BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD ν. ΧΡΙΣΤΟΦΗ, Αρ. Αγωγής: 167 / 2015, 4/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 167 / 2015 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων -και-
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΗ
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΗ
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΗ
- XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 15.11.2019 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 4 Δεκεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους-Αιτητές: Η κα Στ. Στυλιανού για ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ Θ. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες-Καθ΄ων η Αίτηση: Η κα Ρ. Παπαδοπούλου για ΑΝΤΩΝΗΣ Α. ΠΑΠΑΛΛΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εx-Τempore) Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, οι ενάγοντες αξιούν από τους εναγόμενους, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, το ποσό των CHF210.020,27 πλέον τόκου, στην βάση σύμβασης δανείου τακτής προθεσμίας και/ή ως υπόλοιπο σε λογαριασμό δανείου τακτής προθεσμίας και/ή δυνάμει συμφωνίας παροχής πιστωτικών τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή δυνάμει συμφωνίας εγγύησης. Περαιτέρω επιζητούν εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Σύμφωνα με ό,τι προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, οι ενάγοντες (εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διεξάγουσα τραπεζικές εργασίες) κατόπιν αίτησης του εναγομένου 1, παραχώρησαν σ' αυτόν στις 10.10.2008, στην βάση γραπτής συμφωνίας δανείου, πιστωτικές διευκολύνσεις, ήτοι CHF207.550=. Το ποσόν θα χρεωνόταν με συνολικό επιτόκιο προς 4,376% ετησίως, ήτοι τόκο προς ποσοστό επιτοκίου Libor το οποίο κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν 2,876% προσαυξημένο κατά 1,5%. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο κάθε εξαμηνία. Η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν με 179 μηνιαίες δόσεις των CHF 919,63 εκάστη και η τελευταία εξοφλητική δόση θα ήταν CHF 168.084,
- Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν γραπτώς τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1, στην βάση γραπτής συμφωνίας εγγύησης. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγομένου 1, ο ίδιος ενέγραψε στις 15.10.2008 προς όφελος των εναγόντων, την υποθήκη ΥXXXX/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, για το ποσό των CHF228.500=. Είναι η θέση των εναγόντων πως ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να καταβάλει έγκαιρα τις δόσεις του προς εξόφληση του δανείου και πως οι ίδιοι με επιστολή τους ημερομηνίας 23.11.2014 προς όλους τους εναγόμενους, τερμάτισαν την συμφωνία δανείου και πληροφόρησαν τους εναγόμενους ότι ο λογαριασμός τους θα χρεωνόταν με επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας προς 2%. Στις 23.11.2014, ο λογαριασμός παρουσίαζε το χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο αξιούται με την αγωγή. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση. Στην Έκθεση Υπεράσπισης είναι παραδεκτό από πλευράς τους πως συνεβλήθησαν με τους ενάγοντες για την παραχώρηση δανείου ύψους CHF207.550=. Είναι όμως η θέση τους ότι η σύμβαση δανείου θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή ότι είναι ακυρώσιμη καθότι: (α) Συνομολογήθηκε και/ή υπογράφτηκε κατά παράβαση του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζομένων Αγορών Νόμου του 2007 [144
(1)/2007] της Οδηγίας και/ή της Εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 11.10.2006 και της ΚΔΠ 427/2007. Ισχυρίζονται ειδικώτερα πως δεν έλαβαν λεπτομερή ενημέρωση για τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο που περικλείει ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα. Πως οι πληροφορίες που παρείχαν σε αυτούς οι ενάγοντες δεν συνήδαν με τις Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και/ή με τον Νόμο 144
(1)/2007. Πως οι τελευταίοι δεν τους ενημέρωσαν για τους κινδύνους και τις επιπτώσεις οι οποίες δυνατόν να υπήρχαν σε σχέση με τις επιβαρύνσεις και τις προμήθειες που οι εναγόμενοι επρόκειτο να επωμιστούν. (β) Οι ενάγοντες κατά παράβαση του συγκεκριμένου Νόμου παρείχαν επενδυτικές υπηρεσίες στον εναγόμενο 1 αφού η παροχή δανείου σε νόμισμα διαφορετικό από το νόμισμα του εισοδήματος του συνιστά επενδυτική υπηρεσία εν τη εννοία του Ν.144
(1)/
- Στο δικόγραφο τους παραθέτουν λεπτομέρειες παράβασης των καθηκόντων των εναγόντων. Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι η συμφωνία δανείου είχε συνομολογηθεί και ήταν αποτέλεσμα δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγόντων και παραθέτουν στο δικόγραφο τους λεπτομέρειες των ισχυρισμών τους. Κατ' ακολουθίαν των πιο πάνω ισχυρισμών τους, διατείνονται ότι η σύμβαση υποθήκης, η εγγραφή της οποίας στο Κτηματολόγιο δεν αμφισβητείται, δεν παράγει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα καθότι εκπορεύεται από άκυρη και/ή ακυρώσιμη σύμβαση. Το ίδιο ισχυρίζονται και για την σύμβαση εγγύησης. Ανταπαιτητικώς αιτούνται Δηλώσεις του Δικαστηρίου με τις οποίες να αναγνωρίζεται ότι (α) οι συμφωνίες μεταξύ αυτών και των εναγόντων είναι νομικά ανίσχυρες και/ή άκυρες εξ' υπαρχής και/ή μη δεσμευτικές, (β) οι ίδιοι δεν έχουν καμία οικονομική ή άλλη υποχρέωση προς τους ενάγοντες, (γ) η σύμβαση της Υποθήκης καταρτίστηκε παράνομα, (δ) η σύμβαση της εγγύησης είναι επίσης άκυρη και/ή παράνομη και/ή ανεφάρμοστη. Αξιώνουν επίσης αποζημιώσεις. Με την υπό κρίση Αίτηση οι εναγόμενοι-αιτητές επιζητούν: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Ενάγοντες να προχωρήσουν σε διαδικασία εκποίησης ή/και πλειστηριασμό του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXX, Φ/Σχ. 0/2-288-379, τμήμα 3, Τεμάχιο XX, Εγγεγραμμένο Μερίδιο το 1/1 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου, το οποίο καλύπτεται από την υποθήκη υπ' αριθμό ΥXXXX/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου ημερομηνίας 15/10/2008, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Η Αίτηση στηρίζεται στο Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θ.θ.1-4 και 9, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν.9/1965ως έχει τροποποιηθεί, άρθρα 2, 27, Μέρος VIA, άρθρα 44 Α - 44 ΙΑΑ, άρθρα 44 ΚΣΤ και 45 και στα Παραρτήματα του Νόμου, στους Καν. 2 και 4 των Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμών του 2015, ΚΔΠ 185/2015, στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμό του 1956, Νο. 622/1956, στον Περί Πώλησης Διαδικαστικό Κανονισμό, Νο. 547/1923, στον περί Πώλησης Διαδικαστικό Κανονισμό του 1994 (1/1994) ως τροποποιήθηκε, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) και δη στο άρθρο 6 και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και δη στα άρθρα 23, 26, 30 και 169, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στις αρχές της επιείκειας και στη Νομολογία. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 1, ο οποίος αναφέρει πως η εναγόμενη 2 είναι αδελφή του, ο εναγόμενος 3 αδελφός του και η εναγόμενη 4 μητέρα τους. Διατείνεται πως τα προαναφερόμενα πρόσωπα αν και δεν είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, στην πραγματικότητα είναι συνιδιοκτήτες καθότι το ακίνητο το κληρονόμησαν από τον πατέρα τους. Ενεγράφη επ'ονόματι του ώστε να μπορέσει να αιτηθεί την χορήγηση σ' αυτόν δανείου. Υιοθετεί τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ισχυρισμούς. Είναι η θέση του πως οι όροι της συμφωνίας δανείου είναι αόριστοι, ασαφείς, αυθαίρετοι, καταχρηστικοί και αντίθετοι στα χρηστά και συναλλακτικά ήθη. Στις 8.11.19 παρέλαβε τις Ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ» οι οποίες απεστάλησαν από τους ενάγοντες στα πλαίσια του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Αρ. 9/1965, όπως τροποποιήθηκε. Με τις εν λόγω Ειδοποιήσεις τον ενημερώνουν πως στις 7.4.2020, προτίθενται να προχωρήσουν στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με την διαδικασία του πλειστηριασμού όπως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου Αρ.9/
- Είναι η θέση του πως εάν ο πλειστηριασμός λάβει χώρα, τότε η Ανταπαίτηση των εναγομένων θα καταστεί ουσιαστικά άνευ αντικειμένου, αφού με το προϊόν του πλειστηριασμού θα ικανοποιηθεί η απαίτηση των εναγόντων. Ισχυρίζεται επίσης ότι θα παραβιαστούν τα δικαιώματα των εναγομένων αφού η συμφωνία δανείου και εγγύησης καθώς και η σύμβαση Υποθήκης, είναι παράνομες και/ή ανεφάρμοστες. Διατείνεται πως ο λογαριασμός των εναγομένων χρεώθηκε με παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς. Οι ενάγοντες-Καθ'ων η αίτηση καταχώρησαν Ένσταση προβάλλοντας 8 Λόγους. Διατείνονται πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Πως οι Ειδοποιήσεις Τύπος «Ι», «Θ», «ΙΑ» και «ΙΒ» έχουν δεόντως αποσταλεί και επιδοθεί σ'όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα (εναγόμενοι 1, 2, 3, και 4). Πως η διαδικασία την οποία ακολουθούν οι ενάγοντες σε σχέση με τον επικείμενο πλειστηριασμό είναι σύννομη. Τέλος, πως η Αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική, ατεκμηρίωτη και αντιφατική. Η Ένσταση η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Σωφρονίου, υπαλλήλου των εναγομένων, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Ο ομνύων αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων και επαναλαμβάνει τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς. Είναι η θέση του πως τόσο οι συμφωνίες δανείου και εγγύησης, όσο και η σύμβαση Υποθήκης, είναι έγκυρες και δεσμευτικές. Η έναρξη της διαδικασίας εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου ξεκίνησε από τους ενάγοντες νομότυπα, αφού οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν το οφειλόμενο υπόλοιπο του χρέους (από τις 23.11.2014 που το χρέος κατέστη πληρωτέο επιδόθηκαν σ' όλους τους εναγομένους, οι Ειδοποιήσεις Τύπος «Ι» και «Θ» μαζί με Κατάσταση Λογαριασμού). Διατείνεται τέλος πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, ώστε να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades ν. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255]. Τούτων λεχθέντων θα προχωρήσω στην συνέχεια στην εξέταση, σε σχέση με την υπό κρίση Αίτηση, των προϋποθέσεων που θα πρέπει να πληρούνται όπως επιτάσσει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, την ύπαρξη δηλαδή συζητήσιμης υπόθεσης, από το περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, θεωρώ πως ικανοποιείται το κριτήριο αυτό αφού το δικόγραφο περιέχει ισχυρισμούς για ακυρότητα των συμφωνιών δανείου και εγγύησης καθώς και της Υποθήκης (αποτελεί το υπόβαθρο για την διαδικασία εκποίησης του ακινήτου) για την οποία αξιούται η κήρυξη της ως άκυρης και/ή ακυρώσιμης και/ή ως μη παράγουσας έννομα αποτελέσματα. Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη δηλαδή πιθανότητας επιτυχίας, δεν ικανοποιείται. Και τούτο καθότι πέραν από τους λεκτικούς ισχυρισμούς τους οποίους οι εναγόμενοι προβάλλουν, δεν έχουν παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να υποστηρίζουν ότι ο λογαριασμός τους χρεώθηκε με παράνομες χρεώσεις και/ή με ανατοκισμό, όπως ισχυρίζονται. Δεν έχουν παραθέσει επίσης στοιχεία σε σχέση με τις ενέργειες και/ή την συμπεριφορά των εναγόντων, κατά την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων. Υπενθυμίζω πως οι εναγόμενοι υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, πως οι ενάγοντες, δόλια και/ή με ψευδείς παραστάσεις «εξώθησαν» τον εναγόμενο 1 να «επιλέξει» δανεισμό σε ξένο νόμισμα. Θα πρέπει να λεχθεί στο σημείο αυτό ότι η υπογραφή όλων των συμβάσεων (δανείου, εγγύησης και υποθήκης) είναι παραδεκτή από πλευράς τους. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι έλαβαν την χρηματοδότηση από τους ενάγοντες, αφού δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί του αντιθέτου. Η θέση τους ότι οι ίδιοι δεν έχουν καμία οικονομική και/ή άλλη υποχρέωση έναντι των εναγόντων, δεν έχω αντιληφθεί πού βασίζεται. Θεωρώ πως οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να αναφέρουν τις δικές τους ενέργειες σε σχέση με την αποπληρωμή του δανείου και κατά πόσο το ποσό που έλαβαν εξοφλήθηκε. Θεωρώ πως οι ισχυρισμοί τους παρέμειναν καθ' ολοκληρίαν αόριστοι και χωρίς το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο. Οι εναγόμενοι όφειλαν να παρουσιάσουν στοιχεία ώστε να πείσουν το Δικαστήριο πως έχουν δυνατή υπόθεση και όχι να αναλωθούν σε γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Μόνο έτσι θα καταδείκνυαν πως η υπόθεση τους έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, επικαλούμαι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1980. Και τούτο γιατί είναι καλά γνωστό ότι και οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Στην εν λόγω υπόθεση υποδείχθηκαν τα εξής: «Θα προσθέταμε μόνο ότι, από την στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περισσεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Θα ήταν αντιφατικό να μη υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται με το ζήτημα.» Εκ του περισσού θα έλεγα πως ακόμη και εάν ικανοποιείτο η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει πως οι ενάγοντες οι οποίοι είναι τραπεζικός οργανισμός, είναι αφερέγγυοι και δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να τους αποζημιώσουν σε περίπτωση επιτυχίας της υπόθεσης τους. Ενόψει τούτου, θεωρώ ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Για όλους αυτούς τους λόγους η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των εναγομένων-Αιτητών. (Υπ.) .............. Στ. Τσιβιτανίδιου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο