HAM YAM RENTALS LIMITED κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 455/18, 6/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A46 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 455/18 Μεταξύ:
- HAM YAM RENTALS LIMITED (ΑΕ 48687), από Αγία Νάπα
- .... Αρέστη, από Βρυσούλες
- .... Αρέστη, από Βρυσούλες
- ..... Αρέστη, από Βρυσούλες
- ..... Ρουσή, από Λάρνακα Εναγόντων -και- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενης -------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 1.2.2019 Ημερομηνία: 6.5.2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Χαραλάμπους για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. και για κα Μαρία Κυπριανού. Για Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: κα Παρπούνα για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά Οι Ενάγοντες 1-5 στις 11.7.2018 καταχώρησαν κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο εναντίον των Εναγομένων αξιώνοντας διάφορα διατάγματα και συγκεκριμένα για ακύρωση της Ειδοποίησης Τύπος Ι που έχει σταλεί από τους Εναγόμενους προς τους Ενάγοντες, διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το αναφερόμενο στην εν λόγω Ειδοποίηση ποσό είναι υπερβολικό και/ή παράνομο, ακύρωση των υποθηκών Υ2548/07, Υ2549/07, Υ2550/07 και Υ2551/07 και συναφή διατάγματα. Κατόπιν δε επίδοσης της αγωγής προς τους Εναγόμενους οι τελευταίοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 20.7.
- Την 1.2.2019 δε, οι Ενάγοντες 1-4/Αιτητές καταχώρισαν την επίδικη αίτηση (βλ. κατωτέρω) με την οποία ζητούν ουσιαστικά την αναστολή της διαδικασίας πλειστηριασμού του ακινήτου της υποθήκης Υ2548/
- Παρεμβάλλω ότι η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής, πλην όμως το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε για να εκδώσει μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα και έδωσε οδηγίες για επίδοση της προς τους Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση. Ακολούθησε επίδοση της αίτησης και καταχώριση ένστασης από μέρους των Εναγομένων/Καθ' ων η αίτηση Η επίδικη αίτηση Οι Ενάγοντες-Αιτητές με την αίτηση τους ημερ.1.2.2019 αιτούνται ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού του ακινήτου της υποθήκης Υ2548/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου που είναι προγραμματισμένος στις 13/05/2019 μεταξύ των ωρών 09.00πμ και 05.00μμ στην οδό Αγίου Όρους 42, Παραλίμνι, Αμμόχωστος μέχρι αποπερατώσεως και/ή εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον και/ή διατάττον τον τερματισμό και/ή αναστολή πάσης διαδικασίας η οποία ευρίσκεται σε εξέλιξη αναφορικά με την πώληση σε πλειστηριασμό του ακινήτου της υποθήκης Υ2548/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου μέχρι αποπερατώσεως και/ή εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον και/ή αναστέλλοντας την διεξαγωγή οποιασδήποτε ενέργειας από την εναγόμενη αναφορικά με το ακίνητο της υποθήκης Υ2548/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου μέχρι αποπερατώσεως και/ή εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει δίκαια και εύλογη υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. Ε. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 ως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν. 87
(1)/2018, και ειδικότερα άρθρα 2, 27, 44 Α μέχρι 44 ΙΑΑ και στα παραρτήματα αυτού, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.1,7 και 11, Δ.44 Θ.11, Δ.48 Θ.1,2,8
(1)(ii), 8
(2), Δ.64 στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο άρθρο 9, στον Περί Συμβάσεων Νόμο, στη Νομολογία, στις Αρχές της Επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στο Σύνταγμα άρθρο 23 και 30, και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο άρθρο 32, στο άρθρο 6 και 13 της Ευρωπαικής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Αρχή quiatimetinjuction. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Αρέστη στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Εγώ, ο κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Αρέστη από τη Λάρνακα, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι ο ενάγων- αιτητής αρ. 3 στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και γνωρίζω πολύ καλά και προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους λοιπούς ενάγοντες- αιτητές να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. Όπου αναφέρομαι σε θέματα νομικής φύσης, το κάνω κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων μου, την οποία πιστεύω ως ορθή και αληθή.
- Η ενάγουσα αρ.1 αποτελεί οικογενειακή επιχείρηση που ασχολείτο μεταξύ άλλων με ενοικίαση αυτοκινήτων , διευθυντής της οποίας είμαι εγώ μαζί με την σύζυγό μου, ενάγουσα - αιτήτρια αρ.
- Ο ενάγων-αιτητής αρ.2 είναι ο υιός μας.
- Οι πιστωτικές διευκολύνσεις που λάβαμε από την εναγόμενη εξασφαλίστηκαν με υποθήκη του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/4XX2 , Φύλλο/Σχέδιο/Τμήμα 0/2-XXX-383/9 τεμάχιο X3, μερίδιο 1/1 στην τοποθεσία Φρέναρος, Επαρχία Αμμοχώστου. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α την σύμβαση υποθήκης Υ2548/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου.
- Το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελεί περιβόλι μεγάλης έκτασης , στο οποίο υπάρχουν περίπου 600 οπωροφόρα δέντρα, όπως ελιές και πορτοκαλιές. Αγοράσαμε μαζί με την σύζυγό μου το συγκεκριμένο ακίνητο πριν από 27 έτη περίπου και έκτοτε το καλλιεργούμε παράλληλα με την κύρια εργασία μας που είναι η οικογενειακή ταβέρνα «Ξύλινο» στη Λάρνακα. Από την παραγωγή και συγκομιδή των καρπών, παράγω ελαιόλαδο το οποίο πωλώ αλλά και χρησιμοποιώ στην ταβέρνα μας. Πλέον τα δένδρα που βρίσκονται στο ακίνητο μας είναι πολύ μεγάλα και αποδοτικά, μετά από μόχθους και κόπους σειράς ετών για να φτάσουν στο σημείο που είναι σήμερα. Το ακίνητο ενεγράφη επ΄ονόματι της εταιρείας ενάγουσας αρ.1 η οποία τον ουσιώδη χρόνο ήταν ενεργή και μας απέφερε κέρδος.
- Μετά από την σύναψη της σύμβασης δανείου και την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από την εναγόμενη ανέκυψαν διαφορές οικονομικής φύσεως μεταξύ μας και βρισκόμασταν σε επικοινωνία με λειτουργούς της τράπεζας προς εξεύρεσης κοινής συνισταμένης. Συγκεκριμένα, απευθυνθήκαμε στους υπαλλήλους της εναγομένης προκειμένου να εξακριβώσουμε και να προσδιορίσουμε το αληθώς οφειλόμενο προς την τράπεζα, καθότι δεν συμφωνούσαμε με το εμφανιζόμενο ως υπόλοιπο.
- Ποτέ δεν αρνηθήκαμε να εκπληρώσουμε τις απορρέουσες από την σύμβαση δανείου υποχρεώσεις μας προς την εναγόμενη , θέλαμε να γνωρίζουμε ποιο είναι το αληθώς οφειλόμενο. Λόγω της διαφοράς μας που προέκυψε με την εναγόμενη στις διευκολύνσεις που λάβαμε από εκείνη, απευθυνθήκαμε στον λογιστή μας, ο οποίος τηρεί τα λογιστικά τόσο της ενάγουσας αρ.1 όσο και των εναγόντων 2-4, καθώς και τα λογιστικά της οικογενειακής επιχείρησης ταβέρνας «Ξύλινο» την οποία διατηρούμε τα τελευταία χρόνια, προς υπολογισμό του τόκου του δανείου μας αλλά και με βάση τις πληρωμές που κάναμε μέχρι σήμερα , τον υπολογισμό του οφειλομένου προς την εναγόμενη. Βεβαίως, η εναγόμενη ποτέ δεν μας προσκόμισε τα στοιχεία που της ζητήσαμε προκειμένου να διασταυρώσουμε αυτά με τους υπολογισμούς του λογιστή μας.
- Η εναγόμενη καταχώρησε την αγωγή αρ. 310/2011 εναντίον μας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου δια της οποίας αξιώνει το ποσό των € 651.805,98 πλέον τόκο 14% από 01/01/2011 καθώς και πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων, μεταξύ των οποίων είναι και αυτό της υποθήκης Υ2548/
- Στην εν λόγω αγωγή καταχωρήσαμε υπεράσπιση και ανταπαίτηση ,καθότι αμφισβητούμε το εμφανιζόμενο ως οφειλόμενο προς την εναγομένη. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β το κλητήριο ένταλμα που καταχώρησε η εναγόμενη εναντίον μας, καθώς και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ την υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγόντων στην ανωτέρω αγωγή, από την οποία προκύπτουν οι θέσεις μας επί των επίδικων ζητημάτων.
- Παρά την εκκρεμοδικία αλλά και το γεγονός ότι η ακρόαση της υπόθεσης αυτής έχει ξεκινήσει και σχεδόν συμπληρωθεί, η εναγόμενη αγνοώντας πλήρως τις θέσεις μας αλλά και σε πρωτοφανή επίδειξη ασέβειας προς το Δικαστήριο, προχώρησε με επίδοση σε εμάς ειδοποίησης «Τύπος Θ» με επισυνημμένη ειδοποίηση «Τύπος Ι» κατά ή περί την 24/05/
- Θέλοντας να προστατεύσουμε τα δικαιώματά μας απέναντι στην αυθαίρετη και καταπιεστική συμπεριφορά της εναγόμενης προς εμάς, καταχωρήσαμε την παρούσα αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου δια της οποίας μεταξύ άλλων αμφισβητούμε την εγκυρότητα των ειδοποιήσεων «Τύπος Θ» και «Τύπος Ι» που μας επιδόθηκαν. Περαιτέρω, δια της αγωγής μας αξιώνουμε δηλωτικές του Δικαστηρίου αποφάσεις αναφορικά με την εγκυρότητα των ειδοποιήσεων αυτών αλλά κα την νομική τους σημασία, καθώς και την εγκυρότητα των υποθηκών μεταξύ των οποίων είναι και η υποθήκη Υ2548/
- Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής, ότι στην Αγωγή και με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία και ως έντιμα και ειλικρινά πιστεύω και πληροφορούμαι και καταθέτω, η καθ΄ ης η Αίτηση απέτυχε να αποδείξει τη νομιμότητα του χρέους ή τουλάχιστον του ύψους αυτού και αδυνατεί να προσκομίσει στο Δικαστήριο μαρτυρία η οποία να προωθεί την υπόθεση της. Το γεγονός όμως αυτό, δηλαδή η πτωχή υπόθεση εναντίον μας στην Αγωγή, ως έντιμα και ειλικρινά πιστεύω έχει οδηγήσει την καθ΄ης η αίτηση στο να προχωρήσει τη διαδικασία πλειστηριασμού, ανεξάρτητα από την αδυναμία της υπόθεσης της, σε μια προσπάθεια εκτροπής της διαδικασίας και κατάχρησης της δικαστικής τοιαύτης. Δηλαδή αυτό το οποίο προσπαθώ να αναφέρω στο Δικαστήριο και πιστεύω ακράδαντα αλλά και πληροφορούμαι από τον Δικηγόρο μου είναι ότι επειδή προβλέπεται αποτυχία ή τουλάχιστον δυσκολία μεγάλη στην απόδειξη της υπόθεσης τους στην Αγωγή 310/2011, η καθ΄ης η αίτηση επέλεξε τη διαδικασία πώλησης σε μια προσπάθεια να την πετύχουν ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της αγωγής. Η καθ΄ης η αίτηση στην αγωγή 310/11 δεν έχει αποδείξει κατάσταση λογαριασμού ή τουλάχιστον ύψος του ποσού αυτού, δεν έχει αποδείξει τη γενεσιουργό αιτία του χρέους το οποίο εμφανίζει ούτε και βεβαίως πως το χρέος από δάνειο ενοικιαγοράς μετατράπηκε σε δάνειο τακτής προθεσμίας για το συγκεκριμένο ποσό το οποίο αναζητά και το οποίο ευλόγως αμφισβητούμε. Αυτή τη συμπεριφορά με όλο το σεβασμό οφείλει να τιμωρήσει και να ελέγξει το Δικαστήριο και να αποκαταστήσει την τρωθείσα Δικαιοσύνη.
- Η αγωγή μας εναντίον της εναγομένης καταχωρήθηκε εξ όσων γνωρίζω και εξ όσων με ενημερώνει ο δικηγόρος μας κατά ή περί την 11/07/2018 και ακολούθως καταχώρησε εμφάνιση η εναγόμενη κατά ή περί την 20/07/
- H εναγόμενη ενώ γνωρίζει πολύ καλώς ότι αμφισβητούμε το εμφανιζόμενο ως οφειλόμενο προς εκείνη και αυτό φαίνεται και από τα πρακτικά της ακρόασης ενώ έχουμε καταχωρήσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση αλλά και αγωγή εναντίον της , δείχνοντας την αντίθεσή μας προς τους ισχυρισμούς της, εντούτοις εντελώς εκδικητικά και καταπιεστικά επέδωσε σε εμάς ειδοποίηση «Τύπος ΙΑ» με επισυνημμένη ειδοποίηση «Τύπος ΙΒ» κατά ή περί την 14/01/2019, δια της οποίας καθορίζεται ο δημόσιος πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου την 13/05/2019 μεταξύ των ωρών 09.00πμ και 5.00μμ στην οδό Αγίου Ορους 42, 5218 Παραλίμνι. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ τις ειδοποιήσεις «Τύπος ΙΑ» και «Τύπος ΙΒ».
- Ως με μου εξηγεί ο δικηγόρος μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής η ως άνω πράξη της εναγομένης συνιστά παράβαση Νόμου και ειδικότερα παράβαση των άρθρων 14,15 και 16 του Περί Συμβάσεων Νόμου.
- Η όλη διαδικασία έχει καταστεί εξ όσων αντιλαμβάνομαι μέθοδος εκφοβισμού (extortion) αλλά και αυτοδικίας και γίνεται αποκλειστικά για να ασκηθεί πίεση προς εμάς να καταβάλουμε κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενα ποσά τα οποία εν πάση περιπτώσει τόσο εγώ όσο και οι υπόλοιποι ενάγοντες καλοπίστως αμφισβητούμε.
- Η εναγόμενη παρά το γεγονός της εκκρεμοδικίας μεταξύ μας επέλεξε να προχωρήσει με ειδοποίηση «Τύπος ΙΑ» προς εμάς δεικνύοντας τοιουτοτρόπως πλήρη αδιαφορία για τις θέσεις μας και τείνει στο να καταστήσει την εκκρεμοδικία στην αγωγή ανενεργή και χωρίς νόημα καταστρατηγώντας το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθιστώντας την αγωγή μας κενή περιεχομένου. Η εναγόμενη αδιαφορεί παντελώς για την αμφισβήτηση του κατ' ισχυρισμόν υπολοίπου αλλά και της εγκυρότητας και των όρων της υποθήκης και εκβιαστικά προχωράει με πλειστηριασμό των ακινήτων. Επομένως η συνέχιση της διαδικασίας πλειστηριασμού είναι παράνομη και καταχρηστική.
- Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και αληθώς πιστεύω, η διαδικασία του πλειστηριασμού δύναται να ανασταλεί , καθότι η απαίτηση της εναγόμενης εναντίον των εναγόντων δεν είναι αυταπόδεικτη και ξεκάθαρη, αλλά αμφισβητείται από εμάς και θα πρέπει το Δικαστήριο μετά από την προσκόμιση και αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας να αποφασίσει επί αυτής.
- Η πραγματοποίηση του πλειστηριασμού από την εναγόμενη πέραν του γεγονότος ότι θα επιφέρει αποξένωση του αντικειμένου της αγωγής ως πιο πάνω περιγράφεται , και μάλιστα χωρίς να έχουμε τη δυνατότητα να προβάλλουμε τις θέσεις μας αναφορικά με το αληθώς οφειλόμενο ποσό. Αυτό αυτομάτως καταστρατηγεί τα δικαιώματά μας και πλήτει στο μέγιστο βαθμό ένα από τα κορυφαία ανθρώπινα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο αρ.30 του Συντάγματος αλλά και στο άρθρο 13 της ΕΣΔΑ, ήτοι αυτό της πρόσβασης στη Δικαιοσύνη.
- Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα τότε θα απωλέσουμε κάθε δικαίωμα πρόσβασης επί Δικαστηρίω ούτως ώστε να ακουστεί η θέση μας και να αποφασίσει το Δικαστήριο στα πλαίσια δίκαιης δίκης επί της διαφοράς μας με την εναγόμενη.
- Απεναντίας η έγκριση του αιτήματός μας ουδεμία δυσχέρεια προκαλεί στην εναγόμενη και εν πάση περιπτώσει, η δυσχέρεια που θα προκληθεί σε εμάς από την πραγματοποίηση του πλειστηριασμού και η απόρριψη της αιτήσεώς μας είναι δυσαναλόγως επαχθέστερη αυτής που ήθελε υποστεί η εναγόμενη.
- Σε περίπτωση μη έγκρισης της αιτήσεως μας θα καταστεί ως αναφέρω και ανωτέρω άνευ αντικειμένου η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και θα απωλέσουμε τη δυνατότητα να αποδείξουμε την υπόθεσή μας ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομίζοντας μαρτυρία των λογιστών μας αναφορικά με τις υπερχρεώσεις και παράνομους ανατοκισμούς που οδήγησαν σε ένα υπέρογκο και υπερβολικό κατ΄ισχυρισμόν υπόλοιπο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
- Τυχόν απόρριψη της παρούσας αιτήσεως θα έχει ολέθριες συνέπειες στα δικαιώματα των εναγόντων, καθότι αν πωληθεί το ακίνητο της υποθήκης Υ2548/2007 που αποτελεί οικία στη βάση του αναγραφόμενου στις ειδοποιήσεις κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενου ποσού ,τότε και η αγωγή που καταχωρήσαμε εναντίον της τράπεζας θα καταστεί άνευ αντικειμένου και η ζημία που θα υποστούμε θα είναι δυσαναλόγως επαχθέστερη αυτής που ήθελε υποστεί η εναγόμενη με την έγκριση της υπό κρίση αιτήσεως.
- H παρούσα αίτηση , ως μου εξηγεί ο δικηγόρος μου και αληθώς πιστεύω δεν υποβάλλεται με καθυστέρηση, καθότι μόλις πριν από λίγες ημέρες, ήτοι την 14/01/2019 λάβαμε γνώση για τη σκοπούμενη πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, η διατήρηση του οποίου είναι ουσιώδους σημασίας για την βιωσιμότητα της επιχείρησης μας, καθότι χρησιμοποιούμε τους καρπούς και προϊόντα από την καλλιέργεια του περβολιού μας στην διεξαγωγή της οικογενειακής μας επιχείρησης.
- Με μία απλή ανάγνωση τόσο της θεραπείας της αγωγής όσο και της αίτησης, ως μου εξηγεί ο δικηγόρος μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής, γίνεται αντιληπτό ότι η καταχώρηση της αγωγής μας και της αίτησης εντάσσονται στην κατηγορία των προληπτικών ενεργειών προκειμένου να διατηρηθεί το αντικείμενο της αγωγής και να αποφευχθεί να επέλθει το ζημιογόνο γεγονός που είναι η αποξένωση του ενυπόθηκου ακινήτου. Αυτός είναι και ο λόγος που ως με ενημερώνει ο δικηγόρος μου που το Δικαστήριο δύναται ασκώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του και εφαρμόζοντας τις Αρχές της Επιείκειας να εκδώσει παρεμπίπτον απαγορευτικό Διάταγμα ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, στη βάση της αρχής quiatimet.
- Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και αληθώς πιστεύω, μετά από την τροποποίηση του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου την ψήφιση του τροποποιητικού Νόμου 87
(1)/18, είναι απαραίτητη η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος προκειμένου να δύναται η πλευρά των εναγόντων να καταχωρήσει αίτηση-έφεση για προσβολή της ειδοποίησης ΤΥΠΟΣ ΙΑ. Η ύπαρξη προθεσμίας για την υποβολή της αίτησης-έφεσης, καθιστά την υπό κρίση αίτηση κατεπείγουσα.
- Ως μου εξηγεί ο δικηγόρος μου και αληθώς πιστεύω, η υπό κρίση αίτηση είναι η μοναδική μας δίοδος για να εξασφαλίσουμε και να προστατεύσουμε τα δικαιώματά μας. Το γεγονός της τροποποίησης του Νόμου δυσχεραίνει τη θέση μας και σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων θα απωλέσουμε κάθε δικαίωμα προσφυγής μας στη δικαιοσύνη.
- Με την παρούσα διαδικασία αυτό το οποίο επιζητούν και αυτό στο οποίο αποβλέπουν οι ενάγοντες- αιτητές είναι να εφαρμοστεί ο Νόμος, ο οποίος ρητώς προβλέπει ότι δύναται να εμποδιστεί η εναγόμενη στο να προχωρήσει με τη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων ενόψει όλων των ανωτέρω, ειδάλλως θα είναι αδύνατη η ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
- Ειδικότερα και ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής, η παρούσα αίτηση τείνει και αποσκοπεί στην συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Νομοθεσίας ως ακολούθως: (α) Υφίσταται ήδη αγωγή η οποία είχε καταχωριστεί σε ανύποπτο χρόνο πριν από την τροποποίηση του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, με την οποία αμφισβητείται μεταξύ άλλων το υπόλοιπο της οφειλής και οι υποθήκες επί των οποίων στηρίζει η εναγόμενη την απαίτηση της. (β) Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή αρ. 310/11 αμφισβητούνται και είναι τα ίδια με το περιεχόμενο της ειδοποίησης «Τύπος Ι» (γ) Η βάση της αγωγής είναι η αμφισβήτηση των ποσών της οφειλής και της νομιμότητας των υποθηκών. Περαιτέρω αφορά σε ένα ζήτημα υψίστης σημασίας για τους ενάγοντες καθότι πρόκειται για κατοικία. (δ) Η διαδικασία πλειστηριασμού αν και ακυρώθηκε ως το Τεκμήριο Δ εντούτοις η εναγόμενη συνεχίζει με τρόπο καταχρηστικό, παράνομο και παράτυπο την διαδικασία.
- Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας, όπως είναι διατυπωμένη και η Νομοθεσία μετά την τροποποίηση αυτής, αποτελεί νομικό σκοπό, ο οποίος προβλέπεται από την διάταξη 44Γ
(3)(δ) του Νόμου, η έκδοση Διατάγματος το οποίο να απαγορεύει περαιτέρω προώθηση διαδικασίας πλειστηριασμού. Ο ίδιος Νόμος επομένως, ως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής έχει καταστήσει τον σκοπό της αναστολής πλειστηριασμού νόμιμο, πρόσφορο και βάσιμο , με αποτέλεσμα να μη υφίσταται καμία αμφιβολία ότι ικανοποιούνται πλήρως οι προϋποθέσεις έκδοσης του παρόντος αιτούμενου απαγορευτικού Διατάγματος που είναι η καλή βάση αγωγής , η ορατή πιθανότητα επιτυχίας, η αδυναμία αποκατάστασης της ζημίας και η απονομή της δικαιοσύνης εάν πωληθεί το ακίνητο όπως έχω εξηγήσει ανωτέρω. 28. Το πρόσφορο και ικανό το αιτούμενου μέτρου εμπεριέχεται στην ίδια τη φύση του αιτούμενου Διατάγματος το οποίο προβλέπεται από το Νόμο ως το μέτρο και το κριτήριο στη βάση του οποίου το Δικαστήριο θα εξετάσει το ένδικο μέσο που το ίδιο το άρθρο 44Γ
(3)προβλέπει, δηλαδή την έφεση με αίτημα τον παραμερισμό της ειδοποίησης πλειστηριασμού. Αποτελεί προϋπόθεση για τον εφεσείοντα η ύπαρξη Διατάγματος, γεγονός το οποίο καθιστά το αιτούμενο Διάταγμα κατεπείγον από τη φύση του και ως επαναλαμβάνω ανωτέρω μονίμως προβλεπόμενο, βάσιμο και το προσφορότερο μέσο το οποίο ο ίδιος ο Νόμος προβλέπει προκειμένου να θεμελιωθεί η έφεση με αίτημα τον παραμερισμό του πλειστηριασμού. 29. Περαιτέρω και ως αναφέρω και ανωτέρω και ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, οι πρόνοιες της Νομοθεσίας , διάταξη 44Γ
(3)(δ) δεν είναι άσχετη την αρχή quiatimet η οποία αποτελεί μέτρο επιείκειας και η οποία επιτάσσει ότι αποτελεί καλό λόγο έκδοσης Διατάγματος, η παρεμπόδιση της επέλευσης του καταστρεπτικού γεγονότος, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση είναι η πώληση του ακινήτου δια πλειστηριασμού. Ο επαπειλούμενος κίνδυνος αποξένωσης είναι ορατός και άμεσος. 30. Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής, οι θεραπείες με βάση την Επιείκια (Equitable Remedy) και ειδικότερα ο τύπος Quia Timet Injunction στον οποίο αναφέρομαι πιο πάνω έχουν απόλυτη εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση υπό την έννοια ότι με βάση τις αρχές επί του θέματος, στην περίπτωση κατά την οποία ο αιτητής/ενάγοντας αποδεικνύει (shows) ότι η οποιαδήποτε επαπειλούμενη πράξη (threatened act) αναμένεται με ακραία πιθανότητα πρόκλησης ανεπανορθώτου ζημιάς στην περιουσία του αιτητή εκεί εκδίδεται το διάταγμα QuiaTimet («Is attended with extreme Probability of irreparable Injury to the Property of the Plaintiffs, including also Danger to their existence», Crowder v. Tinkler
(1816)19 Ωες. 617 at 622)
- Ως περαιτέρω συμβουλεύομαι και τυγχάνω νομικής συμβουλής εδώ έγκειται και η ειδοποιός διαφορά των διαταγμάτων τα οποία εκδίδονται με βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ή/και το άρθρο 9 του Κεφ. 6 προς τ διατάγματα που εκδίδονται με βάση το δίκαιο της Επιείκειας και ειδικά το Quia Timet: Δεν απαιτείται να στοιχειοθετηθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα/Αιτητή όπως συμβαίνει στην πρώτη περίπτωση αλλά στο Quia Timet Action απαιτείται να αποδειχθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην περιουσία (property), που στην περίπτωση της παρούσα υπόθεση είναι το ενυπόθηκο ακίνητο.
- Αν δεν εκδοθεί το Διάταγμα ασφαλώς και θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημία στο ακίνητο μου υπό την έννοια ότι αυτό θα απωλεσθεί άπαξ και διαπαντός και είναι αδιάφορο - όπως και δώρο άδωρο - εάν μεταγενεστέρως κριθεί ότι η πράξη της πώλησης ήταν παράνομη και ότι δικαιούμαι σε αποζημιώσεις δια τον λόγο αυτό, διότι το αντικείμενο της περιουσίας μου (Property) θα έχει ήδη απωλεσθεί και κατά συνέπεια θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη. Το ότι μετά βεβαιότητος προβλέπεται η πώληση αποτελεί και κοινή θέση όλων των μερών και διακηρυγμένη πρόθεση της Καθ' ης η Αίτηση.
- Θα ήταν άδικο και θα λειτουργούσε εις βάρος της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης η προώθηση και ολοκλήρωση του πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου, αφ' ης στιγμής αμφισβητείται το υπόλοιπο που κατ' ισχυρισμόν οφείλουμε στην εναγόμενη, αλλά και οι επιμέρους όροι της υποθήκης του ακινήτου που προτίθεται η εναγόμενη να πωλήσει σε δημόσιο πλειστηριασμό. Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, στην ουσία καθίσταται άνευ αντικειμένου η νόμιμη αμφισβήτηση του υπολοίπου του ποσού οφειλής. Αποτελεί Αρχή Δικαίου ότι η διακρίβωση αστικών δικαιωμάτων αποφασίζεται από αρμόδιο Δικαστήριο όπως προβλέπεται στο αρ. 30.2 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να επιτραπεί στην τράπεζα να αποφασίζει ποιο είναι το ορθό υπόλοιπο οφειλής για την οποία θα γίνει η πώληση του ακινήτου, διότι τέτοια εξουσία ουδέποτε είχε και αυτήν την εξουσία την έχει μόνον το Δικαστήριο στη βάση του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, δεν μπορεί ούτε και ούτε και επιτρέπεται στην εναγόμενη να αποφασίζει και να επιλύει διαφορά της με τους ενάγοντες, οι οποίο αμφισβητούν βασίμως το ποσό της οφειλής.
- Λόγω της φύσης της αίτησης και λόγω του ότι , ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής , έχουμε πολύ καλή υπόθεση, είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα. Το γεγονός της εκκρεμοδικίας της παρούσας αγωγής , ως μου εξηγεί ο δικηγόρος μου και αληθώς πιστεύω, θα ήταν ούτως ή άλλως επαρκές για την έγκριση της αιτήσεως μας.
- Όλα τα ανωτέρω ορκίζομαι όσο καλύτερα πιστεύω και γνωρίζω.» Η ένσταση Η πλευρά των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση στην αίτηση, στην οποία καταγράφονται είκοσι
(20)λόγοι Ένστασης ως ακολούθως:
- Η αίτηση είναι νομικά, δικονομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Οι αιτητές δεν δικαιούνται στα αιτούμενα Διατάγματα.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική.
- Η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Η αίτηση είναι γενική και/ή αόριστη και/ή αστήριχτη.
- Οι αιτητές και/ή ο ενόρκως δηλών προβάλλει ψευδείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς.
- Ο ομνύων δεν είναι εξουσιοδοτημένος για να προβαίνει στην ένορκη δήλωση.
- Δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων.
- Οι αιτητές δεν έχουν καλή υπόθεση εναντίον της καθ' ης η αίτηση.
- Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
- Οι αιτητές δε δικαιούνται σε θεραπεία στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση και/ή αγωγή.
- Η αγωγή 455/2018 δεν παρουσιάζει πιθανότητες επιτυχίας.
- Δεν υπάρχει δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Καμία ζημιά θα υποστούν οι αιτητές.
- Οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα.
- Δεν παρατίθενται στοιχεία και τεκμήρια που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων.
- Ο τίτλος της αίτησης είναι λανθασμένος.
- Ελλείπει αναγκαίος διάδικος στην αίτηση - ήτοι ο ενάγοντας 5..
- Η αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη.» Η ένσταση βασίζεται στον Νόμο 9/65 άρθρα 2, 27, 44Α-44ΙΑΑ ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στους κανονισμούς ΚΔΠ 185/2015, στα άρθρα 80 και 81 του Κεφ. 224, στους Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς 1-18, στον Περί Πώλησης Διαδικαστικό Κανονισμό του 1994 (1/1994),στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.40 Θ.1-19, Δ.44 Θ.11, Δ.48 Θ. 1 - 13, Δ.57, Δ.59, Δ.63 και Δ.64 ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 2, 4-9 και 16, στα άρθρα 2, 14, 21, 29, 30, 31, 32 και 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στον Περί Απόδειξης Νόμος Κεφάλαιο 9, στον Περί Ερμηνείας Νόμο, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 23 και 30, στον περί Συμβάσεων Νόμο, στις συμφυείς και γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στις Αρχές της Νομολογίας και τις Αρχές της Επιείκειας. Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κύριου XXXXX Νικολάου, από τη Λάρνακα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο υπογεγραμμένος, XXXXX Νικολάου, από την Λάρνακα, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι υπάλληλος των εναγομένων, γνωρίζω τα γεγονότα προσωπικά και έχω θετική γνώση των γεγονότων στα οποία θα αναφερθώ λόγω της άμεσης εμπλοκής μου σε αυτά, από το φάκελο της υπόθεσης, από πληροφορίες που συναδέλφους μου και από νομική συμβουλή, που έλαβα από τους δικηγόρους των εναγομένων, είμαι δε δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση, για σκοπούς υποστήριξης της παρούσας ένστασης
- Έχω διαβάσει την αίτηση των εναγόντων/αιτητών (οι «Αιτητές») και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και αρνούμαι το περιεχόμενο τους στο σύνολο τους εκτός όπου αναφέρω το αντίθετο.
- Υιοθετώ και επαναλαμβάνω όλους και το κάθε ένα ξεχωριστά τους ανωτέρω λόγους ένστασης του οποίους επαναλαμβάνω και θα εξηγήσω κατωτέρω.
- Αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι την παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση, ως με συμβουλεύουν και οι δικηγόροι της ότι, η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και αντικανονική και ως τέτοια δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, με αποτέλεσμα η αίτηση να είναι έκθετη σε απόρριψη ως γενική και αόριστη. Ειδικότερα ο ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης τους για τα όσα ορκίζεται και αναφέρει.
- Η καθ' ής η αίτηση αρνείται τις παραγράφους 2,3 και 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση εκτός από τη θέση ότι η αναφερόμενη υποθήκη παραχωρήθηκε ως εξασφάλιση χρέους των εναγόντων προς τους εναγόμενους. . Αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι τη χρήση που κατ' ισχυρισμό γίνεται στο ενυπόθηκο ακίνητο από τον ενόρκως δηλούντα και τη σύζυγο του, η οποία καμία σχέση έχει με τα δικαιώματα των εναγόμενων σε σχέση με τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου που έχει ξεκινήσει νομότυπα και κανονικά. Λέγω όμως ότι εξ όσων διαπιστώνω το ακίνητο δεν είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του ενόρκως δηλούντα ούτε της συζύγου του, αλλά στο όνομα της ενάγουσας 1 -εταιρείας Ham-Yam Rentals Ltd, οι σκοποί της οποίας δεν συνάδουν με την καλλιέργεια του χωραφιού, όπως ισχυρίζονται, εάν δε το χωράφι τυγχάνει καλλιέργειας από τον ενόρκως δηλούντα, αυτό γίνεται παράτυπα και αντικανονικά και κανένα δικαίωμα δεν τους δημιουργεί.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 5, 6, 7, 8 και 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέω ότι για το εν λόγω χρέος κινήθηκε η αγωγή 310/2011 Ε.Δ. Λάρνακος, η οποία παρέμεινε την 26/3/2019 για τελικές αγορεύσεις, αφού ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αγωγής. Ουδέποτε οι ενάγοντες στην παρούσα και εναγόμενοι στην αγωγή 310/2011, μέχρι τουλάχιστον πριν την αποπεράτωση της αγωγής, επέδειξαν οποιαδήποτε γνήσια πρόθεση διευθέτησης των οφειλών τους, ως γενικά και αόριστα αναφέρονται, μέχρι δε και σήμερα δεν έχει επέλθει καμία κατάληξη στη διαφορά. Η δε αγωγή 310/2011 έχει σοβαρότατες πιθανότητες επιτυχίας, σε αντίθεση με την παρούσα, η οποία καταχωρήθηκε κακόπιστα, καταχρηστικά και όχι λόγω γνήσιας αμφισβήτησης των οφειλών και των συμφωνιών, αλλά με μοναδικό σκοπό την προσπάθεια δημιουργίας υποβάθρου και αποφυγής των υποχρεώσεων των εναγόντων προς τους εναγόμενους και την δημιουργία προσκομμάτων στην διαδικασία εκποίησης, η οποία νόμιμα και κανονικά ξεκίνησε από τους εναγόμενους. Μια αντιπαραβολή των τεκμηρίων Β και Γ επι της αίτησης με την οπισθογράφηση της αγωγής, την οποία επισυνάπτω ως τεκμήριο Α, θα αποδείξει την καταχρηστικότητα της παρούσας αγωγής, η οποία καλύπτει τα ίδια θέματα με την αγωγή 310/
- Λέγω επίσης, εξ όσων γνωρίζω και εξ' όσων με πληροφορούν και οι δικηγόροι των εναγόντων στην 310/2011 και εναγομένων στην παρούσα, η αγωγή εκείνη έχει σοβαρότατες πιθανότητες επιτυχίας, αφού κατά τη νομική τους κρίση έχει αποδειχθεί η υπόθεση των εναγόντων στο σύνολο της καθώς και το οφειλόμενο ποσό, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει εξοφληθεί.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 10 και 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι η παρούσα αγωγή ως έχω εξηγήσει ανωτέρω είναι καταχρηστικότατη και καμία πιθανότητα επιτυχίας έχει. Η δε ταυτόχρονη προώθηση τόσο ανταπαίτησης στην αγωγή 310/2011 όσο και της παρούσας, για τα ίδια θέματα επιβεβαιώνει ακριβώς αυτό. Η δε προώθηση διαδικασίας εκποίησης βάση του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 είναι καθόλα νόμιμη και αποτελεί θεμιτό τρόπο άσκησης των νομοθετικών κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των εναγόμενων, στη βάση, μάλιστα, δικαιωμάτων που παραχωρήθηκαν σε αυτούς, με την υποθήκη που οι ενάγοντες παραχωρούσαν, και στη βάση της οποίας οι εναγόμενοι αποδέχτηκαν να παραχωρήσουν τις πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες μέχρι σήμερα παραμένουν οφειλόμενες νόμιμα και κανονικά. Λέγω επίσης ότι τόσο η επίδικη υποθήκη όσο και οι συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων που αυτή εξασφαλίζει είναι καθ' όλα νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και δεσμευτικές και οι ενάγοντες ουδέποτε πριν την καταχώρηση της αγωγής 310/2011 αμφισβήτησαν αυτές καθ' οιονδήποτε τρόπο αντίθετα έχουν απολαύσει και προσποριστεί το όφελος τους. Η δε εκκρεμοδικία, δεν αποτελεί κώλυμα στην εν λόγω διαδικασία.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 12, 13, 14 και 15 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι η προώθηση της διαδικασίας εκποίησης από τους εναγόμενους έγινε καθόλα νομότυπα και κανονικά και καμία νομοθεσία παραβιάζει. Τα δε άρθρα του Περί Συμβάσεων Νόμου, τα οποία γενικά και αόριστα αναφέρει ο ενόρκως δηλών ότι παραβιάζονται αφορούν στην άσκηση ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού που δεν μπορώ να αντιληφθώ τη θέση, την οποία εν πάση περιπτώσει αρνούμαι. Αρκεί να αναφέρω ότι η εκκρεμοδικία ούτε αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαδικασίας εκποίησης, αλλά ούτε και επηρεάζεται, η δε ζημιά που τυχόν θα υποστούν εάν διαφανεί ότι έχουν δίκαιο στις θέσεις τους στις αγωγές θα είναι καθαρά χρηματική και αποτιμητέα και οι εναγόμενοι είναι καθόλα φερέγγυο τραπεζικό ίδρυμα και μπορεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό διαταχθεί ως αποζημίωση. Αρκεί να αναφέρω ότι το χρέος υπερβαίνει το ποσό του €1.000.000 ενώ η αγοραία αξία του ακινήτου βάση έρευνας στο κτηματολόγιο, τεκμήριο Β, κατά την 1.1.2013 ήταν €51.700, ενώ το ακίνητο είναι επιβαρυμένο και συνεπώς η σχετική αξία είναι η αξία καταναγκαστικής πώλησης, που είναι πάντα μικρότερη.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 16, 17, 18, 19 και 20 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι ουδόλως θα επηρεαστεί η αγωγή των εναγόντων εάν προχωρήσει η διαδικασία πλειστηριασμού ούτε και θα επηρεαστεί η δυνατότητα προβολής των θέσεων τους, ως γενικά και αόριστα ισχυρίζονται. Εάν δε επιτύχουν στην αγωγή η ζημιά τους θα είναι καθαρά χρηματική και εάν επιτύχουν στην αγωγή οι εναγόμενοι η ζημιά τους θα είναι καθαρά χρηματική και οι εναγόμενοι είναι απόλυτα φερέγγυος τραπεζικός οργανισμός και μπορούν να αποζημιώσουν. Αντίθετα τυχόν έγκριση της αίτησης τους μόνους που θα επηρεάσει θα είναι τους καθ' ών η αίτηση των οποίων τα νομοθετικά κατοχυρωμένα δικαιώματα θα παραβιαστούν, χωρίς να υφίσταται κανένας από τους λόγους που προνοεί η νομοθεσία.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 21, 22, 23 και 24 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι η πρόθεση των εναγομένων για προώθηση της διαδικασίες πλειστηριασμού βάση του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 ήταν ξεκάθαρη από την αποστολή των επιστολών ΤΥΠΟΥ Ι εναντίον των οποίων οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή από τις 11.7.2018 και αντί να προχωρήσουν με ενέργειες για την προώθηση ουδέν έπραξαν, η δε γενικότερη συμπεριφορά τους αποδεικνύει και την κακοπιστία και καταχρηστικότητα τους, ως έχω εξηγήσει ανωτέρω, αφού η εν λόγω διαφορά προέκυψε τουλάχιστον από το 2011 και εάν γνήσια είχαν αμφισβητήσεις, θα μπορούσαν και όφειλαν να τις προβάλουν στην υπόθεση εκείνη, η εκδίκαση της οποίας έχει αποπερατωθεί και επιφυλάχθηκε απόφαση στις 26.3.2019 και όχι με νέα αγωγή. Είναι ξεκάθαρο και από τη στάση τους, αλλά και από τα όσα οι ίδιοι αναφέρουν στην παράγραφο 23 της ένορκης δήλωσης, ότι ο μόνο λόγος που καταχωρείται η παρούσα αίτηση είναι για να εξασφαλιστεί διάταγμα για να δημιουργήσουν υπόβαθρο ώστε να μπορέσουν να καταχωρήσουν αίτηση - έφεση. Ακόμη όμως κι αν ήταν αυτός ο σκοπός, πέραν από την κατάχρηση, είναι σημαντικό το ότι η προθεσμία για καταχώρηση τέτοιας αίτησης είναι 30 μέρες από την επίδοση, η οποία κατά τους ίδιους έλαβε χώρα την 14.1.2019 και συνεπώς έληξε περί τα μέσα Φεβρουαρίου η προθεσμία, με αποτέλεσμα η παρούσα αίτηση να είναι πλέον αχρείαστη και άσκοπη, για τον σκοπό που αυτή έχει καταχωρηθεί, ως αναφέρει ο ίδιος ο ενόρκως δηλών. Λέγω επίσης, επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω ότι κανένα δικαίωμα των αιτητών δεν επηρεάζεται, η δε αίτηση υποβλήθηκε σε λανθασμένο τίτλο, αφού ελλείπει ο εναγόμενος 5, ο οποίος δεν παρουσιάζεται καν ως εκ των αιτητών.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 25, 26, 27, 28, 29, 30 και 31 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση , επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω και λέγω ότι κανένας λόγος υφίσταται που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η δε τροποποίηση του Νόμου 9/65 στόχο είχε, εξ όσων τυγχάνω νομικής συμβουλής να περιορίσει τον επηρεασμό της διαδικασίας εκποίησης μέσω του Μέρους VIA του νόμου 9/65 και δεν μπορεί να αποτελεί αυτό λόγο για έκδοση διατάγματος προσωρινής φύσης σαν δικαιωματική θεραπεία, χωρίς να υφίστανται αν οι προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων. Λέγω επίσης ότι δεν μπορεί να επιχειρείται θεραπεία quia timet, αφού εξ' όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, τα εν λόγω διατάγματος αποσκοπούν στην αποτροπή ενέργειας παράνομης και όχι την προσπάθεια της εφαρμογής της νομοθεσίας, όπως προσπαθούν οι εναγόμενοι να πράξουν μέσα από τη διαδικασία εκποίησης.
- Αρνούμαι την παράγραφο 32 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι καμία μη χρηματική και ανεπανόρθωτη ζημιά θα προκληθεί εάν πωληθεί το ακίνητο, αφού η πώληση αποτελεί τρόπο εκτέλεσης τη συμφωνίας υποθήκης που η εταιρεία - ενάγουσα 1 έχει παραχωρήσει στους εναγόμενους και επι τη βάση της οποίας οι εναγόμενοι έχουν παραχωρήσει στους ενάγοντες πιστωτικές διευκολύνσεις, το όφελος των οποίων προσπορίστηκαν και οι οποίες μέχρι σήμερα έχουν οφειλόμενο ποσό πέραν του €1.000.
- Περαιτέρω, επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω, λέγω ότι ακόμη κι αν ήθελε φανεί ότι οι ενάγοντες 1, που είναι οι ιδιοκτήτες του ακινήτου το απωλέσουν άδικα, αυτό αποτελεί εύκολα αποτιμητέα και αποζημιωτέα ζημιά, αφού οι εναγόμενοι είναι καθόλα φερέγγυος οργανισμός και μπορεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό κληθεί να καταβάλει. Οι δε λοιποί αιτητές καμία ζημιά δεν τίθεται θέμα να υποστούν αφού το ακίνητο δεν τους ανήκει και δεν έχουν επικαλεστεί οποιαδήποτε άλλη ζημιά με τη μαρτυρία τους.
- Αρνούμαι την παράγραφο 33 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω και λέγω ότι παρόλο που οι ειδοποιήσεις με τις οποίες ξεκινούσε η διαδικασία πλειστηριασμού είχαν επιδοθεί από το 2018 και παρόλο που αγωγή για τις οφειλές που η επίδική υποθήκη εξασφαλίζει είχε καταχωρηθεί από το 2011, οι ενάγοντες ουδέν έπραξαν παρά μόνο τον Ιούλιο του
- Η λήψη μέτρων και δη της αγωγής σε αυτό το στάδιο αποδεικνύει και την κακοπιστία των εναγόντων αλλά και τη μη γνησιότητα των κινήτρων τους, αφού ο λόγος που καταχώρησαν την αγωγή και τη αίτηση είναι για να σταματήσουν τον πλειστηριασμό πάση θυσία και χωρίς αποχρώντα λόγο και όχι γιατί γνήσια αμφισβητούν την εγκυρότητα των υποθηκών. Εάν οι ενάγοντες γνήσια αμφισβητούσαν τη γνησιότητα των υποθηκών ή την εγκυρότητα των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων θα έπρεπε είτε να μην τις κατάρτιζαν και να μην επωφελούνταν με το προϊόν αυτών ή αμέσως μετά την κατάρτιση τους να της αμφισβητούσαν και όχι σε αυτό το στάδιο που θα υποστούν τις νόμιμες συνέπειες των όσων συμφώνησαν, στα οποία οι εναγόμενοι βασίστηκαν και ενήργησαν προς ζημιά της παραχωρώντας τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, το όφελος των οποίων οι ενάγοντες προσπορίστηκαν.
- Επισημαίνω ότι ο ίδιος η ενόρκως δηλών αποδέχεται ότι σκοπός της καταχώρησης της αγωγής και της αίτησης είναι για να καταστεί δυνατή η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, γεγονός που επιβεβαιώνει τη θέση μας περί κατάχρησης της διαδικασίας. Η πρόνοια στη νομοθεσία ήτοι το Νόμο 9/65 που αναφέρει ότι δεν αποκλείεται το δικαίωμα ενυπόθηκου οφειλέτη να προχωρήσει με αγωγή με βάση οποιοδήποτε εν ισχύ νόμο, εξ όσων με έχουν ενημερώσει οι δικηγόροι μας, δεν έδωσε οποιοδήποτε νέο ή και επιπλέον αγώγιμο δικαίωμα, αλλά επεσήμανε ότι συνεχίζει να υφίσταται το δικαίωμα του κάθε ενυπόθηκου οφειλέτη να κινήσει αγωγή εάν έχει βάσιμο λόγο να το πράξει, στην δε προκείμενη περίπτωση ουδείς λόγος υφίσταται. Ο ενόρκως δηλών προσπαθεί να εισηγηθεί με τρόπο παραπλανητικό ότι η εν λόγω πρόνοια δίδει νέο αγώγιμο δικαίωμα ενώ αυτό δεν είναι αλήθεια, σε μια ανεπιτυχή προσπάθεια να δικαιολογήσουν την αδράνεια των εναγόντων για τόσα χρόνια.
- Όσον αφορά τους των αιτητών περί αντισυνταγματικότητας πέρνα του ότι αυτοί τίθενται κατά τρόπο λανθασμένο, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να εξεταστούν καν, αυτοί είναι έκθετοι σε απόρριψη καθότι ουδόλως επηρεάζεται το δικαίωμα των εναγόντων να προβάλουν τις θέσεις τους στην αγωγή ούτε και παραβιάζονται οι αρχές δίκαιης δίκης. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης τους
- Λέγω επίσης ότι της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι καμία πραγματική ούτε και γνήσια αλλά ούτε και συγκεκριμένη αμφισβήτηση των υπολοίπων γίνεται από τους ενάγοντες κάτι που ακόμα και αν γινόταν το μόνο που θα επιτύγχανε θα ήταν μείωση του οφειλόμενου ποσού που και πάλι είναι χρηματική αποτιμητέα ζημιά.
- Λέγω επιπλέον ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής και σε περίπτωση συνέχισης της διαδικασίας πλειστηριασμού η μοναδική ζημιά που τυχόν οι αιτητές θα πάθαιναν είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα, οι δε εναγόμενοι είναι ένα καθ' όλα φερέγγυο τραπεζικό ίδρυμα, χωρίς όμως να αποδέχομαι ότι θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά.
- Αρνούμαι την παράγραφο 34 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω και λέγω ότι οι αιτητές κακόπιστα και καταχρηστικά αυτό που επιδιώκουν με την παρούσα αίτηση είναι να μην εφαρμοστεί η υφιστάμενη νομοθεσία και να παραβιαστούν τα νομοθετικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των εναγομένων, επηρεάζοντας την εξασφάλιση των εναγομένων ενώ τόσο ο ενόρκως δηλών όσο και οι λοιποί αιτητές και ενάγοντες στην αγωγή έχουν προσποριστεί το όφελος των πιστωτικών διευκολύνσεων που τους έχουν παραχωρήσει οι εναγόμενοι πλουτίζοντας έτσι αδικαιολόγητα με το ισόποσο εις βάρος τους χωρίς όμως οι ίδιοι να συμμορφώνονται με τις δικές τους συμβατικές υποχρεώσεις. Σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος αυτοί που θα ζημιωθούν ανεπανόρθωτα θα είναι οι εναγόμενοι οι οποίοι δεν θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν την εξασφάλιση τους οι δε αξίες των ακινήτων είναι αβέβαιες και το διάταγμα απλά θα οδηγήσει στο εξής αποτέλεσμα ήτοι το χρέος των εναγόντων θα συνεχίσει να αυξάνεται ενώ η αξία της εξασφάλισης ενδεχομένως θα μειώνεται οι δε αιτητές δεν είναι φερέγγυα πρόσωπα.
- Στη βάση όλων των πιο πάνω αξιώνω απόρριψη της αίτησης ως καταχρηστικής, κακόπιστης και αβάσιμης, με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.» Ακρόαση της αίτησης-επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Η ακρόαση της αίτησης έγινε με αγορεύσεις στη βάση των όσων αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις πιο πάνω, χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οιουδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Η επιχειρηματολογία δε των δύο πλευρών περιλαμβάνεται στις γραπτές αγορεύσεις που παρέδωσαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο Δικαστήριο και τις οποίες βεβαίως είχα την ευκαιρία να μελετήσω ενδελεχώς. Στο σημείο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω ό,τι οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και θα γίνει αναφορά σε σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εάν και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60 Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 * του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741). * 32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (βλ. Odysseos πιο πάνω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 1235). Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω). Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos πιο πάνω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013). Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co.
(1997)1 AΑΔ 1799). Εφαρμογή των Προϋποθέσεων του Νόμου και Αξιολόγηση Έχοντας μελετήσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει ως επίσης την ένσταση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν, καθώς επίσης τα επισυνημμένα από τις δύο πλευρές έγγραφα, διαπιστώνω τα ακόλουθα: 1) Οι Αιτητές κατ' αρχήν αμφισβητούν το εμφανιζόμενο ως χρεωστικό υπόλοιπο χωρίς να παρουσιάζουν οποιαδήποτε στοιχεία, προβαίνοντας σε γενικές και αόριστες αναφορές περί παράνομων ανατοκισμών, υπερχρεώσεων κλπ. Βεβαίως το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν γνωρίζει τη μαρτυρία που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου που έχει εκδικάσει την αναφερόμενη αγωγή 310/11 και θα ήταν ανεπίτρεπτο να προβεί σε οποιαδήποτε ευρήματα στα πλαίσια της παρούσας για το κατά πόσο έχει αποδειχθεί ή όχι το χρέος. Περαιτέρω, η αναφορά γενικά και αόριστα σε μαρτυρία λογιστή περί των ισχυριζόμενων υπερχρεώσεων και παράνομων ανατοκισμών δεν βοηθά καθ' οιονδήποτε τρόπο την πλευρά των Αιτητών. Παρεμβάλλω εδώ πως το γεγονός ότι οι αιτητές δεν αμφισβητούν ουσιαστικά ότι υπάρχει οφειλόμενο χρέος και την ίδια στιγμή δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε έκθεση λογιστή για τις υπερχρεώσεις και ανατοκισμούς, δημιουργεί βεβαίως αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα των θέσεων τους και για το κατά πόσο έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια». 2) Ως προς την ισχυριζόμενη ακυρότητα της υποθήκης Υ2548/07 και πάλιν παρατηρώ ότι κανένα συγκεκριμένο στοιχείο δεν έχει τεθεί για τούτο ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ισχυρισμός κρίνεται γενικός και αόριστος και κατ' επέκταση είναι έκθετος σε απόρριψη. Εν πάση περιπτώσει, έχοντας υπόψη τα δικόγραφα στην αγωγή 310/11 (βλ. τεκμ.Β και Γ στην αίτηση), αυτό είναι θέμα που θα απασχολήσει προφανώς το Δικαστήριο που έχει εκδικάσει την εν λόγω αγωγή. 3) Εν συνεχεία των ανωτέρω, βρίσκω ότι στο παρόν στάδιο δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να πλήττει τις Ειδοποιήσεις που έχουν αποστείλει οι Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους και κυρίως την Ειδοποίηση Τύπος ΙΑ, με βάση την οποία ορίστηκε για να διενεργηθεί ο πλειστηριασμός στις 13.5.2019. Παρεμβάλλω ότι οι Αιτητές απέστειλαν την εν λόγω Ειδοποίηση και προχωρούν με την πώληση του ακινήτου κάνοντας χρήση των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, ενώ θα παραπέμψω εδώ πιο συγκεκριμένα στο άρθρο 44Α(4Α) του εν λόγω Νόμου εις το οποίο προβλέπεται ότι «Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.». Επίσης σύμφωνα με το εδάφιο 4 του ίδιου άρθρου «καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου». Ενώ σημειώνω ότι η αναφερόμενη πολιτική αγωγή 310/11 καταχωρήθηκε από τους εδώ Εναγόμενους πριν ακόμα τεθεί στον Νόμο το Μέρος VIA. Εν πάση περιπτώσει, λέγοντας αυτά, θέλω να καταλήξω στο ότι οι Καθ' ων η αίτηση κάνουν χρήση μιας διαδικασίας που έχει προνοήσει ο νομοθέτης και ενός δικαιώματος που έχουν με βάση τον Νόμο, η εκκρεμότητα δε της αγωγής 310/11 ουδόλως επηρεάζει τα πράγματα στην ουσία τους. 4) Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι διάσπαρτες αναφορές περί παραβίασης των δικαιωμάτων των Αιτητών όπως κατοχυρώνονται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ από τυχόν μη έκδοση του διατάγματος, πλην όμως αναφέρω ότι έχοντας κατά νου και όλα τα πιο πάνω δεν έχει καταδειχθεί ούτε εδώ κάποιο συζητήσιμο θέμα. Με κάθε σεβασμό δε, αναφέρω πως και τα άρθρα 14, 15 και 16 του Περί Συμβάσεων Νόμου στα οποία παραπέμπουν οι αιτητές, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς που αυτοί προβάλλουν, κρίνονται άσχετα. 5) Όσον αφορά τη θέση των αιτητών πως η έκδοση του διατάγματος είναι απαραίτητη προκειμένου να δύναται να καταχωρηθεί αίτηση-έφεση για προσβολή της ειδοποίησης τύπος ΙΑ, σημειώνω πως η προθεσμία για καταχώρηση τέτοιας έφεσης έχει προφανώς παρέλθει προ πολλού. Πιο συγκεκριμένα, είναι παραδεκτό ότι η εν λόγω ειδοποίηση επιδόθηκε στις 14/01/19 (βλ. παρ.11 της ΕΔ που συνοδεύει την αίτηση και την παρ.10 της ΕΔ που συνοδεύει την ένσταση) και έχοντας υπόψη την προθεσμία των 30 ημερών για άσκηση τέτοιας έφεσης που θέτει το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/1965, είναι σαφές ότι επιβεβαιώνεται του λόγου το αληθές. 6) Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω εδώ ότι ανεξάρτητα των πιο πάνω, με βάση τα οποία προκύπτει ότι οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ούτε κάποιο συζητήσιμο θέμα, αλλά ούτε και πιθανότητα επιτυχίας, θεωρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί από τους Αιτητές στον απαιτούμενο βαθμό ούτε και η τρίτη προϋπόθεση που απαιτείται για έκδοση προσωρινού διατάγματος αφού βρίσκω ότι σε περίπτωση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και επιτυχίας ακολούθως της αγωγής τους οι Αιτητές μπορούν να αποζημιωθούν από τους Εναγόμενους σε χρήμα. Σημειώνω δε, ότι οι Εναγόμενοι αποτελούν έναν μεγάλο και φερέγγυο τραπεζικό οργανισμό (οι Αιτητές εν πάση περιπτώσει δεν ισχυρίζονται κάτι διαφορετικό, ούτε έχουν αντικρούσει τη σχετική θέση του Νικολάου), ενώ υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι η όποια ζημιά τους μπορεί εύκολα να αποτιμηθεί σε χρήμα. Διάταγμα Quia Timet Οι Αιτητές ισχυρίζονται στην παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση τους ότι η καταχώριση της αγωγής και της αίτησης εντάσσονται στην κατηγορία των προληπτικών ενεργειών προκειμένου να διατηρηθεί το αντικείμενο της αγωγής και να αποφευχθεί να επέλθει το ζημιογόνο γεγονός που είναι η αποξένωση του ενυπόθηκου ακινήτου. Αυτός είναι και ο λόγος που το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια και εφαρμόζοντας τις αρχές της επιείκειας δύναται να εκδώσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, στη βάση της αρχής Quia Timet. Αναφορά στην εν λόγω αρχή, η οποία ζητούν να εφαρμοστεί οι Αιτητές, γίνεται και σε άλλες παραγράφους (βλ. πχ 29, 30, 31 και 32). Αυτού του είδους το διάταγμα δίδεται για να παρεμποδιστεί επαπειλούμενη ζημιά. Συνήθως ο ενάγων κινεί την αγωγή του μετά την παραβίαση των δικαιωμάτων του και την πρόκληση ζημιάς. Στην περίπτωση διατάγματος Quia Timet («Επειδή Φοβάται») ο ενάγων δύναται, αφού εναγάγει τον εναγόμενο ο οποίος απειλεί να παραβιάσει τα δικαιώματα του, να εξασφαλίσει το συγκεκριμένο απαγορευτικό διάταγμα ώστε να εμποδιστεί ο εναγόμενος να προχωρήσει στην τέλεση της απειλούμενης πράξης. Με αυτό τον τρόπο αναχαιτίζεται το ενδεχόμενο πρόκλησης ζημιάς, ιδιαίτερα όταν η ζημιά που θα δημιουργείτο δεν θα μπορούσε εύκολα να αποζημιωθεί σε χρήμα. Λόγω της φύσης του διατάγματος απαιτείται σαφής και ισχυρή μαρτυρία ότι ο απειλούμενος κίνδυνος είναι άμεσος και ορατός, η ζημιά είναι αναπόφευκτη καθώς επίσης η ζημιά θα πρέπει να είναι σοβαρή και να μην αποζημιώνεται σε χρήμα, εκτός αν ο εναγόμενος προσπαθεί να επιβάλει την οικονομική του ισχύ. Το βάρος βεβαίως είναι στους ώμους του ενάγοντα για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για όλα τα στοιχεία πιο πάνω. (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ-INJUNCTIONS, των κ.κ.Γεώργιου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη, σελ. 11 και 77-80). Στην προκειμένη περίπτωση, εν συνεχεία των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, είναι θεωρώ σαφές ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος. Οι αιτητές κατά την κρίση μου δεν έχουν παρουσιάσει σαφή και ισχυρή μαρτυρία προς απόδειξη του αγώγιμου δικαιώματος τους αλλά ούτε και ότι απειλείται παραβίαση των δικαιωμάτων τους ή ότι οι καθ' ων η αίτηση ενεργούν με απώτερο σκοπό να πλήξουν τα δικαιώματα τους. Εν πάση περιπτώσει η όποια ζημιά ήθελε προκληθεί στους αιτητές, ως έχει ήδη αποφασιστεί ανωτέρω, δεν είναι τέτοια που να μην δύναται να αποκατασταθεί σε χρήμα. Με βάση αυτά, δεν κρίνω σκόπιμο να προβώ στην εξέταση άλλων λόγων ένστασης. Κατάληξη Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των εναγόμενων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων 1-4 - αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο