← Κύπρος

MIKE TSOUKKAS & SON ENTERPRISES LTD ν. S.E.M. ROSSOS LIMITED κ.α., Αγωγή Αρ.: 360 / 2018, 26/8/2019

MIKE TSOUKKAS & SON ENTERPRISES LTD ν. S.E.M. ROSSOS LIMITED κ.α., Αγωγή Αρ.: 360 / 2018, 26/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου - Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 360 / 2018 Μεταξύ: MIKE TSOUKKAS & SON ENTERPRISES LTD Ενάγοντες -και-

  1. S.E.M. ROSSOS LIMITED
  2. XXXXX Ρώσσος
  3. XXXXX Ρώσσος Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 4.05.2018 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 26 Αυγούστου,
  4. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: Ο κ. Κ. Κουκούνης για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Κουκούνης) Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: Ο κ. Νικόλας Γ. Νικολάου (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Α. Φλουρέντζου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, η οποία καταχωρίστηκε στις 4 Μαΐου 2018 με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο, οι ενάγοντες επιζητούν, μεταξύ άλλων θεραπειών, Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1, 2 και 3, όπως άρουν την «παράνομη και συνεχιζόμενη επέμβαση και οχληρία» στο κατάστημα τους A-02b, στο συγκρότημα Tsoukkas Len Michael Beach, Block A στο Παραλίμνι, το οποίο οι εναγόμενοι 1 (με τη γραπτή εγγύηση των εναγομένων 2 και 3) ενοικίασαν από τους ενάγοντες, στη βάση Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 8.01.
  5. Επιζητούν, επίσης, όπως οι εναγόμενοι διαταχθούν όπως «παύσουν να εισέρχονται, παραμένουν, κατέχουν, χρησιμοποιούν ή άλλως πως εκμεταλλεύονται ή καρπούνται» το συγκεκριμένο κατάστημα. Με την υπό κρίση Αίτηση, που καταχωρίστηκε την ίδια ημέρα μονομερώς, οι ενάγοντες επιζητούν την έκδοση Προσωρινού Διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1, 2 και 3, όπως μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή/και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου: (α) επαναφέρουν το κατάστημα στην αρχική του (προ της ενοικιάσεώς του στους εναγόμενους 1) κατάσταση (β) παύσουν να προβαίνουν σε «οποιεσδήποτε οικοδομικές ή άλλες εργασίες ή ανακαινίσεις ή μετατροπές ή προσθήκες ή προσθηκομετατροπές ή κατασκευές» με σκοπό την αλλαγή της χρήσης του καταστήματος ώστε τούτο να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα πολλαπλής χρήσης ή ως σουπερμάρκετ ή ως φρουταρία ή για οποιαδήποτε άλλη χρήση που δεν επετράπη από τους ενάγοντες ή την αρμόδια αρχή και να παύσουν να το χρησιμοποιούν ως κατάστημα πολλαπλής χρήσης ή ως σούπερμαρκετ ή ως φρουταρία. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Τσούκκα, διευθυντή των Εναγόντων, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Σύμφωνα με ό,τι ο ομνύων αναφέρει, οι Ενάγοντες, ιδιοκτήτες και δικαιούχοι του καταστήματος Α.02b στο συγκρότημα Tsoukkas Len Michael Beach, Block A στο Παραλίμνι (στο ίδιο συγκρότημα υπάρχουν και άλλα καταστήματα ιδιοκτησίας των εναγόντων, μεταξύ αυτών και κατάστημα το οποίο ενοικιάζεται και χρησιμοποιείται ως σούπερμαρκετ) ενοικίασαν τούτο στη βάση Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 8.01.2016, στους Εναγόμενους 1 για περίοδο 3 χρόνων ήτοι από 1.01.2016 μέχρι 31.12.
  6. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Εναγομένων
  7. Οι Εναγόμενοι 1 ενοικίαζαν το συγκεκριμένο κατάστημα και για την περίοδο 1.01.2011 μέχρι 31.12.2015, βάσει Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 14.06.
  8. Το κατάστημα και στις δύο περιπτώσεις, σύμφωνα με ό,τι τα Ενοικιαστήρια Έγγραφα προνοούσαν, θα χρησιμοποιείτο ως φούρνος και έτσι χρησιμοποιείτο. Μεταξύ των συμβαλλομένων υπήρχε εκκρεμοδικία αναφορικά με οφειλόμενα ενοίκια. Οι εναγόμενοι 1 όφειλαν στους ενάγοντες το ποσό των €10.000,00 ως υπόλοιπο ενοικίων για την περίοδο του έτους που έληξε την 31.12.2017 (πλέον τόκου) καθώς και το ποσό των €7.075,00, υπόλοιπο οφειλομένων ενοικίων για το έτος 2015, το οποίο συμφωνήθηκε πως θα κατεβάλλετο στις 7.05.
  9. Όπως ο ομνύων διατείνεται, οι ενοικιαστές, τον Απρίλιο του 2018 άρχισαν να διεξάγουν εργασίες στο κατάστημα ώστε τούτο να χρησιμοποιείται ως κατάστημα πολλαπλής χρήσης (σουπερμάρκετ, φρουταρία). Κατά τον ομνύοντα, τούτο παραβιάζει τους όρους της ενοικίασης. Πέραν τούτου, επηρεάζει και τους ενοικιαστές άλλων καταστημάτων στο συγκρότημα αφού ήδη ένα κατάστημα χρησιμοποιείται ως σουπερμάρκετ. Με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 18.04.2018, οι ενάγοντες απαίτησαν την εξόφληση των «καθυστερημένων ενοικίων» ύψους €10.000,00 πλέον τόκους. Παράλληλα, προειδοποίησαν τους εναγόμενους 1 πως οποιαδήποτε αλλαγή χρήσης του καταστήματος θα ισοδυναμούσε με ουσιώδη παράβαση των όρων του Ενοικιαστηρίου Συμβολαίου και πως θα προχωρούσαν σε τερματισμό του εάν οι τελευταίοι δεν συμμορφώνονταν με τις υποδείξεις των. Οι εναγόμενοι 1 αγνόησαν την επιστολή, κανένα ποσό δεν πλήρωσαν, και συνέχισαν τις εργασίες αλλαγής της χρήσης του καταστήματος. Γι΄ αυτό, οι ενάγοντες με επιστολή του δικηγόρου των ημερομηνίας 28.04.2018, τερμάτισαν το Ενοικιαστήριο Έγγραφο και κάλεσαν τους εναγόμενους 1 όπως επαναφέρουν το κατάστημα στην αρχική του κατάσταση και όπως παραδώσουν την κατοχή του στους ενάγοντες. Κατά τον ομνύοντα, «επιβάλλεται» η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων ώστε να αποτραπεί και να σταματήσει η «παρανομία» των εναγομένων 1, 2 και
  10. Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60)άρθρα 29, 31, 32, 33 και 42, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4 και 9, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο άρθρα 43, 44, 45 και 46, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-9, στις αρχές της επιείκειας, στην νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έκρινε πως δεν ικανοποιούντο οι προϋποθέσεις ώστε το Διάταγμα εκδοθεί μονομερώς και διέταξε όπως η Αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Οι εναγόμενοι έφεραν Ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων Προσωρινών Διαταγμάτων, προβάλλοντας πως τα γεγονότα όπως τα παρουσιάζουν οι ενάγοντες είναι λανθασμένα και πως οι αιτούμενες θεραπείες στηρίζονται σε έγγραφο που δεν υπογράφτηκε από αυτούς και «ως εκ τούτου δεν είναι σε ισχύ». Διατείνονται, επίσης, πως οι ίδιοι «ουδέποτε δεσμεύθηκαν» για συγκεκριμένη χρήση του υποστατικού και πως οι εργασίες που διεξήχθησαν έγιναν για την αποκατάσταση παρανομιών που υφίσταντο εξωτερικά, η αποκατάσταση των οποίων τους υπεδείχθη από τους ίδιους τους ενάγοντες. Προβάλλουν, τέλος, πως οι ενάγοντες επιζητούν με την υπό κρίση Αίτηση, την οριστική επίλυση των διαφορών τους, αντικείμενο της αγωγής, και πως και γι΄ αυτό τον λόγο η Αίτηση δεν πρέπει να εγκριθεί. Ο εναγόμενος 3, διευθυντής της εναγόμενης 1 εταιρείας, η Ένορκη Δήλωση του οποίου υποστηρίζει την ένσταση των εναγομένων στην έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων, αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Προβάλλει πως «ως εταιρεία ουδέποτε υπέγραψαν Ενοικιαστήριο Έγγραφο με τους Ενάγοντες» και δη Ενοικιαστήριο Έγγραφο με ημερομηνία 8.01.
  11. Αναφερόμενος στο Έγγραφο που επισυνάπτει ο Τσούκκας στην Ένορκη του Δήλωση, διατείνεται πως τούτο δεν είναι «νομότυπα και/ή ορθά υπογεγραμμένο», άρα μη δεσμευτικό, αφού στις έξι από τις επτά αριθμημένες σελίδες του δεν υπάρχει οποιαδήποτε υπογραφή ή και μονογραφή ή και σφραγίδα της εναγόμενης 1 εταιρείας. Μόνο στη σελίδα 7 «υπάρχουν κάποιες υπογραφές και/ή σφραγίδες». Κατά τον ομνύοντα, τούτο «δεν μπορεί να είναι δεσμευτικό για οποιονδήποτε που καταγράφονται τα στοιχεία του επ΄ αυτού». Συνεπώς, «δεν υπάρχει κανένα ενοικιαστήριο σε ισχύ». Διατείνεται, επίσης, πως οι εναγόμενοι δεν οφείλουν κανένα ποσό σε σχέση με το συγκεκριμένο υποστατικό. Οι ενάγοντες καταχώρισαν, κατόπιν άδειας που τους εδόθη από το Δικαστήριο, Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση για να απαντήσουν στους ισχυρισμούς του XXXXX Ρώσσου. Ορκίστηκε και πάλι ο XXXXX Τσούκκας ο οποίος, ουσιαστικά, επανέλαβε τα όσα ανέφερε στην υποστηρίζουσα την υπό κρίση Αίτηση Ένορκή του Δήλωση. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο (Demades v. Studio

(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704). Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρησή του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος (Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 255). Το Δικαστήριο, στην εξέταση κατά πόσο θα εκδώσει, διατηρήσει ή ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα, δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου του ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269,
  1. Βέβαια, κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται, απλώς, η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Τούτων λεχθέντων, επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Εξετάζοντας τα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα υπόθεση, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί ως προς την ουσία της διεκδίκησης των εναγόντων είναι, πως, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ. 14/
  2. Από το Γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, την Αίτηση και τη συνοδεύουσα αυτήν Ένορκη Δήλωση καθώς και από την Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του XXXXX Τσούκκα που κατατέθηκε στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης. Η απαίτηση των εναγόντων, αντικειμενικά κρινόμενη και αποσυνδεδεμένη εντελώς από οτιδήποτε άλλο, κρίνεται ως καλή βάση αγωγής αφού στηρίζεται στα αναγνωρισμένα αστικά αδικήματα της επέμβασης και της ιδιωτικής οχληρίας (άρθρα 43 και 46 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, αντίστοιχα), προς ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης (Α/φοί Μυλωνά κ.α. ν. Avraamides & Co Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1513). Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 145/11 ημερομηνίας 13.05.2013, υπεδείχθη πως εάν από τα δικόγραφα, αντικειμενικά, προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής τούτο είναι αρκετό για την ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου
  1. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, φαίνεται να ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να λεχθεί πως το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν πρόκειται να διεξέλθει την μαρτυρία με γνώμονα την διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980) ούτε και θα εξετάσει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και σε κατάληξη ευρημάτων επί γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Εν προκειμένω, όπως έχει διαφανεί, υπάρχουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές οι οποίες, εκ των πραγμάτων, θα πρέπει να συνεκτιμηθούν. Η μόνη σύγκλιση των διαδίκων είναι πως οι ενάγοντες είναι οι ιδιοκτήτες του επίδικου καταστήματος. Τούτο δεν αμφισβητείται από καμιά πλευρά. Η θέση των εναγόντων πως μεταξύ αυτών και των εναγομένων 1 καταρτίστηκε σύμβαση ενοικίασης για την περίοδο από 1.01.2016 μέχρι 31.12.2018, υποστηρίζεται από το Ενοικιαστήριο Έγγραφο (Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση του XXXXX Τσούκκα). Η θέση τους, επίσης, πως οι εναγόμενοι 1, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, προχώρησαν σε αλλαγή της χρήσης του καταστήματος, υποστηρίζεται τόσο από τα λεγόμενα του Τσούκκα όσο και από το φωτογραφικό υλικό (Τεκμήριο 7). Θεωρώ πως με τα όσα η πλευρά των εναγόντων έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης (με το περιορισμένο βάρος που έχουν για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας) είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να λεχθεί πως δεν έχω καταλήξει σε ευρήματα επί των επιδίκων θεμάτων, τούτο θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο της δίκης. Η εξέταση των εκατέρωθεν εκδοχών έγινε στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, αυτή είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Ο χρηματικός παράγοντας, όμως, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια (βλ. Κώστας Κυρίσαββα κ.α. ν. Χάρη Κύζη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1977)1 Α.Α.Δ. 1791 λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Εν προκειμένω, θεωρώ πως και η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται. Δεν τίθεται θέμα μόνο χρηματικής αποζημίωσης. Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον μου, έχω ικανοποιηθεί πως οι ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν πως δεν θα αποζημιωθούν πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού αφού οι ενέργειες της εναγομένης 1 επηρεάζουν τα δικαιώματα τους ως ιδιοκτήτες του καταστήματος. Θεωρώ πως, λόγω της φύσης του δικαιώματος που προσπαθεί ο ενάγοντας να προστατεύσει, ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο, όπως έχω ήδη αναφέρει, προχωρεί και εξετάζει αν είναι «δίκαιον ή πρόσφορον», κάτω από τις περιστάσεις, να εκδώσει το Προσωρινό Διάταγμα. Η απόφαση του Δικαστηρίου επί τούτου, αποτελεί προϊόν διακριτικής εξουσίας, η οποία ασκείται με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα που έχει ενώπιον του. Το κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί ένα παρεμπίπτον διάταγμα εξετάζεται, όπως συνηθίζεται να λέγεται, με αναφορά στο «ισοζύγιο της ευχέρειας» (balance of convenience), όρος ο οποίος αντανακλά στην επίδραση του μέτρου στα αντίστοιχα συμφέροντα των διαδίκων, μέχρις ότου κριθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά. Στην προκειμένη περίπτωση εκείνο που ουσιαστικά επιδιώκεται δεν είναι η έκδοση δύο Διαταγμάτων, αλλά η έκδοση ενός, με το οποίο να επιτυγχάνεται η επαναφορά του καταστήματος στην κατάσταση που αυτό ήταν προ της ενοικίασης του στους εναγόμενους 1 («επαναφορά του καταστήματος στην προ της ενοικίασης του στους εναγομένους 1, κατάστασης»). Το αιτούμενο Διάταγμα όσον αφορά την φύση του είναι προστακτικό. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο πως τα χαρακτηριστικά ενός προστακτικού διατάγματος καθιστούν, σε κάθε περίπτωση, ιδιαίτερα απαιτητικές τις περιστάσεις και τους όρους έκδοσης του (βλ. Redland Bricks Ltd v. Morris
(1996)2 All E.R. 576 (H.L.), Σοφοκλέους κ.ά. ν. Παύλου
(2012)1 ΑΑΔ 2047. Όπως λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση Κοινοτικό Συμβούλιο χχχ ν. χχχ Σούλη, Πολιτική Εφεση Αρ. Ε75/2015, ημερομηνίας 7.12.2018: «Αυτό εξηγείται, κυρίως, στη βάση ότι είναι, συνήθως, πιο πιθανό να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοσή του παρά από την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος, (βλ. National Commercial Bank Jamaica v Olint Corpn [2009] 1 WLR 1405 (PC). Συνέχεια της πιο πάνω διαπίστωσης, παρατηρούνται στην τελευταία υπόθεση, στη σελίδα 1409, και τα εξής: "What is required in each case is to examine what on the particular facts of the case the consequences of granting or withholding of the injunction is likely to be."» Το Δικαστήριο, όπως έχει προαναφερθεί, εξετάζοντας την αρχή του ισοζυγίου της ευχέρειας, αποφασίζει επί τούτου (ασκώντας σε κάθε περίπτωση την διακριτική του εξουσία) λαμβάνοντας υπόψη τα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης. Επί τούτου, στην ίδια υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο χχχ (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής: «Η κατάληξη δε του δικαστηρίου, σχετικά, δεν ακολουθεί, απαραίτητα, την κατάληξη όσον αφορά τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης του εδαφίου
(1)του άρθρου 32 του Ν. 14/1960. Εν ολίγοις, κατά την εφαρμογή, ως ανωτέρω, της πιο πάνω αρχής, το δικαστήριο δυνατό να μην εγκρίνει το αίτημα για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, παρά τη διαπίστωσή του περί ικανοποίησης των προϋποθέσεων του εν λόγω εδαφίου, όπως συνέβη στην παρούσα υπόθεση. Η δυνατότητα αυτή αναγνωρίστηκε, ως καθ' όλα εφικτή, στην υπόθεση Αβερκίου ν. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222. Επομένως, η κατάληξη του Δικαστηρίου, εν προκειμένω, δεν αποτελεί νομικό σφάλμα, όπως είναι, βασικά, η θέση των εφεσειόντων στην παρούσα έφεση, προκειμένου να δικαιολογείται παρέμβαση του Δικαστηρίου τούτου, προς ανατροπή της. ......................... Κατά την άσκηση που το δικαστήριο διενεργεί, στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής του ισοζυγίου της ευχέρειας, η προσοχή του εστιάζεται, όλως ιδιαιτέρως, στο «να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη». Τα ανωτέρω επισημαίνονται στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, σελίδα 795, με αναφορά σε σχετική αγγλική νομολογία[2], στην οποία μπορεί να προστεθεί και η πιο πρόσφατη υπόθεση National Commercial Bank Jamaica v. Olint Corpn, ανωτέρω.» Στην προκειμένη περίπτωση, η Υπεράσπιση των εναγομένων, όπως προβάλλεται στην Ένορκη Δήλωση του XXXXX Ρώσσου (πως δεν υφίστατο σύμβαση ενοικίασης μεταξύ των εναγομένων 1 και των εναγόντων και συνεπώς οι τελευταίοι δεν δικαιούνται να αξιώνουν τις αιτούμενες θεραπείες) έχει ίσες πιθανότητες επιτυχίας με την θέση των εναγόντων πως υφίστατο ενοικίαση η οποία τερματίστηκε λόγω παραβίασης της από τους εναγόμενους 1 και πως οι τελευταίοι κατέχουν το κατάστημα ως επεμβασίες. Πέραν τούτου εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η επιχείρηση των εναγομένων 1 θα τερματιστεί, με ενδεχόμενες σοβαρές οικονομικές συνέπειες γι΄ αυτούς. Συνεπώς, βάσει των προαναφερθέντων, κρίνω πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της πλευράς των εναγομένων-καθ΄ων η αίτηση και όχι υπέρ του ενάγοντα-αιτητή. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, είναι η κατάληξή μου, πως η Αίτηση δεν θα πρέπει να εγκριθεί. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται προς όφελος των Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση και σε βάρος των Εναγόντων-Αιτητών. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.