουσα παραχώρησε προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία την ανωτέρω τραπεζική διευκόλυνση και άνοιξε επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 1 τον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό XXXXX
  1. Για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού προηγήθηκε γραπτή εντολή της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα Τράπεζα ημερ. 19/9/2006 κατόπιν συνεδρίασης του Δ.Σ. της Εταιρείας που έλαβε χώρα στις 7/9/2006 (Τεκμήριο 38). Στις 22/7/2008 η Ενάγουσα Τράπεζα δυνάμει Συμπληρωματικής Συμφωνίας (Τεκμήριο 2) συμφώνησε με την Εναγόμενη 1 όπως τροποποιήσει την πιο πάνω αναφερόμενη Συμφωνία Τρεχουμένου Λογαριασμού. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, η εν λόγω Συμφωνία υπεγράφη από τους Διευθυντές και Μετόχους της Εναγόμενης 1 τον αποβιώσαντα XXXXX Αδάμου και XXXXX Κάσια στην παρουσία των υπαλλήλων της Ενάγουσας XXXXX Σαρρή και XXXXX Βιολάρη. à Συμφωνία Δανείου με αρ. λογαριασμού XXXXX1262 Στις 19/5/2008 συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 όπως η πρώτη χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό των €168.000 (Τεκμήριο 3). Επί τη βάση της πιο πάνω Συμφωνίας η Ενάγουσα άνοιξε προς όφελος της Εναγόμενης 1 το λογαριασμό δανείου με αρ. XXXXX1262 ο οποίος χρεώθηκε με το ποσό του δανείου το οποίο χορηγήθηκε στην Εναγόμενη 1 όπως προέκυψε τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 όσο και από την χρεωστική και πιστωτική σημείωση της εκταμίευσης του δανείου (Τεκμήριο 32Β). à Συμφωνία Δανείου με αρ. λογαριασμού XXXXX1521 Στις 22/9/2008 συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 όπως η πρώτη χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό €150.000 (Τεκμήριο 4). Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε. 2, η εν λόγω Συμφωνία υπεγράφη από τους Διευθυντές και Μετόχους της Εναγόμενης 1 τον αποβιώσαντα XXXXX Αδάμου και XXXXX Κάσια στην παρουσία τη δική του καθώς και της XXXXX Βιολάρη. Επί τη βάση της πιο πάνω Συμφωνίας η Ενάγουσα άνοιξε προς όφελος της Εναγόμενης 1 το λογαριασμό δανείου με αρ. XXXXX1521 ο οποίος χρεώθηκε με το ποσό του δανείου το οποίο χορηγήθηκε στην Εναγόμενη 1 όπως προέκυψε τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 όσο και από τις δύο χρεωστικές και πιστωτικές σημειώσεις της εκταμίευσης του δανείου (Τεκμήριο 33Β και 33Γ). à Συμφωνία Δανείου με αρ. λογαριασμού XXXXX1602 Στις 14/10/2008 συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 όπως η πρώτη χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό €150.000 (Τεκμήριο 5). Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, η εν λόγω Συμφωνία υπεγράφη από τους Διευθυντές και Μετόχους της Εναγόμενης 1 τον αποβιώσαντα XXXXX Αδάμου και XXXXX Κάσια στην παρουσία τη δική του καθώς και της XXXXX Βιολάρη. Επί τη βάση της πιο πάνω Συμφωνίας η Ενάγουσα άνοιξε προς όφελος της Εναγόμενης 1 το λογαριασμό δανείου με αρ. XXXXX1602 ο οποίος χρεώθηκε με το ποσό του δανείου το οποίο χορηγήθηκε στην Εναγόμενη 1, όπως προέκυψε τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 όσο και από την χρεωστική και πιστωτική σημείωση της εκταμίευσης του δανείου (Τεκμήριο 34Β). à Συμφωνία Δανείου με αρ. λογαριασμού XXXXX1609 Στις 27/9/2010 συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 όπως η πρώτη χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό €100.000 (Τεκμήριο 6). Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, η εν λόγω Συμφωνία υπεγράφη από τους Διευθυντές και Μετόχους της Εναγόμενης 1 τον αποβιώσαντα XXXXX Αδάμου και XXXXX Κάσια στην παρουσία τη δική του καθώς και της XXXXX Ζέμπασιη. Επί τη βάση της πιο πάνω Συμφωνίας η Ενάγουσα άνοιξε προς όφελος της Εναγόμενης 1 το λογαριασμό δανείου με αρ. XXXXX1609 ο οποίος χρεώθηκε με το ποσό του δανείου το οποίο χορηγήθηκε στην Εναγόμενη 1 όπως προέκυψε τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 όσο και από την χρεωστική και πιστωτική σημείωση της εκταμίευσης του δανείου (Τεκμήριο 35Β). à Συμφωνία Δανείου με αρ. λογαριασμού XXXXX2951 Στις 27/4/2011 συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 όπως η πρώτη χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό €140.000 (Τεκμήριο 7). Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, η εν λόγω Συμφωνία υπεγράφη από τους Διευθυντές και Μετόχους της Εναγόμενης 1 τον αποβιώσαντα XXXXX Αδάμου και XXXXX Κάσια στην παρουσία τη δική του καθώς και τον XXXXX Ηροδότου. Επί τη βάση της πιο πάνω Συμφωνίας η Ενάγουσα άνοιξε προς όφελος της Εναγόμενης 1 το λογαριασμό δανείου με αρ. XXXXX2951 ο οποίος χρεώθηκε με το ποσό του δανείου το οποίο χορηγήθηκε στην Εναγόμενη 1 όπως προέκυψε τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 όσο και από την χρεωστική και πιστωτική σημείωση της εκταμίευσης του δανείου (Τεκμήριο 36Β). à Εγγυητήρια Έγγραφα και Υποθήκες Προς εξασφάλιση της πληρωμής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας προς την Ενάγουσα Τράπεζα σύμφωνα με τους όρους των πιο πάνω Συμφωνιών οι Εναγόμενες 2 και 3 Εταιρείες δυνάμει Εγγυητήριου Εγγράφου ημερ. 27/9/2010 (Τεκμήριο 9Α) εγγυήθηκαν την πληρωμή των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Το εν λόγω έγγραφο συνοδεύεται από Απόσπασμα πρακτικών συνεδρίασης του Δ.Σ. τόσο της Εναγόμενης εταιρείας αρ. 2 όσο και της Εναγόμενης εταιρείας αρ. 3 ημερ. 17/9/2010 σύμφωνα με τα οποία αποφασίστηκε να παραχωρηθεί προς την Τράπεζα από αμφότερες τις πιο πάνω εταιρείες εγγύηση ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί και/ή θα παραχωρούνταν προς την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία Εναγόμενη
  2. Ως εξουσιοδοτημένα πρόσωπα να υπογράψουν οποιαδήποτε έγγραφα για την παραχώρηση της εν λόγω εξασφάλισης εκ μέρους των Εναγομένων 2 και 3 καθορίστηκαν, από μεν την Εναγόμενη 2, ο Αδάμου XXXXX XXXXX και, από δε την Εναγόμενη 3, οι Αδάμου XXXXX XXXXX και Κάσια XXXXX XXXXX [(Τεκμήρια 9Β
(1)και 9Β
(2)]. Το Εγγυητήριο εγγραφο ημερ. 27/9/10 υπεγράφη από εξουσιοδοτημένα των εταιρειών πρόσωπα στην παρουσία του Μ.Ε.2 και της XXXXX Βιολάρη. Προς εξασφάλιση της πληρωμής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας προς την Ενάγουσα Τράπεζα σύμφωνα με τους όρους των πιο πάνω Συμφωνιών οι Εναγόμενοι 4 και 5 δυνάμει Εγγυητήριου Εγγράφου ημερ. 27/4/2011 (Τεκμήριο 10) εγγυήθηκαν την πληρωμή των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Το εν λόγω Εγγυητήριο έγγραφο υπεγράφη από τους Εναγόμενους 4 και 5 στην παρουσία του Μ.Ε.2 και της XXXXX Βιολάρη. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω πιστωτικών διευκολύνσεων της η Εναγόμενη 1 παραχώρησε στην Ενάγουσα και η Ενάγουσα αποδέχθηκε τις ακόλουθες Υποθήκες οι οποίες δεόντως δηλώθηκαν και εγγράφηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου με τα σχετικά έγγραφα υποθηκών ως ακολούθως: ð Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης Υ2225/2006 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου (Α Υποθήκη) ημερ.1/11/2006 δια ποσόν Λ.Κ.45.000 επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 με αρ. εγγραφής 0/5XX6, τεμάχιο γης 2X8, τμήμα 9, Σχέδιο 2-XXX-378, τοποθεσία Σπήλιος Χωριό Αυγόρου Επαρχία Αμμοχώστου εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο, υποθηκευμένο μερίδιο το όλο εγγεγραμμένο μερίδιο[3]. ð Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης Υ977/2007 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου (Α Υποθήκη) ημερ. 25/4/2007 δια ποσόν Λ.Κ. 60.000 επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 με Αρ. Εγγραφής 0/6XX3, τεμάχιο γης 2X9, τμήμα 9, Σχέδιο 2-XXX-378, τοποθεσία Σπήλιος, χωριό Αυγόρου, Επαρχία Αμμοχώστου, εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο, υποθηκευμένο μερίδιο το όλο εγγεγραμμένο μερίδιο[4]. ð Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης Υ1761/2008 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου (Β Υποθήκη) ημερ. 1/9/2008 δια ποσόν Λ.Κ.60.000 επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 με αρ. εγγραφής 0/6XX3, τεμάχιο γης 2X9, τμήμα 9, Σχέδιο 2-XXX-378, τοποθεσία Σπήλιος, χωριό Αυγόρου, Επαρχία Αμμοχώστου, εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο, υποθηκευμένο μερίδιο το όλο εγγεγραμμένο μερίδιο[5]. ð Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης Υ2441/2008 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου (Γ Υποθήκη) ημερ.4/11/2008 δια ποσόν €110.000 επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 με αρ. εγγραφής 0/5XX6, τεμάχιο γης 2X8, τμήμα 9, Σχέδιο 2-XXX-378, τοποθεσία Σπήλιος, χωριό Αυγόρου, επαρχία Αμμοχώστου εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο, υποθηκευμένο μερίδιο τα 7/8 μερίδια του εγγεγραμμένου μεριδίου[6]. ð Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης Υ1371/2008 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου (Α Υποθήκη) ημερ.11/6/2008 δια ποσόν €200.000 επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 με αρ. εγγραφής 0/1XX0, τεμάχιο γης X2, τμήμα 4 Σχέδιο 2-XXX-378, τοποθεσία Φάραγκας, χωριό Αυγόρου, επαρχία Αμμοχώστου εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο, υποθηκευμένο μερίδιο το όλο εγγεγραμμένο μερίδιο[7]. ð Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης Υ1763/2008 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου (Β Υποθήκη) ημερ. 1/9/2008 δια ποσόν €60.000 επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 με αρ. εγγραφής 09/5XX6, τεμάχιο γης 2X8, τμήμα 9, Σχέδιο 2-XXX-378, τοποθεσία Σπήλιος Χωριό Αυγόρου, επαρχία Αμμοχώστου εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο, υποθηκευμένο μερίδιο τα 7/8 μερίδια του εγγεγραμμένου μεριδίου[8]. ð Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης Υ2442/2008 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου (Γ Υποθήκη) ημερ.4/11/2008 δια ποσόν €110.000 επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 με αρ. εγγραφής 0/6XX3, τεμάχιο γης 2X9, τμήμα 9, Σχέδιο 2-XXX-378, τοποθεσία Σπήλιος, χωριό Αυγόρου, επαρχία Αμμοχώστου, εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο, υποθηκευμένο μερίδιο το όλο εγγεγραμμένο μερίδιο[9]. H μαρτυρία που αφορά την παραχώρηση και εγγραφή των επίδικων υποθηκών προέκυψε από τα όσα κατέθεσαν ο Μ.Ε.1 ο οποίος κατέθεσε σε κάθε περίπτωση τα πρωτότυπα των Συμβάσεων και Δηλώσεων Υποθηκεύσεως ακινήτου μαζί με το Έγγραφο Υποθήκης καθώς και: ■ τα Πρακτικά Συνεδρίασης του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 ημερ. 19/9/2006 (Τεκμήριο 11) ■ τα Πρακτικά Συνεδρίασης του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 ημερ. 25/4/2007 (Τεκμήριο 12) ■ τα Πρακτικά Συνεδρίασης του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 ημερ.6/7/2008 (Τεκμήριο 13) ■ τα Πρακτικά Συνεδρίασης του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 ημερ. 2/10/2008 (Τεκμήριο 14) ■ τα Πρακτικά Συνεδρίασης του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 ημερ. 15/4/2008 (Τεκμήριο 15) ■ τα Πρακτικά Συνεδρίασης του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 ημερ. 6/7/2008 (Τεκμήριο 16) ■ τα Πρακτικά Συνεδρίασης του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 ημερ. 15/10/2008 (Τεκμήριο 17). Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω πιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγόμενης 1 η Εναγόμενη 3 υποθήκευσε δυνάμει υποθηκών προς όφελος της Ενάγουσας Τράπεζας τα ακίνητα της ως ακολούθως: · Δυνάμει της υποθήκης Υ878/2009 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 37 του Εγγράφου
  1. · Δυνάμει της υποθήκης Υ2294/2010 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 39 του Εγγράφου
  2. . · Δυνάμει της υποθήκης Υ787/2011 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 41 του Εγγράφου
  3. · Δυνάμει της υποθήκης Υ788/2011 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 43 του Εγγράφου
  4. H μαρτυρία που αφορά την παραχώρηση και εγγραφή των επίδικων υποθηκών προέκυψε από τα όσα κατέθεσαν ο Μ.Ε.1 ο οποίος κατέθεσε σε κάθε περίπτωση τα πρωτότυπα των Συμβάσεων και Δηλώσεων Υποθηκεύσεως ακινήτου μαζί με το Έγγραφο Υποθήκης καθώς και πρακτικά συνεδριάσεων του Δ.Σ. της Εναγόμενης 3 όπου καταγράφεται η απόφαση της Εταιρείας για έγκριση της υποθήκευσης των ακινήτων που αφορά η κάθε υποθήκη ως ακολούθως: ■ τα Πρακτικά Συνεδρίασης του Δ.Σ. της Εναγόμενης 3 ημερ. 4/5/2009 (Τεκμήριο 18). ■ τα Πρακτικά Συνεδρίασης του Δ.Σ. της Εναγόμενης 3 ημερ. 17/9/2010 (Τεκμήριο 19). ■ τα Πρακτικά Συνεδρίασης του Δ.Σ. της Εναγόμενης 3 ημερ. 3/3/2011 (Τεκμήριο 20). ■ τα Πρακτικά Συνεδρίασης του Δ.Σ. της Εναγόμενης 3 ημερ. 3/3/2011 (Τεκμήριο 21). Στη Υπεράσπιση των Εναγομένων προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι Συμφωνίες και/ή έγγραφα που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης ουδέποτε υπεγράφησαν από εξουσιοδοτημένο από την Εναγόμενη 1 πρόσωπο και/ή ότι οποιαδήποτε υπογραφή τέτοιων Συμφωνιών έγινε καθ΄ υπέρβαση των εταιρικών σκοπών της Εναγόμενης Εταιρείας 1 (Ultra Vires) και/ή ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε τέτοια εξουσία να υπογράψει τέτοια έγγραφα. Το ποιοι είναι οι Διευθυντές και Μετόχοι των Εναγόμενων Εταιρειών κατά τον ουσιώδη χρόνο και, γενικά, οι νόμιμοι αντιπροσώποι τους όπως και το περιεχόμενο του Ιδρυτικού και Καταστατικού των εν λόγω Εταιρειών αποτέλεσε αντικείμενο παραδεκτών γεγονότων ως ακολούθως: ▪ Οι Διευθυντές, οι Μέτοχοι και το Ιδρυτικό και Καταστατικό έγγραφο της Εναγόμενης 1 εταιρείας είναι από την ημερομηνία ίδρυσης της, δηλαδή από τις 25/8/2006 μέχρι και σήμερα, ως φαίνονται στο Τεκμήριο 40Α και δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή έκτοτε μέχρι σήμερα. ▪ Οι Διευθυντές, Μέτοχοι και το Ιδρυτικό και Καταστατικό έγγραφο της Εναγόμενης 2 εταιρείας είναι από την ημερομηνία ίδρυσης της εταιρείας, ήτοι από 23/8/2004 μέχρι και σήμερα, ως φαίνονται στο Τεκμήριο 40Β και δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή έκτοτε μέχρι και σήμερα. ▪ Οι Διευθυντές, οι Μέτοχοι και το Ιδρυτικό και Καταστατικό της Εναγόμενης 3 εταιρείας είναι από την ημερομηνία ίδρυσης της, δηλαδή από 18/7/2005 μέχρι και σήμερα, ως φαίνονται στο Τεκμήριο 40Γ και δεν υπήρξαν οποιεσδήποτε αλλαγές έκτοτε μέχρι και σήμερα. Όσον αφορά τη θέση ότι η υπογραφή τόσο των Συμφωνιών Δανείου όσο και των εξασφαλίσεων, ήτοι των Εγγυητήριων Εγγράφων και των Υποθηκών, έγινε καθ΄ υπέρβαση των εταιρικών σκοπών της Εναγόμενης Εταιρείας 1 (Ultra Vires) και/ή ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε τέτοια εξουσία να υπογράψει τέτοια έγγραφα, εξέταση των Ιδρυτικών Εγγράφων των Εταιρειών καταδεικνύει ότι η εν λόγω θέση είναι άνευ ερείσματος. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα Ιδρυτικά Έγγραφα των εταιρειών, παρέχονται εξουσίες και στις τρείς Εταιρείες για σύναψη δανείων και δανεισμό καθώς και για παραχώρηση εγγυήσεων και υποθήκευση περιουσίας. Ειδικότερα σε σχέση με την Εναγόμενη 1 σχετικές είναι οι πρόνοιες των παραγράφων 30, 31 και 32, για την Εναγόμενη 2 οι πρόνοιες των παραγράφων 14 και 15 και για την Εναγόμενη 3 οι πρόνοιες των παραγράφων 30 και
  5. Όπως προέκυψε και από τα πιο πάνω, μέσω της αξιόπιστης μαρτυρίας της Ενάγουσας Τράπεζας και της κατάθεσης των σχετικών εγγράφων όπως των πρακτικών των συνεδριάσεων των Δ.Σ. των Εναγομένων Εταιρειών αναφορικά με τις επίδικες Συμφωνίες[10] καθώς και άλλων εγγράφων όπως επιστολές της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα Τράπεζα με τις οποίες γνωστοποιούσαν στην Ενάγουσα αποφάσεις που είχαν ληφθεί σε συνεδριάσεις του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις[11], επιστολές της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα για άνοιγμα λογαριασμών δανείων[12] και για παροχή και/ή συνέχιση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων[13], έγγραφο εντολών για άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού[14] σε συνάρτηση και με τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και έγγραφα όπως Πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών[15] αναφορικά με τους Διευθυντές των Εναγόμενων Εταιρειών, προκύπτει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες Συμφωνίες υπεγράφησαν από τους Εναγόμενους νόμιμα και νομότυπα κατόπιν συνεδριάσεων του Δ.Σ. των εταιρειών και από τους νόμιμους εκπροσώπους των. Τούτου λεχθέντος οι επίδικες Συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων καθώς και τα εγγυητήρια έγγραφα και Συμφωνίες Υποθήκευσης δημιουργούν για τους Εναγόμενους έννομα αποτελέσματα. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Μ.Ε.2 η Υπεράσπιση, πέραν των διαφόρων άλλων ζητημάτων που προσπάθησε να θέσει προς τον μάρτυρα, ήταν και το ζήτημα κατά πόσο στο στάδιο σύναψης των επίδικων Συμφωνιών είχε προηγηθεί σχετική αξιολόγηση της οικονομικής δυνατότητας της Εναγομένης 1 για αποπληρωμή των πιστωτικών διευκολύνσεων, όπως και το κατά πόσο υπήρξε ανανέωση των Συμφωνιών και παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων ενώ η Εναγόμενη 1 δεν είχε οικονομικές δραστηριότητες. Ο Μ.Ε.2 ήταν απόλυτα ξεκάθαρος και κατηγορηματικός και στα δύο πιο πάνω ζητήματα, καταθέτοντας με επάρκεια και πειστικότητα τη δική του εκδοχή. Με βάση δε αυτήν, όπως με σαφήνεια ανέφερε, στην προκειμένη περίπτωση είχε προηγηθεί ενδελεχής αξιολόγηση της ικανότητας της Εναγόμενης 1 Εταιρείας και παροχή όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών που να τεκμηριώνουν την οικονομική ευρωστία της. Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, και πάλι ξεκάθαρα και με πειστικό τρόπο, εξήγησε ότι δεν ετίθετο ζήτημα παροχής δανείων σε νομικό πρόσωπο που δεν ήταν οικονομικά υγιές και εύρωστο, επεξηγώντας ότι στην προκειμένη περίπτωση η Εναγόμενη Εταιρεία είχε μια θετική προϊστορία εφόσον επρόκειτο για εταιρεία που προχωρούσε στην ανέγερση κατοικιών για πάρα πολλά χρόνια μέσω ιδίων πόρων, χωρίς τραπεζικό δανεισμό, κάτι το οποίο, όπως υπογράμμισε, αποδείκνυε ότι υπήρχε η δυνατότητα να τύχει βοήθειας και ενίσχυσης μέσω τραπεζικού δανεισμού. Όπως δε, εύστοχα επεσήμανε, δεν ετίθετο ζήτημα με την πρώτη δυσκολία του πελάτη η Τράπεζα να τερματίσει τις Συμφωνίες, αλλά, κατόπιν συνεννόησης μαζί του, να συζητηθεί ένα καινούργιο πλάνο και να δοθεί η ευκαιρία αντιμετώπισης της όποιας υπέρβασης ή καθυστέρησης. Απόλυτα διαφωτιστικό και ενδεικτικό του τρόπου που κατέθετε και επεξηγούσε τα σχετικά δεδομένα της υπόθεσης είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 κατά το στάδιο της αντεξέτασης: «E.Λοιπόν, κύριε μάρτυς εγώ σου υποβάλλω ότι υπήρχαν καθυστερήσεις και η τράπεζα αντί να τερματίσει ανανέωνε τις συμφωνίες δανείων. A.Η τράπεζα εξαντλεί πάντοτε και στην περίπτωση τη δική σας, στην περίπτωση του πελάτη σας όλες τις δυνατότητες που της δίνονται για υποβοήθηση των πελατών, ιδιαίτερα όταν έχουμε πελάτες για τους οποίους υπάρχει προϊστορία θετική, υπάρχει οικονομική ευρωστία και να σημειώσω ότι αυτό που μου έκανε και εντύπωση όταν παρέλαβα το file τους την πρώτη φορά, ήταν ότι αυτοί οι πελάτες έκτιζαν για πάρα πολλά χρόνια έργα με ίδιους πόρους χωρίς τραπεζικό δανεισμό και ήταν εξαίρεση στον κανόνα, συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη την προϊστορία που είναι ένα από τα κριτήρια αξιολόγησης ενός πελάτη, δείχνει ότι είχαμε όλα τα φόντα για να βοηθήσουμε αυτόν τον πελάτη και να τον ενισχύσουμε με τραπεζικό δανεισμό. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι με την πρώτη δυσκολία του πελάτη αλίμονο, θα τερματίσουμε, στην πρώτη δυσκολία του πελάτη που είναι μία καθυστέρηση, τον πελάτη τον καλούμε να έρθει μέσα, τον ενημερώνουμε για την παράβαση, του ζητούμε εξηγήσεις και του ζητούμε εκ νέου πλάνο πώς θα πορευθεί για να μην ξαναπαρουσιαστεί η οποιαδήποτε παράβαση στη λειτουργία του λογαριασμού που όπως είπα και στην αρχή, είναι η υπέρβαση ή η καθυστέρηση. E.Και για ποιον λόγο τότε δόθησαν αυτά τα διαδοχικά δάνεια αφού ήταν όπως μας αναφέρατε υγιής οικονομικά η τράπεζα Εναγόμενη 1; A.Μάλιστα, ένα δάνειο δεν δίδεται σε κάποιον που δεν είναι υγιής οικονομικά, ένα δάνειο δίδεται σε άτομα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία είναι υγιή οικονομικά, είναι εύρωστα και δίδεται για την περαιτέρω επέκταση δραστηριοτήτων τους, όπως και στην περίπτωση τη συγκεκριμένη ήταν για την αποπεράτωση 32 αν δεν κάνω λάθος στον αριθμό κατοικιών στο χωριό Αυγόρου της Επαρχίας Αμμοχώστου, 32 ή 37, κάπου εκεί.» Επιπλέον, απόλυτα διαφωτιστικός ήταν και σε σχέση με το ζήτημα των καθυστερήσεων, το οποίο ο συνήγορος Υπεράσπισης του είχε υποβάλει ότι είχαν από το πρώτο στάδιο σύναψης των επίδικων συμφωνιών παρουσιαστεί, όπου ο μάρτυρας, και πάλι με απόλυτα πειστικό τρόπο, έδωσε την πλήρη εικόνα σε σχέση με αυτό το ζήτημα αναδεικνύοντας παράλληλα και τη στάση που τήρησε η Τράπεζα απέναντι στον πελάτη. Επί τούτου, απόλυτα σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα και πάλι από την αντεξέτασή του, το οποίο παρατίθεται πιο κάτω: «Μάρτυρας: Και απαντώ ότι ενδέχεται να υπάρξουν ανά πάσα στιγμή καθυστερήσεις στα δάνεια λόγω ενδεχόμενων καθυστερήσεων στις εισπράξεις από μέρους της εταιρείας που τους πελάτες τους, διότι όπως γνωρίζετε η διαδικασία είσπραξης από τους πελάτες μίας εταιρείας ανάπτυξης γης, ενός developer δηλαδή, ακολουθεί την οικοδομική διαδικασία, δηλαδή με την τουβλοποιεία, να χτιστούν τα τούβλα, με το χτίσιμο των τούβλων στο σπίτι θα πληρώσετε αυτό το ποσό, με το σουβάτισμα αυτό το ποσό, με την ολοκλήρωση των εργασιών αυτό το ποσό, συνεπώς όταν δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση των εισοδημάτων της εταιρείας με τις ανάγκες για δόσεις, ενδέχεται να δημιουργηθούν καθυστερήσεις. Είναι συχνό φαινόμενο αυτό, αυτό όμως το πράγμα των καθυστερήσεων δηλαδή ότι μπορεί να προκύψαν καθ' όλην τη διάρκεια του δανείου, δεν έχει να κάνει με την οικονομική ευρωστία της εταιρείας, ούτε με τη δυνατότητα αποπληρωμής της η οποία και παρέμεινε ισχυρή καθ' όλην την περίοδο... ή ικανοποιητική, να μην το πω ισχυρή, καθ' όλην την περίοδο πριν τον τερματισμό και αν θέλετε να προσθέσω επειδή μιλήσαμε και για αξιολόγηση, σε κάθε αξιολόγηση ο αρμόδιος λειτουργός που ήμουν εγώ, ενημέρωνε τις εγκριτικές αρχές της τράπεζας για την πορεία της εταιρείας, για ενδεχόμενους πιθανούς κινδύνους, είναι τα λεγόμενα ανάλυση σεναρίων, σενάριο ανάλυσης κατά πόσο και κάτω από ποιες προϋποθέσεις μία εταιρεία ή συγκεκριμένη εταιρεία μπορεί να ανταπεξέλθει.» B. Δικαίωμα Τερματισμού à Συμφωνία για χορήγηση Ορίου σε Τρεχούμενο με αριθμό λογαριασμού XXXXX3649 - (Τεκμήρια 1 & 2) Δυνάμει του όρου 4 του Τεκμηρίου 1 διαλαμβάνονταν τα ακόλουθα: «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει, και χωρίς προειδοποίηση προς τον Πελάτη, να τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητό ή απαιτητά οποιοδήποτε δάνειο/α και/ή πίστωση και/ή άλλες Τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις που γίνονται ή που θα γίνουν προς τον Πελάτη και να ζητήσει αμέσως από τον Πελάτη την πληρωμή όλων των ποσών, τα οποία ο Πελάτης οφείλει στην Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου ποσού που οφείλεται σε σχέση προς οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες.» Σε σχέση με τον τερματισμό των συμφωνιών πολύ κατατοπιστική είναι η υπόθεση Lombard Natwest v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στην οποία ο σχετικός όρος στην επίδικη Συμφωνία προέβλεπε τα εξής: «
  1. Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή αλλάς Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζήτηση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμηθείας και οιουδήποτε άλλου οφειλομένου ποσού εν σχέσει προς οιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπανάς." Αποφασίστηκε στη βάση του πιο πάνω όρου ότι «το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους.» Αναφέρθηκε ακόμη ότι στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως, όπως επισημάνθηκε, στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού «ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό.» à Συμφωνία Δανείου με αρ. λογαριασμού XXXXX1262 - (Τεκμήριο 3) Με βάση τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 19/5/2008 (Τεκμήριο 3) διαλαμβάνετο ότι το δάνειο ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και ότι εφόσον δεν γίνετο απαίτηση θα ήταν πληρωτέο από 15/7/2008 μέσω 12 μηνιαίων δόσεων εκ ποσού €980,42 εκάστη δόση και ακολούθως από 15/7/2009 μέσω 36 μηνιαίων δόσεων εκ ποσού €5187,57 εκάστη δόση. Στον όρο 2 της εν λόγω Συμφωνίας διαλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Παράλειψη ή άρνηση του Πελάτη να καταβάλει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις, με οποιουσδήποτε τόκους, ή προμήθειες, ή δικαιώματα που οφείλονται σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, ολικά ή μερικά, στις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Τράπεζα απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, καθιστά το δάνειο αυτό ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στην Τράπεζα, χωρίς επηρεασμό οποιοσδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει ολόκληρο το παραπάνω δάνειο, προμήθεια ή δικαιώματα αμέσως. Εννοείται ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να δίνει παρατάσεις και να δέχεται πληρωμές οποιοσδήποτε δόσης η οποία έγινε πληρωτέα και/ή γενικά να τροποποιεί όλους ή οποιουσδήποτε από τους όρους που αναφέρονται στην αποπληρωμή του πιο πάνω δανείου. Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο όρο στη συμφωνία αυτή, εννοείται πάντοτε ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του, οπότε το παραπάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του γίνεται αμέσως οφειλόμενο και πληρωτέο». à Συμφωνία Δανείου με αρ. λογαριασμού XXXXX1521 - (Τεκμήριο 4) Με βάση τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 19/5/2008 (Τεκμήριο 4) διαλαμβάνετο ότι το δάνειο ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση Στον όρο 2 της εν λόγω Συμφωνίας διαλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Παράλειψη ή άρνηση του Πελάτη να καταβάλει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις, με οποιουσδήποτε τόκους, ή προμήθειες, ή δικαιώματα που οφείλονται σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, ολικά ή μερικά, στις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Τράπεζα απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, καθιστά το δάνειο αυτό ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στην Τράπεζα, χωρίς επηρεασμό οποιοσδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει ολόκληρο το παραπάνω δάνειο, προμήθεια ή δικαιώματα αμέσως. Εννοείται ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να δίνει παρατάσεις και να δέχεται πληρωμές οποιοσδήποτε δόσης η οποία έγινε πληρωτέα και/ή γενικά να τροποποιεί όλους ή οποιουσδήποτε από τους όρους που αναφέρονται στην αποπληρωμή του πιο πάνω δανείου. Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο όρο στη συμφωνία αυτή, εννοείται πάντοτε ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του, οπότε το παραπάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του γίνεται αμέσως οφειλόμενο και πληρωτέο». à Συμφωνία Δανείου με αρ. λογαριασμού XXXXX1602 - (Τεκμήριο 5) Με βάση τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 14/10/2008 (Τεκμήριο 5) διαλαμβάνετο ότι το δάνειο ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και ότι εφόσον δεν γίνετο απαίτηση θα ήταν πληρωτέο από 8/11/2008 μέσω 60 μηνιαίων δόσεων εκ ποσού €3.062,35 εκάστη δόση. Στον όρο 2 της εν λόγω Συμφωνίας διαλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Παράλειψη ή άρνηση του Πελάτη να καταβάλει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις, με οποιουσδήποτε τόκους, ή προμήθειες, ή δικαιώματα που οφείλονται σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, ολικά ή μερικά, στις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Τράπεζα απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, καθιστά το δάνειο αυτό ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στην Τράπεζα, χωρίς επηρεασμό οποιοσδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει ολόκληρο το παραπάνω δάνειο, προμήθεια ή δικαιώματα αμέσως. Εννοείται ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να δίνει παρατάσεις και να δέχεται πληρωμές οποιοσδήποτε δόσης η οποία έγινε πληρωτέα και/ή γενικά να τροποποιεί όλους ή οποιουσδήποτε από τους όρους που αναφέρονται στην αποπληρωμή του πιο πάνω δανείου. Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο όρο στη συμφωνία αυτή, εννοείται πάντοτε ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του, οπότε το παραπάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του γίνεται αμέσως οφειλόμενο και πληρωτέο». à Συμφωνία Δανείου με αρ. λογαριασμού XXXXX1609 - (Τεκμήριο 6) Με βάση τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 27/9/2010 (Τεκμήριο 6) διαλαμβάνετο ότι το δάνειο ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και ότι εφόσον δεν γίνετο απαίτηση θα ήταν πληρωτέο από 21/10/2010 μέσω 48 μηνιαίων δόσεων εκ ποσού €655,82 εκάστη και στη συνέχεια από 21/10/2014 μέσω 12 μηνιαίων δόσεων εκ ποσού €8.692,81 εκάστη δόση. Στον όρο 2 της εν λόγω Συμφωνίας διαλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Παράλειψη ή άρνηση του Πελάτη να καταβάλει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις, με οποιουσδήποτε τόκους, ή προμήθειες, ή δικαιώματα που οφείλονται σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, ολικά ή μερικά, στις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Τράπεζα απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, καθιστά το δάνειο αυτό ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στην Τράπεζα, χωρίς επηρεασμό οποιοσδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει ολόκληρο το παραπάνω δάνειο, προμήθεια ή δικαιώματα αμέσως. Εννοείται ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να δίνει παρατάσεις και να δέχεται πληρωμές οποιοσδήποτε δόσης η οποία έγινε πληρωτέα και/ή γενικά να τροποποιεί όλους ή οποιουσδήποτε από τους όρους που αναφέρονται στην αποπληρωμή του πιο πάνω δανείου. Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο όρο στη συμφωνία αυτή, εννοείται πάντοτε ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του, οπότε το παραπάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του γίνεται αμέσως οφειλόμενο και πληρωτέο». à Συμφωνία Δανείου με αρ. λογαριασμού XXXXX2951 - (Τεκμήριο 7) Με βάση τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 27/4/2011 (Τεκμήριο 7) διαλαμβάνετο ότι το δάνειο ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και ότι εφόσον δεν γίνετο απαίτηση θα ήταν πληρωτέο στις 19/4/2012 με την καταβολή εφάπαξ του ποσού των €151.423,
  2. Όπως προκύπτει από όλα τα ανωτέρω, η Τράπεζα θα μπορούσε να τερματίσει τις Συμφωνίες Δανείου ακόμη και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής τους. Συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Τράπεζα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου, με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφληση του ανά πάσα στιγμή έστω και αν δεν υπήρχε παράβαση της Σύμβασης Δανείου. Όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και του Μ.Ε.2, την οποία έχω αποδεκτεί, τα επίδικα Δάνεια κατέστησαν μη εξυπηρετούμενα εφόσον οι συμφωνηθείσες δόσεις τους δεν καταβάλλοντο κατά το χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες και/ή ενόψει της μη πληρωμής των οφειλομένων όπως προνοείτο στις επίδικες Συμφωνίες. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι τα όσα σχετικά με το πιο πάνω θέμα αναφέρθηκαν από τον Μ.Ε.1 ιδιαίτερα στις παραγράφους 49 και 50 του Εγγράφου 1 αναφορικά με την παράλειψη των Εναγομένων να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις δεν έχουν κατ΄ουσίαν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση. Αντιθέτως μέσω της αντεξέτασης της Υπεράσπισης διεφάνη ότι ήτο παραδεκτό το γεγονός ότι υπήρχαν καθυστερήσεις.[16] Παρομοίως ούτε και η αναλυτική και λεπτομερής επεξήγηση των καταστάσεων λογαριασμού της κάθε Συμφωνίας Δανείου από μέρους του Μ.Ε.1 οι οποίες παρουσιάζουν τις διάφορες χρεοπιστώσεις έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την πλευρά των Εναγομένων. Απόλυτα κατατοπιστική και σαφής ήτο στο υπό εξέταση ζήτημα και η μαρτυρία του Μ.Ε.2 αναφορικά με τις προσπάθειες που έγιναν και τις ευκαιρίες που δόθηκαν στην Εναγόμενη 1 εταιρεία να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις και να αποπληρώσει τα επίδικα δάνεια. Επισημαίνεται ότι ούτε και σε σχέση με αυτή τη πτυχή υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση από πλευράς Υπεράσπισης. Των πιο πάνω λεχθέντων διαπιστώνεται ότι επήλθε διάρρηξη των Συμφωνιών. Στην υπό εξέταση περίπτωση υπάρχει μαρτυρία, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ότι η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τις επίδικες Συμφωνίες. Δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της Μ.Ε.3 ότι οι επιστολές ημερ. 2/5/2012 ετοιμάστηκαν από την ίδια, γεγονός που επιμαρτυρεί ότι η Τράπεζα έλαβε απόφαση και τερμάτισε τις επίδικες Συμφωνίες. Επομένως στις 2/5/2012 που η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τις επίδικες Συμφωνίες είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείτο να το πράξει. Γ. Οι Προειδοποιητικές Επιστολές και οι Επιστολές Τερματισμού Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω κατά πόσο οι επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού κοινοποιήθηκαν εφόσον στην Υπεράσπιση των Εναγομένων υπάρχει άρνηση παραλαβής οποιωνδήποτε επιστολών και/ή επιστολών τερματισμού. Εν πρώτοις να επισημάνω ότι αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού σχετικός είναι ο όρος 10 στις Συμβάσεις Δανείου Τεκμήρια 3, 4, 5, 6 και 7 ο οποίος έχει ως εξής: «Κάθε ειδοποίηση που έχει σχέση με το έγγραφο αυτό μπορεί να δοθεί στον Πελάτη, με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή ιδιόχειρα, στη διεύθυνση που δηλώνεται στο έγγραφο αυτό ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση θα δώσει ο Πελάτης στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του». Όσον αφορά τη Συμφωνία Τεκμήριο 1 που περιέχει τους όρους που διέπουν τη Συμφωνία για χορήγηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό σχετικός είναι ο όρος 14 ο οποίος έχει ως εξής: «Κάθε ειδοποίηση με βάση το έγγραφο αυτό μπορεί να δοθεί στον Πελάτη με το συνηθισμένο ταχυδρομείο ή ιδιόχειρα στη διεύθυνση που δηλώνεται στη συμφωνία αυτή ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση που θα δώσει ο Πελάτης προς την Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Οποιαδήποτε ένδειξη ή καταχώρηση στα αρχεία της Τράπεζας για χορήγηση ειδοποίησης συνιστά αμάχητη απόδειξη ότι δόθηκε η ειδοποίηση αυτή». Όσον αφορά το Εγγυητήριο έγγραφο Τεκμήριο 9Α με το οποίο οι Εναγόμενες 2 & 3 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας Εναγόμενης 1 μέχρι ποσού €1.000.000 πλέον τόκους, τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα, δυνάμει του όρου 1 του εν λόγω Εγγράφου ανέλαβαν, μόλις τους ζητηθεί, να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Πρωτοφειλέτιδας συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Σε σχέση με το Εγγυητήριο έγγραφο Τεκμήριο 10 με το οποίο οι Εναγόμενοι 4 & 5 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας Εναγόμενης 1 μέχρι ποσού €1.000.000 πλέον τόκους, τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα, δυνάμει του όρου 1 του εν λόγω Εγγράφου ανέλαβαν, μόλις τους ζητηθεί, να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Πρωτοφειλέτιδας συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού σχετικός είναι ο όρος 14 τόσο του Εγγυητηρίου, Τεκμήριο 9Α όσο και του Εγγυητηρίου, Τεκμήριο 10 ο οποίος έχει ως εξής: «Νοείται πάντοτε ότι γραπτή απαίτηση πληρωμής από σας προς εμένα θα θεωρείται ότι έγινε κατάλληλα σε μένα ή τους διαχειριστές ή τους εκτελεστές της περιουσίας μου αν υποβληθεί με επιστολή μέσω συνήθους ταχυδρομείου στη διεύθυνση μου που φαίνεται πιο κάτω και θα είναι ισχυρή παρά την τυχόν αλλαγή της διεύθυνσης μου και έστω και αν η αλλαγή κοινοποιηθεί σε σας. Η απαίτηση αυτή θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές ή εκτελεστές 24 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της και θα είναι ισχυρή αν υπογράφει εκ μέρους σας από οποιοδήποτε υπάλληλο σας.» Για το υπό εξέταση ζήτημα σχετική είναι η μαρτυρία τόσο του Μ.Ε. 1 όσο και της Μ.Ε.
  3. Όπως κατέθεσε ο Μ.Ε.1, τόσο οι προειδοποιητικές επιστολές όσο και οι επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 26 & 27), τις οποίες απέστειλε στους Εναγόμενους με κανονικό ταχυδρομείο, έχουν σταλεί στους Εναγόμενους χωρίς να επιστραφούν. Εξήγησε, συναφώς, ότι η πρακτική της Τράπεζας είναι σε περίπτωση επιστροφής μιας επιστολής η επιστολή που επιστρέφεται να φυλάσσεται στο φάκελο της υπόθεσης και στην προκειμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν έγινε εφόσον δεν εντόπισε στο φάκελο οποιεσδήποτε επιστολές που επιστράφηκαν από το Ταχυδρομείο. Επιπλέον απόλυτα σχετική ήταν η μαρτυρία της Μ.Ε.3, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ότι τόσο οι προειδοποιητικές επιστολές όσο και οι επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 26 & 27) έχουν σταλεί στους Εναγόμενους χωρίς να επιστραφούν. Μάλιστα, όπως η Μ.Ε.3 τόνισε με σαφήνεια και θετικό τρόπο, μετά την αποστολή των εν λόγω επιστολών είχε επικοινωνία με τους πελάτες/Εναγόμενους οι οποίοι της είχαν επιβεβαιώσει την παραλαβή (των επιστολών) εκφράζοντας παράλληλα προς την ίδια δυσανασχέτηση που η υπόθεση τους θα μεταφέρετο στην Υπηρεσία Αγωγών. Η εν λόγω αναφορά της ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ενώ κατά την αντεξέταση ερωτηθείσα ξανά για αυτό το ζήτημα επανέλαβε ότι θυμόταν που είχε μιλήσει με τους Εναγόμενους για το εν λόγω θέμα. Στην υπόθεση Barclays Bank Pic κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1726, 1733, αναφέρθηκε πως εφόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "Proof of posting .The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στην υπόθεση Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσής της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is pnma facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed ...." Αφ' ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο[17]. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι προειδοποιητικές επιστολές και οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους στις ορθές διευθύνσεις και, εφόσον αυτές δεν επιστράφηκαν από το Ταχυδρομείο, τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκαν από αυτούς. Το τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί. Δ. Οφειλόμενο υπόλοιπο Στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη 1 μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα και/ή ότι τα αναφερόμενα οφειλόμενα ποσά είναι προϊόν παράνομων και/ή παράτυπων και/ή λανθασμένων υπολογισμών. Παρομοίως στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 2-5 ισχυρίζονται ανάμεσα σε άλλα ότι ουδέν ποσό οφείλουν στην Ενάγουσα καλώντας την σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Όπως είναι πάγια νομολογημένο στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Σε περίπτωση, λοιπόν, που η Τράπεζα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση[18]. Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο[19]. Ανάμεσα, λοιπόν, στα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης ήταν και η απόδειξη των διεκδικούμενων υπολοίπων. Για το σκοπό αυτό ο Μ.Ε.1 είναι ο μάρτυρας εκ μέρους της Ενάγουσας ο οποίος παρουσίασε τις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμού δανείων και τρεχουμένου ως ακολούθως: ▬ Αναφορικά με τον Τρεχούμενο Λογαριασμό με λογαριασμού XXXXX3649 [νέος αρ. λογ.XXXXX6825] (Τεκμήρια 1 & 2) το Τεκμήριο 31. ▬ Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση ημερ. 19/5/2008 με αριθμό λογαριασμού XXXXX1262 [νέος αρ. λογ.XXXXX5684] (Τεκμήριο 3) το Τεκμήριο 32Α. ▬ Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση ημερ. 22/9/2008 με αριθμό λογαριασμού XXXXX1521 [νέος αρ. λογ.XXXXX5508] (Τεκμήριο 4) το Τεκμήριο 33Α. ▬ Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση ημερ. 14/10/2008 με αριθμό λογαριασμού XXXXX1602 [νέος αρ. λογ.XXXXX6648] (Τεκμήριο 5) το Τεκμήριο 34Α. ▬ Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση ημερ. 27/9/2010 με αριθμό λογαριασμού XXXXX2609 [νέος αρ. λογ.XXXXX1692] (Τεκμήριο 6) το Τεκμήριο 35Α. ▬ Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση ημερ. 27/4/2011 με αριθμό λογαριασμού XXXXX2951 [νέος αρ. λογ.XXXXX5248] (Τεκμήριο 7) το Τεκμήριο 36Α. Ο Μ.Ε.1 με απόλυτα κατατοπιστικό και εμπεριστατωμένο τρόπο αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των πιο πάνω Καταστάσεων Λογαριασμού. Συγκεκριμένα επεξήγησε με σαφήνεια και επάρκεια τις σχετικές καταχωρήσεις που υπήρχαν σε αυτές αναφορικά με όλες τις χρεοπιστώσεις δίδοντας παράλληλα κάθε σχετική διευκρίνιση σε σχέση με το σύνολο των περιγραφών που υπήρχαν σε αυτές και γενικά για το σύνολο της κίνησης του κάθε λογαριασμού από την αρχή μέχρι και τον τερματισμό των επίδικων Συμφωνιών, αλλά και μετά, αναφερόμενος σε όλα τα στοιχεία των χρεοπιστώσεων που υπήρχαν σε αυτούς και τα οποία κατέληγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο σε κάθε περίπτωση. Εν ολίγοις υπήρξε διεξοδική ανάλυση των επίδικων καταστάσεων λογαριασμού όλων των δανείων και του τρεχούμενου λογαριασμού αντικείμενο της παρούσας Αγωγής με όλες τις χρεοπιστώσεις για την οποία (ανάλυση) ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε μέσω της αντεξέτασης της Υπεράσπισης. Όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1, οι πρώτες δύο σελίδες των επίδικων λογαριασμών συνιστούν αναδομημένες καταστάσεις αυτών. Το επιτόκιο υπερημερίας που παρουσιάζεται είναι 2% όπως τελικά η Τράπεζα αποφάσισε να διεκδικήσει και όχι το συμβατικά προβλεπόμενο επιτόκιο υπερημερίας, όπως αυτό εκτίθεται στις επίδικες Συμφωνίες αναφορά στο οποίο έχει γίνει σε άλλο σημείο της Απόφασης. Να επισημάνω εδώ ότι, όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης της προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων. Σχετικές υποθέσεις είναι η Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192. Στο σημείο αυτό να πούμε δύο λόγια σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπιστούν οι Καταστάσεις Λογαριασμού που κατατέθηκαν ως ανωτέρω. Η πλευρά της Ενάγουσας έχει επικαλεστεί τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 που προνοεί τα εξής: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση. ........................................
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv». Στα εδάφια
(2)και
(3)του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: ▬ Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. ▬ Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. ▬ Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. ▬ Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Ο Μ.Ε.1 παρουσιάζοντας τις πιο πάνω Καταστάσεις Λογαριασμού, αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9[20]. Έχει αποδεδειχθεί ότι η Τράπεζα καταχωρούσε τις χρεοπιστώσεις που αφορούσαν στους επίδικους λογαριασμούς σε τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή - ηλεκτρονικό υπολογιστή - το οποίο ήταν ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας και το οποίο βρισκόταν πάντοτε υπό την φύλαξη και έλεγχο της Τράπεζας. Οι καταχωρήσεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και οι παρουσιασθείσες καταστάσεις λογαριασμού που συνιστούν αντίγραφα των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο, έχουν συγκριθεί με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθές, αποτελούν, δηλαδή, ορθή αντιγραφή/αναπαραγωγή του Τραπεζικού Βιβλίου. Αποτελούν, συνεπώς, οι εν λόγω Καταστάσεις ενόψει του Άρθρου 22 (ανωτέρω) εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένοι σε αυτή. Το Άρθρο 22 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στους επίδικους λογαριασμούς, ή, καλύτερα, στην κατάσταση των επίδικων λογαριασμών έχουν οι Εναγόμενοι. Με άλλα λόγια το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους των Εναγομένων να καταδείξουν, αν αυτή ήταν η θέση τους, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού των δανείου ή μέρους του ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στους λογαριασμούς[21]. Επισημαίνεται ότι κατά το στάδιο που κατέθετε ο Μ.Ε.1 ουδεμία αντεξέταση έγινε από την πλευρά της Υπεράσπισης επί του περιεχομένου των καταστάσεων λογαριασμού που ο Μ.Ε.1 κατέθεσε και των σχετικών σε αυτές καταχωρήσεων και, κατά συνέπεια, ουδεμία αμφισβήτηση της ορθότητας της υπήρξε. Ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ειδικότερα δεν έχει αμφισβητηθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρέωση ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταχώρηση στις εν λόγω Καταστάσεις. Ειδικότερα, όπως προέκυψε κατά το στάδιο της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, ουδεμία αντεξέταση υπήρξε επί της ανάλυσης που ο εν λόγω μάρτυρας προέβη αναφορικά με τις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, ενώ ουδεμία υποβολή υπήρξε περί υπερβολικών τόκων ή οποιωνδήποτε αντισυμβατικών χρεώσεων. Για το ζήτημα αυτό είναι αρκετό να παραπέμψουμε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 όπου στη σελ. 493 λέχθηκαν τα εξής: «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή. Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και
  1. Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητωυ για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να ανακρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι, επίσης, και η απόφαση στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 1/2010,ημερ. 8/7/2014: «Η απόδειξη του υπολοίπου του λογαριασμού - Λόγος έφεσης 1 Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευ σταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. Επίσης δεν ευσταθεί το παράπονο τους ως προς τη μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Κεφ.
  2. Το δικαστήριο μπορεί να μην έκανε ειδική αναφορά στο άρθρο 22, αλλά από την όλη δομή της απόφασης είναι φανερό ότι είχε υπόψη του τις πρόνοιές του. Ανεξαρτήτως τούτου, οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)ΙΑ ΑΑΔ 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επαναλαμβάνω. Η πλευρά των Εναγόμενων δεν έχει κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης αμφισβητήσει καθ'οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε χρέωση περιλαμβάνεται στους επίδικους λογαριασμούς, ούτε προωθήθηκε η θέση ότι οι καταστάσεις λογαριασμού δεν είναι ορθές και ότι το υπόλοιπο που αναγράφεται σε αυτές είναι λανθασμένο. Ούτε προβλήθηκε από πλευράς Υπεράσπισης ότι δεν έγινε ανάληψη του προϊόντος των επίδικων δανείων ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στους λογαριασμούς αυτούς. Αν η πλευρά των Εναγομένων αμφισβητούσε οποιαδήποτε χρέωση στους επίδικους λογαριασμούς και γενικότερα την ορθότητα ή μη των καταστάσεων λογαριασμού όφειλε να αντεξετάσει σχετικά τον Μ.Ε.1 κάτι, που επαναλαμβάνω, δεν έχει πράξει. Σχετικά με το περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού που έγινε αποδεκτή δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ν. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση αρ.335/2009, ημερ. 17/10/2014 τα οποία παρατίθενται κατωτέρω: «Η χρέωση του ποσού των ΛΚ6.376,88 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, όπως άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε οποιαδήποτε χρέωση που περιλαμβάνεται στο εν λόγω Τεκμήριο. Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕ1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι παρουσιασθείσες καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών αποτυπώνουν την πραγματικότητα αναφορικά με τη λειτουργία τους, τις χρεοπιστώσεις καθώς και τα υπόλοιπα στοιχεία. Ε. Οι Τόκοι Η χρέωση τόκου είναι ζήτημα που εξαρτάται από τους όρους της επίδικης Σύμβασης. Τόκος Υπερημερίας Η Ενάγουσα Τράπεζα δεν διεκδικεί το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας που αναφέρεται στις επίδικες Συμφωνίες. Διεκδικεί επιτόκιο υπερημερίας 2% τόσο για τα χρεωστικά υπόλοιπα δανείων όσο και αυτό του τρεχούμενου λογαριασμού. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι στις επίδικες Συμβάσεις ο τόκος υπερημερίας που διαλαμβάνετο έχει ως εξής: ð Στη Συμφωνία Τρεχουμένου (Τεκμήρια 1 & 2) με βάση τον όρο 5 5% τόκος υπερημερίας. ð Στη Συμφωνία Δανείου ημερ. 19/5/2008 (Τεκμήριο 3) με βάση τον όρο 5 5% τόκος υπερημερίας. ð Στη Συμφωνία Δανείου ημερ. 22/9/2008 (Τεκμήριο 4) με βάση τον όρο 5 5% τόκος υπερημερίας. ð Στη Συμφωνία Δανείου ημερ. 14/10/2008 (Τεκμήριο 5) με βάση τον όρο 5 5% τόκος υπερημερίας. ð Στη Συμφωνία Δανείου ημερ. 27/9/2010 (Τεκμήριο 6) με βάση τον όρο 5 10% τόκος υπερημερίας. ð Στη Συμφωνία Δανείου ημερ. 27/4/2011 (Τεκμήριο 7) με βάση τον όρο 5 10% τόκος υπερημερίας. Επομένως, ήταν συμβατικό δικαίωμα της Τράπεζας να χρεώνει με επιτόκιο υπερημερίας το χρεωστικό υπόλοιπο των επίδικων δανείων όταν αυτό καθίστατο πληρωτέο. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, όσον αφορά το επιτόκιο υπερημερίας σε περίπτωση καθυστερήσεων προέκυψε ότι η Τράπεζα δεν διεκδικεί το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας που προβλέπετο συμβατικά. Όπως προέκυψε και δεν αμφισβητήθηκε από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1, από την ημερομηνία τερματισμού των επίδικων Συμφωνιών και μετέπειτα εφαρμόστηκε το επιτόκιο υπερημερίας προς 2%. Συγκεκριμένα: § Αναφορικά με τον Τρεχούμενο Λογαριασμό με αριθμό λογαριασμού XXXXX3649 (Τεκμήρια 1 & 2) περιορίζεται σε συνολικό επιτόκιο 9,934% (7,934% + 2%). § Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση ημερ. 19/5/2008 με αριθμό λογαριασμού XXXXX1262 (Τεκμήριο 3) περιορίζεται σε συνολικό επιτόκιο 10,111% (8,111% + 2%). § Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση ημερ. 22/9/2008 με αριθμό λογαριασμού XXXXX1521 (Τεκμήριο 4) περιορίζεται σε συνολικό επιτόκιο 10,336% (8,336% + 2%). § Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση ημερ. 14/10/2008 με αριθμό λογαριασμού XXXXX1602 (Τεκμήριο 5) περιορίζεται σε συνολικό επιτόκιο 10,261% (8,261% + 2%). § Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση ημερ. 27/9/2010 με αριθμό λογαριασμού XXXXX2609 (Τεκμήριο 6) περιορίζεται σε συνολικό επιτόκιο 10,95% (8,95% + 2%). § Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση ημερ. 27/4/2011 με αριθμό λογαριασμού XXXXX2951 (Τεκμήριο 7) περιορίζεται σε συνολικό επιτόκιο 10,95% (8,95% + 2%). Για το υπό εξέταση ζήτημα σχετικό είναι το Άρθρο 3 των περί Ελευθεροποίησης χου Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 - 2015 Νόμος 160(Ι)/1999 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «(Ια) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιοσδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον η επίδικη Σύμβαση έχει τερματιστεί στις 2/5/2012 δεν τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(α) του Άρθρου 3 ανωτέρω. Τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(β) του ίδιου Άρθρου. Ακόμα και όταν διεκδικείται τόκος στη βάση επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% η είσπραξη τόκου στη βάση επιτοκίου υπερημερίας 2% δεν είναι δικαιωματική. Δεν υφίσταται οποιοδήποτε αποδεικτικό τεκμήριο, όμως το πιστωτικό ίδρυμα εξακολουθεί να έχει το βάρος να αποδείξει ότι το επιτόκιο υπερημερίας που επέβαλε αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά, εκτός και αν το ύψος του έχει συμφωνηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση είναι γεγονός ότι δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία ότι ο τόκος υπερημερίας του 2% αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Τράπεζας. Ωστόσο, στη προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, η επιβολή τόκου υπερημερίας καθώς και το ύψος του προνοείτο ρητά στις επίδικες Συμφωνίες. Αποτελούσε με άλλα λόγια συμβατικό δικαίωμα της Τράπεζας η χρέωση επιτοκίου υπερημερίας. Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ECLI:CY:AD:2014:A484, Π.Ε. 1/2010 ημερ. 8/7/2014 επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας προς 3% λόγω του ότι προβλέπετο στη σχετική Συμφωνία το συγκεκριμένο ποσοστό. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Ιωαννίδης (ανωτέρω): «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν ότι η συμφωνία ορθά ερμηνευόμενη δεν επέτρεπε στους Εφεσιβλήτους να χρεώνουν επιβάρυνση 3% επί του δανείου. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι μια τέτοια επιβάρυνση αντίκειται στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160(Ι)/99), καθώς και στο άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Τέλος θεωρούν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παρερμήνευσε τα αποφασισθέντα στη Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β ΑΑΔ 818. Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων απαντάται από την ίδια τη Συμφωνία ημερ. 12.8.2004 (Τεκμήριο 3) και συγκεκριμένα από τον όρο Δ΄ ο οποίος αφορά σε «Προμήθειες/ Επιβαρύνσεις-Τραπεζικά Δικαιώματα». Η υποπαράγραφος (γ) του όρου Δ΄ προβλέπει ότι:- «(γ) Σε περίπτωση τυχόν υπερβάσεων των παραχωρηθέντων ορίων ή καθυστέρησης πληρωμής υποχρεώσεων τακτής λήξεως θα υπάρξει πρόσθετη επιβάρυνση προς 3% (Τρία τοις εκατό) το χρόνο επί του ποσού της υπέρβασης ή του ληξιπρόθεσμου ποσού.» Επομένως είναι εντελώς ανεδαφικός ο ισχυρισμός ότι οι Εφεσίβλητοι δεν είχαν εξουσία να επιβάλουν μια τέτοια χρέωση». Στην υπό εξέταση περίπτωση καταλήγω ότι η Ενάγουσα Τράπεζα δικαιούται στη διεκδίκηση τόκου υπερημερίας 2% εφόσον στις επίδικες Συμφωνίες Δανείου η επιβολή τέτοιου διαλαμβάνετο σε αυτές (αν και σε υψηλότερο ποσοστό τόκου υπερημερίας). Διαιρέτης 360 ημερών Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ο διαιρέτης που χρησιμοποιήθηκε ήταν μέχρι τον Μάιο του 2015 ο διαιρέτης των 360 ημερών και, από τον Μάιο του 2015 και εντεύθεν, κατόπιν πρωτοβουλίας της Ενάγουσας Τράπεζας, χρησιμοποιήθηκε ο διαιρέτης των 365 ημερών. Εν πρώτοις επισημαίνεται ότι σε όλες τις επίδικες Συμφωνίες παρείχετο συμβατικά πρόνοια για τη χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών. Στην υπόθεση Ζαρτάρ Παχατουριάν ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 322, το Δικαστήριο εξέτασε σχετικό όρο υπολογισμού τόκου πανομοιότυπο με αυτόν που περιλαμβάνετο στις επίδικες Συμφωνίες ο οποίος, όπως αναφέρεται στη σελ. 326 της εν λόγω Απόφασης είχε ως εξής: «Προς υπολογισμό του τόκου θα λογίζονται οι μήνες προς όσας έκαστος τούτων έχει ημέρας, προς εύρεση δε του τόκου θα λαμβάνεται ως διαιρέτη το εκ 360 ημερών εμπορικόν έτος». Τόσο το Πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο δεν θεώρησαν τον όρο αυτό ως επιλήψιμο. Στην υπόθεση Archbold Investments Ltdκ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084 υπήρχε επίσης πρόνοια περί τόκου με διαιρέτη το εμπορικό έτος των 360 ημερών και το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο τρόπος υπολογισμού του τόκου επί 360 ημερών αντί 365 δεν οδηγούσε σε χρέωση πέραν του 9%. Επισημαίνεται ότι στην υπόθεση Archbold (ανωτέρω) διαλαμβάνετο τόκος 8,5% μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας και 9% από τον τερματισμό της Συμφωνίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η χρέωση τόκου με τον πιο πάνω τρόπο υπολογισμού δεν υπερέβαινε το 8,5% μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας. Όπως προκύπτει από όλα τα πιο πάνω αυτός ο τρόπος υπολογισμού του τόκου, ήτοι με διαιρέτη 360 ημερών, ο οποίος οδηγεί σε χρέωση μεγαλύτερου ποσού τόκου, είναι επιτρεπτός στην έκταση που δεν οδηγεί σε χρέωση πέραν του επιτρεπόμενου ποσοστού επιτοκίου. Στην προκειμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εφόσον στις επίδικες Συμφωνίες Δανείων τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999, Νόμος 160(Ι)/99, ο οποίος κατήργησε τον περί Τόκου Νόμο του 1977, Ν.2(Ι)/1997 και τους περιορισμούς που υπήρχαν σε διάφορα θέματα όπως το ανώτατο επιτόκιο και το θέμα του ανατοκισμού. Με άλλα λόγια, στις επίδικες Συμφωνίες δεν ισχύει οποιοσδήποτε περιορισμός στη χρέωση του τόκου όπως ίσχυε στην περίπτωση Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ.1) 1011 1 Α.Α.Δ. 253, όπου τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του τότε σε ισχύ περί Τόκου Νόμου και η χρέωση με διαιρέτη 360 ημέρες οδήγησε σε χρέωση τόκου που υπερέβαινε το τότε μέγιστο επιτρεπόμενο επιτόκιο του 9%. Στη βάση των πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επιβολή τόκου στους λογαριασμούς δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού με τη χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών, όπως προνοείται στις σχετικές Συμφωνίες, δεν οδήγησε σε παράνομες χρεώσεις τόκων. Στο βαθμό που θα μπορούσε, αν και κάτι τέτοιο δεν έχει εγερθεί με σαφήνεια από πλευράς Υπεράσπισης, να υποβληθεί η θέση ότι η πρακτική χρέωσης τόκου από την Ενάγουσα με διαιρέτη 360 ημερών αντί 365 ημερών αποτελεί καταχρηστική ρήτρα, ως προβλέπεται στο Άρθρο 5
(5)του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 [Ν.93(Ι))/1996], το οποίο διαλαμβάνει ότι «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών, αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτου, κρίνεται σκόπιμο όπως το ζήτημα αυτό απαντηθεί σε συντομία κατωτέρω. Επισημαίνεται ότι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 [Ν.93(Ι))/1996], τυγχάνει εφαρμογής σε καταναλωτές οι οποίοι είναι φυσικά πρόσωπα. Σχετικό είναι το Άρθρο 3
(1)του Νόμου, όπου διαλαμβάνεται ότι ο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Νόμου «Καταναλωτής» σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος επενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του. Στην προκειμένη περίπτωση, οι επίδικες Συμβάσεις έχουν συναφθεί μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 Εταιρείας η οποία είναι η πρωτοφειλέτιδα. Με δεδομένο λοιπόν ότι η πρωτοφειλέτιδα είναι νομικό πρόσωπο ο Νόμος 93(Ι)/1996 δεν τυγχάνει εφαρμογής. Επισημαίνεται, τέλος, ότι το εδάφιο
(5)του Άρθρου 5 του πιο πάνω Νόμου εισήχθη στον πιο πάνω Νόμο μέσω του Τροποποιητικού Νόμου 49(Ι)/2016, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ 30 μέρες μετά τη δημοσίευσή του, που ήταν η 22/4/2016. Όπως είναι προφανές, δεν ίσχυε κατά τους χρόνους που η Τράπεζα, στη βάση των όρων των Συμφωνιών με την Εναγόμενη 1, χρέωνε τους επίδικους λογαριασμούς με τόκους που υπολόγιζε με βάση το οικονομικό έτος των 360 ημερών. ΣΤ. Διάφορα άλλα ζητήματα που τέθηκαν από την Υπεράσπιση ♦ Ενημέρωση Εναγομένων για δυνατότητα νομικής συμβουλής Πολύς λόγος έγινε κατά το στάδιο της αντεξέτασης τόσο του Μ.Ε.1, αλλά κυρίως του Μ.Ε.2, στο ζήτημα αναφορικά με το αν υπήρχε ή όχι ενημέρωση των Εναγομένων πριν τη σύναψη των επίδικων Συμφωνιών ότι μπορούσαν να τύχουν ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. Τόσο ο Μ.Ε.1, αλλά κυρίως ο Μ.Ε.2, ξεκάθαρα κατέθεσαν ότι τέτοια ενημέρωση είχε δοθεί από πλευράς της Ενάγουσας Τράπεζας και ταυτόχρονα έγινε παραπομπή και σε συγκεκριμένες πρόνοιες των επίδικων Συμφωνιών στις οποίες υπάρχει σχετική αναφορά για προηγούμενη ενημέρωση της πρωτοφειλέτιδας για τη δυνατότητα να τύχει ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την αντεξέταση του Μ.Ε.2: «Ε. Κύριε μάρτυς, δεν βλέπω να είχατε συμβουλεύσει τους Εναγόμενους, τους εγγυητές, τους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5 να ζητήσουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή και/ή χρηματοοικονομική συμβουλή. A. Βεβαίως και τους είχαμε ενημερώσει, ήταν θέματα τα οποία σε συνεχή βάση και δεδομένων και των κινδύνων που ελλοχεύουν από νομικούς ή οικονομικούς λόγους, να παίρνουν ανεξάρτητες νομικές ή οικονομικές συμβουλές από δικηγόρους επαγγελματίες ή λογιστές και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό εγίνετουν και αναφέρεται και στα έγγραφα τα οποία ανέφερα ότι εγίνετουν. E. Εγώ σας υποβάλλω, ότι τέτοια συμβουλή διεξερχόμενος τα έγγραφα, τα Τεκμήρια που έχω μπροστά μου, δεν υπήρξε τέτοια συμβουλή. A. Όχι, υπήρχε και υπάρχει και στα συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία αν μου δώσετε χρόνο μπορώ να σας τα βρω.» ......................................... Σχετικό είναι, επίσης, και το ακόλουθο απόσπασμα από την επανεξέταση του Μ.Ε.2: «E. Κύριε μάρτυς, είχατε προφορικά ενημερώσει τους Εναγόμενους 2‑5 για το δικαίωμα λήψης ανεξάρτητης νομικής ή οικονομικής συμβουλής; A. Μάλιστα.» ............................................ «E. Άρα κύριε μάρτυς απλά σας παρακαλώ, στη συγκεκριμένη περίπτωση‑‑ .......... E. Τόσο ο πρωτοφειλέτης, όσο και οι εγγυητές; A. Μάλιστα, έχουν ενημερωθεί και ενημερώνουμε και τη Διοίκηση γι' αυτά τα πράγματα. E. Εντάξει.» ....................................... «E. Στην προκειμένη περίπτωση, όλα αυτά τα έγγραφα έγιναν από εσάς; Η επεξήγηση των εγγράφων; A. Η επεξήγηση των εγγράφων γίνεται από μένα. E. Μάλιστα, η σύνταξη όμως των εγγράφων δεν έγινε από εσάς. A. Όχι. E. Η επεξήγηση όμως των εγγράφων από εσάς. Για το ζήτημα αυτό σχετικές είναι και οι ακόλουθες πρόνοιες στις επίδικες Συμφωνίες: ü Στη Συμφωνία Τεκμήριο 1 σχετική είναι η παράγραφος 16: «14.Ο Πελάτης δηλώνει ότι κατανοεί πλήρως το δικαίωμα του να επισκοπήσει όλες τις όψεις της παρούσας Συμφωνίας με δικηγόρο της εκλογής του, ότι είχε την ευκαιρία να συμβουλευθεί δικηγόρο της εκλογής του, ότι έχει προσεκτικά αναγνώσει και πλήρως κατανοήσει όλες τις πρόνοιες της παρούσας Συμφωνίας και ότι ελεύθερα, εγνωσμένα και εθελούσια συμβάλλεται και υπογράφει την παρούσα συμφωνία.» ü Στις Συμφωνίες Τεκμήρια 3-7 σχετική είναι η παράγραφος 14: «14.Ο Πελάτης δηλώνει ότι κατανοεί πλήρως το δικαίωμα του να επισκοπήσει όλες τις όψεις της παρούσας Συμφωνίας με δικηγόρο της εκλογής του, ότι είχε την ευκαιρία να συμβουλευθεί δικηγόρο της εκλογής του, ότι έχει προσεκτικά αναγνώσει και πλήρως κατανοήσει όλες τις πρόνοιες της παρούσας Συμφωνίας και ότι ελεύθερα, εγνωσμένα και εθελούσια συμβάλλεται και υπογράφει την παρούσα συμφωνία.» ü Στις Συμφωνίες Τεκμήρια 9Α, 10 και 43 σχετική είναι η παράγραφος 20: «20.Δηλώνω ότι κατανοώ πλήρως το δικαίωμα μου να επισκοπήσω όλες τις όψεις του παρόντος εγγράφου εγγύησης με δικηγόρο της εκλογής μου, ότι είχα την ευκαιρία να συμβουλευθώ δικηγόρο της εκλογής μου, ότι έχω προσεκτικά αναγνώσει και πλήρως κατανοήσει όλες τις πρόνοιες του παρόντος εγγράφου εγγύησης και ότι ελεύθερα, εγνωσμένα και εθελούσια συμβάλλομαι και υπογράψω το παρόν έγγραφο εγγύησης.» ♦ Καταχρηστικοί όροι-παράβαση Εγκυκλίων Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου Παρά το γεγονός ότι στην Υπεράσπιση δικογραφείτο ο ισχυρισμός περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στις επίδικες Συμφωνίες καθώς και παράβαση από πλευράς της Ενάγουσας Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, όπως διαπιστώνεται, ουδεμία υποβολή υπήρξε από πλευράς Υπεράσπισης κατά το στάδιο αντεξέτασης των μαρτύρων που κάλεσε η πλευρά της Ενάγουσας. ♦ Μη ενημέρωση εγγυητών για την υπερημερία πρωτοφειλέτη Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του Μ.Ε.1 διεφάνη ότι η Υπεράσπιση υπέβαλε ότι υπήρχε παράβαση της υποχρέωσης του πιστωτή για ενημέρωση του εγγυητή για την υπερημερία του πρωτοφειλέτη. Προφανώς, η εν λόγω υποβολή στηρίχθηκε στις πρόνοιες του Άρθρου 12 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο Νόμου 197(Ι)/2003, το εδάφιο
(1)του οποίου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «12.
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.» Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι με βάση τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 3 του εν λόγω Νόμου αυτός δεν τυγχάνει εφαρμογής αναφορικά με συμβάσεις εγγυήσεις στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του Διοικητικού Συμβούλου του πρωτοφειλέτη. Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη ότι στην προκειμένη περίπτωση οι εγγυητές, Εναγόμενοι 4 και 5, είχαν την ιδιότητα του Διοικητικού Συμβούλου της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας δεν μπορεί να γίνεται λόγος στις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου, ο οποίος, επομένως, ουδεμία εφαρμογή έχει στην παρούσα υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 επί του υπό εξέταση ζητήματος, η οποία ήταν απόλυτα κατατοπιστική και ξεκάθαρη, προέκυψε ότι υπήρξε από πλευράς της Ενάγουσας Τράπεζας η ανάλογη ενημέρωση αναφορικά με τις καθυστερήσεις και/ή υπερβάσεις της Εναγόμενης
  1. Το πιο κάτω απόσπασμα από την μαρτυρία του είναι ενδεικτικό: «E. Κύριε μάρτυς, εσείς σαν τράπεζα είχατε ενημερώσει τους εγγυητές 2, 3, 4, 5, τους Εναγόμενους 2, 3, 4, 5‑‑ A. Ναι; E. Ότι τα ισχυριζόμενα δάνεια προς την Εναγόμενη 1 ήταν μη εξυπηρετούμενα; A. Η τράπεζα ενημερώνει πάντοτε τους πελάτες όταν προκύψει η οποιαδήποτε υπέρβαση σε τρεχούμενο λογαριασμό ή η οποιαδήποτε καθυστέρηση από την πρώτη ημέρα προς συμμόρφωση. Το αν είναι εξυπηρετούμενο ή όχι, δεν χρήζει πάντοτε... δεν χρειάζεται πάντοτε να υπάρχει ενημέρωση προς τον πελάτη, όταν υπάρξει οποιαδήποτε παράβαση και επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση μιλάμε για λογαριασμούς τρεχούμενους ή δανείου, όποτε υπάρχει παράβαση που η παράβαση στον τρεχούμενο είναι η υπέρβαση και η παράβαση στο δάνειο θεωρείται η καθυστέρηση, αμέσως το πρώτο βήμα είναι η τηλεφωνική επικοινωνία του αρμόδιου λειτουργού που για το μεγαλύτερο διάστημα ήμουν εγώ προς τους πελάτες για συμμόρφωση. Δικαστήριο: (Προς μάρτυρα) Σας έχει ρωτήσει όμως, αν εν προκειμένω το έχετε κάνει. Μάρτυρας: Βεβαίως, πάντοτε. κος Τ. Κουκούνης: (Προς μάρτυρα) Το έχετε κάνει. Μάρτυρας: Βεβαίως. κος Τ. Κουκούνης: Να το πείτε. Μάρτυρας: Και όχι μία φορά, πολλές, αυτό ήθελα να δώσω σαν μήνυμα.» ♦ Καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής Μέσω ερωτήσεων κατά το στάδιο της αντεξέτασης τόσο του Μ.Ε.1 όσο και του Μ.Ε.2 η Υπεράσπιση προσπάθησε να προωθήσει τη θέση ότι υπήρξε καθυστέρηση από πλευράς Τράπεζας στο να κινηθούν εναντίον των Εναγομένων και να αποστείλουν τόσο τις επιστολές προ τερματισμού όσο και τις επιστολές τερματισμού και παρά την ύπαρξη καθυστερήσεων από πλευράς Εναγομένων στην καταβολή των δόσεων τους. Επίσης η Υπεράσπιση προσπάθησε να προωθήσει και τη θέση ότι η εν λόγω καθυστέρηση αφενός προκάλεσε οικονομική ζημιά στους Εναγόμενους και αφετέρου συνιστούσε απεμπόληση, κατ' ουσία, των δικαιωμάτων της Ενάγουσας Τράπεζας εναντίον της Εναγόμενης
  2. Τόσο ο Μ.Ε.1 αλλά κυρίως ο Μ.Ε.2, ο οποίος ήταν και ο Λειτουργός ο οποίος χειρίζετο τους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1, απορρίπτοντας τις πιο πάνω θέσεις της Υπεράσπισης με απόλυτα πειστικό και κατατοπιστικό τρόπο εξήγησε τόσο το λόγο που στην ουσία υπήρξε μία καθυστέρηση της τάξης των 22 περίπου μηνών από τον τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγομένων (από τον Μάιο του 2012 μέχρι τον Ιανουάριο του 2014) αναφερόμενος στις προσπάθειες εξεύρεσης εξωδικαστικού συμβιβασμού και παροχής χρόνου στην Εναγόμενη 1 για να προβεί σε πωλήσεις. Επεσήμανε, ταυτόχρονα, και το ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι από το Μάρτιο 2013, μεσολάβησαν τα γεγονότα με το κλείσιμο της Λαϊκής και μεταφοράς εργασιών από τη Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου. Όσο δε αφορά τον ισχυρισμό περί απεμπόλησης των δικαιωμάτων της Ενάγουσας ο Μ.Ε.2 ήταν και σε σχέση με αυτό το ζήτημα απόλυτα ξεκάθαρος. Η θέση του ότι στην προκειμένη περίπτωση που αφορούσε, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά ανέφερε, περίπτωση specialized lending η εξόφληση των δανείων εξαρτάτο κατά αποκλειστικότητα από την πώληση των κατοικιών που η Εναγόμενη 1 ανήγειρε και ότι, με αυτό το δεδομένο, η Τράπεζα έδινε χρονικά περιθώρια προς τον πελάτη για να προβεί στις πωλήσεις των ακινήτων του ή στις δέουσες ενέργειες προς εξόφληση των δανείων του, ήταν, κατά την εκτίμηση μου, απόλυτα πειστική και λογική. Μάλιστα απορρίπτοντας πλήρως τη θέση περί απεμπόλησης των δικαιωμάτων της Τράπεζας εξήγησε και πάλι πειστικά ότι σκοπός της Τράπεζας ήταν (και είναι σε κάθε περίπτωση) να εισπράξει και να εξοφλήσει τα δάνεια αντιμετωπίζοντας με αυτό το τρόπο το καρκίνωμα, όπως το χαρακτήρισε, των μη εξασφαλισμένων δανείων. Ζ. Κατάληξη Για τους λόγους που πιο πάνω έχω εξηγήσει και με βάση τη μαρτυρία που έχω αποδεχθεί εκδίδεται: (Ι) Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 - 5 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: (Α) €639.800,70 σεντ πλέον τόκο προς 9, 934% επί ποσού €619.213,70 από 17/9/2018 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, (Β) €189.869,30 σεντ πλέον τόκο προς 10,111% επί ποσού €185.814,04 από 17/9/2018 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, (Γ) €108.687,74 σεντ πλέον τόκο προς 10,336% επί ποσού €106.315, 74 από 17/9/2018 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, (Δ) €192.335,05 σεντ πλέον τόκο προς 10,261% επί ποσού €188.167,50 από 17/9/2018 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, (Ε) €201.643,32 σεντ πλέον τόκο προς 10,95% επί ποσού €196.987,47 από 17/9/2018 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, (ΣΤ) €302.828,17 σεντ πλέον τόκο προς 10,95% επί ποσού €295.836,01 από 17/9/2018 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους. (ΙΙ) Εναντίον της Εναγόμενης 1 Διατάγματα εκποίησης των Υποθηκών Υ2225/2006 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, Υ977/2007 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, Υ1371/2008 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, Υ1761/2008 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, Υ1763/2008 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, Υ2441/2008 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, Υ2442/2008 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου και πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της Εναγόμενης 1 που αναφέρεται στο παρακλητικό Β.1-7 της Αξίωσης της Έκθεσης Απαίτησης έναντι και/ή προς ικανοποίηση των δια των Υποθηκών εξασφαλισμένων υποχρεώσεων μετά τόκων και εξόδων. (ΙΙΙ) Εναντίον της Εναγόμενης 3 Διατάγματα εκποίησης των Υποθηκών Υ878/2009 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, Υ2294/2010 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, Υ787/2011 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, Υ788/2011 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου και πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της Εναγόμενης 3 που αναφέρεται στο παρακλητικό Γ.1-4 της Αξίωσης της Έκθεσης Απαίτησης έναντι και/ή προς ικανοποίηση των δια των Υποθηκών εξασφαλισμένων υποχρεώσεων μετά τόκων και εξόδων. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε, μεταξύ άλλων, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1Α.Α.Δ. 2192, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [2] Δέστε Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ.
  1. [3] Δυνάμει της υποθήκης Υ2225/2006 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 23 του Εγγράφου 1 (Τεκμήριο 11). [4] Δυνάμει της υποθήκης Υ977/2007 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 25 του Εγγράφου 1 (Τεκμήριο 12). [5] Δυνάμει της υποθήκης Υ1761/2008 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 27 του Εγγράφου 1 (Τεκμήριο 13). [6] Δυνάμει της υποθήκης Υ2441/2008 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 29 του Εγγράφου 1 (Τεκμήριο 14). [7] Δυνάμει της υποθήκης Υ1371/2008 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 31 του Εγγράφου 1 (Τεκμήριο 15). [8] Δυνάμει της υποθήκης Υ1763/2008 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 33 του Εγγράφου 1 (Τεκμήριο 16). [9] Δυνάμει της υποθήκης Υ2442/2008 το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 35 του Εγγράφου 1 (Τεκμήριο 17). [10] Δέστε, μεταξύ άλλων, Τεκμήρια 9Α και 9Β, 11, 13, 14, 15, 16, 18, 9, 20,
  2. [11] Δέστε Τεκμήριο
  3. [12] Δέστε Τεκμήριο
  4. [13] Δέστε Τεκμήριο
  5. [14] Δέστε Τεκμήριο
  6. [15] Δέστε Τεκμήρια 40Α, Β και Γ. [16]Δέστε πρακτικά ημερ. 2/11/2018 που αφορούν αντεξέταση του Μ.Ε.2: «Ε. Κύριε μάρτυς σου υποβάλλω ότι καθυστερήσεις υπήρχαν από τον πρώτο καιρό που συνήφθησαν τα ισχυριζόμενα δάνεια και όχι τους 20 μήνες πριν την καταχώρηση της αγωγής.» [17] Δέστε, επίσης, Σάββα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή αρ. 341/10, ημερ. 6/12/
  7. [18] Δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ [2001] 1 Α.Α.Δ.
  8. [19] Δέστε Barry Wynne ν. David Costaki Mavronikola ως Διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα [20091 1Α.Α.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/09 ημερ. 17/10/
  9. [20] Δέστε παραγράφους 67 και 68 του Εγγράφου
  10. [21] Δέστε Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.