← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1567/2013, 22/8/2019

ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1567/2013, 22/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΣΤ. ΤΣΙΒΙΤΑΝΙΔΟΥ-ΚΙΖΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1567/2013 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγόντων -και-

  1. XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ
  2. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΥ ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ
  3. C.Y.C. PRIME PROPERTIES LTD Εναγόμενων ----- Αίτηση ημερομηνίας 14.12.2017 για αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας σε βάρος της εναγομένης 2 απόφασης Ημερομηνία: 22 Αυγούστου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγομένη 2-αιτήτρια: Ο κ. Λαμπριανίδης, για Γεώργιος Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση: Η κα Μόνικα Σοφοκλέους, για Μ. Π. Σοφοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 13.10.2014 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων 1 και 3, ευθυνομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €154.980,65 και εναντίον της εναγόμενης 2 για το ποσό των €139.176,24, πλέον τόκους και έξοδα. Εκδόθηκε, επίσης, αναγνωριστική απόφαση (αναγνωρίστηκε πως οι ενάγοντες είναι οι αποκλειστικοί δικαιούχοι των δικαιωμάτων που απορρέουν από το καταρτισθέν μεταξύ του εναγομένου 1 και των εναγομένων 3, Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 27.06.2005) σε σχέση με την κατοικία με αρ. Κ6-Α, στο συγκρότημα κατοικιών με την ονομασία XXXXX στην περιοχή Περνέρα στον Πρωταρά της Επαρχίας Αμμοχώστου. Με την υπό κρίση Αίτηση, η εναγόμενη 2 αιτείται: «
  5. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάσσον ή/και επιτρέπον την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης όσον αφορά την εναγομένη αρ. 2, η οποία εξεδόθη εναντίον της ως άνω αιτήτριας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή την 13/10/2014, μέχρι εξαντλήσεως όλων των μέτρων εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη και εκποίησης της Υποθήκης του ακινήτου με ΠΩΕ947/
  6. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάσσον την αναστολή εκτέλεσης της ως άνω απόφασης εναντίον της Εναγομένης αρ.2, όσον αφορά την κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή και Αιτήσεως Μηνιαίων Δόσεων ημερομηνίας 10.05.2017 ή και οποιουδήποτε άλλου μέτρου εκτελέσεως εναντίον της μέχρι εξαντλήσεως όλων των μέτρων εκτελέσεως της απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη ή και μέχρι εκποίησης της Υποθήκης που υπάρχει προς όφελος των Εναγόντων, η οποία παρεχωρήθη από τον 1ο Εναγόμενο με ΠΩΕ947/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστρου.
  7. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα ή/και θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δικαία και πρέπουσα υπό τις περιστάσεις.
  8. Τα έξοδα της παρούσας αιτήσεως.» Η Αίτηση στηρίζεται στον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο 197

(1)/2003, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 8
(1)/2004, 7
(1)/2006 και 58
(1)/2015, άρθρα 3, 9 και 10, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 καθώς και στις αρχές της επιείκειας. Την Αίτηση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση της εναγομένης 2 το περιεχόμενο της οποίας έχει ως ακολούθως: «
  1. Ο εναγόμενος αρ. 1 είναι ο πρώην σύζυγός μου με τον οποίο έχουμε αποκτήσει δύο παιδιά. Ο γάμος μας ελύθη με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου.
  2. Το χρέος μας τον Ενάγοντα δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου μας και το ποσό εισπράχθηκε από τον Εναγόμενο 1 ο οποίος ανέλαβε την αποπληρωμή του χρέους.
  3. Το χρέος είναι εξασφαλισμένο με το πωλητήριο έγγραφο ΠΩΕ974/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου το οποίο αφορά την αγορά κατοικίας από τον πρωτοφειλέτη Εναγόμενο 1 από την Εναγόμενη 3, το οποίο έχουν υποχρέωση οι Ενάγοντες να εκποιήσουν προς εξόφληση του χρέους. Η δικαστική απόφαση είναι σαφής καθ΄ όσον αφορά την εν λόγω κατοικία.
  4. Ο Ενάγοντες δεν έλαβαν μέτρα για εκποίηση της κατοικίας το οποίο κατά την άποψή μου καλύπτει την οφειλή μας προς τους Ενάγοντες. Επιπλέον, δεν έλαβαν οποιοδήποτε άλλο μέτρο εκτέλεσης για είσπραξη του χρέους από τον πρωτοφειλέτη, Εναγόμενο αρ.
  5. Το εκδοθέν ένταλμα ημερομηνίας 9.03.2016 επεστράφη διότι δεν ανευρέθη ο Εναγόμενος αρ. 1, πρωτοφειλέτης, και όχι διότι δεν είχε περιουσία.
  6. Οι Ενάγοντες, όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, έχουν υποχρέωση να λάβουν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη όπως και μέτρα εκποίησης της κατοικίας και μόνο τότε και εάν επληρούντο οι προϋποθέσεις του Νόμου περί Προστασίας Εγγυητών, δηλαδή εάν δεν ικανοποιείτο το χρέος θα έπρεπε να στραφούν εναντίον μου.
  7. Θεωρώ ότι η Αίτηση Μηνιαίων Δόσεων εναντίον μου ημερομηνίας 10.05.2017 είναι πρόωρη και πέραν του Νόμου 197(Ι)/2003 και μοναδικός λόγος αυτής είναι η άσκηση πίεσης προς το πρόσωπό μου για εξόφληση του χρέους αλλά και για να φορτώσουν την υπόθεση με περιττά δικηγορικά έξοδα, κάτι το οποίο είναι εντελώς καταχρηστικό και παράνομο, γι΄ αυτό τον λόγο αξιώνω αναστολή της διαδικασίας οποιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης εναντίον μου ως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 9 του Νόμου 197(Ι)/2003, μέχρι εκποιήσεως του ενυπόθηκου και εξαντλήσεως κάθε μέτρου εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη.» Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν Ένσταση προβάλλοντας, κατά κύριο λόγο, πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η κείμενη νομοθεσία και οι κανονισμοί, για την παροχή της αιτούμενης θεραπείας. Πως η αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή απαράδεκτη και/ή αστήρικτη και/ή αδικαιολόγητη και/ή καταχρηστική, τα δε γεγονότα που προβάλλονται προς υποστήριξή της είναι ψευδή, αντιφατικά, αόριστα και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Πως η περιουσία του πρωτοφειλέτη δεν είναι αρκετή για την ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, έναντι του οποίου δεν έχει καταβληθεί κανένα ποσό. Πως οι ενάγοντες δεν εξασφάλισαν διάταγμα εκποίησης του ακινήτου, αντικείμενο του ΠΩΕ947/2005, όπως παραπλανητικά ισχυρίζεται η εναγομένη
  8. Τέλος, πως η Αίτηση είναι καταπιεστική, ενοχλητική και πως καταχωρίστηκε με μοναδικό σκοπό την παρακώλυση της διαδικασίας. Η ένσταση, η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Τ. Γεωργίου, υπαλλήλου των εναγόντων, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Ο ομνύων απορρίπτει τους ισχυρισμούς της εναγομένης 2 και επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Διατείνεται πως τα αληθή γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Το δάνειο εκ Λ.Κ.100.000,00 (αντικείμενο της απόφασης ημερομηνίας 13.10.2014) χρησιμοποιήθηκε για την αγορά ετοιμοπαράδοτης εξοχικής κατοικίας στην Αγία Νάπα (περιοχή Κάβο Γκρέκο) αξίας, κατά το χρόνο σύναψης του δανείου, Λ.Κ.143.000,
  9. Η εναγομένη 2 υπέγραψε με τον εναγόμενο 1, την αίτηση για χορήγηση του στεγαστικού δανείου και στη συνέχεια εγγυήθηκε, με την υπογραφή γραπτής σύμβασης εγγύησης, την αποπληρωμή του. Το δάνειο δεν εξασφαλίστηκε με υποθήκη επί οποιουδήποτε ακινήτου ή της ίδιας της εξοχικής κατοικίας, για την οποία μέχρι και σήμερα δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος. Το τίμημα πώλησής της εξοφλήθηκε πλήρως (πληρώθηκε στην εναγομένη 3-πωλήτρια). Η αγωγή επιδόθηκε προσωπικά στην εναγομένη 2 στις 10.01.2014, η οποία δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία και στις 13.10.2014 εκδόθηκε απόφαση τόσο εναντίον της όσο και εναντίον των εναγομένων 1 και 3, οι οποίοι επίσης δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία αν και η αγωγή επιδόθηκε σ΄ αυτούς δεόντως. Στις 23.11.2015 εκδόθηκε Ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας (writ κινητών) εναντίον των εναγομένων 1 και 3, το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο (για μεν τον εναγόμενο 1 στις 22.01.2016, για δε την εναγόμενη 3 στις 9.06.2016) καθότι ο εναγόμενος 1 είχε εγκαταλείψει τη δοθείσα διεύθυνση και η εναγομένη 3 εταιρεία στερείτο κινητής περιουσίας υποκείμενη σε κατάσχεση. Μετά από έρευνα, εξασφαλίστηκαν πληροφορίες πως ο εναγόμενο 1 διατηρούσε επιχείρηση (πλυντήρια αυτοκινήτων γνωστά ως «CALIFORNIA CARWASH») στην Παλλουριώτισσα στη Λευκωσία. Στις 19.05.2016 εκδόθηκε 2Ο Ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας. Επεστράφη και τούτο ανεκτέλεστο την 1.02.2017 με την ίδια αιτιολογία (πως στερείτο κινητής περιουσίας). Οι Ενάγοντες, δεδομένου του ότι το δάνειο δεν ήταν εξασφαλισμένο με υποθήκη, ενέγραψαν ΜΕΜΟ (ΕΒΒ146/15) σ΄ ολόκληρη την ακίνητη περιουσία του εναγομένου 1, η οποία, όμως, ήταν ήδη βεβαρημένη με άλλες επιβαρύνσεις (ΜΕΜΟ). Λόγω των επιβαρύνσεων που είχαν προηγηθεί, η αξία της περιουσίας είναι τέτοια ώστε να μην είναι αρκετή να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Από το Πιστοποιητικό Έρευνας του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 3 στην Ένορκη του Δήλωση) προκύπτει πως ο εναγόμενος 1 είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης τριών ακινήτων, αγοραίας αξίας την 1.01.2013 €1.317.500,00, €107.600,00 και €417.600,00, αντίστοιχα. Βάσει του ίδιου Πιστοποιητικού, προκύπτει πως και επί των τριών ακινήτων ενεγράφησαν τρεις Υποθήκες (ΥXXXXX/11, ΥXXXXX/09 και ΥXXXX/09) υπέρ τρίτων δανειστών καθώς και ΜΕΜΟ (ΕΒ662/14, ΕΒ2490/14 και 2021/16) υπέρ του Τμήματος Φορολογίας. Συνολικά οι επιβαρύνσεις οι οποίες προηγούνται του ΜΕΜΟ (ΕΒΒ146/15) των εναγόντων ανέρχονται στο ποσό των €1.923.889,
  10. Συνάγεται, ως εκ τούτου, πως η ακίνητη περιουσία του εναγομένου 1 δεν είναι αρκετή ώστε να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος του προς τους ενάγοντες, αφού δεν αρκεί για την εξόφληση των προηγηθέντων χρεών του. Ακόμη, υπολείπεται ποσό ύψους €81.189,04 για εξόφληση των προηγηθέντων χρεών του «γεγονός που αφήνει ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος ανικανοποίητο». Κανένα ποσό δεν έχει πληρωθεί έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, το οποίο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης (13.10.2014) παραμένει απλήρωτο. Είναι, τέλος, η θέση του ομνύοντα πως η εναγόμενη 2-αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει στοιχεία που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς της, ότι δηλαδή υπάρχει περιουσία του πρωτοφειλέτη (εναγόμενου 1) ικανή να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος και συνεπώς το αίτημά της θα πρέπει να απορριφθεί. Προτού εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση, θα πρέπει να τεθεί η νομική πτυχή επί της οποίας τόσο η Αίτηση όσο και η Ένσταση εδράζονται. Το άρθρο 9 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, Νόμος 197
(1)/2003, παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να διατάξει αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εναντίον εγγυητού, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Στο άρθρο 10 του ίδιου Νόμου, απαριθμούνται οι περιπτώσεις όπου εκδίδεται, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή και νοουμένου ότι το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο και ορθό, διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης απόφασης όσον αφορά τον εγγυητή. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιόν του τεθείσα μαρτυρία, ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Στο ίδιο άρθρο [10.1(γ)] τίθεται ως επιφύλαξη πως σε περίπτωση που ο πιστωτής δεν καταφέρει να αποδείξει πως έχουν ληφθεί συγκεκριμένα μέτρα εναντίον του πρωτοφειλέτη, τα οποία απαριθμούνται διαζευκτικά, τότε το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί, με βάση τα ενώπιον του τεθέντα, πως ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Ο ίδιος ο Νόμος εναποθέτει στους ώμους του εγγυητή, το βάρος να αποδείξει πως ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος. Έχω εξετάσει την Αίτηση ενδελεχώς. Κρίνω, για τους λόγους που θα εκθέσω στη συνέχεια, πως αυτή είναι παντελώς αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Κατ΄ αρχήν, η θέση της εναγόμενης 2-αιτήτριας πως το χρέος είναι εξασφαλισμένο με το Πωλητήριο Έγγραφο ΠΩΕ974/2005 και πως σε σχέση με το ακίνητο, αντικείμενο του Πωλητηρίου Εγγράφου, οι ενάγοντες «έχουν υποχρέωση να το εκποιήσουν προς εξόφληση του χρέους», δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Με την απόφαση της 13.10.2014, κανένα διάταγμα εκποίησης, για τη συγκεκριμένη κατοικία, εκδόθηκε. Ούτε, άλλωστε, μπορούσε να εκδοθεί αφού η κατοικία στο Παραλίμνι, για την αγορά της οποίας συνήφθη το δάνειο, δεν υποθηκεύτηκε προς όφελος των εναγόντων (τούτο δεν μπορούσε να γίνει δεδομένου του ότι ακόμη δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας της κατοικίας). Με την προαναφερθείσα απόφαση οι ενάγοντες, στους οποίους προφανώς ο εναγόμενος 1 ως ο αγοραστής της οικίας εκχώρησε τα δικαιώματά του από το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 22.06.2005, αναγνωρίστηκαν ως οι αποκλειστικοί δικαιούχοι όλων των δικαιωμάτων του αγοραστή. Δεν διαφωνώ, βέβαια, με τη θέση πως οι ενάγοντες έχουν το δικαίωμα και τη δυνατότητα να πωλήσουν την κατοικία, δεν μπορούν όμως να την εκποιήσουν ακολουθώντας τη σχετική διαδικασία όπως ορίζει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/65, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 142(Ι)/2014 (προστέθηκε στον Νόμο το Μέρος VIA). Ακόμη κι' αν υπήρχε η δυνατότητα εκποίησης του συγκεκριμένου ακινήτου, και πάλι, η υπό κρίση Αίτηση θα ήταν έκθετη σε απόρριψη, αφού η αιτήτρια δεν προσκόμισε, ως όφειλε, καμιά μαρτυρία σε σχέση με την αγοραία αξία του. Υπενθυμίζω πως, βάσει του Νόμου 197(Ι)/2003, όπως έχει προαναφερθεί, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί, στη βάση μαρτυρικού υλικού, πως η περιουσία του πρωτοφειλέτη είναι τέτοιας αξίας ώστε να επαρκεί προς ικανοποίηση της εξ αποφάσεως οφειλής για να εκδώσει διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση με τον εγγυητή. Σ΄ αντίθεση με την εναγομένη 2, οι ενάγοντες (παρόλον που δεν είχαν το βάρος) προσκόμισαν μαρτυρία δια της Ενόρκου Δηλώσεως του Ανδρέα Τ. Γεωργίου, σύμφωνα με την οποία η αξία της ακίνητης περιουσίας του πρωτοφειλέτη (εναγόμενου 1) δεν είναι αρκετή για να ικανοποιήσει όχι μόνο τη συγκεκριμένη οφειλή αλλά και προγενέστερες οφειλές σε τρίτους (το Πιστοποιητικό Έρευνας, Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση Γεωργίου, είναι σχετικό). Ως εκ τούτου, η προϋπόθεση αυτή δεν έχει ικανοποιηθεί. Οι ενάγοντες, ως όφειλαν, έλαβαν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη. Προχώρησαν δύο φορές σε έκδοση Εντάλματος Κατάσχεσης κινητής περιουσίας (writ κινητών) τα οποία επεστράφησαν και τις δύο φορές ανεκτέλεστα. Στη συνέχεια, καταχώρισαν εναντίον του, Αίτηση Μηνιαίων Δόσεων στη βάση της οποίας, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, εκδόθηκε στις 10.12.2018 εκ συμφώνου Διάταγμα Μηνιαίων δόσεων ύψους €250,00 (οι πληρωμές θα άρχιζαν από την 1.02.2019). Έχοντας υπόψη τα προαναφερθέντα, καθώς και το ότι τα ακίνητα του εναγομένου 1, τα οποία οι ενάγοντες δέσμευσαν με το ΜΕΜΟ (ΕΒ3146/15) δεν επαρκούν για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους για τους λόγους που έχουν εκτεθεί ανωτέρω, θεωρώ πως ο πρωτοφειλέτης (εναγόμενος 1) δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει την εξ αποφάσεως οφειλή. Καταληκτικά, θεωρώ πως η εναγόμενη 2 δεν απέσεισε από τους ώμους της το βάρος που είχε να αποδείξει ότι ο πρωτοφειλέτης-εναγόμενος 1 έχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία ώστε να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Θεωρώ πως με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιόν μου δεν είναι ούτε δίκαιο αλλά ούτε και ορθό να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Συνεπώς, το αίτημά της θα πρέπει να απορριφθεί. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα καλό λόγο ώστε να αποστώ από τον κανόνα πως αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και σε βάρος της εναγόμενης 2. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. /ΜΧΚ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.