VALENTIN ν. MIHALAS, Αρ. Αγ. : 582/18, 15/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A50 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγ. : 582/18 Μεταξύ: .... VALENTIN, ...... Ξυλοφάγου Ενάγοντα και ..... MIHALAS, ........, .......... Εναγόμενης Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση ημερομηνίας 4.2.2019 Ημερομηνία: 15.5.2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Μ. Τάσου. Για Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κα Παναγιώτου για Χριστάκη Κωνσταντίνου & Σία ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Ο Ενάγοντας καταχώρισε στις 12.10.2018 κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο εναντίον της Εναγόμενης και ζητά ουσιαστικά διάταγμα που να διατάσσει την Εναγόμενη να του επιστρέψει αμέσως την κατοχή του οχήματος XXXXX83 μάρκας Toyota Aygo. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης οι διάδικοι στις 26.6.2018 τέλεσαν πολιτικό γάμο στη Δερύνεια και τον Αύγουστο του 2018 επήλθε διάσταση μεταξύ τους, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να εγκαταλείψει τη συζυγική οικία στη Δερύνεια και να εγκατασταθεί στο Ξυλοφάγου. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους ο Ενάγοντας σύναψε δάνειο με την Τράπεζα Κύπρου και αγόρασε το επίδικο όχημα το οποίο ενέγραψε επ' όνοματι του. Ο Ενάγοντας πλήρωνε τις μηνιαίες δόσεις ύψους €100 για εξόφληση του δανείου, ποσό το οποίο συνεχίζει να πληρώνει μέχρι και σήμερα, ενώ η Εναγόμενη ουδέν ποσό συνείσφερε για την αγορά του. Από την ημέρα διάστασης των διαδίκων το επίδικο όχημα παρανόμως και χωρίς κανένα νομικό έρεισμα παρακρατείται από την Εναγόμενη, η οποία παρά τις συνεχείς εκκλήσεις και οχλήσεις από τον Ενάγοντα για να το επιστρέψει αρνείται να το πράξει. Η Εναγόμενη καταχώρισε προσωπικά Υπεράσπιση στην υπόθεση και αφού αποδέχεται την τέλεση του πολιτικού γάμου και τη διάσταση ως αναφέρονται ανωτέρω, σημειώνει ότι το δάνειο έγινε το 2017 και έγινε στο όνομα του Ενάγοντα γιατί, όπως αναφέρει, η ίδια ήταν ξένη. Ο Ενάγοντας κρατά ένα αυτοκίνητο Mazda Demio, το οποίο αγόρασαν μαζί με δικά της χρήματα και λόγω των πιο πάνω ζητά να της αφήσει το επίδικο αυτοκίνητο στην κατοχή της και θα αναλάβει να πληρώνει και εξοφλήσει το δάνειο και να κρατήσει αυτός το Mazda Demio. Τέλος αρνείται ότι χρωστά στον Ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό και αναφέρει ότι ο Ενάγοντας οφείλει στην ίδια άλλα ποσά που πλήρωσαν για το αυτοκίνητο που κρατά σήμερα. Επίδικη Αίτηση Στις 4.2.2019 καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση με την οποία ο Ενάγοντας ζητά συνοπτική απόφαση εναντίον της Εναγόμενης ως η αξίωση στην Έκθεση Απαίτησης. Παρεμβάλλω εδώ ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι εφόσον εγκριθεί η αίτησή του συμφωνεί ότι αυτό που ουσιαστικά ζητείται είναι η επιστροφή της κατοχής του οχήματος και όχι αποζημιώσεις, μη έχοντας προσκομιστεί οιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με τη συγκεκριμένη αξίωση. Η αίτηση βασίζεται επί τωv Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, Θ.1(a), 2 και Δ.48 Θ.1-9, επί των γενικών αρχών του Νόμου, των κανόνων της επιείκειας, της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών τoυ Δικαστηρίου. Η αίτηση δε συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, εις την οποίαν αναφέρει ότι η Εναγόμενη παρανόμως και χωρίς κανένα νόμιμο δικαίωμα κατακρατά το επίδικο αυτοκίνητο μέχρι σήμερα και η Εναγόμενη στις 15.1.2019 καταχώρισε Υπεράσπιση με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση. Η Εναγόμενη δεν έχει Υπεράσπιση στην υπόθεση και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι δεν αρνείται στην Υπεράσπισή της το γεγονός ότι το αυτοκίνητο του ανήκει και δεν αντιτάσσει την ύπαρξη δικαιώματος εκ μέρους της κατοχής του αυτοκινήτου (στην ένορκη δήλωση αναφέρεται η λέξη «ακινήτου», προφανώς εκ παραδρομής) παρά μόνο ζητά ένα συμβιβασμό στην αγωγή. Η ένσταση Η πλευρά της Εναγομένης αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση, στην οποία καταγράφονται οκτώ
(8)λόγοι Ένστασης. Η Νομική Βάση της Έvστασης στηρίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1(α), 2, 3 και 9 (α), Δ.39, Δ.48 Θ.1-4, 9 , Δ.59 και Δ.64, στα άρθρα 2, 29, 30, 31 και 43 του Νόμου 14/60, σε άρθρα του Συντάγματος και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και του Δικαίου της Επιείκειας, στη νομολογία και στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης, η οποία αρνείται τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα αφού έχει καλόπιστη και βάσιμη με βάση τα γεγονότα Υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής, έχει δικαίωμα να καταχωρίσει Υπεράσπιση και σε καμία περίπτωση δεν καταχώρισε εμφάνιση για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Περαιτέρω, αφού αναφέρει ότι ο Ενάγοντας τον Μάιο του 2017 σύναψε δάνειο με την Τράπεζα Κύπρου για την αγορά του επίδικου οχήματος, αναφέρει ότι συμφώνησαν ότι το εν λόγω όχημα θα παραμείνει στην κατοχή της με την προϋπόθεση να αποπληρώνει προσωπικά το δάνειο του Ενάγοντα καταβάλλοντας το ποσό των €105 μηνιαίως. Από τον Ιούνιο του 2017 μέχρι και σήμερα καταβάλλει προσωπικά τη δόση προς αποπληρωμή του δανείου. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι συμφώνησαν με τον Ενάγοντα ότι με την αποπληρωμή του δανείου θα μεταβίβαζε το όχημα στο όνομα της και δεν θα είχε καμία απαίτηση από την ίδια. Τέλος, αναφέρει ότι ο Ενάγοντας κωλύεται από τις παραστάσεις και υποσχέσεις του να αξιώνει τις θεραπείες που αξιώνει στην αγωγή του, ενώ η αίτηση έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά και αυθαίρετα και κατά παράβαση των αρχών δικαίου και επιείκειας και των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και ως τέτοια η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ακρόαση της αίτησης - Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Η ακρόαση της αίτησης έγινε με γραπτές αγορεύσεις στη βάση των όσων αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις πιο πάνω, χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οιουδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Όσα αναφέρουν δε οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο, χωρίς να χρειάζεται όμως στο σημείο αυτό να παρατεθούν όσα οι συνήγοροι αναφέρουν. Θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εάν τούτο κριθεί αναγκαίο. Νομική πτυχή Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)* ο ενάγων που αιτείται έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. * Ord. 18, r.1. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Από πλευράς εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (
- b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if
- so)to what part of the plaintiff's claim). Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στη σελ 337 - 338 και 339 - 340). Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. σελ. 1080-1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην Πολ.Εφ.11694, 1.Παναγιώτης Νεάρχου, κ.α. -v- Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(2005)1 Α.Α.Δ.818, λέχθηκαν εν σχέση με το θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο τα εξής: « Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1.A.A.Δ.265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R.130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ.239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ.1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ.22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ.408).» Τέλος, στην 1.Χριστόδουλος Μεττή, κ.α. -v- Τράπεζας Κύπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.417, αναφέρθηκαν τα εξής: « Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης (Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais, ανωτέρω). Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Εξέταση της αίτησης Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και εξετάζοντας κατά πόσο η Ενάγουσα πέτυχε να ικανοποιήσει τις δικαιοδοτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται, βρίσκω, κατ' αρχήν, ότι η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση έχουν σαφώς ικανοποιηθεί, αφού καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 12/10/18, ενώ η Εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 16/10/18. Ερχόμενος στην τρίτη προϋπόθεση τώρα, βρίσκω ότι ικανοποιείται και η συγκεκριμένη προϋπόθεση. Το επίδικο όχημα, για την αγορά του οποίου έγινε δάνειο επ' ονόματι του ενάγοντα, είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του τελευταίου και κατέχεται από την εναγόμενη. Αυτά τα στοιχεία είναι κοινά αποδεκτά. Ο ενάγοντας δε μέσω της ένορκης του δήλωσης σημειώνει πως η εναγόμενη παράνομα και χωρίς κανένα νομικό δικαίωμα κατακρατά το αυτοκίνητο, ενώ αυτή δεν έχει υπεράσπιση. Με αυτά υπόψη, θεωρώ ότι πλέον το βάρος είναι στην Εναγόμενη να δείξει ότι έχει κάποια υπεράσπιση στην υπόθεση ή, εν πάση περιπτώσει, να αποκαλύπτει γεγονότα που να της δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση. Να υπενθυμίσω εδώ, πριν από οτιδήποτε άλλο, ότι σε αγωγή για παράνομη κατακράτηση πράγματος, που αποτελεί αναμφίβολα τη βάση της αγωγής του ενάγοντα στην παρούσα, το βάρος απόδειξης ότι η κατακράτηση είναι νόμιμη την φέρει ο εναγόμενος (βλ. άρθρο 37 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148). Λέγοντας αυτά να πω κατ' αρχήν ότι η εναγόμενη προκειμένου να στηρίξει τα λεγόμενα της περί συμφωνίας ότι το όχημα θα παραμείνει στην κατοχή της με την προυπόθεση να αποπληρώνει τη μηνιαία δόση του δανείου και εφόσον ισχυρίζεται καταβολή της δόσης από το 2017 μέχρι σήμερα, θα ανέμενα να παρουσιάσει όλες αυτές τις αποδείξεις πληρωμής του δανείου. Δεν το έπραξε, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός της να παραμένει μετέωρος και να είναι έκθετος σε απόρριψη. Ας σημειωθεί εδώ ότι τέτοιο ισχυρισμό στην υπεράσπιση που καταχώρησε όχι μόνον δεν έχει προβάλει, αλλά αυτό που αναφέρει εντελώς αντιφατικά είναι την πρόθεση της ν' αναλάβει την πληρωμή του δανείου. Και υπενθυμίζω ότι η υπεράσπιση της καταχωρήθηκε προσωπικά από την ίδια στις 15/01/19 δηλ. 2 περίπου μήνες πριν την ένσταση της πιο πάνω και τα όσα αναφέρει στη σχετική ένορκη της δήλωση. Εν πάση περιπτώσει να παρεμβάλω εδώ πως οι ισχυρισμοί της εναγόμενης στην ένσταση της ουδεμία σχέση έχουν με όσα ισχυρίζεται στο δικόγραφο της υπεράσπισης της, κάτι που σαφώς δείχνει αφενός μη καθαρές θέσεις από μέρους της ενώπιον του Δικαστηρίου και αφετέρου ότι προφανώς όσα τώρα ισχυρίζεται αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, κατά την κρίση μου ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί συμφωνίας είναι γενικός και αόριστος και ως τέτοιος είναι έκθετος σε απόρριψη, ενώ δεν μπορεί να μην σημειωθεί πως η εναγόμενη ποτέ δεν ήγειρε ανταπαίτηση αξιώνοντας την εγγραφή του οχήματος επ' ονόματι της στη βάση οιασδήποτε συμφωνίας. Συνεπώς, με βάση όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου θεωρώ πως η εναγόμενη δεν έχει δείξει ότι έχει κάποια υπεράσπιση στην υπόθεση, ούτε έχει αποκαλύψει γεγονότα που να της δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αντίθετα φαίνεται θεωρώ η πρόθεση της, καταχρηστικά, να καθυστερήσει τη διαδικασία. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω και επειδή ουδείς εκ των λόγων ένστασης κρίνεται βάσιμος η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης ως τα αιτητικά Α και Β της έκθεσης απαίτησης. Ο χρόνος παράδοσης του οχήματος καθορίζεται σε 3 μέρες από την επίδοση της απόφασης στην εναγόμενη. Τα αιτητικά Γ, Δ και Ζ της έκθεσης απαίτησης απορρίπτονται. Τα έξοδα της αγωγής, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της επίδικης αίτησης, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο