← Κύπρος

Γερολέμου κ.α. ν. GIOVANI DEVELOPERS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 801/2012, 20/8/2019

Γερολέμου κ.α. ν. GIOVANI DEVELOPERS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 801/2012, 20/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΣΤ. ΤΣΙΒΙΤΑΝΙΔΟΥ-ΚΙΖΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 801/2012 Μεταξύ:

  1. XXXXX Γερολέμου
  2. XXXXX Γερολέμου Εναγόντων -ν-
  3. GIOVANI DEVELOPERS LIMITED
  4. XXXXX Τζιοβάνη
  5. XXXXX Ιωάννου Ηλιώτου Εναγόμενων ------- Αίτηση ημερομηνίας 21.12.2018 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης Ημερομηνία: 20 Αυγούστου, 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους 1 και 2-αιτητές: Ο κ. Αδ. Λάντος, για Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. (για να ακούσει απόφαση η κα Θ. Κκημήτρη) Για ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση: Η κα Μαρία Χαραλάμπους, για A. CHR. THEOPHILOU LLC. (για να ακούσει απόφαση η κα Χρ. Ζαντή) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 8.01.2018 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων 1 και 2, ευθυνομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, μεταξύ άλλων, για το ποσό των €43.092,00 με νόμιμο τόκο από της καταχώρισης της αγωγής. Επιδικάστηκαν, επίσης, σε βάρος τους και τα έξοδα της αγωγής τα οποία, όπως υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή, ανήλθαν στο ποσό των €10.361,00 πλέον Φ.Π.Α. Η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 3 απορρίφθηκε χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα. Απορρίφθηκε επίσης και η ανταπαίτηση, χωρίς έξοδα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 εφεσίβαλαν την απόφαση καταχωρώντας στις 7.02.2018, Ειδοποίηση Έφεσης. Με την υπό κρίση αίτηση, οι εναγόμενοι 1 και 2-αιτητές αιτούνται: Α. Διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 08.01.2018 μέχρι εκδικάσεως των Εφέσεων αρ. 375/2016, 191/2016, 74/2018 και 85/2018 οι οποίες έχουν καταχωρηθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο (Δευτεροβάθμια Δικαιοδοσία) που αφορούν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία θα κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. Γ. Έξοδα της Αίτησης πλέον ΦΠΑ.» Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35, θ.18-19, Δ.33 θ.6, Δ.48 θ1-4, 7-9 και Δ.64, στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στην νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Γερολέμου, οικονομικού διευθυντή των εναγόμενων 1, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Όπως ο ομνύων αναφέρει, οι εναγόμενοι 1 και 2 εφεσίβαλαν τόσο την τελική απόφαση του Δικαστηρίου (η Πολιτική Έφεση έχει αριθμό 74/2018) όσο και άλλες τρεις Ενδιάμεσες Αποφάσεις). I. Με την Πολιτική Έφεση 191/2016, εφεσιβλήθη η Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία επετράπη η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των εναγόντων. II. Με την Πολιτική Έφεση 375/2016 εφεσιβλήθη η Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία απερρίφθη η αίτηση των εναγομένων 1 και 2 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. III. Με την Πολιτική Έφεση 85/2018 εφεσιβλήθη η απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία απερρίφθη το αίτημα των εναγομένων 1 και 2 για διόρθωση της απόφασης. Είναι η θέση του ομνύοντος πως οι εναγόμενοι 1 και 2 πιστεύουν πως έχουν «καλό λόγο έφεσης» και πως «παρέχεται ουσιαστικό ζήτημα προς συζήτηση από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο». Διατείνεται πως το ύψος των αποζημιώσεων (€43.092,00) που επιδικάστηκε, πλέον τα δικηγορικά έξοδα (€10.361,00), είναι ένα αρκετά μεγάλο χρηματικό ποσό συγκριτικά με την οικονομική δυνατότητα των εναγόντων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει δυνατότητα επιστροφής των χρημάτων εάν οι εναγόμενοι 1 και 2 επιτύχουν στην Έφεσή τους. Οι τελευταίοι δεν αρνούνται «να εξοφλήσουν την απόφαση», αρκεί να διασφαλιστεί από μέρους των εναγόντων πως εάν η Έφεση επιτύχει θα «επιστραφούν όσα πληρωθούν». Οι Ενάγοντες, σύμφωνα με τον ομνύοντα, προχώρησαν σε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης (εξέδωσαν ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας) και είναι γι΄ αυτό τον λόγο που θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα των εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι είναι έτοιμοι να παράσχουν τραπεζική εγγύηση «για ολόκληρο το ποσό». Όσον αφορά τα έξοδα, εφόσον γίνει συμψηφισμός με τα έξοδα που οι δικηγόροι των εναγομένων 1 και 2 δικαιούνται από τις αιτήσεις που καταδικάστηκαν οι ενάγοντες, το υπόλοιπο ποσό μπορεί να καταβληθεί αμέσως στους δικηγόρους των εναγόντων, έναντι της ενυπόγραφης δήλωσης από μέρους τους ότι θα σεβαστούν το αποτέλεσμα των Εφέσεων. Εάν οι εναγόμενοι 1 και 2 κερδίσουν την Έφεση θα τους επιστραφεί οποιοδήποτε ποσό εισπράξουν. Τέλος, είναι η θέση των εναγομένων 1 και 2 ότι «μπορούν να εξοφλήσουν άμεσα τους ενάγοντες αρκεί οι ενάγοντες να είναι σε θέση να δώσουν αντίστοιχη τραπεζική εγγύηση ότι σε περίπτωση που οι εναγόμενοι 1 και 2 πετύχουν την Έφεσή των θα επανακτήσουν τα χρήματα των». Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν Ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους. Πως η Αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή ανεπαρκής και/ή αστήρικτη και/ή λανθασμένη και/ή αντίθετη με τη νομολογία και/ή την δικαστική πρακτική. Πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και/ή της νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Πως υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. Πως τόσο η Έφεση κατά της τελικής απόφασης όσο και κατά των Ενδιάμεσων Αποφάσεων δεν είναι σοβαρές ή πραγματικές αλλά επιπόλαιες και δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας. Πως μοναδικός σκοπός της Αίτησης είναι να αποτρέψει τους ενάγοντες από του να επωφεληθούν τους καρπούς της επιτυχίας των. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα 2 XXXXX Γερολέμου, δεόντως εξουσιοδοτημένου (από τον Ενάγοντα 1). Ο ομνύων επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος επαναλαμβάνοντας, ουσιαστικά, τους λόγους Ένστασης. Είναι η θέση του πως το ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 «δήλωσαν πρόθυμοι να παράσχουν εγγύηση» δεν μπορεί, από μόνο του, να θεωρηθεί αρκετό ώστε το Δικαστήριο να παράσχει την αιτούμενη αναστολή. Πως δεν πρόσφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την οικονομική τους κατάσταση, ώστε να αποδεικνύεται η φερεγγυότητα τους να εξοφλήσουν τους ενάγοντες. Αντίθετα, οι ίδιοι είναι οικονομικά εύρωστοι ώστε να επιστρέψουν το εξ αποφάσεως χρέος σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης. Ο ίδιος, η σύζυγός του και ο ενάγοντας 1 είναι συνιδιοκτήτες ακινήτου στο Παραλίμνι (αριθμός εγγραφής 0/XXX) η αξία του οποίου είναι €232.700= περίπου. Όσον αφορά τα έξοδα, ο συμψηφισμός τούτων (όπως ζητούν οι εναγόμενοι 1 και 2) είναι άσχετος με την παρούσα διαδικασία. Νομικό υπόβαθρο τόσο της Αίτησης όσο και της Ένστασης είναι ο Καν. 18 της Διαταγής 35, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος έχει ως ακολούθως: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediated act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favor the decision under appeal was given." Νομολογιακά έχει λεχθεί πως το θέμα άπτεται της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Βλ. E.U.R.I.K. and others v. Kotsonis

(1986)1 C.L.R. 617, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 592, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, Βερεγγάρια Παπακοκκίνου ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.ά.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 513. Στην υπόθεση Νίκος Σταύρου Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 1978, λέχθηκαν τα εξής: «Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες· ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 A.A.Δ. 955, ειπώθηκαν τα εξής: 'Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.' Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.» Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, επαναλήφθηκε η αρχή πως η Έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Υπεδείχθη, περαιτέρω, πως οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Τούτων λεχθέντων, επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης θα πρέπει να εξισορροπηθούν οι δύο προαναφερθέντες παράγοντες. Από τη μία δεν θα πρέπει να αποστερηθεί ο ενάγοντας τους καρπούς της επιτυχίας του, αλλά από την άλλη δεν θα πρέπει το δικαίωμα έφεσης από την πλευρά του εναγόμενου να καταστεί αλυσιτελές. Όπως έχει προαναφερθεί, σε κάθε περίπτωση, στόχος του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων των δύο πλευρών. Προς επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου, επιβάλλεται η στάθμιση του κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και με τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση της Έφεσης. Έχω μελετήσει ενδελεχώς τα όσα και οι δύο πλευρές προβάλλουν προς υποστήριξη της θέσης τους. Οι εναγόμενοι 1 και 2 - αιτητές διατείνονται πως έχουν καλή υπόθεση με «αρκετές πιθανότητες επιτυχίας» της ΄Εφεσής τους. Θα πρέπει να σημειωθεί, στο σημείο αυτό, πως δεν μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα για την πιθανότητα επιτυχίας της Έφεσης ούτε μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία της. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου (ανωτέρω), η πιθανότητα επιτυχίας της Έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγοντας στην επιτυχία της Αίτησης. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, αναγνωρίζοντας τα πιο πάνω, είναι διατεθειμένοι, όπως ρητά έχουν εκφραστεί τόσο με τα λεγόμενα της Ένορκης Δήλωσης του XXXXX Γερολέμου όσο και δια του δικηγόρου τους μέσω της αγόρευσής του, να παραχωρήσουν τραπεζική εγγύηση για το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους. Στον αντίποδα, οι ενάγοντες διατείνονται πως, ως οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ενός τεμαχίου γης στο Παραλίμνι, είναι φερέγγυοι και ικανοί να επιστρέψουν στους εναγόμενους 1 και 2 οποιοδήποτε ποσό ήθελε εισπραχθεί από αυτούς στη βάση της εκδοθείσας απόφασης. Δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή. Οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία ούτε και έγινε οποιαδήποτε αναφορά στην Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα 2, κατά πόσο το συγκεκριμένο τεμάχιο βαρύνεται ή όχι με οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη. Θεωρώ πως το ότι οι ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας δεν τους καθιστά, άνευ ετέρου, και ικανούς να επιστρέψουν οποιοδήποτε ποσό εισπράξουν. Έχοντας υπόψη τα προαναφερθέντα αλλά και το σύνολο των εκατέρωθεν ισχυρισμών καθώς και τις αντίστοιχες θέσεις των δύο πλευρών, είναι η κατάληξή μου πως θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης με όρους. Έχοντας εξετάσει όλους τους λόγους ένστασης, κρίνω πως αυτοί δεν έχουν έρεισμα ούτε στον Νόμο αλλά ούτε και στα γεγονότα της υπόθεσης. Η Αίτηση στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση καταρτισμένη σύμφωνα με ό,τι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας προνοούν. Δεν έχω διαπιστώσει να έχει σημειωθεί «ασύγγνωστη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση» στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει διαφανεί κατάχρηση ή κακοπιστία εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2-αιτητών, οι οποίοι προχώρησαν στη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων μόλις έγιναν αντιληπτές οι ενέργειες των εναγόντων σε σχέση με την εκτέλεση της Απόφασης. Ένα τελευταίο σχόλιο, όσον αφορά την εισήγηση των εναγομένων 1 και 2-αιτητών για συμψηφισμό των εξόδων που επιδικάστηκαν υπέρ τους με τις ενδιάμεσες Αποφάσεις του Δικαστηρίου, με τα έξοδα της τελικής Απόφασης του Δικαστηρίου που επιδικάστηκαν σε βάρος τους. Τούτο ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει ούτε στο παρόν στάδιο, αφού οι εφέσεις δεν έχουν εκδικαστεί ακόμη ούτε όμως και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Εάν και εφόσον κριθεί, κατ΄ έφεση, ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν υποχρέωση να πληρώσουν αλλά και να εισπράξουν έξοδα, στα πλαίσια της συγκεκριμένης αγωγής, τότε θα μπορούν να υποβάλουν αίτηση για συμψηφισμό των εξόδων τους. Δια ταύτα διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης ημερομηνίας 8.01.2018 μέχρι εκδίκασης των Εφέσεων αρ. 375/2016, 191/2016, 74/2018 και 85/2018, με τους ακόλουθους όρους: (α) Οι εναγόμενοι 1 και 2-αιτητές παραχωρήσουν προς όφελος των εναγόντων, εντός 60 ημερών από σήμερα, τραπεζική εγγύηση για το ποσό των €43.092,00 με νόμιμο τόκο 5,5% από 4.09.2012 μέχρι 31.12.2014 και ακολούθως 4% από 1.01.2015 μέχρι 31.12.2016 και ακολούθως 3,5% από 1.01.2017 μέχρι εξοφλήσεως. (β) Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταβάλουν στους δικηγόρους των εναγόντων, εντός της ίδιας χρονικής προθεσμίας, τα έξοδα της αγωγής (€10.361,00 πλέον ΦΠΑ επί ποσού €9.958,00), με τη γραπτή διαβεβαίωση των τελευταίων πως σε περίπτωση ακύρωσης από το Εφετείο της Απόφασης και της διαταγής για επιδίκαση των εξόδων υπέρ των εναγόντων, αυτά θα επιστραφούν αμέσως. Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των πιο πάνω όρων, τότε η απόφαση θα μπορεί να εκτελεστεί αμέσως, κατά τον τρόπο που θα επιλέξουν οι ενάγοντες. Όσον αφορά τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης, αυτά επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων 1 και 2-αιτητών και σε βάρος των καθ΄ ων η αίτηση - εναγόντων, καθότι αδικαιολόγητα προέβαλαν ένσταση στην Αίτηση, δεδομένου του ότι η πλευρά των εναγομένων 1 και 2 ήταν πρόθυμη να παραχωρήσει επαρκείς εξασφαλίσεις μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.