Αναφορικά με τον Huseyin (Housein), Αρ. Γενικής Αίτησης: 91/2017, 31/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 91/2017 Αναφορικά με τον ... Huseyin (Housein) τέως εξ Αμμοχώστου Δ.Τ. ...., Αρ. Αίτ. 93/11 Μεταξύ: ....... Γιάλλουρου Ενάγοντα και Υπουργού Εσωτερικών, ως Κηδεμόνα των Εγκαταλειφθεισών Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Εναγόμενου ------------------------------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 26.11.2018 Ημερομηνία: 31.5.2019 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο / Αιτητή: κ. Σελίπας για κα Έλλη Φλωρέντζου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (για ν' ακούσει απόφαση η κα Χ''Ζαχαρία). Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κ. Κυριακίδης για Μάριος Ι. Κυριακίδης ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση η κα Ν. Κωνσταντίνου). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 24.10.2017 καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό εναρκτήρια κλήση (Δ.55 θ.1) εναντίον του Εναγόμενου με την οποία ζητά όπως αποφασιστούν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα και δοθούν οι ανάλογες οδηγίες:
- Περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητες ή/και υποχρεώσεις του Κηδεμόνα, ο διορισμός διαχειριστή για τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα σύμφωνα με τον Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο Κεφ. 189 και σχετικούς Κανονισμούς και η μεταβίβαση της στους κληρονόμους του;
- Εάν ναι, ο διορισμός του XXXXX Γιάλλουρου σαν διαχειριστή της περιουσίας του αποθανόντα κατόπιν αίτησης των κληρονόμων και μετά από παράλειψη του Κηδεμόνα να το πράξει, δημιουργεί αστική υποχρέωση του να πληρώσει στο διαχειριστή τα δικαιώματα του και τα άλλα έξοδα της διαχείρισης;
- Υπό το καθεστώς της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα από τον Κηδεμόνα δυνάμει του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991 Ν.139/91και δεδομένου ότι ο κληρονόμοι εγκρίνουν τους λογαριασμούς του διαχειριστή και συμφωνούν στον τρόπο διανομής της περιουσίας μεταξύ τους καθώς και στο ποσό των δικαιωμάτων του διαχειριστή και των άλλων εξόδων της διαχείρισης, ποιος βαρύνεται να τα πληρώσει, ο Κηδεμόνας από το Ταμείο Τουρκοκυπριακών Περιουσιών; ή οι κληρονόμοι;
- Εάν βαρύνονται οι κληρονόμοι και αδυνατούν να πληρώσουν τί οδηγίες θα πρέπει να δώσει το Δικαστήριο ώστε να μεταβιβαστούν τα ακίνητα στους κληρονόμους να πληρωθούν τα δικαιώματα του διαχειριστή και τα άλλα έξοδα της διαχείρισης και να κλείσει η διαχείριση;
- Εάν βαρύνεται η περιουσία η οποία συνίσταται μόνο σε ακίνητα, ελλείψει μετρητών στο ενεργητικό της, πώς θα εξασφαλιστούν οι αναγκαίοι πόροι για εξόφληση των δικαιωμάτων του διαχειριστή και η πληρωμή των άλλων εξόδων της διαχείρισης και τί οδηγίες θα πρέπει να δοθούν ώστε να κλείσει η διαχείριση;
- Εάν βαρύνεται ο Κηδεμόνας θα πρέπει να δοθούν οδηγίες για πληρωμή των δικαιωμάτων του διαχειριστή και των άλλων εξόδων της διαχείρισης από το Ταμείο Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ώστε να κλείσει η διαχείριση;» Ο Εναγόμενος κατόπιν επίδοσης της εν λόγω κλήσης καταχώρησε εμφάνιση στις 28.11.
- Στη συνέχεια, ο Ενάγοντας καταχώρησε την αίτηση ημερομηνίας 26.4.2018, με την οποία ζητά οδηγίες από το Δικαστήριο για τη μαρτυρία που πρέπει να προσκομίσει ώστε το Δικαστήριο να επιληφθεί και να επιλύσει τα εγειρόμενα με την αίτηση ζητήματα. Η εν λόγω αίτηση, σημειώνεται, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, εις την οποία επισυνάπτει διάφορα Τεκμήρια. Η πλευρά του Εναγομένου αντί καταχώρησης ένστασης στην αίτηση αμέσως πιο πάνω, προέβη στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης ημερομηνίας 26.11.2018, με την οποία εξαιτείται από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση της Αίτησης 91/17 ημερ.26/4/18 ως εξ υπαρχής άκυρης, ανυπόστατης και αντικανονικής (ipso fact null and void), για το λόγο ότι η ρηθείσα αίτηση καταχωρήθηκε αντινομικά και χωρίς δικαιοδοτική ή και νομική βάση σύμφωνα με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην αίτηση 93/11 ημερομηνίας 23/2/
- Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση της επίδοσης της αίτησης 91/17 ημερομηνίας 10/5/
- Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση της όλης διαδικασίας ως άκυρης αντικανονικής και / ή ανυπόστατης. Δ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία ήθελε διατάξει το Σεβαστό Δικαστήριο.» Η αίτηση βασίζεται επί των άρθρων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 Θ1-3, Δ.57 Θ.1-3, Δ.55, Δ.57 Θ.1, 2 και 3, Δ.64 Θ.1
(1),
(2), 3 και 2, Δ.48 Θ 1-9 και επί του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου, επί του περί Διαχειρίσεων Κληρονομικών Αποθανόντων Νόμου Κεφ. 189, επί του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση δε συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας XXXXX Χρίστου, από την Λευκωσία, εις την οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη XXXXX Χρίστου, από την Λευκωσία ορκίζομαι και λέγω τα κάτωθι
- Είμαι Λειτουργός στο Υπουργείο Εσωτερικών και τοποθετημένη στο Επαρχιακό Γραφείο της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Είμαι σε συνεργασία με τα κεντρικά γραφεία της υπηρεσίας μου και στην παρούσα έχω στην κατοχή μου τον φάκελο της υπόθεσης και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα αυτής. Εκεί που δεν έχω προσωπική γνώση αντλώ γνώση από την δικηγόρο της Δημοκρατίας, και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα Ένορκο Δήλωση.
- Ο εν λόγω αιτητής καταχώρισε την υπό εκδίκαση αίτηση με την οποία ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να δίδονται οδηγίες από το Δικαστήριο για τη μαρτυρία που θα πρέπει να προσκομιστεί ώστε να επιληφθεί και να επιλύσει τα εγειρόμενα με την αίτηση ζητήματα. Η αναφορά σε αίτηση δεν διευκρινίζεται από τον αιτητή. Ως εκ τούτου είναι σημαντικό να γίνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης.
- Οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα, υπέβαλαν αίτηση μέσω του διαχειριστή της περιουσίας, ήτοι του αιτητή, με την οποία ζητούσαν, στα πλαίσια της διαχείρισης, την πώληση της υπό διαχείριση περιουσίας ώστε να πληρωθούν τα έξοδα αυτή. Έξοδα τα οποία είχαν συμφωνηθεί μεταξύ του διαχειριστή και κληρονόμων. Πρόκειται για την αίτηση 93/11, την οποία επισυνάπτω ως ΤΕΚ
- Με επιστολή από το αρμόδιο τμήμα ημερομηνίας 16/6/15, ζητήθηκε από το δικηγόρο του αιτητή να προσκομίσει περαιτέρω στοιχεί για την κληρονομούμενη περιουσία καθώς και στοιχεία για τον τουρκοκύπριο αποβιώσαντα ώστε να μπορέσει να εξεταστεί το αίτημά του, η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται ως ΤΕΚ
- Με την παραλαβή των πρόσθετων στοιχείων στάληκε σύμφωνα με την ακολουθούμενη διαδικασία επιστολή προς την αρμόδια αρχή για διερεύνηση κατά πόσο ο αποβιθώσας ή και οι κληρονόμοι του κατέχουν ε/κ περιουσία στα κατεχόμενα. Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται ως ΤΕΚ
- Απαντώντας την εν λόγω επιστολή διαφάνηκε ότι ο αποβιώσας και η σύζυγός του εγκαταστάθηκαν σε ε/κ οικία και σε αυτήν διέμεναν μέχρι τέλους. Το ίδιο και τα παιδιά τους.
- Ο ίδιος αιτητής είχε καταχωρίσει στο παρελθόν, στα πλαίσια της αίτησης διαχείρισης της εν λόγω περιουσίας αίτηση με την οποία ζητούσε άδεια του Δικαστηρίου για πώληση της κληρονομούμενης περιουσίας, χωρίς να έχει εξασφαλίσει τ ην εκ του νόμου απαιτούμενη συγκετάθεση του Κηδεμόνα. Το Δικαστήριο, όπως καλά πληροφορούμαι και γνωρίζω, απέρριψε την εν λόγω αίτηση και έκρινε πρόωρη την προώθησή της. Δεν εφεσιβλήθηκε η απόφαση. Αντί οποιουδήποτε άλλου δικονομικού μέτρου, ο αιτητής καταχώρισε την παρούσα.
- Για αυτό βάσει νομικής συμβουλής του δικηγόρου της Δημοκρατίας εξ αιτούμεθα από το Σεβαστό Δικαστήριο Διατάγματα που να διατάσσει τη ακύρωση της πρωτογενούς αίτησης ως άκυρης και ανυπόστατης και αντικανονικής για το λόγο ότι η παρούσα καταχωρήθηκε αντινομικά και χωρίς δικαιοδοτική ή και νομική βάση σύμφωνα με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην αίτηση 93/11 ημερομηνίας 23/2/16 εκπρόθεσμα καθώς επίσης τη ακύρωση της επίδοσης και όλης της διαδικασίας ως άκυρης ανυπόστατης και αντικανονικής. Όλα τα ανωτέρω εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω είναι ορθά και αληθή.» Ο Ενάγοντας αντέδρασε στην εν λόγω αίτηση καταχωρώντας Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης, εις την οποία αναφέρονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «Α) Ο Εναγόμενος έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου καταχωρώντας κανονικό Σημείωμα Εμφανίσεως και όχι υπό διαμαρτυρία. Β) Η Αίτηση καταχωρήθηκε πριν από την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες. Γ) Με την Αίτηση ζητείται ακύρωσης της Ενδιάμεσης Αίτησης ημ. 26.4.2018, ενώ το θέμα θα έπρεπε να εγερθεί με Ένσταση. Δ) Η νομική βάση της Αίτησης, ημ. 26.11.2018 δεν στηρίζει το αιτητικό της. Ε) Τα γεγονότα της Ένορκης Δήλωσης ημ. 26.11.2018 δεν στηρίζουν το Αιτητικό της Αίτησης ιδίας ημερομηνίας. ΣΤ) Με την Αίτηση ημ. 24.10.2017 και την Ενδιάμεση ημ. 26.4.2018, δεν ζητείται διαταγή ή απόφαση επί αστικής φύσεως δικαιωμάτων αλλά καθοδήγηση και σύμφωνα με τη Δ.27 Θ.4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, δεν υπόκειται σε διαγραφή κατά τη Δ.27 Θ.Θ. 1-
- Ζ) Η απόφαση ημ. 23.2.2016 στην Αίτηση 93/11, δεν στερεί δικαιοδοτικής βάσης την ενδιάμεση Αίτηση του Ενάγοντα ημ. 26.4.
- Η) Η απόφαση ημ. 23.2.2016 στην Αίτηση 93/11, δεν στερεί δικαιοδοτικής βάσης την Εναρκτήρια Αίτηση του Ενάγοντα. Θ) Παραμερισμός της ενδιάμεσης Αίτηση του Ενάγοντα ημ. 26.4.2018, δεν τερματίζει το σύνολο ή μέρος του αιτητικού της Εναρκτήριας Αίτησης - Αγωγής με αρ. 91/
- Ι) Η Απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 23.2.2016 στην Αίτηση Διαχείρισης 93/2011, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα πώλησης ακινήτου της περιουσίας από το διαχειριστή για πληρωμή των φόρων, των δικαιωμάτων του σαν διαχειριστή και των πραγματικών εξόδων του για τη διαχείριση, δεν αποτελεί κώλυμα, ούτε στερεί την Εναρκτήρια Αίτηση δικαιοδοτικής βάσης με αίτημα την καθοδήγηση για επίλυση του αδιεξόδου που δημιουργήθηκε, με εξασφάλιση πόρων για εξόφληση των υποχρεώσεων της περιουσίας και συμπλήρωση της διαχείρισης.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.2
(3), Θ.9
(0), Θ. 4
(1), Δ.27 Θ. 1, Θ. 2, Θ. 3, Θ. 4, Δ.30 Θ. 1 (α), Δ.55 Θ. 1, Θ. 2, Θ. 3, Θ. 4, Δ.64 Θ. 1
(1), Θ. 1
(2), Θ. 1
(3), στον Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο Κεφ. 189 αρ. 53, το αρ. 30.2, 3 (β) και 3 (γ) του Συντάγματος και επί των Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται στο σώμα της ένστασης τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του XXXXX Γιάλλουρου-Ενάγοντα και είναι τα ακόλουθα: (α) Ο Εναγόμενος καταχώρησε Σημείωμα Εμφανίσεως στις 28.11.2017 χωρίς διαμαρτυρία. (β) Η υπό εξέταση ενδιάμεση Αίτηση ημ. 26.11.2018 καταχωρήθηκε πριν από την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες. (γ) Με την υπό εξέταση ενδιάμεση Αίτηση του Εναγόμενου ημ. 26.11.2018, ζητείται ακύρωση ενδιάμεσης Αίτησης του Ενάγοντα ημ. 26.4.
- (δ) Με την Εναρκτήρια Αίτηση του ημ. 24.10.2017 και την Ενδιάμεση του ημ. 26.4.2018, ο Ενάγων ζητά καθοδήγηση και όχι απόφαση ή διαταγή ικανοποίησης αστικής φύσεως δικαιωμάτων. (ε) Ο Εναγόμενος δεν προσφέρει μαρτυρία που να στηρίζει το αίτημα για παραμερισμό της επίδοσης της ενδιάμεσης Αίτησης του Ενάγοντα ημ. 10.5.
- (στ) Ο Εναγόμενος δεν προσφέρει μαρτυρία που να στηρίζει το αίτημα του για ακύρωση της διαδικασίας της ενδιάμεσης Αίτησης του Ενάγοντα ημ. 26.4.
- (ζ) Ο Εναγόμενος δεν αμφισβητεί τα γεγονότα της Ένορκης Μαρτυρίας του Ενάγοντα προς υποστήριξη της ενδιάμεσης Αίτησης του ημ. 26.4.2016 για Οδηγίες αναφορικά με τη μαρτυρία που θα πρέπει να προσκομίσει ώστε το Δικαστήριο να επιληφθεί και επιλύσει τα εγειρόμενα με την Αίτηση ζητήματα και δώσει καθοδήγηση.» Στην ένορκη δήλωσή του δε ο κ. XXXXX Γιάλλουρος αναφέρει τα εξής: «Ο κάτωθεν υπογεγραμμένος XXXXXX Γιάλλουρος από την Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι ο Ενάγων, στην υπό τον ωσάνω αριθμόν και τίτλο Εναρκτήρια Αίτηση και Καθ' ου η Αίτηση.
- Καταχώρησα την ενδιάμεση Αίτηση ημ. 26.4.2018 κατά δικονομική επιταγή σύμφωνα με τη Δ.55 Θ. 3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας.
- Ό,τι αναφέρω στην Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης μου καθώς και τα Τεκμήρια που επισυνάπτω σ' αυτήν, είτε περιήλθαν στη γνώση και κατοχή μου, ως εκ της ιδιότητας του Αιτητή στην Αίτηση Διαχείρισης με αρ. 93/11 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου και του Ενάγοντα στην υπό τον ωσάνω αριθμόν και τίτλο Εναρκτήρια Αίτηση, είτε είναι πληροφορίες από τους δικηγόρους μου, οι οποίοι καταχώρησαν την παρούσα και την Εναρκτήρια Αίτηση.
- Ο Εναγόμενος - Αιτητής δεν αμφισβητεί τίποτε από τη μαρτυρία που έχω ενόρκως προσφέρει προς υποστήριξη της Αίτησης μου.
- Παραδέχομαι τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου - Αιτητή στις παρ. 3, 4, 5, και 6 της Ένορκης Δήλωσης προς υποστήριξη της Αίτησης, έχω όμως νομική συμβουλή από τους δικηγόρους μου ότι είναι άσχετοι προς τα θέματα της Αίτησης μου ημ. 26.4.2018 για Οδηγίες ως προς τη μαρτυρία που θα πρέπει να προσκομίσω ώστε το Δικαστήριο να επιληφθεί και επιλύσει τα εγειρόμενα με την Εναρκτήρια Αίτηση ζητήματα.
- Βασιζόμενος σε πληροφορίες και νομική συμβουλή από τους δικηγόρους μου, αμφισβητώ την ορθότητα της νομικής συμβουλής που ο Εναγόμενος - Αιτητής εκθέτει στην παρ. 7 της Ένορκης Δήλωσης προς υποστήριξη της Αίτησης του και λέγω ότι η απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 23.2.2016 στην Αίτηση Διαχείρισης 93/2011 Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, όχι μόνο δεν αποτελεί δικαιοδοτικό κώλυμα να επιληφθεί το Δικαστήριο της Αίτησης μου ημ. 26.4.2018 αλλά και επιβάλλει την ανάληψη δικαιοδοσίας προς εξέταση της, ώστε να υπερφαλαγγιστεί το αδιέξοδο που δημιουργήθηκε με την απόφαση, καθοριστούν οι υποχρεώσεις του Κηδεμόνα αναφορικά με τη μεταβίβαση των υπό την κηδεμονία του Τουρκοκυπριακών περιουσίων στους κληρονόμους και επιλυθεί το πρόβλημα της εξασφάλισης πόρων για πληρωμή των υποχρεώσεων της περιουσίας ώστε να κλείσει η διαχείριση.
- Για τους Λόγους Ένστασης που αναφέρω στην Ένσταση μου και επαναλαμβάνω και υιοθετώ, καθώς και για τους πιο πάνω λόγους που εκθέτω σαν ένορκη μαρτυρία προς υποστήριξη της Ένσταση μου, η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.» Η ακρόαση της αίτησης προχώρησε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο και εν πάση περιπτώσει στη βάση του περιεχομένου του φακέλου της υπόθεσης, χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οιουδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Η επιχειρηματολογία δε, των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών εμπεριέχεται στις γραπτές αγορεύσεις που έχουν ετοιμάσει και παραδώσει στο Δικαστήριο. Πολύ επιγραμματικά, στο σημείο αυτό παραθέτω τα κύρια σημεία των αγορεύσεων. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο-Αιτητή, η κυρίως αίτηση και η όλη διαδικασία εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να ακυρωθεί ως εξ υπαρχής άκυρη, ανυπόστατη και αντικανονική αφού: - Δεν υπάρχει συγκεκριμένο αίτημα εκ μέρους του Ενάγοντα, αλλά, εν πάση περιπτώσει, το αιτητικό αφορά ερωτήματα για πράξεις ή ενέργειες του Κηδεμόνα που του παρέχει ο Νόμος. - Το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να καλύψει το κενό στη Νομοθεσία, αν υπάρχει, για το θέμα εξόδων. - Η ειδοποίηση εμφάνισης που καταχώρησε ο Εναγόμενος χωρίς διαμαρτυρία δεν διαφοροποιεί το δεδομένο της αντικανονικότητας της διαδικασίας. - Τα ερωτήματα είναι αντινομικά, καταχρηστικά και δεν εμπίπτουν στο εύρος της δικαιοδοτικής βάσης εξέτασης από το Δικαστήριο. - Μεγάλο μέρος των ερωτημάτων καλύπτεται από δεδικασμένο προηγούμενης διαδικασίας με τους ίδιους διαδίκους. - Επιδιώκεται η λύση ερωτημάτων ως αν το Δικαστήριο να είναι γνωμοδοτικό όργανο ή το Δικαστήριο να επιλύει νομικά ερωτήματα επί ματαίω. - Το ζήτημα των εξόδων αποτέλεσε αντικείμενο της ενδιάμεσης αίτησης στη Διαχείριση 93/
- - Το Δικαστήριο δεν νομοθετεί. Η δε ερμηνεία του Νόμου γίνεται στα πλαίσια συγκεκριμένου αιτήματος υποβληθέντος προς την εκτελεστική εξουσία, οι πράξεις και οι ενέργειες της οποίας κρίνονται από το Δικαστήριο στα πλαίσια της υφιστάμενης Νομοθεσίας. Τούτο ορίζεται από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Στην αγόρευση του δε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα σημειώνει τα εξής: - Ούτε στο σώμα της αίτησης, ούτε στη μαρτυρία που δόθηκε με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει εκτίθεται οιονδήποτε γεγονός που να υποστηρίζει ότι η αίτηση είναι εξ υπαρχής άκυρη, ανυπόστατη και αντικανονική. - Η απόφαση στην αίτηση 93/11 είναι πρωτόδικη και μη δεσμευτική και εν πάση περιπτώσει δεν δημιουργεί δεδικασμένο, ούτε περιέχει οτιδήποτε που στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να επιληφθεί της αρχικής αίτησης ή της ενδιάμεσης αίτησης 26.4.
- - Με την αρχική αίτηση του ο Ενάγων ζητά να αποφασιστούν σειρά ερωτημάτων και να δοθούν οδηγίες ώστε να υπερφαλαγγιστεί το αδιέξοδο που δημιουργήθηκε, με την άρνηση του Κηδεμόνα να συγκατατεθεί σε πώληση ακινήτου. Ο Ενάγοντας επιδιώκει μόνο οριοθέτηση και συγκεκριμενοποίηση υπό μορφή απάντησης στα ερωτήματα του, των αρμοδιοτήτων και υποχρεώσεων του Κηδεμόνα αφού σαν διαχειριστής της περιουσίας του αποθανόντος Raif με βάση τον Νόμο 139/1991 δεν αναλαμβάνει τη διαχείρισή της και βάσει του Κεφ. 189 να τη μεταβιβάσει στους κληρονόμους, αλλά την εγκαταλείπει στη διαχείριση του Ενάγοντα στην αρχική αίτηση για να τη διαχειριστεί στερώντας του ταυτόχρονα οικονομικούς πόρους από πώληση ακινήτου της για να τη συμπληρώσει και κλείσει αφήνοντάς τον εκτεθειμένο. - Στη συνέχεια, ο ευπαίδευτος συνήγορος προβαίνει σε ανάλυση των λόγων ένστασης που αναφέρονται στην ένσταση που έχει καταχωρηθεί και καταλήγει να πει ότι ο Κηδεμόνας θα πρέπει να αναλάβει και τα έξοδα και τους φόρους κληρονομίας αφού δεν επιτρέπει πώληση ακινήτου της περιουσίας γι' αυτόν τον σκοπό και από τη στιγμή που ο Διαχειριστής δεν έχει δικαίωμα να διεκδικήσει τα έξοδα και τους φόρους από τους κληρονόμους. Σύμφωνα με το άρθρο 53 του Κεφ.189, υπό τον τίτλο «Επίλυση ορισμένων θεμάτων με εναρκτήρια κλήση (originating summons)»: «53.-
(1)Πρoσωπικoί αvτιπρόσωπoι ή oπoιoσδήπoτε από αυτoύς, πιστωτές, κληρoδόχoι ή oι πλησιέστερoι συγγεvείς, ή πρόσωπα πoυ αξιώvoυv μέσω τωv εv λόγω πιστωτώv ή δικαιoύχωv με εκχώρηση ή με άλλo τρόπo, δύvαvται vα ζητήσoυv από τo Δικαστήριo με εvαρκτήρια κλήση (originating summons) τηv επίλυση, χωρίς διαχείριση της κληρovoμιάς σε Δικαστήριo, oπoιoυδήπoτε από τα πιo κάτω ζητήματα ή θέματα: (α) oπoιoδήπoτε ζήτημα πoυ επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα συμφέρovτα τoυ πρoσώπoυ πoυ αξιώvει ότι είvαι πιστωτής, κληρoδόχoς, o πλησιέστερoς συγγεvής ή εκ τoυ vόμoυ κληρovόμoς (β) τη διακρίβωση oπoιασδήπoτε τάξης πιστωτώv, κληρoδόχωv, πλησιέστερωv συγγεvώv ή άλλωv (γ) τηv παρoχή oπoιωvδήπoτε συγκεκριμέvωv λoγαριασμώv από τoυς εκτελεστές ή τoυς διαχειριστές και όταv είvαι αvαγκαίo, τα απoδεικτικά στoιχεία τωv εv λόγω λoγαριασμώv (δ) τηv καταβoλή στo Δικαστήριo oπoιωvδήπoτε χρημάτωv πoυ βρίσκovται στα χέρια τωv εκτελεστώv ή τωv διαχειριστώv (ε) τηv έκδoση διαταγώv πρoς τoυς εκτελεστές ή τoυς διαχειριστές για vα διαπράξoυv ή vα απέχoυv από τη διάπραξη oπoιασδήπoτε συγκεκριμέvης πράξης υπό τηv ιδιότητα τoυς ως εκτελεστώv ή διαχειριστώv (στ) τηv έγκριση oπoιασδήπoτε πώλησης, αγoράς, συμβιβασμoύ ή άλλης συvαλλαγής (ζ) τηv επίλυση oπoιoυδήπoτε ζητήματoς πoυ πρoκύπτει κατά τη διαχείριση της κληρovoμιάς.
(2)Οι Διαδικαστικoί Καvovισμoί πoυ ισχύoυv εκάστoτε, oι oπoίoι αφoρoύv εvαρκτήριες κλήσεις (originating summons) εφαρμόζovται σε κάθε διαδικασία δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ.
(3)Αιτήσεις δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ δύvαvται vα ακoύovται και vα απoφασίζovται όχι εvώπιov ακρoατήριo (in chambers). » Η Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχει ως εξής: " DECLARATION ON ORIGINATING SUMMONS
- Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.
- The Court or Judge may direct such persons to be served with the summons as they or he may think fit.
- The application shall be supported by such evidence as the Court or Judge may require.
- The Court or Judge shall not be bound to determine any such question of construction if in their or his opinion it ought not to be determined or originating summons." Στην απόφαση Τερζής v. Πετουφά
(2011)1 Α.Α.Δ. 336, αναφέρονται τα εξής: «Σε σχέση με τις συνδυασμένες πρόνοιες της Δ.55 των Θεσμών και του Αρθρου 53 του Νόμου, διευκρινίστηκε στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Wilfrid Wortham κ.ά. v. Ντίνας Τσίμον κ.ά.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1442, στη σελίδα 1452, ότι η ουσιαστική φύση των θεραπειών του Αρθρου 53 καθορίζεται από αυτό και η παραπομπή στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς αποβλέπει στην κάλυψη του θέματος από την καθαρά δικονομική σκοπιά. Εκείνο δε που σαφώς προκύπτει, είναι πως οι θεραπείες που αναφέρει μπορούν να δοθούν στο πλαίσιο εναρκτήριας κλήσης, για την οποία θα ισχύουν οι ιδιαίτερες δικονομικές διατάξεις. Το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από το κείμενο των πιο πάνω νομοθετικών και δικονομικών διατάξεων και την ορθή ερμηνεία τους, είναι ότι οι εκτελεστές, διαχειριστές ή ενδιαφερόμενα πρόσωπα, απευθύνονται στο Δικαστήριο στη βάση της Δ.55, έτσι ώστε το Δικαστήριο να αποφασίσει κάποια θέματα και να επιλύσει κάποια αμφίρροπα ή αμφισβητούμενα σημεία που εγείρονται κατά τη διαχείριση περιουσίας αποβιώσαντα. Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται των εγειρόμενων θεμάτων και επιλύει τα παραπεμφθέντα ζητήματα, δίδοντας σχετικές οδηγίες.» H Δ.27 ΘΘ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία μπορεί κατ' αναλογία θεωρώ να τύχει εφαρμογής (βλ. Πολ.Αίτ. 115/17, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ JUNPORT INTERNATIONAL LIMITED K.A., ημερ. 15/09/17) προνοεί τα ακόλουθα: "
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. " Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι -v- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ.225, αναφέρθηκαν τα εξής: " Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία η οποία διέπει τον καθορισμό και την επίλυση θέματος βάσει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Βλ. μεταξύ άλλων, Western S.S. Co v. Amaral Sutherland & Co. [1914] 3 K.B.
- Windsor Refrigerator Co Ltd. v. Branch Nominees Ltd [1961] Ch.
- Isaacs and Sons Ltd. v. Cook [1925] 2 K.B. 886 Anderson v. Midland Railway [1902] 1 Ch.
- Papamichael v. Haholiades
(1970)1 C.L.R. 306. Malachtou v. Armefti and another
(1984)1 C.L.R.548). Ο,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. .." Περαιτέρω στην Κυριάκος Σάββα -v- Λαική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ.609, λέχθηκε ότι: ".. Όπως αναφέρθηκε στην Χ"Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 A.A.Δ 949, διαταγή δυνάμει της Δ.27, θ.1 για εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στην περίπτωση σημείου που το εγειρόμενο θέμα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου θα πρέπει να αποφασίζεται κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η παρούσα περίπτωση κατά την άποψη μας δεν ήταν καθαρή περίπτωση. " Επίσης στην Πολ.Εφ.151/2010 Liberty Life insurance Public Co Ltd -v- Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου, ημερ.7/3/14, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι: " Η Δ.27 θ.3 παρέχει κατ΄ ουσία στο Δικαστήριο το μηχανισμό και την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει την αγωγή όταν δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής ή ως επιπόλαια ή παρενοχλητική, εξουσία που αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο και ασκείται με φειδώ (Ν. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 Α.Α.Δ.1338). Συνεπώς, σε αντίθεση με ότι εισηγείται η πλευρά του ενάγοντα, θεωρώ πως η Δ.27 Θ.3 σε συνδυασμό με τη Δ.55 Θ.4 παρέχουν στο Δικαστήριο την εξουσία να ακυρώσει την εναρκτήρια κλήση ή και την διαδικασία γενικότερα εξ υπαρχής (βλ. και την απόφαση JUNPORT ανωτέρω). Έχοντας μελετήσει την αίτηση και την ένσταση, αλλά και το περιεχόμενο του φακέλου γενικότερα, έχω καταλήξει ότι η αίτηση του Εναγόμενου θα πρέπει να επιτύχει. Εξηγώ.
- Κατ' αρχήν έχοντας υπόψη το πιο πάνω άρθρο 53 του Κεφ. 189 και την αναφορά σε αυτό «.χωρίς διαχείριση της κληρονομιάς σε Δικαστήριο.», θεωρώ πως είναι σαφές ότι η εναρκτήρια κλήση του Ενάγοντα, εφόσον είναι παραδεκτό ότι εκκρεμεί και ευρίσκεται σε εξέλιξη διαχείριση της κληρονομιάς του αποθανόντος, δεν συνιστά ορθό δικονομικό μέτρο (βλ. το σύγγραμμα του Αχιλλέα Αιμιλιανίδη «Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο», 3η έκδοση, σελ. 222-223 και την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αίτηση 100/14, Αναφορικά με την περιουσία του αποβιώσαντα Νικηφόρου, ημερομηνίας 8.1.2015). Εφόσον, προσθέτω, υπάρχει σε εξέλιξη διαχείριση τότε τα θέματα που την αφορούν θα πρέπει να επιλυθούν στα πλαίσια αυτής.
- Ανεξάρτητα των ανωτέρω, αναφέρω εδώ ότι έχω μελετήσει με προσοχή την απόφαση του αδελφού Α.Ε.Δ., Χρ.Φιλίππου, ημερομηνίας 23.2.2016, στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης 93/11 (Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση του 26.4.2018). Εκεί, πράγματι, το Δικαστήριο αναλύοντας τον Νόμο για τις Τουρκοκυπριακές Περιουσίες 139/91 απέρριψε την αίτηση του Διαχειριστή της περιουσίας, Ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, με την οποία ζητούσε άδεια για πώληση δύο ακινήτων της κληρονομικής περιουσίας (στη βάση του άρθρου 33 του Κεφ.189) προκειμένου να εξοφληθούν τα έξοδα του Διαχειριστή, οι φόροι και τα έξοδα της Αίτησης Διαχείρισης κρίνοντας την πρόωρη. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής (η υπογράμμιση είναι δική μου): « Το Δικαστήριο εάν ήθελε ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και εγκρίνει μια τέτοια αίτηση μπορεί αν κρίνει σκόπιμο να διατάξει και με ποιο τρόπο θα δαπανηθούν ή διανεμηθούν τα χρήματα που θα προέλθουν από τη διάθεση της περιουσίας. Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση υποβλήθηκε από πρόσωπο που έχει αυτό το δικαίωμα, τον διαχειριστή της κληρονομικής περιουσίας. Η αίτηση τυγχάνει της έγκρισης των κληρονόμων του αποβιώσαντος και έχει επιδοθεί σε αυτούς και αυτοί επέλεξαν να μην εμφανιστούν. Στη βάσει των πιο πάνω δεδομένων αν δεν υπήρχε ο Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1991 (Ν. 139/1991), δεν θα είχα κανένα ενδοιασμό να ενέκρινα την αίτηση. Η μη προσκόμιση στοιχείων εκ μέρους των κληρονόμων για την οικονομική τους αδυναμία για την καταβολή των εξόδων της διαχείρισης και των φόρων ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα ήταν αποτρεπτικός παράγοντας για τη θετική αντίκριση του αιτήματος. Οι πρόνοιες όμως του πιο πάνω Νόμου είναι απαγορευτικές στην έγκριση ενός τέτοιου αιτήματος στη βάσει του άρθρο 33 για τους λόγους που θα ξηγήσω στη συν΄χεια. Όπως ανέφερα και στην αρχή της απόφασης μου η επίδικη περιουσία εμπίπτει στη διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και η «έκρυθμη κατάσταση» που δημιούργησε η Τουρκική εισβολή δεν έχει λήξει με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου δημοσιευμένη στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και επομένως όλες οι πρόνοιες του είναι σε πλήρη ισχύ. Στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ανήκει η εξουσία κάτω ασφαλώς από καθορισμένες προϋποθέσεις και αν αυτές εκπληρώνονταν και τις οποίες αυτός θα έκρινε ως κατάλληλες να δώσει μια τέτοια άδεια όπως επιζητεί ο αιτητής στην παρούσα αίτησή του. Θα συμφωνήσω απόλυτα με τους λόγους ένστασης 1 - 7 τους οποίους προβάλλει η Δημοκρατία και τους οποίους κατέγραψα πιο πάνω στις σελ. 5 και 6, τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω υιοθετώντας τους όμως αυτούσιους όπως προβλήθηκαν. ............................ Ο Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1991 (Ν. 139/1991) είναι νεότερος νόμος από το Κεφ. 189 και είναι ειδικότερος εφόσον ρυθμίζει ακριβώς την τύχη των εγκαταλειφθησών από το 1974 Τουρκοκυπριακών Περιουσιών από τους νόμιμους ιδιοκτήτες τους οι οποίες ευρίσκονται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Εφόσον αυτές οι περιουσίες όπως και η επίδικη, τέθηκαν υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα, τυχόν έγκριση ενός τέτοιου αιτήματος θα ήταν ένας εύσχημος τρόπος παράκαμψης του νόμου αυτού. Εφόσον ο αιτητής δεν αποτάθηκε στον κατά το Νόμο αρμόδιο για να αποφανθεί επί του αιτήματος του η αίτηση του στο Δικαστήριο θεωρείται ως πρόωρη και αχρείαστη θα έλεγα, εφόσον τυχόν έγκριση της από τον Κηδεμόνα θα την καθιστούσε ίσως ακόμα και περιττή στη βάση του άρθρου 33 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου (Κεφ.189), εφόσον έχει την συγκατάθεση όλων των κληρονόμων για να προβεί σε πώληση μέρους της κληρονομίας για σκοπούς πληρωμής των εξόδων της διαχείρισης και των κτηματικών φόρων. Οι εξουσίες του προσώπου που διορίστηκε ως διαχειριστής της περιουσίας Τουρκοκύπριου αποβιώσαντος βάσει του Κεφ. 189, δεν μπορούν να ασκούνται κατά τρόπο που να καταστρατηγούν ή να αντίκεινται στον ειδικό Νόμο που ρυθμίζει αυτή την περιουσία ήτοι τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1991 (Ν. 139/1991) ο οποίος στο άρθρο 3 υπό τον τίτλο «Κηδεμόνας τουρκοκυπριακών περιουσιών» προνοεί τα ακόλουθα:.......... » Και καταλήγει ως εξής: « Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις που διέπουν το ζήτημα που καλούμαι να αποφασίσω, βρίσκω ότι ο αιτητής αποτάθηκε στο Δικαστήριο για εξασφάλιση της αιτούμενης άδειας πρόωρα. To πρόωρο της αίτησης καταδεικνύεται και από την έκβαση της υπόθεσης Μιχαλάκης Κασή Κτηματική Λτδ κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
- Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών κ.α. Αρ. Υποθ. 462/2013 ημερ. 15.07.2015, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, και τούτο καθώς σε εκείνη την υπόθεση οι αιτητές ενώ είχαν εξασφαλίσει σχετικό διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο με το οποίο διατάσσονταν οι Αιτητές όπως πωλήσουν το επίδικο ακίνητο, και όπως παρουσιαστούν ενώπιον του Αρμόδιου Κτηματολογίου και υπογράψουν δήλωση για εγγραφή και μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου επ΄ονόματι οιουδήποτε προσώπου ήθελε αυτό πωληθεί, εντούτοις ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ως το αρμόδιο κατά νόμο όργανο, στη συνέχεια απέρριψε το αίτημα όταν υποβλήθηκε σε αυτόν για τους ειδικούς λόγους που καταγράφηκαν σε εκείνη την απόφαση. Επομένως, καταδεικνύεται ότι η εξέταση μιας τέτοιας αίτησης για να επιτραπεί η πώληση ενός Τουρκοκυπριακού Ακινήτου που εμπίπτει στη Διαχείριση του Κηδεμόνα εμπίπτει αποκλειστικά στις αρμοδιότητες του στη βάσει της πιο πάνω νομοθεσίας στην οποία ήδη αναφέρθηκα. Κατά συνέπεια εφόσον άνευ ετέρου απαιτείται η πιο πάνω συγκατάθεση, η προηγούμενη αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου στη βάση των προνοιών του Άρθρου 33 και η εξασφάλιση σχετικής άδειας όπως επιδιώκει ο Αιτητής στην παρούσα δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως πρόωρη. Με όλο τον σεβασμό δεν με βρίσκει σύμφωνο και η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή ότι: «Ο Υπουργός Εσωτερικών δεν έχει (locus standi) σε αυτή τη διαδικασία με την οποία ο Αιτητής ζητά την άδεια του Δικαστηρίου για να πωλήσει ένα από τα δύο ακίνητα της περιουσίας με σκοπό την πληρωμή των εξόδων της διαχείρισης και της αμοιβής του.» Σημειώνω ότι η εξασφάλιση του διατάγματος στην υπόθεση Μιχάλη Κασή Κτηματική Λτδ (πιο πάνω), έγινε χωρίς να λάβει γνώση ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών στον οποίο δεν επιδόθηκε η αίτηση. Τα πιο πάνω προκύπτουν από μελέτη του Φακέλου της Διαχ. 211/2008 η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται ενώπιον μου μέχρι και σήμερα, μετά από πέντε χρόνια από τότε που εκδόθηκε εκείνο το διάταγμα για σκοπούς ελέγχου της πορείας της διαχείρισης, ως είχα τη δυνατότητα να το κάμω. Ούτε η θέση του ότι: «Ο Αιτητής δεν ζητά την άδεια του Δικαστηρίου για ακαδημαϊκούς λόγους. Μετά την τυχόν αποδοχή της Αίτησης του, θα αποφασίσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις πώλησης δυνάμει του Ν. 139/91 ή αν θα εγείρει αξιώσεις εναντίον του Κηδεμόνα για αποζημιώσεις βάσει του ιδιωτικού δικαίου.» Θα έλεγα δε ότι ενόψει των περιστατικών της υπόθεσης τέτοιες προϋποθέσεις θα δημιουργούνταν μόνο στην περίπτωση που θα αρθεί η ¨έκρυθμη κατάσταση¨ κάτι που είναι άγνωστο πότε θα συμβεί αυτό. Γνωστή είναι η αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν πράττουν επί ματαίω. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. » Ο Ενάγοντας όμως, αντί να ακολουθήσει τον «δρόμο» θα έλεγα που του υπέδειξε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, την απόφαση του οποίου παρεμβάλλω δεν έχει εφεσιβάλει, επέλεξε να καταχωρήσει την εναρκτήρια κλήση πιο πάνω, με τα συγκεκριμένα ερωτήματα. Όφειλε όμως ο Ενάγοντας, κατά την κρίση μου, πριν προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του Δικαστηρίου και να ακολουθήσει την πορεία που εκεί αναφέρεται που ομολογουμένως είναι μονόδρομος. Γι' αυτό και η παρούσα, ανεξάρτητα των όσων αναφέρθηκαν και θα αναφερθούν πιο κάτω, κρίνεται επίσης πρόωρη.
- Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο σημειώνω δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει σε καμία περίπτωση την εναρκτήρια κλήση του Ενάγοντα, αφού αυτός ζητά όχι την επίλυση ζητήματος που προκύπτει κατά τη διαχείριση με βάση το Κεφ.189, αλλά ουσιαστικά, με σεβασμό λέω, νομική συμβουλή, χωρίς μάλιστα συγκεκριμένο αιτητικό, για τα ερωτήματα του εν σχέση με ζητήματα που αφορούν τον Νόμο 139/91 και τις αρμοδιότητες και υποχρεώσεις του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και τα οποία προέκυψαν στο μυαλό του μετά την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου στην αίτηση 93/11 (βλ. και την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου του ενάγοντα όπου ακριβώς αναφέρει στη 2η σελίδα στο σημείο 6 : «επιδιώκει μόνο, οριοθέτηση και συγκεκριμενοποίηση υπό μορφή απάντησης στα ερωτήματα του, των αρμοδιοτήτων και υποχρεώσεων του Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών.»). Το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν θα μπορούσε, και σίγουρα όχι στα πλαίσια του άρθρου 53 του Κεφ.189, ν' απαντήσει απλά σε κάποια ερωτήματα εν σχέση με το Ν.139/91δίκην γνωμοδοτικού οργάνου. Παρεμβάλλω εδώ ότι οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες του Κηδεμόνα αναφέρονται συγκεκριμένα στον Νόμο και βεβαίως αν υπάρχει οποιοδήποτε κενό σ' αυτόν, το κενό αυτό δεν μπορεί να συμπληρωθεί από το παρόν Δικαστήριο με τη μορφή απαντήσεων στα ερωτήματα που ο Ενάγοντας θέτει μέσω της εναρκτήριας κλήσης του.
- Από εκεί και πέρα θα πρέπει να σημειωθεί εδώ, έχοντας υπόψη και όσα αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα στην αγόρευση του (βλ. κυρίως τις εισηγήσεις για απόρριψη της αίτησης στις σελ.7 και 8 της αγόρευσης), ότι εφόσον η πλευρά του Ενάγοντα προκύπτει να έχει συγκεκριμένη θέση και προβάλλει με θετικό τρόπο την υποχρέωση του Κηδεμόνα να αναλάβει τα έξοδα και τους φόρους κληρονομιάς που απαιτούνται για τη διεξαγωγή και τη συμπλήρωση της διαχείρισης, έχω την άποψη ότι η παρούσα διαδικασία δεν είναι ούτως ή άλλως κατάλληλη για την επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος και θα πρέπει ο Ενάγοντας, εκ πρώτοις, να κινηθεί με πολιτική αγωγή εναντίον του Κηδεμόνα εν σχέσει με τη συγκεκριμένη αξίωση του. Γενικότερα θα έλεγα πως δεν εντοπίζω στους λόγους ένστασης οτιδήποτε που να μπορεί βάσιμα να προβληθεί προς απόρριψη της αίτησης, η οποία ως προανέφερα κρίνω πως θα πρέπει να επιτύχει αφού πράγματι βρίσκω πως η όλη διαδικασία είναι εξ' αρχής άκυρη, αντικανονική και ανυπόστατη ως η εισήγηση του εναγόμενου. Καταληκτικά, η αίτηση επιτυγχάνει και διατάσσεται η ακύρωση της όλης διαδικασίας εξ υπαρχής, ήτοι της εναρκτήριας κλήσης 24.10.2017 και κατ' επέκταση και της αίτησης 26.4.2018, με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου-Αιτητή και εναντίον του Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση. (Υπ.) ........... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο