← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΠΑΤΣΑΛΟΥ κ.α., Αρ.Αγωγής: 8/2015, 16/10/2019

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΠΑΤΣΑΛΟΥ κ.α., Αρ.Αγωγής: 8/2015, 16/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A95 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 8/2015 Μεταξύ HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Και

  1. XXXXX ΠΑΤΣΑΛΟΥ
  2. XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΤΣΑΛΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Καραμαλλή για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ. Για τους Εναγόμενους: κα Α. Πάση ΑΠΟΦΑΣΗ Δικογραφία Η Εναγόμενη 1 ενάγεται ως πρωτοφειλέτιδα δυνάμει των ακόλουθων Συμφωνιών: à Συμφωνία Δανείου ημερ. 10/7/2008 για ποσό €350.000 υπό τους όρους που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α)- (στ) της παραγράφου 4 της Έκθεσης Απαίτησης (εφεξής Δάνειο Α), à Συμφωνία Δανείου ημερ. 28/12/2009 για ποσό €70.000 υπό τους όρους που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α)-(ζ) της παραγράφου 9 της Έκθεσης Απαίτησης (εφεξής Δάνειο Β), και à Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό ημερ. 10/7/2008υπό τους όρους που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α)- (στ) της παραγράφου 13 της Έκθεσης Απαίτησης (εφεξής Τρεχούμενος Λογαριασμός). Προς εξασφάλιση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε γραπτώς στις 15/12/2008 και 28/12/2009 την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις πιο πάνω Συμφωνίες μετά των αναλογούντων τόκων και εξόδων. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των πιο πάνω υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 που απορρέουν από τις πιο πάνω Συμφωνίες οι Εναγόμενοι 1 και 2 προσέφεραν και η Ενάγουσα απεδέχθη τις πιο κάτω υποθήκες: · Αριθμός δηλώσεως υποθήκης ΥXXX/12 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου ημερομηνίας 30ης Ιανουάριου 2012 για το ποσό των €354.000 πλέον σύνθετο τόκο προς 13% ετησίως επί της ακινήτου ιδιοκτησίας των Εναγομένων 1 και 2 με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/ΣΧ -/2-290- 380, τεμάχιο XXX, τμήμα 5, στην τοποθεσία Κοτσιηνογιά, στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου, εγγεγραμμένο μερίδιο στους Εναγόμενους 1 και 2 το 1/2 έκαστος και υποθηκευμένο μερίδιο το ΟΛΟ. · Αριθμός δηλώσεως υποθήκης ΥXXX/12 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Αμμοχώστου ημερομηνίας 30ης Ιανουάριου 2012 για το ποσό των €69.000 πλέον σύνθετο τόκο προς 13% ετησίως επί της ακινήτου ιδιοκτησίας των Εναγομένων 1 και 2 με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/ΣΧ -/2-290-380, τεμάχιο XXX, τμήμα 5, στην τοποθεσία Κοτσιηνογιά, στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου, εγγεγραμμένο μερίδιο στους Εναγόμενους 1 και 2 το 1/2 έκαστος και υποθηκευμένο μερίδιο το ΟΛΟ. · Αριθμός δηλώσεως υποθήκης ΥXXX/12 του ΕπαρχιακούΚτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου ημερομηνίας30ης Ιανουάριου 2012 για το ποσό των €10.500πλέον σύνθετο τόκο προς 13% ετησίως επί της ακινήτου ιδιοκτησίας των Εναγομένων 1 και 2 με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/ΣΧ -/2-290-380, τεμάχιο XXX, τμήμα 5, στην τοποθεσία Κοτσιηνογιά, στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου, εγγεγραμμένο μερίδιο στουςΕναγόμενους 1 και 2 το 1/2 έκαστος και υποθηκευμένο μερίδιο το ΟΛΟ. Σύμφωνα με την αξίωση οι λογαριασμοί της Εναγόμενης 1 παρουσίαζαν υπερβάσεις και/ή ανεξάρτητα τούτου η Ενάγουσα ζήτησε την πληρωμή του συνόλου των οφειλόμενων υπολοίπων της Εναγόμενης 1 πολλές φορές χωρίς ανταπόκριση ενώ στη συνέχεια η Ενάγουσα Τράπεζα με επιστολές της ημερ. 12/7/2013, 12/11/2014 και 1/12/2014 τερμάτισε τη λειτουργία των πιο πάνω Συμφωνιών απαιτώντας την πληρωμή παντός οφειλόμενου υπολοίπου. Σύμφωνα πάντοτε με την αξίωση τα οφειλόμενα υπόλοιπα των επίδικων Συμφωνιών Δανείου και Τρεχούμενου Λογαριασμού ανέρχονται ως ακολούθως: § Του Λογαριασμού του Δανείου Α σε ποσό €459.312,31 πλέον τόκο προς 6,95% επί ποσού €434.820,11 από 1/12/2014 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. § Του Λογαριασμού του Δανείου Β σε ποσό €86.330,50πλέον τόκο προς 6,95% επί ποσού €81.728,64 από 1/12/2014 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. § Του Τρεχούμενου Λογαριασμούσε ποσό €14.093,55πλέον τόκο προς 11,45%επί ποσού €13.355,64 από 1/12/2014 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς μεταξύ των οποίων και τους ακόλουθους: Οι όροι των επίδικων Συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και των συμβάσεων εγγύησης είναι όροι αντινομικοί, άκυροι, καταχρηστικοί, παράνομοι για τους ακόλουθους λόγους: i. Οι επίδικες Συμφωνίες επιτρέπουν στους Ενάγοντες να καταγγέλλουν και τερματίζουν κατά την απόλυτη κρίση τους σε αντίθετη με τα δικαιώματα που παρέχονται στους Εναγόμενους. ii. Οι όροι των επίδικων Συμφωνιών δημιουργούν ανισότητες σε βάρος των Εναγόμενων και υπέρ των Εναγόντων. iii. Οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην επιβολή των τόκων που αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης τους και αφού αρνούνται τον υπολογισμό του βασικού επιτοκίου και των προσαυξήσεων, ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες προέβαιναν σε ανατοκισμό ή/και παράνομες ή/και αντισυμβατικές ή/και αντινομικές χρεώσεις. iv. Οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην επιβολή τόκου υπερημερίας και τέτοια επιβολή είναι παράνομη ή/και αντινομική ή/και παράνομη ή/και αποτελεί ποινική ρήτρα. v. Οι επίδικες Συμφωνίες επιτρέπουν στους Ενάγοντες να τις μεταβάλλουν αυθαίρετα και μονομερούς κατά τη δική τους κρίση αποκλειστικά, στερώντας την συμβατική διαπραγματευτική ικανότητα των Εναγόμενων. vi. Οι όροι των επίδικων Συμφωνιών μεταβλήθηκαν αυθαίρετα και άδικα και άνευ ειδοποίησης ή/και επαρκούς ή/και δέουσας ενημέρωσης από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους. vii. Οι Ενάγοντες στέρησαν από τους Εναγόμενους το δικαίωμα τους για λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής προ της υπογραφής της αναφερόμενης Συμφωνίας ή/και δεν επισήμαναν ή/και δεν τους συμβούλευσαν να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή. viii. Οι αναφερόμενες Συμφωνίες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου και των κανονισμών ή/και καταρτίστηκαν κατά παράβαση του περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμου. ix. Οι επίδικες Συμφωνίες είναι άκυρες ή/και ακυρώσιμες ή/και αντινομικές ή/και στερούνται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Όσον αφορά τη Συμφωνία Τρεχούμενου Λογαριασμού οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η εν λόγω Συμφωνία είναι άκυρη ή/και ακυρώσιμη, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου ή/και των Κανονισμών και καταρτίστηκε κατά παράβαση του περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμου. Οι Εναγόμενοι αρνούνται τον τερματισμό των επίδικων Συμφωνιών όπως, επίσης, και το οφειλόμενο ποσό, ισχυριζόμενοι ότι: i. Οι Ενάγοντες ουδέποτε ενημέρωσαν τους Εναγόμενους με γραπτές επιστολές είτε προσωπικά, είτε μέσω των δικηγόρων τους για την κατ' ισχυρισμό καθυστέρηση των δόσεων τους και την υποχρέωση τους όπως προβούν σε πληρωμή του ποσού των καθυστερήσεων πλέον τόκους. ii. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε έλαβαν οποιεσδήποτε επιστολές είτε από τους Ενάγοντες, είτε από τους δικηγόρους τους ότι τερμάτισαν τις επίδικες Συμφωνίες ή/και οι Ενάγοντες προχώρησαν στον τερματισμό των επίδικων Συμφωνιών χωρίς να προειδοποιήσουν τους Εναγόμενους δεόντως και για το λόγο αυτό οι επίδικες Συμφωνίες εξακολουθούν να είναι σε ισχύ, αφού ουδέποτε τερματίστηκαν νομότυπα. iii. Οι Εναγόμενοι δεν έλαβα καμία επιστολή από τους Ενάγοντες ή/και τους δικηγόρους τους, με την οποία να πληροφορούνται την επιβάρυνση των καθυστερημένων ποσών με οποιοδήποτε τόκο ή/και άλλες χρεώσεις ή/και την αλλαγή του χρεωστικού επιτοκίου ή/και τον τρόπο υπολογισμού του. iv. Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να εκτελέσουν τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο Νόμος ή/και οι Κανονισμοί ή/και οι παραλείψεις τους συνιστούν παράβαση ουσιώδους όρου της ισχυριζόμενης Συμφωνίας. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της εναντίον των Εναγομένων η Ενάγουσα Τράπεζα κάλεσε συνολικά τρείς μάρτυρες ως ακολούθως: § XXXXX Ηρακλέους (Μ.Ε.1) § XXXXX Αγαθαγγέλου(Μ.Ε.2) § XXXXX Στέκα (Μ.Ε.3) Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσε ένας μόνο μάρτυρας, η Εναγόμενη 1 (Μ.Υ.1). Σύνοψη μαρτυρίας Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας Τράπεζας από το 1995 ο οποίος κατά τον ουσιώδη ως προς τη σύναψη των επιδίκων Συμφωνιών χρόνο εργαζόταν στο Τμήμα Δανειοδοτήσεων στο υποκατάστημα της Τράπεζας που βρισκόταν στην οδό Δημοκρατίας στη Δερύνεια της επαρχίας Αμμοχώστου εκτελώντας καθήκοντα Λειτουργού Πελατείας. Κατά τη μαρτυρία του (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας (Τεκμήρια 1 - 23). Μ.Ε.2 Η Μ.Ε.2 από τον Μάιο του 2016 είναι στην Υπηρεσία της Ενάγουσας Τράπεζας αρχικά στη Λάρνακα ενώ από τον Ιούλιο του 2016 στην Υπηρεσία Ανάκτησης(Debt Recovery Unit) Χρεών στη Λευκωσία και σήμερα στην Υπηρεσία Υποστήριξης Χορηγήσεων (Credit Support). Κατέθεσε μέσω του Εγγράφου 2 αναφορικά με την ετοιμασία από την ίδια αναδομημένων καταστάσεων των επιδίκων λογαριασμών (Τεκμήρια 30, 31 και 32) στις οποίες αφαίρεσε κάθε χρέωση προμηθειών, εξόδων μελέτης και άλλων εξόδων. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 33, 34 και
  3. Μ.Ε.3 Η Μ.Ε.3 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας Τράπεζας. Κατά το έτος 2008 εργαζόταν στο Τμήμα Δανειοδοτήσεων σε υποκατάστημα της Τράπεζας που βρισκόταν στις Βρυσούλες της επαρχίας Αμμοχώστου εκτελώντας καθήκοντα Λειτουργού Πελατείας ενώ στη συνέχεια, τον Φεβρουάριο του 2010, μετατέθηκε και συνέχισε και εργάζεται στην Ενάγουσα ως Λειτουργός Πελατείας σε υποκατάστημα της Τράπεζας που βρισκόταν στην οδό Δημοκρατίας στη Δερύνεια της επαρχίας Αμμοχώστου. Στη μαρτυρία της (Έγγραφο 3) κατέθεσε ότι στο πλαίσιο των καθηκόντων της είχε προσωπική επαφή με τους Εναγόμενους πριν την υπογραφή των επίδικων Συμφωνιών, είχε αναλάβει την αξιολόγηση του αιτήματος της Εναγόμενης 1 για την τροποποίηση των επιδίκων Συμφωνιών και ήταν, επίσης, παρούσα κατά την υπογραφή των επίδικων Συμφωνιών. Κατέθεσε, επίσης, ότι στο πλαίσιο των καθηκόντων της είχε επικοινωνήσει με τους Εναγόμενους τηλεφωνικά για να τους επισημάνει το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί στη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών από τις καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των επίδικων δανείων ζητώντας τους να προχωρήσουν σε διευθέτηση των υποχρεώσεων τους, ενώ συμμετείχε σε συναντήσεις μαζί τους, μετά τη λήψη των επιστολών τερματισμού, με σκοπό την εξέταση τρόπου επίλυσης του προβλήματος που προέκυψε με τις καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των επίδικων δανείων. Η Μ.Ε.3 ανέλαβε επίσης την ετοιμασία και αποστολή των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού. Κατέθεσε αναφορικά με την ετοιμασία και αποστολή τους στους Εναγόμενους περιγράφοντας τη διαδικασία που είχε ακολουθηθεί. Μ.Υ.1 Η Μ.Υ.1 στη μαρτυρία της (Έγγραφο 4) αναφέρθηκε εν πρώτοις στη σύναψη του στεγαστικού δανείου το 2008 κατόπιν σχετικού αιτήματος της επισημαίνοντας ότι κατ΄εκείνο το χρονικό στάδιο οι οικονομικές συνθήκες της ιδίας και του Εναγόμενου 2 ήταν διαφορετικές. Μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε και τα ακόλουθα: ▬ Οι πιστωτικές διευκολύνσεις δίδονταν με μεγάλη ευκολία, χωρίς να τους επεξηγήσει κάποιος το ρίσκο και, όταν τα έγγραφα ήταν έτοιμα για υπογραφή, γίνονταν όλα πολύ βιαστικά και απλώς υπέγραφαν τα έγγραφα ενώ ουδέποτε τους εξήγησε κάποιος τους όρους των επίδικων Συμφωνιών, ούτε και τους ρώτησε κανείς αν ήθελαν να διαβάσουν πρώτα τα έγγραφα και ούτε τους παρότρυναν να λάβουν νομική συμβουλή. ▬ Για τους πιο πάνω λόγους οι όροι των επίδικων Συμφωνιών και/ή των Συμφωνιών εγγυήσεως είναι άκυροι και/ή καταχρηστικοί και/ή παράνομοι και/ή αντινομικοί γιατί επιφέρουν σημαντικές ανισότητες, επιτρέπουν στην Ενάγουσα να τερματίζει μονομερώς και αυθαίρετα και/ή άδικα να μεταβάλλει και/ή τροποποιεί τις Συμφωνίες χωρίς επαρκή ενημέρωση και χωρίς να αναφέρει στους Εναγόμενους ότι μπορούν να λάβουν νομική συμβουλή. ▬ Ουδέποτε ενημερώθηκαν για την επιβολή τόκων υπερημερίας και για αύξηση του τόκου και, για το λόγο αυτό, οι τόκοι και οι ανατοκισμοί είναι παράνομοι και/ή καταχρηστικοί και θα πρέπει να αφαιρεθούν από το συνολικό απαιτούμενο ποσό. ▬ Πολλές φορές τηλεφωνούσε και μετέβαινε στην Τράπεζα και τους εξέφραζε την απόγνωση και τη δυσκολία στο να ανταποκριθεί στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων και ουδέποτε της έδωσαν την απαραίτητη σημασία γι' αυτό και αναγκάστηκε να τους τηλεφωνεί συνέχεια και τον Απρίλιο του 2014, μετά που αποτάθηκε για συμβουλή σε δικηγόρο, τους έστειλε στις 9/4/2014 επιστολή την οποία παρέδωσε δια χειρός, χωρίς να λάβει καμία απάντηση. Στις 17/11/2014 απέστειλε δεύτερη επιστολή χωρίς και πάλι να λάβει οποιαδήποτε απάντηση. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους

(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεων του. Είναι η αξιολόγηση από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της μαρτυρίας που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.[2] Η εντύπωση που σχημάτισα και για τους τρείς μάρτυρες που κλήθηκαν από την Ενάγουσα ήταν απόλυτα θετική. Όλοι τους μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Θεωρώ ότι όλοι τους με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση τους διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, την ακριβή εμπλοκή και γνώση τους. Δεν έχω δε διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Καθόλη τη διάρκεια της εξέτασης τους παρέμειναν σταθεροί και συνεπείς στις θέσεις τους ενώ σε κανένα σημείο δεν κλονίσθηκε η μαρτυρία τους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. Η Μ.Υ.1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση για τους λόγους που πιο κάτω αναλυτικά αναφέρω. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι προσπάθησε να προωθήσει μια εκδοχή που θεωρούσε ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε απαλλαγή των συμβατικών της υποχρεώσεων. Στην προσπάθειά της δε αυτή φάνηκε να αποκρύπτει σημαντικά στοιχεία και πτυχές από τα γεγονότα που περιέβαλλαν και αφορούσαν τις επίδικες Συμφωνίες, καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτές είχαν συναφθεί και τούτο προς ίδιο σκοπό και όφελος. Κατά τη διάρκεια της εξέτασής της, δεν ήταν σταθερή και συνεπής στις θέσεις της, ενώ αρκετά σημεία από τη μαρτυρία της κλονίστηκαν ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. Περιέπεσε δε σε αρκετές και σημαντικές αντιφάσεις. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εναγόμενης 1 έγινε με κάθε δυνατή προσοχή στο σύνολό της και σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου περιλαμβανομένων και των σχετικών τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι με την απαραίτητη διασταύρωση και αντιπαραβολή. Ως έχει ήδη αναφερθεί, η Εναγόμενη 1 δεν έχει πείσει το Δικαστήριο. Θα δοθούν στη συνέχεια κάποια παραδείγματα τα οποία θεωρώ ότι είναι ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας που η Εναγόμενη 1 πρόσφερε. Ενώ στην κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι το καλοκαίρι του 2008 είχε μεταβεί η ίδια με τον σύζυγό της στο υποκατάστημα της Ενάγουσας Τράπεζας στη Δερύνεια και βρήκαν την υπεύθυνη του καταστήματος η οποία ήταν γνωστή της Εναγόμενης 1 και της ζήτησαν να τους χορηγήσει στεγαστικό δάνειο για ποσό €350.000, αντεξεταζόμενη διαφοροποίησε την εκδοχή της λέγοντας ότι το πρόσωπο που είχε συναντήσει είναι ο Μ.Ε.1 ο οποίος στη συνέχεια τους παρέπεμψε στην υπεύθυνη του καταστήματος που ήταν η Μ.Ε.
  1. Σε ερώτηση αν είχε διερωτηθεί για το τι είχαν υπογράψει κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Εναγόμενη 1 ανέφερε ότι ο λόγος που γίνεται ο «ντόρος» σήμερα είναι διότι, όπως το έθεσε χαρακτηριστικά, έχουν φτάσει στην κατάσταση που έχουν φτάσει. Επισημαίνεται παράλληλα, ότι ενώ, όπως ανέφερε, τόσο η ίδια όσο και ο Εναγόμενος 2 σύζυγός της, είναι απόφοιτοι Πανεπιστημίου, δεν διερωτήθηκαν για το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραψαν, γιατί, όπως ανέφερε, δεν χρειάστηκε και παρά το γεγονός ότι είχαν λάβει αντίγραφα των Συμφωνιών, ως η ίδια παραδέχτηκε. Ενώ στην κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι το στεγαστικό δάνειο είχε χορηγηθεί χωρίς εξασφαλίσεις, αντεξεταζόμενη δέχθηκε ότι κατά τη χορήγηση του δανείου δόθηκε πρώτη Υποθήκη επί του ακινήτου με αρ. 19194, ιδιοκτησίας του πεθερού της, καθώς και εγγύηση του Εναγόμενου 2, όπως, επίσης, και εκχώρηση προς την Ενάγουσα Τράπεζα των δικαιωμάτων των Εναγομένων από ασφάλεια πυρός επί του ακινήτου. Επιπλέον, ενώ πάλι στην κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι περί τις αρχές του Δεκεμβρίου 2008 τους κάλεσαν από την Τράπεζα να πάνε να υπογράψουν κάποια νέα έγγραφα, εντούτοις όταν της υπεδείχθη το σχετικό έγγραφο που αφορούσε σε Συμφωνία Τροποποίησης Συμφωνίας Στεγαστικού Δανείου ημερομηνίας 15/12/2008 (Τεκμήριο 3), ανέφερε ότι δεν ήταν σε αυτήν τη Συμφωνία που αναφερόταν, αποδεχόμενη, ωστόσο, ότι και αυτή είχε υπογραφεί από την ίδια. Δεν είχε, όμως, στην κατοχή της αντίγραφο της Τροποποιητικής Συμφωνίας στην οποία είχε αναφερθεί για να μπορέσει να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της. Περαιτέρω, ενώ αρχικά στη διάρκεια της αντεξέτασης της ισχυρίστηκε ότι η αρχική Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 1) προέβλεπε περίοδο χάριτος ενός έτους στην αποπληρωμή των δόσεων, όταν της υπεδείχθησαν στη συνέχεια τα Τεκμήρια 1 και 2 ανέφερε ότι η περίοδος χάριτος αφορούσε σε 3 μήνες αλλά τους είχε λεχθεί προφορικά ότι μπορούσε να παραταθεί μέχρι και ένα χρόνο χωρίς, ωστόσο, να είναι σε θέση η ίδια να παραπέμψει σε οποιοδήποτε όρο της Συμφωνίας που να διαλαμβάνει κάτι τέτοιο. Παραδέχθηκε δε στο τέλος, ότι τέτοια δυνατότητα δεν προβλέπετο στην επίδικη Συμφωνία. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της ενώ είχε ισχυριστεί ότι καθόσον αφορά τη Συμφωνία που υπέγραψαν τον Δεκέμβριο του 2008 δεν τους είχαν δώσει το δικαίωμα να λάβουν νομική συμβουλή, αντεξεταζόμενη και ερωτηθείσα κατά πόσο η ίδια δεν θεωρούσε ότι θα έπρεπε να απευθυνθεί σε δικηγόρο, απάντησε ότι δεν χρειαζόταν. Μάλιστα πρόσθεσε ότι είναι η Τράπεζα που την έχει φέρει στο σημείο αυτό, να ισχυριστεί, δηλαδή, σήμερα κάτι τέτοιο, αφού, όπως το έθεσε, δεν βλέπει οποιαδήποτε προσπάθεια από την τράπεζα να υπάρξει κάποια διευθέτηση. Αντεξεταζόμενη και ερωτηθείσα κατά πόσο είχε ζητήσει όταν υπέγραφε τις επίδικες Συμφωνίες να τις διαβάσει και η Τράπεζα αρνήθηκε καθώς και αν είχε ζητήσει να δει δικηγόρο, η Εναγόμενη 1 απάντησε ότι δεν της αρνήθηκαν να τις διαβάσει αλλά της είπαν ότι δεν χρειαζόταν, ενώ για το ζήτημα του δικηγόρου παραδέχθηκε ότι η ίδια δεν είχε ζητήσει να συμβουλευτεί δικηγόρο. Δέχθηκε ότι λάμβανε από την Τράπεζα καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών στις οποίες φαινόταν η κίνηση του κάθε λογαριασμού, οι χρεώσεις, οι αναλήψεις, το υπόλοιπο κτλ. Ερωτηθείσα αν είχε εντοπίσει στις εν λόγω καταστάσεις κάτι με το οποίο διαφωνούσε, απάντησε καταφατικά προσδιορίζοντας ότι αυτό έγινε όταν υπήρξαν δυσκολίες. Παρά δε το γεγονός ότι είχε ισχυριστεί στην κυρίως εξέτασή της την ύπαρξη υπερχρεώσεων, αντεξεταζόμενη δεν ήταν σε θέση να τις υποδείξει και προσδιορίσει στις καταστάσεις λογαριασμών που είχαν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, περιοριζόμενη στη γενική δήλωση ότι τις εν λόγω υπερχρεώσεις τις είχε «ψάξει» με οικονομικό σύμβουλο στον οποίο είχε αποταθεί τον τελευταίο καιρό. Παραδέχθηκε ότι κατά το στάδιο υποβολής αιτήματος για χορήγηση των επίδικων δανείων οι Εναγόμενοι είχαν την οικονομική δυνατότητα αποπληρωμής τους. Ακολουθεί στη συνέχεια η εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, χρήζουν απόδειξης προς το σκοπό κατάληξης στα αναγκαία ευρήματα. Α. Οι Συμφωνίες των Διαδίκων Ο Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας Τράπεζας από το 1995 ο οποίος κατά τον ουσιώδη ως προς τη σύναψη των επιδίκων Συμφωνιών χρόνο εργαζόταν στο Τμήμα Δανειοδοτήσεων στο υποκατάστημα της Τράπεζας που βρισκόταν στην οδό Δημοκρατίας στη Δερύνεια της επαρχίας Αμμοχώστου εκτελώντας καθήκοντα Λειτουργού Πελατείας. Κατά τη μαρτυρία του (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας (Τεκμήρια 1 - 23). Όπως προέκυψε, στις 10/7/2008 συμφωνήθηκε μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Ενάγουσας Τράπεζας όπως η τελευταία χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 στεγαστικό δάνειο για το ποσό €350.000 (Τεκμήριο 1). Η υπογραφή της πιο πάνω Συμφωνίας έλαβε χώρα στην παρουσία του Μ.Ε.
  2. Η Ενάγουσα Τράπεζα παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 το ως άνω στεγαστικό δάνειο το οποίο καταβλήθηκε σε σχετικό λογαριασμό της Εναγόμενης που έφερε τον αριθμό XXXXX24-01 στον οποίο τηρούνταν όλες οι σχετικές χρεώσεις και πιστώσεις, όπως προέκυψε τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 σε συνάρτηση με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 31). Στις 15/12/2008 συμφωνήθηκε γραπτώς μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 όπως τροποποιηθεί η πιο πάνω επίδικη Συμφωνία Δανείου Α ως ακολούθως: (α) Το χορηγούμενο ποσό του δανείου ή/και πιστωτικών διευκολύνσεων θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο, συνιστάμενο από το εκάστοτε καθοριζόμενο από την Ενάγουσα Βασικό Επιτόκιο προσαυξημένο σε κάθε περίπτωση κατά περιθώριο 0,99%. Με βάση τα πιο πάνω το επιτόκιο κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδικης Συμφωνίας ανερχόταν σε 5,25% (Επιτόκιο: βασικό 5,25% + περιθώριο 0,99% = Σύνολο επιτοκίου 6,24%). (β) Τροποποίηση στο τρόπο αποπληρωμής του δανείου ως ακολούθως: Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο δια 382 ίσων μηνιαίων δόσεων εκ €2,333 έκαστης, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 31/12/2009 και της τελευταίας την 30/9/
  3. Ο τόκος για την περίοδο χάριτος θα είναι πληρωτέος την 31/12/2008 και 30/6/
  4. Η εν λόγω Συμφωνία τροποποίησης ημερ. 5/12/2008 μετά του Εγγράφου Αποδοχής Πιστωτικών Διευκολύνσεων ημερ. 9/12/2008 δυνάμει του οποίου είχαν κοινοποιηθεί οι όροι της εν λόγω Συμφωνίας στην Εναγόμενη 1 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 και
  5. Στις 28/12/2009 συμφωνήθηκε γραπτώς μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 όπως τροποποιηθεί η πιο πάνω επίδικη Συμφωνία Δανείου Α ως ακολούθως: (α) Το χορηγούμενο ποσό του δανείου ή/και πιστωτικών διευκολύνσεων θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο, συνιστάμενο από το εκάστοτε καθοριζόμενο από την Ενάγουσα Βασικό Επιτόκιο προσαυξημένο σε κάθε περίπτωση κατά περιθώριο 1,20%. Με βάση τα πιο πάνω το επιτόκιο κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδικης Συμφωνίας ανερχόταν σε 4,70% (Επιτόκιο: βασικό 3,50% + περιθώριο 1,20% = Σύνολο επιτοκίου 4,70%). (β) Τροποποίηση στο τρόπο αποπληρωμής του δανείου ως ακολούθως: Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο δια 376 ίσων μηνιαίων δόσεων εκ €1.840 έκαστης, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 30/6/2010 και της τελευταίας την 30/9/
  6. Ο τόκος για την περίοδο χάριτος θα είναι πληρωτέος σε 6 ίσες μηνιαίες δόσεις εκ €1.371 έκαστη, αρχομένης την 31/12/2009 και της τελευταίας 31/5/
  7. Η εν λόγω Συμφωνία τροποποίησης ημερ. 28/12/2009 μετά του Εγγράφου Αποδοχής Πιστωτικών Διευκολύνσεων ημερ. 21/12/2009 δυνάμει του οποίου είχαν κοινοποιηθεί οι όροι της εν λόγω Συμφωνίας στην Εναγόμενη 1 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5 και
  8. Ακολούθως, στις 27/1/2012 και, κατόπιν παρακλήσεως της Εναγόμενης 1, η Ενάγουσα συμφώνησαν να τροποποιήσουν το πρόγραμμα αποπληρωμής του επίδικου δανείου το οποίο θα αποπληρωνόταν δια 345 μηνιαίων δόσεων εκ €2.072 έκαστη της πρώτης δόσης πληρωτέας την 31/1/2013 και της τελευταίας πληρωτέας την 30/9/
  9. Ο τόκος για την περίοδο χάριτος θα ήταν πληρωτέος σε 12 ίσες μηνιαίες δόσεις εκ €1.661 έκαστη, αρχομένης την 31/1/2012 και της τελευταίας 31/12/
  10. Η εν λόγω Συμφωνία τροποποίησης ημερ. 27/1/2012 μετά του Εγγράφου Αποδοχής Πιστωτικών Διευκολύνσεων ημερ.26/1/2012 δυνάμει του οποίου είχαν κοινοποιηθεί οι όροι της εν λόγω Συμφωνίας στην Εναγόμενη 1 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 7 και
  11. Στις 28/12/2009 συμφωνήθηκε μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Ενάγουσας Τράπεζας όπως η τελευταία χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 στεγαστικό δάνειο για το ποσό €70.000 (Τεκμήριο 9). Η Ενάγουσα Τράπεζα παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 το ως άνω στεγαστικό δάνειο το οποίο καταβλήθηκε σε σχετικό λογαριασμό της Εναγόμενης που έφερε τον αριθμό XXXXX24-02 στον οποίο τηρούνταν όλες οι σχετικές χρεώσεις και πιστώσεις, όπως προέκυψε τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 σε συνάρτηση με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 32). Στις 27/1/2012 συμφωνήθηκε γραπτώς μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 όπως τροποποιηθεί η πιο πάνω επίδικη Συμφωνία Δανείου Β ως ακολούθως: (α) Τροποποίηση στο πρόγραμμα αποπληρωμής του επίδικου δανείου όπου το ρηθέν δάνειο και ο επίδικος λογαριασμός θα αποπληρωνόταν ως ακολούθως: Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε 345 ίσες μηνιαίες δόσεις της εκ €402,00 έκαστης της πρώτης δόσης πληρωτέας την 31/1/2013 και της τελευταίας την 30/9/
  12. Για την περίοδο χάριτος ο τόκος θα είναι πληρωτέος σε 12 ίσες μηνιαίες δόσεις των €322,00 η κάθε μία της πρώτης πληρωτέας την 31/1/2012 και της τελευταίας την 31/12/2012 αντίστοιχα. Η εν λόγω Συμφωνία τροποποίησης ημερ. 27/1/2012 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  13. Στις 10/7/2008 συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας τράπεζας και της Εναγομένης 1 όπως η Τράπεζα παραχωρήσει στην Εναγόμενη 1 πίστωση σε τρεχούμενο λογαριασμό με αρχικό όριο ποσό εκ €10.000 (Τεκμήριο 11). Κατόπιν εντολής της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα για άνοιγμα λογαριασμού (Τεκμήριο 12) η Ενάγουσα άνοιξε τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. XXXXX24-01 προς τον οποίο καταχωρούνταν όλες οι πιστώσεις και χρεώσεις. Στις 27/1/2012 συμφωνήθηκε γραπτώς μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 όπως τροποποιηθεί η πιο πάνω επίδικη Συμφωνία Τρεχούμενου Λογαριασμού ως ακολούθως: (α) Τροποποίηση στην τιμολόγηση επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού ο οποίος θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο, συνιστάμενο από το εκάστοτε καθοριζόμενο από τους Ενάγοντες Βασικό Επιτόκιο προσαυξημένο σε κάθε περίπτωση κατά περιθώριο 4,20%. Με βάση τα πιο πάνω το επιτόκιο κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδικης Συμφωνίας ανερχόταν σε 5,75% (Επιτόκιο: βασικό 5,75% + περιθώριο 4,20% = Σύνολο επιτοκίου 9,95%). Η εν λόγω Συμφωνία τροποποίησης ημερ. 27/1/2012κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  14. Εγγυητήρια Έγγραφα και Υποθήκες Προς εξασφάλιση της πληρωμής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα Τράπεζα σύμφωνα με τους όρους Συμφωνίας Δανείου Α ο Εναγόμενος 2 δυνάμει Συμφωνίας Εγγύησης ημερ. 15/12/2008 (Τεκμήριο 14) εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 μέχρι ποσού €350.000 πλέον τόκους. Προς εξασφάλιση της πληρωμής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα Τράπεζα σύμφωνα με τους όρους Συμφωνίας Δανείου Β ο Εναγόμενος 2 δυνάμει Συμφωνίας Εγγύησης ημερ. 15/12/2008 (Τεκμήριο 15) εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 μέχρι ποσού €70.000 πλέον τόκους. Προς εξασφάλιση της πληρωμής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα Τράπεζα σύμφωνα με τους όρους Συμφωνίας Παραχώρησης Πίστωσης σε Τρεχούμενο Λογαριασμό ο Εναγόμενος 2 δυνάμει Συμφωνίας Εγγύησης ημερ. 27/1/2012 (Τεκμήριο 16) εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 μέχρι ποσού €10.500 πλέον τόκους. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω πιστωτικών διευκολύνσεων η Εναγόμενη 1 παραχώρησε στην Ενάγουσα και η Ενάγουσα αποδέχτηκε τις ακόλουθες υποθήκες οι οποίες δεόντως δηλώθηκαν και ενεγράφησαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου: ► Αριθμός δηλώσεως υποθήκης ΥXXX/12 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμόχωστου, ημερομηνίας 30/1/2012, για το ποσό των €354.000.- πλέον τόκους προς 13% ετησίως επί της ακινήτου ιδιοκτησίας των Εναγόμενων 1 και 2, με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/ΣΧ. -/2-290- 380, τεμάχιο XXX, τμήμα 5 στην τοποθεσία Κοτσιηνογιά, στο Παραλίμνι, της επαρχίας Αμμοχώστου, εγγεγραμμένο μερίδιο στους Εναγόμενους 1 και 2 το ½ έκαστος, υποθηκευμένο μερίδιο το ΟΛΟ. Αντίγραφο της Συμφωνίας Υποθήκης ΥXXX/12 ημερομηνίας 30/1/2012 μετά του εσωτερικού Εγγράφου Υποθήκης και πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  15. ► Αριθμός δηλώσεως υποθήκης ΥXXX/12 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου, ημερομηνίας 30/1/2012, για το ποσό των €69.000.- πλέον τόκους προς 13% ετησίως επί της ακινήτου ιδιοκτησίας των Εναγόμενων 1 και 2, με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. -/2-290- 380, Τεμάχιο XXX, τμήμα 5 τοποθεσία Κοτσιηνογιά, στο Παραλίμνι, της επαρχίας Αμμοχώστου, εγγεγραμμένο μερίδιο στους Εναγόμενους 1 και 2 το ½ έκαστος, υποθηκευμένο μερίδιο το ΟΛΟ. Αντίγραφο της Συμφωνίας Υποθήκης ΥXXX/12 ημερομηνίας 30/1/2012 μετά του εσωτερικού Εγγράφου Υποθήκης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  16. ► Αριθμός δηλώσεως υποθήκης ΥXXX/12 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου, ημερομηνίας 30/1/2012, για το ποσό των €10.500.- πλέον τόκους προς 13% ετησίως επί της ακινήτου ιδιοκτησίας των Εναγόμενων 1 και 2, με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. -/2-290- 380, Τεμάχιο XXX, τμήμα 5 τοποθεσία Κοτσιηνογιά, στο Παραλίμνι, της επαρχίας Αμμοχώστου, εγγεγραμμένο μερίδιο στους Εναγόμενους 1 και 2 το ½ έκαστος, υποθηκευμένο μερίδιο το ΟΛΟ. Αντίγραφο της Συμφωνίας Υποθήκης ΥXXX/12 ημερομηνίας 30/1/2012 μετά του εσωτερικού Εγγράφου Υποθήκης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  17. Όπως προέκυψε, η υπογραφή των πιο πάνω εγγράφων αλλά και η αυθεντικότητα τους δεν αμφισβητείται. Ό,τι αμφισβητείται είναι οι συνθήκες υπογραφής τους. Όπως προέκυψε μέσω της αξιόπιστης μαρτυρίας των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3: ð Οι υπογραφές των Εναγομένων 1 και 2 αναγνωρίστηκαν από τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3 οι οποίοι ήταν παρόντες κατά την υπογραφή των επίδικων Συμφωνιών όπου υπογράφουν και οι ίδιοι ως μάρτυρες υπογραφών. Ειδικότερα σημειώνεται ότι ο Μ.Ε.1 αναγνώρισε την υπογραφή του καθώς και την υπογραφή των Εναγόμενων στα Τεκμήρια 3, 4, 5, 6, 9, 14 και 15 και η Μ.Ε.3 στα Τεκμήρια 1, 7, 8, 10, 11, 13, 16, 17, 18 και 19 Επισημαίνεται ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Υπεράσπισης ότι οι επίδικες Συμφωνίες υπεγράφησαν από τους Εναγόμενους 1 και
  18. Αντιθέτως η Μ.Υ.1, στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, ουδόλως αμφισβήτησε ότι υπέγραψε τις επίδικες Συμφωνίες. Αντιθέτως ρητά παραδέχτηκε την υπογραφή των επιδίκων Συμφωνιών από την ίδια και τον σύζυγο της. ð Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3 οι οποίοι, όπως αναφέρθηκε, ήσαν μάρτυρες υπογραφών, προέκυψε ότι το σύνολο των επίδικων Συμφωνιών είχε διαβαστεί από τους Εναγόμενους και το περιεχόμενο τους είχε εξηγηθεί πριν την υπογραφή των επιδίκων Συμφωνιών. Επιπλέον από τη μαρτυρία τους προέκυψε ότι οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3 είχαν ενημερώσει τους Εναγόμενους ότι είχαν το δικαίωμα να εξασφαλίσουν τα έγγραφα καθώς και να λάβουν νομική συμβουλή πριν την υπογραφή των επίδικων Συμφωνιών, δικαίωμα το οποίο οι Εναγόμενοι επέλεξαν να μην εξασκήσουν. ð Επιπλέον σε κανένα στάδιο ενώ κατέθεταν οι μάρτυρες της Ενάγουσας οι οποίοι είχαν εμπλοκή στον χειρισμό των επίδικων Συμφωνιών δεν τέθηκε από πλευράς Υπεράσπισης ότι μεταξύ αυτών και των Εναγομένων υφίστατο σχέση εμπιστοσύνης και/ή ότι η υπογραφή των επίδικων Συμφωνιών από πλευράς των Εναγομένων έγινε ως αποτέλεσμα και στη βάση δικών τους διαβεβαιώσεων. Ο ισχυρισμός για ύπαρξη σχέσης εμπιστοσύνης προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά το στάδιο της μαρτυρίας της Ενάγουσας όπου, βασικά, ισχυρίστηκε ότι δεν την συμβούλευσαν, διευκρινίζοντας όταν ρωτήθηκε σχετικά στην αντεξέταση ότι η σχέση εμπιστοσύνης την οποία επικαλέστηκε έγκειτο στο γεγονός ότι οι λειτουργοί της Ενάγουσας γνώριζαν ότι οι Εναγόμενοι ήσαν εργατικά άτομα. Σε καμία, ωστόσο, περίπτωση δεν ισχυρίστηκε ότι η απόφαση της να προχωρήσει στη σύναψη και την υπογραφή των επίδικων Συμφωνιών ήταν το αποτέλεσμα οποιωνδήποτε διαβεβαιώσεων από μέρους λειτουργών της Ενάγουσας. ð Επιπλέον, όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3, οι τροποποιητικές Συμφωνίες έγιναν κατόπιν αιτήματος των Εναγομένων και στη βάση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υφίσταντο από τους τελευταίους επαγγελματικές δυσκολίες τέτοιας έκτασης που επηρέαζαν την συνέχιση αποπληρωμής των δόσεων τους. ð Τέλος με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3, η παραχώρηση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων έγινε στη βάση των δεδομένων που η Εναγόμενη 1 παρουσίασε κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύναψης των Συμφωνιών όπως τις φορολογικές δηλώσεις των Εναγομένων οι οποίες αποδείκνυαν την δυνατότητα τους για αποπληρωμή των δανείων. Επισημαίνεται ότι και η ίδια η Εναγόμενη 1 παραδέχτηκε ότι κατά το στάδιο της υποβολής αιτήματος για χορήγηση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων οι Εναγόμενοι είχαν την οικονομική δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους τους. Ως εκ τούτου από την εν λόγω μαρτυρία και τα παρουσιασθέντα από αυτήν έγγραφα, προέκυψε και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες Συμφωνίες Δανείων και παραχώρησης πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό καθώς και οι τροποποιητικές Συμφωνίες που ακολούθησαν έχουν δεόντως υπογραφεί από την Εναγόμενη 1 και δημιουργούν γι΄ αυτή έννομα αποτελέσματα. Περαιτέρω προκύπτει και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες Συμφωνίες Εγγύησης έχουν δεόντως υπογραφεί από τον Εναγόμενο 2 και δημιουργούν γι΄ αυτόν έννομα αποτελέσματα. Τέλος όσον αφορά τις Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκεύσεως του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου που αναφέρθηκαν και αυτές προέκυψε και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι έχουν δεόντως υπογραφεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 και δημιουργούν γι΄ αυτούς έννομα αποτελέσματα. B. Δικαίωμα Τερματισμού Όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1, την οποία έχω αποδεκτεί, σταδιακά τα επίδικα Δάνεια και ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός κατέστησαν μη εξυπηρετούμενα εφόσον οι συμφωνηθείσες δόσεις των δανείων δεν καταβάλλοντο κατά το χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες και/ή ενόψει της μη πληρωμής των οφειλομένων όπως προνοείτο στις επίδικες Συμφωνίες ενώ καθόσον αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό αυτός παρουσίαζε υπέρβαση πέραν του εγκεκριμένου ορίου. Όπως προκύπτει σε όλες τις επίδικες Συμφωνίες προβλέπεται ότι παράλειψη του πελάτη να προβεί σε εξόφληση όλων των οφειλομένων ποσών δίδει το δικαίωμα στην Ενάγουσα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή ολόκληρου του χρέους πλέον τόκους και έξοδα μέχρι εξοφλήσεως. Επιπλέον στις εν λόγω Συμφωνίες υπάρχει όρος που δίδει το δικαίωμα στην Ενάγουσα Τράπεζα να τερματίσει ανά πάσα στιγμή τις επίδικες Συμφωνίες και να απαιτήσει άμεση πληρωμήτων πιστωτικών διευκολύνσεων καθιστώντας απαιτητό και πληρωτέο κάθε οφειλόμενο ποσό από τον πελάτη συμπεριλαμβανομένων δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Όπως προκύπτει από τους σχετικούς όρους των επίδικων Συμφωνιών στους οποίους γίνεται αναφορά στην συνέχεια, η Τράπεζα θα μπορούσε να τερματίσει τις Συμφωνίες ακόμη και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής τους και/ή υπέρβαση πέραν του εγκεκριμένου ορίου. Ως εκ τούτου όπως προκύπτει, εφόσον η Τράπεζα είχε, σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου, με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφληση του ανά πάσα στιγμή έστω και αν δεν υπήρχε παράβαση της Σύμβασης Δανείου. Κατά τον ίδιο τρόπο μπορούσε και η Σύμβαση Πίστωσης σε Τρεχούμενο Λογαριασμό να τερματισθεί από την Τράπεζα σε οποιαδήποτε στιγμή ακόμη και αν δεν υπήρχε υπέρβαση. Οι σχετικοί με το ως άνω ζήτημα όροι σε κάθε επίδικη Συμφωνία παρατίθενται πιο κάτω. à Συμφωνία για πίστωση σε τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό λογαριασμού XXXXX24-01 (Τεκμήριο 11) Στον όρο 9 του Τεκμηρίου 11 διαλαμβάνονταν τα ακόλουθα: Α.Οποιοδήποτε από τα πιο κάτω αποτελεί αιτία τερματισμού της παρούσας συμφωνίας από την Τράπεζα: i. Όταν ο πελάτης παραβεί οποιονδήποτε όρο της παρούσας συμφωνίας και/ή της επιστολής παραχώρησης διευκολύνσεων (commitmentletter). ii. Όταν ο πελάτης παραλείψει να καταβάλει οποιαδήποτε ποσά προς την Τράπεζα βάσει της παρούσας ή άλλης σύμβασης. iii. Όταν οποιαδήποτε παράσταση, δήλωση ή εγγύηση, γραπτή ή προφορική που έχει γίνει από τον πελάτη προς την Τράπεζα για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας είναι ή καθίσταται αναληθής ή έχει γίνει παράτυπα, iv. Αν ο πελάτης έχει πτωχεύσει ή εκκρεμεί αίτηση εναντίον του για την κήρυξη του σε πτώχευση ή δικαστική διαδικασία η οποία δύναται να επηρεάσει την ικανότητα της αποπληρωμής των χρεών του σε οποιονδήποτε άλλο πιστωτή του. v. Αν ο πελάτης αποβιώσει. vi. Αν έχει εκδοθεί ένταλμα εκποίησης της κινητής περιουσίας ή ένταλμα ή Δικαστική απόφαση για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας του πελάτη. vii. Αν επισυμβεί οποιοδήποτε γεγονός το οποίο δυνατό να επηρεάσει τυχόν εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις που δόθηκαν ή θα δοθούν υπέρ της Τράπεζας για το εν λόγω δάνειο και/ή πίστωση, viii. Αν προκόψει οποιοσδήποτε άλλος σοβαρός λόγος. Β. Μόλις συμβεί οποιοδήποτε από τα πιο πάνω γεγονότα η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα, μετά την εκπνοή της καθορισμένης από το Νόμο ειδοποίησης, να τερματίσει τη συμφωνία και να απαιτήσει άμεση πληρωμή της παρούσας πιστωτικής διευκόλυνσης και κάθε οφειλόμενο ποσό από τον πελάτη δυνάμει της παρούσας συμφωνίας θα καθίσταται απαιτητό και πληρωτέο και θα εξοφλείται και ο πελάτης υποχρεούται να πληρώσει άμεσα προς την Τράπεζα το εν λόγω οφειλόμενο ποσό συμπεριλαμβανομένων δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του πελάτη να προβεί σε άμεση εξόφληση θα δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης. Περαιτέρω στον όρο 15 του Τεκμηρίου 11 προβλέπονται τα εξής: «Μόλις τα πιο πάνω συμφωνηθέντα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλες τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις ή οποιοδήποτε μέρος τους ζητηθεί από την Τράπεζα για οποιανδήποτε αιτία σύμφωνα με τους όρους της παρούσας συμφωνίας θα καθίστανται αμέσως απαιτητά, αφού ακολουθηθούν οι διαδικασίες που παρέχονται στο Νόμο Περί Καταναλωτικής Πίστης, και θα εξοφλούνται, ο δε πελάτης οφείλει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό οφειλόμενο προς την Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών, επιβαρύνσεων, χρεώσεων και άλλων εξόδων, παράλειψη δε του πελάτη να πράξει αυτό αμέσως, θα συνεπάγεται σημαντική αύξηση του Περιθωρίου από την ημέρα της ζήτησης τους, η δε Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον των δικαστικών και/ή άλλων εξόδων οποιοσδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελικής εξόφλησης». Σε σχέση με τον τερματισμό των συμφωνιών πολύ κατατοπιστική είναι η υπόθεση Lombard Natwest v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στην οποία ο σχετικός όρος στην επίδικη Συμφωνία προέβλεπε τα εξής: «
  1. Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή αλλάςΤραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζήτηση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμηθείας και οιουδήποτε άλλου οφειλομένου ποσού εν σχέσει προς οιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπανάς." Αποφασίστηκε στη βάση του πιο πάνω όρου ότι «το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους.» Αναφέρθηκε, ακόμη, ότι στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως, όπως επισημάνθηκε, στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού «ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό.» Στις υποθέσεις που αφορούν απαιτήσεις επί τη βάση ενός απλού δανείου, όπως είναι οι δύο Συμφωνίες Δανείου στην παρούσα υπόθεση, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος. Άλλωστε με βάση τους σχετικούς όρους των επίδικων Συμφωνιών Δανείου, αναφορά στους οποίους γίνεται στη συνέχεια, εφόσον με την παράλειψη πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ολόκληρο το ποσό καθίσταται άμεσα πληρωτέο και απαιτητό, το δικαίωμα έγερσης αγωγής επισφραγίζεται χωρίς άλλη προειδοποίηση ή προηγούμενο τερματισμό[3]. Ενώ στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω ο τερματισμός του λογαριασμού και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. à Συμφωνία Δανείου Α με αρ. λογαριασμού XXXXX24-01 - (Τεκμήριο 1) Στον όρο 5 του Τεκμηρίου 1 προβλέπονται τα εξής: «..................................Περαιτέρω, παράλειψη ή άρνηση του χρεώστη όπως καταβάλει ολόκληρη ή μέρος οποιασδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις, μαζί με οποιουσδήποτε τόκους ή προμήθειες ή δικαιώματα που οφείλονται δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, κατά τις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Τράπεζα με βάση τη παρούσα συμφωνία απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, καθιστούν το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στην Τράπεζα, χωρίς επηρεασμό οποιοσδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος της, το δικαίωμα όπως απαιτήσει και εισπράξει αμέσως ολόκληρο το πιο πάνω δάνειο, προμήθειες ή δικαιώματα.......». Περαιτέρω στον όρο 5 του Τεκμηρίου 1 προβλέπονται τα εξής: «................................... Ανεξάρτητα από οποιονδήποτε άλλο όρο που περιέχεται στην παρούσα συμφωνία, η Τράπεζα θα έχει πάντοτε το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιονδήποτε στιγμή αποπληρωμή του δανείου ή οποιουδήποτε υπολοίπου του, οπότε το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό». Στον όρο 7 του Τεκμηρίου 1 προβλέπονται τα εξής: «Μόλις το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος του ζητηθεί από την Τράπεζα θα καθίσταται αμέσως απαιτητό και θα εξοφλείται, ο δε Χρεώστης οφείλει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό οφειλόμενο προς την Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών, επιβαρύνσεων, χρεώσεων και άλλων εξόδων, παράλειψη δε του Χρεώστη να πράξει αυτό αμέσως, θα συνεπάγεται σημαντική αύξηση του Περιθωρίου από την ημέρα της ζήτησης του δανείου, η δε Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον των Δικαστικών και/ή άλλων εξόδων οποιοσδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελικής εξόφλησης». à Συμφωνία Δανείου Β με αρ. λογαριασμού XXXXX24-02 - (Τεκμήριο 9) Στον όρο 6 του Τεκμηρίου 9 προβλέπονται τα εξής: «Μόλις το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος του ζητηθεί από την Τράπεζα θα καθίσταται αμέσως απαιτητό και θα εξοφλείται, ο δε Χρεώστης οφείλει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό οφειλόμενο προς την Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών, επιβαρύνσεων, χρεώσεων και άλλων εξόδων, παράλειψη δε του Χρεώστη να πράξει αυτό αμέσως, θα συνεπάγεται σημαντική αύξηση του Περιθωρίου ή του σταθερού επιτοκίου όπου αυτό ισχύει από την ημέρα της ζήτησης του δανείου, η δε Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία και να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον των δικαστικών και/ή άλλων εξόδων οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελικής εξόφλησης». Περαιτέρω στον όρο 7 του Τεκμηρίου 9 προβλέπονται τα εξής: «..................................Περαιτέρω, παράλειψη ή άρνηση του χρεώστη όπως καταβάλει ολόκληρη ή μέρος οποιασδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις, μαζί με οποιουσδήποτε τόκους ή προμήθειες ή δικαιώματα που οφείλονται δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, κατά τις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Τράπεζα με βάση τη παρούσα συμφωνία απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, καθιστούν το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στην Τράπεζα, χωρίς επηρεασμό οποιοσδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος της, το δικαίωμα όπως απαιτήσει και εισπράξει αμέσως ολόκληρο το πιο πάνω δάνειο, προμήθειες ή δικαιώματα. Νοείται ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να δίνει παρατάσεις και να δέχεται πληρωμές έναντι οποιοσδήποτε δόσεως η οποία είναι πληρωτέα». Των πιο πάνω λεχθέντων και εφόσον η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις διαπιστώνεται ότι επήλθε διάρρηξη των Συμφωνιών. Επομένως στις 12/7/2013 που η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τις επίδικες Συμφωνίες είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείτο να το πράξει. Γ. Οι Προειδοποιητικές Επιστολές και οι Επιστολές Τερματισμού Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω κατά πόσο οι επιστολές τερματισμού κοινοποιήθηκαν εφόσον στην Υπεράσπιση των Εναγομένων υπάρχει άρνηση παραλαβής οποιωνδήποτε επιστολών και/ή επιστολών τερματισμού. Εν πρώτοις να επισημάνω ότι αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή των επιστολών τερματισμού στις επίδικες Συμφωνίες εντοπίζεται σχετικός όρος που αναφέρει ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση της Ενάγουσας δυνάμει των εν λόγω Συμφωνιών μπορεί να δοθεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή με το χέρι στη διεύθυνση που δηλώθηκε από τον Εναγόμενο στην εκάστοτε Συμφωνία ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση ήθελε δώσει ο Εναγόμενος στην Ενάγουσα ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Σε ό,τι αφορά τη Συμφωνία Δανείου Α (Τεκμήριο 1) σχετικός είναι ο όρος 15 ως ακολούθως:
  2. Κάθε ειδοποίηση βάσει του παρόντος εγγράφου θα μπορεί να σταλεί στον Χρεώστη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή να του επιδοθεί διά χειρός, στη διεύθυνση που φαίνεται πιο κάτω ή σε οποιανδήποτε νέα διεύθυνση την οποία θα δώσει ο Χρεώστης προς την Τράπεζα, ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Σε ό,τι αφορά τη Συμφωνία Δανείου Β (Τεκμήριο 9) σχετικός είναι ο όρος 18 ως ακολούθως:
  3. Εκτός όπου ο Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμος προνοεί διαφορετικά οποιαδήποτε ειδοποίηση βάσει της παρούσας συμφωνίας μπορεί να δοθεί εις το Χρεώστη ιδιοχείρους ή με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που δηλώνεται στην παρούσα συμφωνία ή σε οποιανδήποτε νέα διεύθυνση ήθελε δώσει ο Χρεώστης προς την Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Σε ό,τι αφορά τη Συμφωνία παραχώρησης ορίου σε τρεχούμενο (Τεκμήριο 11) σχετικός είναι ο όρος 20 που προνοεί τα εξής:
  4. Εκτός εάν προνοείται διαφορετικά από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο, κάθε ειδοποίηση βάσει του παρόντος εγγράφου θα μπορεί να σταλεί στον πελάτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή να του επιδοθεί διά χειρός, στη διεύθυνση που αναφέρεται στη σελίδα 1 της παρούσας συμφωνίας ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Κάθε ειδοποίηση που αποστέλλεται από τον πελάτη στην Τράπεζα θα αποστέλλεται στη διεύθυνση της Τράπεζας που αναφέρεται στη σελίδα 1 της παρούσας συμφωνίας ή σε οποιανδήποτε άλλη διεύθυνση την οποία τυχόν να κοινοποιήσει η Τράπεζα στον πελάτη με οποιονδήποτε τρόποη Τράπεζα κρίνει κατάλληλο περιλαμβανομένης και της ανακοίνωσης στον Τύπο. Για να είναι υπόχρεος ο εγγυητής να καταβάλει το χρέος και συνεπώς να μπορεί να εναχθεί πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. Το χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του και να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από τον δανειστή προς τον εγγυητή αν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει[4]. Μπορεί, όμως, τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη ακόμα την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκτησης του. Σε σχέση με τα Εγγυητήρια έγγραφα που ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε (Τεκμήρια 14, 15 και 16) σύμφωνα με τον όρο 2 αυτών ανέλαβε μόλις του ζητηθεί, να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Πρωτοφειλέτιδας συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού σχετικός είναι ο όρος 9 των πιο πάνω Εγγυητηρίων εγγράφων ο οποίος έχει ως εξής: «Γραπτή ζήτηση από την Τράπεζα με βάση την παρούσα θα θεωρείται ότι έγινε ορθά προς εμένα ή προς τους διαχειριστέςτης περιουσίας μου αν δοθεί με επιστολή που θα σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή άλλως πως, ως η Τράπεζα ήθελε κατά την κρίση της αποφασίσει στη διεύθυνση που αναφέρεται πιο κάτω ή σε οποιανδήποτε άλλη διεύθυνση σας έχω κοινοποιήσει γραπτώς και η οποία έχει παραληφθεί από εσάς ή στην τελευταία γνωστή μου διεύθυνση. Η ζήτηση θα ισχύει αν υπογράφει από οποιονδήποτε υπάλληλο της Τράπεζας. Κάθε άλλη ειδοποίηση θα μπορεί να αποστέλλεται προς εμένα με επιστολή που θα σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή άλλως πως ως η Τράπεζα ήθελε κατά την κρίση της αποφασίσει, στη διεύθυνση που αναφέρεται πιο κάτω ή σε οποιανδήποτε άλλη διεύθυνση σας έχω κοινοποιήσει γραπτώς και η οποία έχει παραληφθεί από εσάς ή στην τελευταία γνωστή μου διεύθυνση. Τόσο η επιστολή ζήτησης όσο και κάθε άλλη ειδοποίηση θα θεωρείται ότι λήφθηκε από εμένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου 24 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της.» Όπως κατέθεσε ο Μ.Ε.1 και δεν αμφισβητήθηκε, τόσο οι προειδοποιητικές επιστολές όσο και οι επιστολές τερματισμού έχουν σταλεί στους Εναγόμενους χωρίς να επιστραφούν. Επιπλέον απόλυτα σχετική ήταν η μαρτυρία της Μ.Ε.3 η οποία είχε αναλάβει την αποστολή των ως άνω επιστολών στους Εναγόμενους. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του η οποία ήταν απόλυτα θετική και σαφής, αυτή ήταν το άτομο που είχε ετοιμάσει τις εν λόγω επιστολές, τις είχε τοποθετήσει σε φακέλους στους οποίους κατέγραψε το όνομα του παραλήπτη και τη διεύθυνση στην οποία επρόκειτο να σταλούν. Επίσης η Μ.Ε.3 ήταν το άτομο που παρέδωσε τις πιο πάνω επιστολές στον υπεύθυνο αλληλογραφίας ο οποίος την επόμενη μέρα προχώρησε στην ταχυδρόμηση τους στη διεύθυνση που αναγράφεται σε κάθε επιστολή ενημερώνοντας την Μ.Ε.3 ότι αυτές είχαν ταχυδρομηθεί. Όπως δε κατέθεσε η Μ.Ε.3 και δεν αμφισβητήθηκε τόσο οι επιστολές προειδοποίησης όσο και οι επιστολές τερματισμού δεν επεστράφησαν πίσω. Στην υπόθεση Barclays Bank Plc κ.α. ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1726, 1733, αναφέρθηκε πως εφόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "Proof of posting .The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, orthat it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στην υπόθεση Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσής της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is pnma facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed ...." Αφ' ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο[5]. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι στη μαρτυρία της η Εναγόμενη παραδέχτηκε ότι προχώρησε στην αποστολή της επιστολής της ημερ. 17/11/2014, του Τεκμηρίου 24, αφού προηγουμένως αυτή και ο σύζυγος της παρέλαβαν τις επιστολές τερματισμού που τους είχαν σταλεί από την Ενάγουσα Τράπεζα. Από το ίδιο δε το Τεκμήριο 24 διαπιστώνεται ότι η Εναγόμενη προβαίνει σε ρητή αναφορά της παραλαβής στις 15/11/2014 των επιστολών ημερ. 12/11/2014 με τις οποίες η Τράπεζα ζητούσε την άμεση εξόφληση των λογαριασμών σε 7 μέρες, διαφορετικά θα προχωρούσε στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον των Εναγομένων. Επισημαίνεται,ακόμη,ότι η αποστολή των προειδοποιητικών επιστολών και των επιστολών τερματισμού όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης της Μ.Ε.3 αλλά οι σχετικές με το θέμα αυτό θέσεις της Μ.Ε.3 καθώς και ο τερματισμός των επίδικων Συμφωνιών εκλαμβάνετο από την Υπεράσπιση δεδομένα. Επιπλέον στην υπό εξέταση περίπτωση υπάρχει μαρτυρία, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ότι η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τις επίδικες Συμφωνίες. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι προειδοποιητικές επιστολές και οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους 1 και 2 στις ορθές διευθύνσεις και, εφόσον αυτές δεν επιστράφηκαν από το Ταχυδρομείο, τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκαν από αυτούς. Στη βάση όλων όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω το τεκμήριο αυτό όχι μόνο δεν έχει ανατραπεί αλλά, όπως ήδη έχει επισημανθεί, υπήρξε παραδοχή από την Εναγόμενη 1 της παραλαβής των επιστολών τερματισμού τόσο μέσω της επιστολής που η ίδια είχε αποστείλει στην Τράπεζα (Τεκμήριο 24) όσο και μέσω της μαρτυρίας της κατά την αντεξέταση. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι επίδικοι λογαριασμοί έχουν δεόντως τερματισθεί, τα χρεωστικά υπόλοιπα σε στους εν λόγω λογαριασμούς έχουν καταστεί απαιτητά έναντι της πρωτοφειλέτιδας Εναγόμενης 1 από την οποία απαιτήθηκε να τα εξοφλήσει και έχει προς τούτο ειδοποιηθεί ο εγγυητής, Εναγόμενος 2 από τον οποίο, επίσης, απαιτήθηκε η εξόφληση τους. Δ. Καταχρηστικότητα όρων στις επίδικες Συμφωνίες Έχει προβληθεί μέσω της Υπεράσπισης ότι οι όροι των επίδικων Συμφωνιών είναι καταχρηστικοί και/ή παράνομοι γιατί δημιουργούν σημαντικές ανισότητες σε βάρος των Εναγομένων και υπέρ της Ενάγουσας. Εν πρώτοις είναι ορθή η επισήμανση της κας Καραμαλλή ότι οι πιο πάνω θέσεις της Υπεράσπισης ήσαν γενικές και αόριστες και δεν συνοδεύτηκαν με οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη και στοιχειοθέτηση τους. Εν πάση δε περιπτώσει με βάση τη μαρτυρία της Εναγόμενης 1 σε συνάρτηση με τις υποβολές που έγιναν από την συνήγορο των Εναγομένων κατά την αντεξέταση των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3 οι πιο πάνω θέσεις φαίνεται να περιορίζονται στον όρο των επίδικων Συμφωνιών που διαλαμβάνει το δικαίωμα της Ενάγουσας να μεταβάλλει το επιτόκιο των επίδικων λογαριασμών. Ο υπό συζήτηση όρος εντοπίζεται στην παράγραφο 2Α της Συμφωνίας Δανείου Α, στην παράγραφο 3Α της Συμφωνίας Δανείου Β και στην παράγραφο 4 της Συμφωνίας Τρεχούμενου Λογαριασμού και έχει ως ακολούθως: Μέσω του εν λόγω όρου διαλαμβάνεται ότι η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει, κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς, της αξίας του χρήματος και οποιωνδήποτε μεταβολών στην οικονομική κατάσταση του χρεώστη, στην υφιστάμενη ή συμφωνημένη ευρύτερη συνεργασία της Τράπεζας και οποιοδήποτε άλλο βάσιμο λόγο, τις προμήθειες, το Περιθώριο, τα τραπεζικά δικαιώματα και τον τόκο υπερημερίας. Επίσης διαλαμβάνεται ότι η αλλαγή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον πελάτη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο Τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Είναι φανερό ότι η ευχέρεια μεταβολής του επιτοκίου από μέρους της Τράπεζας βασίζεται στην ύπαρξη διαφόρων λόγων οι οποίοι καθορίζονται. Ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενο της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθεια του για το σκοπό αυτό (Άρθρο 3
(1)και
(3)). Αναμφίβολα ο Νόμος έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση όπου η Σύμβαση του επίδικου δανείου υπογράφηκε επί του συνήθους τύπου που η Τράπεζα χρησιμοποιούσε. Καταχρηστική ρήτρα θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση (Άρθρο 5
(1)). Σε Παράρτημα του Νόμου περιέχεται ενδεικτικός μη εξαντλητικός κατάλογος ρητρών που δυνατόν να θεωρηθούν καταχρηστικές. Ρήτρες που μπορεί να θεωρηθούν ως καταχρηστικές είναι αυτές που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα: παράγρ. 1 «(ε) να επιβάλουν στον καταναλωτή που δεν εκτελεί τις υποχρεώσεις του δυσανάλογα ψηλή αποζημίωση» και «(ι) να επιτρέπουν στον πωλητή ή στον προμηθευτή να τροποποιεί μονομερώς τους όρους της σύμβασης χωρίς σοβαρό λόγο ο οποίος να προβλέπεται στη σύμβαση». Στην προκειμένη περίπτωση είναι η Εναγόμενη 1 το πρόσωπο το οποίο αιτήθηκε την παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Όπως έχει νομολογηθεί επαφίεται στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν το ύψος και τον τρόπο μεταβολής του επιτοκίου[6]. Η ευχέρεια που παρέχεται στην Τράπεζα να μεταβάλλει, μεταξύ άλλων, το βασικό επιτόκιο, περιθώριο, τόκο υπερημερίας κ.λ.π. δεν είναι απεριόριστη. Βασίζεται στην ύπαρξη διαφόρων λόγων οι οποίοι και καθορίζονται. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3, οι Εναγόμενοι οι οποίοι, ειρήσθω εν παρόδω, είναι απόφοιτοι Πανεπιστημίου και ήσαν, επομένως, σε θέση να αντιληφθούν τι υπογράφουν, διάβασαν τις επίδικες Συμφωνίες, τους εξηγήθηκε πριν την υπογραφή τους το περιεχόμενο των εν λόγω Συμφωνιών, ενημερώθηκαν για το δικαίωμά τους να λάβουν νομική συμβουλή και έλαβαν αντίγραφα αυτών. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων, δεν προέκυψε οι Εναγόμενοι να ήσαν αποδέκτες οποιωνδήποτε παροτρύνσεων για να συμφωνήσουν στις συμφωνημένες ρήτρες. Επισημαίνεται ακόμη ένα σημείο το οποίο, θεωρώ, έχει τη σημασία του στο ζήτημα που εξετάζουμε. Οι αλλαγές και/ή μεταβολές στο επιτόκιο δεν αποτελούσαν τροποποιήσεις των επίδικων Συμφωνιών δεδομένου ότι ήταν συμφωνημένο ένα κυμαινόμενο επιτόκιο ανάλογα με τα ισχύοντα, κατά περίπτωση, δεδομένα[7]. Εν κατακλείδι, στη βάση όλων των πιο πάνω, δεν καταδεικνύεται, κατά την κρίση μου, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι οι συμφωνημένες ρήτρες είναι καταχρηστικές. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει προκύψει η διακύμανση του βασικού επιτοκίου να μην έγινε εντός των προβλεπόμενων λόγων και παραμέτρων που ο σχετικός όρος καθορίζει. Αντιθέτως με βάση τα όσα προκύπτουν από τις ανακοινώσεις της Ενάγουσας στον Τύπο (Τεκμήρια 36 και 37) διαπιστώνεται ότι η σχετική διακύμανση έγινε στο πλαίσιο του σχετικού συμβατικού όρου των επίδικων Συμφωνιών. Σε ό,τι δε αφορά το επιτόκιο υπερημερίας, σε συμφωνία με τα όσα επεσήμανε η ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας και με δεδομένο ότι μετά τον περιορισμό της αξίωσης της Τράπεζας και την προσκόμιση αναδομημένων καταστάσεων στις οποίες δεν έχει συμπεριληφθεί τόκος υπερημερίας, δεν μπορεί να εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα προς εξέταση. Ε. Διάφορα άλλα Ζητήματα που εγέρθηκαν από την Υπεράσπιση i. Παράλειψη Εξέτασης Ικανότητας αποπληρωμής Κατά το στάδιο των Αγορεύσεων αλλά και μέσω διαφόρων υποβολών που η συνήγορος Υπεράσπισης προώθησε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας και συγκεκριμένα των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3 προβλήθηκε η θέση ότι η Ενάγουσα Τράπεζα είχε παραλείψει να εξετάσει την ικανότητα των Εναγομένων να λάβουν τόσο μεγάλο δανεισμό. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η κα Καραμαλλή το πιο πάνω ζήτημα δεν αποτελεί με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς στην Υπεράσπιση των Εναγομένων επίδικο θέμα και/ή δεν καλύπτεται καθ΄οιονδήποτε τρόπο δικογραφικά. Όπως είναι νομολογημένο τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την Απόφαση του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. Όπως επισημάνθηκε σε σχετική νομολογία, η έλλειψη δικογραφικού υποβάθρου δεν θεραπεύεται από τυχόν ερωτήσεις που υποβλήθηκαν κατά την ακρόαση χωρίς ένσταση. Στη βάση των πιο πάνω επισημάνσεων το πιο πάνω ζήτημα δεν μπορεί να εξετασθεί. ii. Παράβαση του περί Συμβάσεως Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2010 Κατά το στάδιο των Αγορεύσεων προβλήθηκε από τη συνήγορο των Εναγομένων ζήτημα παραβίασης του περί Συμβάσεως Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2010. Όπως πολύ ορθά έχει επισημάνει η ευπαίδευτος συνήγορος για την Ενάγουσα Τράπεζα ο περί Συμβάσεως Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2010 δεν τυγχάνει εφαρμογής στις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις για τους πιο κάτω λόγους: ð Οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις υπογράφηκαν στις 10/7/2008 και 28/12/2009, ήτοι έχουν συναφθεί σε ημερομηνία προγενέστερη από την ημερομηνία κατά την οποία η ανωτέρω αναφερόμενη Νομοθεσία έχει τεθεί σε εφαρμογή (19/11/2010). ð Ο περί Συμβάσεως Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2010 δεν έχει αναδρομική ισχύ. Σχετικό είναι το Άρθρο 33
(1)του Νόμου στο οποίο προβλέπονται τα ακόλουθα: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου.» ð Επίσης, στο Άρθρο 3 του Νόμου στο οποίο καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής του, προβλέπεται ότι ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στις ακόλουθες συμβάσεις: «3.-
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται στις συμβάσεις πίστωσης εκτός από- (α) τις συμβάσεις πίστωσης που εξασφαλίζονται είτε με υποθήκη είτε με άλλη παρόμοια εγγύηση που επιβαρύνει ακίνητα περιουσιακά στοιχεία ή που εξασφαλίζονται βάσει δικαιώματος σχετιζομένου με ακίνητα περιουσιακά στοιχεία· (β) τις συμβάσεις πίστωσης, σκοπός των οποίων είναι η απόκτηση ή διατήρηση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί ακίνητης ιδιοκτησίας ή επί υπάρχοντος ή υπό κατασκευή κτιρίου· (γ) τις συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των διακόσιων ευρώ (€200) ή μεγαλύτερο των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (€75.000)·[...]» Στην προκειμένη περίπτωση, το σύνολο των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων εξασφαλίζονται από υποθήκες και σκοπός τους ήταν η ανέγερση οικοδομής επί ακινήτων. Αναφορικά δε με το Δάνειο Α αυτό αφορούσε σε χορήγηση δανείου ύψους €350.000 και, συνεπώς, εμπίπτει και στο Άρθρο 3(γ)του Νόμου. iii. Παράβαση Εγκυκλίων Κεντρικής Τράπεζας Παρά την έλλειψη προβολής στην Υπεράσπιση των Εναγομένων οποιουδήποτε ισχυρισμού περί παραβίασης, κατά το στάδιο σύναψης των επιδίκων Συμφωνιών, των Εγκυκλίων και/ή Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με την εξήγηση στους δανειολήπτες των κινδύνων βιωσιμότητας των δανείων τους και παρά το ότι σε κανένα μάρτυρα της Ενάγουσας δεν υπεβλήθη τέτοια θέση, ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία, μόλις κατά το στάδιο των Αγορεύσεων ηγέρθη τέτοιο ζήτημα από την συνήγορο των Εναγομένων. Εν πάση περιπτώσει πέραν του ότι ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε αναφορικά με παραβίαση οποιασδήποτε Εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας είναι νομολογημένο ότι ακόμη και στην περίπτωση όπου διαπιστώνεται τέτοια παράβαση αυτό ουδεμία ακυρότητα επιφέρει στις Συμβάσεις που έχουν συναφθεί[8]. ΣΤ. Οφειλόμενο υπόλοιπο Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι μέσω της παραγράφου 13αρνούνται τις παραγράφους 21(α)- (γ), 22 και 23 οι οποίες αναφέρονται στα οφειλόμενα υπόλοιπα των δύο λογαριασμών δανείου καθώς και του τρεχούμενου λογαριασμού. Ανάμεσα λοιπόν στα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης ήταν και η απόδειξη των διεκδικούμενων υπολοίπων. Για το σκοπό αυτό η πλευρά της Ενάγουσας μέσω της Μ.Ε.2 κατέθεσε Καταστάσεις Λογαριασμού από την ημερομηνία ανοίγματος του κάθε λογαριασμούως ακολούθως: ð Αναφορικά με τον Τρεχούμενο Λογαριασμό XXXXX24-01 το Τεκμήριο 30. ð Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση με αριθμό λογαριασμού XXXXX24-01 (Δάνειο Α) το Τεκμήριο 31. ð Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση με αριθμό λογαριασμού XXXXX24-02 (Δάνειο Β) το Τεκμήριο 32. Παράλληλα η πλευρά της Ενάγουσας Τράπεζας μέσω της πιο πάνω μάρτυρος παρουσίασε αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμού αναφορικά με τις δύο πιο πάνω Δανειακές Συμβάσεις καθώς και τον Τρεχούμενο Λογαριασμό στις οποίες περιλαμβάνονταν οι χρεώσεις, πιστώσεις καθώς και χρεώσεις τόκων ενώ αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις προμηθειών,εξόδων μελέτης και άλλων εξόδων. Να επισημάνω εδώ ότι, όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης της προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων. Σχετικές υποθέσεις είναι η Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ.
  1. Οι εν λόγω Καταστάσεις Λογαριασμού (οι αναδομημένες) κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 33, 34 και 35 ως ακολούθως: ð Αναφορικά με τον Τρεχούμενο Λογαριασμό XXXXX24-01 το Τεκμήριο
  2. ð Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση με αριθμό λογαριασμού XXXXX24-01 (Δάνειο Α) το Τεκμήριο
  3. ð Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση με αριθμό λογαριασμού XXXXX24-02 (Δάνειο Β) το Τεκμήριο
  4. Οι Καταστάσεις Λογαριασμού που η Μ.Ε.2 παρουσίασε, τόσοοι αρχικές χωρίς αφαίρεση οποιωνδήποτε χρεώσεων όσο και οι Αναδομημένες Καταστάσεις στις οποίες είχαν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις που υπήρχαν, έγιναν αποδεκτές δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ.9, η αποδεικτική αξία των οποίων αποτιμάται από το Δικαστήριο. Συνοδεύονται οι πιο πάνω Καταστάσεις με Πιστοποιητικά τα οποία είναι υπογεγραμμένα, από την Μ.Ε.
  5. Τα Πιστοποιητικά διαβεβαιώνουν ότι οι παρουσιασθείσες Καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών αποτελούν μέρος του Ηλεκτρονικού Αρχείου τήρησης και διατήρησης των λογαριασμών των πελατών της Ενάγουσας Τράπεζας. Αναφέρεται, ακόμη, ότι στις εν λόγω καταστάσεις, οι οποίες παρήχθησαν από το Αρχείο κατόπιν εντολής της Μ.Ε.2, ως μίας εκ των αρμοδίων λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του, γίνεται αναλυτική καταγραφή όλων των πράξεων που αφορούν τους λογαριασμούς των Εναγομένων καθώς και ότι αυτές έχουν ελεγχθεί από την Μ.Ε.2 και είναι σύμφωνες με τα στοιχεία που αναγράφονται και φαίνονται στο Ηλεκτρονικό Αρχείο. Ικανοποιούνται, συνεπώς, οι προϋποθέσεις του Άρθρου 35
(3)του Κεφ. 9 και. Συνιστούν, επομένως, οι Καταστάσεις αποδεικτικό στοιχείο των καταχωρήσεων που εμπεριέχουν, η αξία των οποίων αποτιμάται από το Δικαστήριο. Η αποτίμηση αυτή ασκείται δικαστικά και συνυπολογίζονται όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου[9]. Με δεδομένη στην προκειμένη περίπτωση την μη αντεξέταση της Μ.Ε.2 από τη συνήγορο των Εναγομένων, ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε είτε αναφορικά με την ανάληψη των ποσών των δανείων, είτε αναφορικά με τα ποσά που καταβλήθηκαν έναντι. Ως εκ τούτου η μαρτυρία της Μ.Ε.2 παρέμεινε αναντίλεκτη. Αν η πλευρά των Εναγομένων αμφισβητούσε οποιαδήποτε χρέωση στους επίδικους λογαριασμούς και γενικότερα την ορθότητα ή μη των Καταστάσεων λογαριασμού όφειλε να αντεξετάσει σχετικά την Μ.Ε.2 επί του περιεχομένου τους κάτι, που επαναλαμβάνω, δεν έχει πράξει. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω οι καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, οι οποίες καταδείχθηκε ότι αποτελούν μέρος του Αρχείου της Τράπεζας, αποτυπώνουν την πραγματικότητα αναφορικά με τη λειτουργία τους, τις χρεοπιστώσεις και τα υπόλοιπα στοιχεία, ήτοι παρουσιάζουν το ορθό ποσό που εκταμιεύθηκε από την Τράπεζα και όλες τις δόσεις που πληρώθηκαν και εμπεριέχουν τις ορθές καταχωρήσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματικές δοσοληψίες που έγιναν. Έπεται ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Ζ. Οι Τόκοι Η χρέωση τόκου είναι ζήτημα που εξαρτάται από τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Επαφίεται δηλαδή στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν το ύψος του επιτοκίου όπως και έπραξαν στην υπό εξέταση περίπτωση.[10] Με βάση τους όρους των επίδικων Συμφωνιών ρητά συμφωνήθηκε ότι ο λογαριασμός σε κάθε μια από αυτές θα χρεώνετο με κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από το εκάστοτε καθοριζόμενο από την Ενάγουσα Βασικό επιτόκιο πλέον περιθώριο. Παράλληλα όπως προκύπτει από τον όρο 2Α της Συμφωνίας Δανείου, τον όρο 3Α της Συμφωνίας Δανείου Β και τον όρο 4 της Συμφωνίας Τρεχούμενου Λογαριασμού η Ενάγουσα Τράπεζα είχε το δικαίωμα να μεταβάλλει κατά την απόλυτη κρίση της καθημερινώς και/ή οποτεδήποτε το Βασικό Επιτόκιο και να δίδει προς τούτο σχετική ειδοποίηση στον Χρεώστη με ανακοίνωση στον Τύπο ή με οποιοδήποτε άλλο προσφορότερο κατά την κρίση της Τράπεζας τρόπο. Στη βάση των πιο πάνω όρων και μέσω των σχετικών δημοσιεύσεων της Ενάγουσας στον Τύπο, όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 36 και 37, δόθηκε η απαιτούμενη ειδοποίηση για την μεταβολή του Βασικού Επιτοκίου της Ενάγουσας για τους επίδικους λογαριασμούς. Όπως προέκυψε, η Ενάγουσα έχει περιορίσει το ποσοστό του επιτοκίου στους επίδικους λογαριασμούς σε σύγκριση με εκείνο της αξίωσης. Συγκεκριμένα καθόσον αφορά τόσο τη Συμφωνία Δανείου Α όσο και τη Συμφωνία Δανείου Βτο εν λόγω ποσοστό ανέρχεται σε 3,13% [1,93% (βασικό επιτόκιο) + 1,20% (περιθώριο) = 3,13% (συνολικό επιτόκιο)] ενώ καθόσον αφορά τη Συμφωνία Τρεχούμενου Λογαριασμού το εν λόγω ποσοστό ανέρχεται σε 7,73% [3,53% (βασικό επιτόκιο) + 4,20% (περιθώριο) = 7,73% (συνολικό επιτόκιο)]. Επιπλέον δεν διεκδικείται οποιοδήποτε ποσοστό υπό μορφή τόκου υπερημερίας. Η. Κατάληξη Για τους λόγους που πιο πάνω έχω εξηγήσει και με βάση τη μαρτυρία που έχω αποδεχθεί οι Ενάγοντες έχουν πετύχει να αποδείξουν την αξίωση τους. Ως εκ τούτου εκδίδεται Απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ως ακολούθως: (Ι) Απόφαση εναντίον των Εναγόμενων, αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως, για: (α) το ποσό των €16.881,74 πλέον τόκο προς 7,73% - ήτοι 3,53% βασικό επιτόκιο και 4,20% συμβατικό περιθώριο - ετησίως επί ποσού €163.38,89 από 01/12/2018 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30ηΙουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους (β) το ποσό των €492.677,46 πλέον τόκο προς 3,13% - ήτοι 1,93% βασικό επιτόκιο και 1,20% συμβατικό περιθώριο - ετησίως επί ποσού €485.821,52 από 01/12/2018 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. (γ) το ποσό των €91.109,19 πλέον τόκο προς 3,13% - ήτοι 1,93% βασικό επιτόκιο και 1,20% συμβατικό περιθώριο - ετησίως επί ποσού €89.841,34 από 01/12/2018 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30ί Ιουνίου και 31 η Δεκεμβρίου εκάστου έτους (ΙΙ) Διάταγμα εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 διατάττον την εκποίηση των Υποθηκών ΥXXX/12, ΥXXX/12 και ΥXXX/12 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου και την πώληση των εν τη παραγράφω 18 της Έκθεσης Απαίτησης περιγραφόμενων ενυπόθηκων κτημάτων των Εναγόμενων 1 και 2 έναντι και/ή προς ικανοποίηση του χρέους μετά τόκων και εξόδων και επιστροφή οιουδήποτε τυχόν περισσεύματος προς τους Εναγόμενους 1 και 2 Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίοντων Εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ [1]Δέστε, μεταξύ άλλων,Γεώργιος & Σπύρος ΤσαππήΛτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1Α.Α.Δ. 2192,ScottGrahamBrierleyv. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [2]Δέστε Γεώργιος & Σπύρος ΤσαππήΛτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ. 2192. [3] Δέστε Μακεδόνας ν. Ευάγγελου Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 όπου λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής σχετικά: «Με την έφεση αμφισβητείται η πρωτόδικη άποψη ότι χρειαζόταν οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος. Η επί του θέματος συζήτηση κάλυψε διάφορα είδη νομικών σχέσεων όπου είχε απασχολήσει το κατά πόσο τέτοια απαίτηση ήταν ή όχι αναγκαία και είχαν, συναφώς, επισημανθεί διακρίσεις μεταξύ περιπτώσεων. Έγινε εκτενής αναφορά σε νομολογία, αγγλική και κυπριακή. Νομίζουμε πως αρκούν, για να φωτίσουν το πεδίο, οι αποφάσεις στις υποθέσεις In re J. Brown's Estate [1893] 2 Ch. 300, Bradford Old Bank v. Sutcliffe [1918] 2 K.B. 833, MS Fashions Ltd and Others v. Bank of Credit and Commerce International SA and Others (No. 2) [1993] 3 All E.R. 769, Ioannou v. Hassan 3 C.L.R. 30 και Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στις οποίες μας παρέπεμψε ο συνήγορος του εφεσείοντος και, σε μερικές από αυτές, ο συνήγορος των εφεσιβλήτων. Θεωρούμε πως δεν χρειάζεται να επεκταθούμε. Μπορούμε εν προκειμένω να περιοριστούμε στην πτυχή της απαίτησης που αφορούσε σε απλό δάνειο. Με βάση τη νομολογία, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Αυτό ισχύει ακόμα και αν θεωρηθεί ότι εδώ η πρόνοια στο γραμμάτιο περί απαίτησης αντανακλούσε και στο ίδιο το δάνειο. Στην re J. Brown's Estate (ανωτέρω) το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «.. Where there is a present debt and a promise to pay on demand, the demand is not considered to be a condition precedent to the bringing of the action. But it is otherwise on a promise to pay a collateral sum on request, for then the request ought to be made before action brought.»» Δέστε, επίσης, τις υποθέσεις Ioannou v. Hasan 3 C.L.R. 30, Lombard Natwest Ltd ν. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465, κ.ά. και Εταιρεία J.K. Vavlites (Hotels & Leisure) Ltd, ν. Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Προνοίας του Τακτικού Ωρομίσθιου Κυβερνητικού Προσωπικού, Πολιτική Έφεση αρ. 31/2013, ημερ. 30/1/2019. [4]ΔέστεSavvides ν. Christofides
(1978)1 C.L.R. 303 και Lombard Natwest Ltd ν. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. [5]Δέστε, επίσης, Σάββα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή αρ. 341/10, ημερ. 6/12/
  2. [6]Δέστε Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1 A.A.Δ.
  1. [7]Δέστε Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A232, Πολ. Έφεση αρ. 294/2012, ημερομηνίας 18/6/
  2. [8]Δέστε Συρίμη v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ
(2010)1Α.Α.Δ. 1131, Μαρκίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Α.Α.Δ. 324, Κουλλαπής v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2015:A751, Πολιτική Έφεση αρ. 141/2010, ημερ. 13/11/2015 και Ιωάννου v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια εταιρεία Λτδ ECLI:CY:AD:2018:A151, Πολιτική Έφεση αρ. 181/2010, ημερ. 3/4/2018. [9] Δέστε Άρθρο 35
(1)του Κεφ.9. [10] Δέστε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.