Ζούγκρου ν. Φιλαβερτή κ.α., Αρ. Αγωγής: 677/2014, 30/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 677/2014 Μεταξύ: XXXXX Ζούγκρου, εκ XXXXX Αμμοχώστου Ενάγοντα -και-
- XXXXX XXXXX Φιλαβερτή, από XXXXX και XXXXX XXXXX Φιλαβερτή, από XXXXX, XXXXX 24, από κοινού υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX XXXXX Νίκου, τέως από XXXXX, ο οποίος απεβίωσε την 17/3/2012, σύμφωνα με διάταγμα του Δικαστηρίου στην Διαχείριση Ε.Δ. Αμμοχώστου υπ΄ αριθμό XXXXX/
- XXXXX Κουτούνας, XXXXX Αμμοχώστου Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 16/1/2017 Μεταξύ: XXXXX Ζούγκρου, εκ XXXXX Αμμοχώστου Ενάγοντα -και-
- XXXXX XXXXX Φιλαβερτή, από XXXXX και XXXXX XXXXX Φιλαβερτή, από XXXXX, XXXXX 24, από κοινού υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX XXXXX Νίκου, τέως από XXXXX, ο οποίος απεβίωσε την 17/3/2012, σύμφωνα με διάταγμα του Δικαστηρίου στην Διαχείριση Ε.Δ. Αμμοχώστου υπ΄ αριθμό XXXXX/
- XXXXX Κουτούνας, XXXXX Αμμοχώστου
- OLYMPIC INSURANCE COMPANY LTD, Λεωφ. Μακαρίου & Αγαπήνωρος 2, IRIS TOWER, 2Ος όροφος, 1076 Λευκωσία Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 25.4.2017 ΓΙΑ ΠΡΟΔΙΚΑΣΗ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Σεπτεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια: κ. Κόνιας για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία ΔΕΠΕ Για Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Κ. Ταμπούρλας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας - Καθ΄ ου η Αίτηση (στο εξής Καθ΄ ου η αίτηση) καταχώρισε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο (Δ.2 θ.1) στις 14.5.2014 και έκθεση απαίτησης στις 17.3.2015, με την οποία αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, δυνάμει τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη στις 17.3.2012 μεταξύ του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος 2, και στο οποίο ήταν συνοδηγός και του οχήματος που οδηγούσε άτομο που απεβίωσε εκ τούτου του ατυχήματος, για το οποίο ενάγονται ως Εναγόμενοι 1 δύο άτομα υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος δυνάμει διατάγματος στη διαχείριση Ε.Δ. Αμμοχώστου, υπ΄ αριθμό XXXXX/
- Αφού καταχώρισαν έκθεση υπεράσπισης οι Εναγόμενοι 1 στις 13.12.2016, μεταξύ των οποίων ισχυρισμών στην παράγραφο 1 αυτής προβάλλεται και εγείρεται προδικαστική ένσταση ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Καθ΄ ου η Αίτηση έχει παραγραφεί δυνάμει του Ν.66
(1)/2012 και του Άρθρου 34 του ΚΕΦ.189, κατόπιν αίτησης και αποδοχής τούτης από τον Καθ΄ ου η Αίτηση στις 16.1.2017, η ασφαλιστική εταιρεία OLYMPIC INSURANCE COMPANY LTD κατέστη Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια (στο εξής Αιτήτρια), η οποία ήγειρε και αυτή με την παράγραφο 1 της έκθεσης υπεράσπισης της που καταχώρισε στις 25.4.2017 την ίδια, ως άνω, προδικαστική ένσταση. Ως εκ τούτου η Αιτήτρια στις 25.4.2017 υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση για άδεια του Δικαστηρίου προδίκασης του αναφερθέντος προδικαστικού ζητήματος και εκδίκασης τούτου, αφού η απόφαση επί τούτου (θετική εννοείται) επιλύει και τερματίζει ολόκληρη την αγωγή. Η Αίτηση που βασίζεται στο Άρθρο 24 του Ν.66
(1)/2012, στο Άρθρο 34 του ΚΕΦ.189, στο Ν.96
(1)/2000, στη Δ.27 θ.1, 2 και 3, Δ.48 θ.1-4 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της υπεύθυνης του τμήματος κλάδου απαιτήσεων της Αιτήτριας, εξουσιοδοτημένη προς τούτο, με την οποία προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο αποβιώσας ήταν ασφαλισμένος στην Αιτήτρια δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου με αρ. XXXXX3804 για το όχημα που ενεπλάκη στο τροχαίο ατύχημα. Αυτή ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως ασφαλιστής του αναφερθέντος οχήματος, δυνάμει του Ν.96
(1)/2000, το οποίο ενεπλάκη στο τροχαίο ατύχημα στις 17.3.2012, στο οποίο απώλεσε τη ζωή του ο οδηγός αυτού την ίδια ημέρα, δηλαδή 17.3.
- Στη συνέχεια αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι 1 είναι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος στη διαχείριση αριθμός XXXXX/2012 Ε.Δ. Λάρνακας κατόπιν διατάγματος ημερομηνίας 25.9.2012, ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.5.2014 και ως εκ τούτου αυτή έχει παραγραφεί και γί αυτό πρέπει να εκδικαστεί προδικαστικά αυτό το νομικό ζήτημα. Με αυτή επισυνάπτεται ένα Τεκμήριο, ήτοι ο διορισμός των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος, ημερομηνίας 25.9.
- Ένσταση καταχωρήθηκε εκ μέρους του Καθ΄ ου η Αίτηση στις 29.9.2017,η οποία κατόπιν σχετικής αίτησης τροποποιήθηκε και καταχωρήθηκε τροποποιημένη Ένσταση στις 29.5.2018, με την οποία προβάλλονται 12 λόγοι ένστασης. Αυτή βασίζεται στα ίδια άρθρα και νόμους που στηρίζεται κι η αίτηση και επί πλέον στα Άρθρα 28 και 30.1 του Συντάγματος, στον περί Δικαστηρίων Ν.14/1960, στο Άρθρο 68 του ΚΕΦ.148, στα Άρθρα 3, 4, 14-16 και 22 του Ν.96
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.168
(1)/2006, στο ΚΕΦ.1, στις αρχές φυσικής δικαιοσύνης και στη γενική πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Ένσταση εμφαίνονται στην τετρασέλιδη ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση που συνοδεύει την Ένσταση. Με αυτή αφού αρνείται τις παραγράφους 1, 2 και 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, παραδέχεται τις παραγράφους 4 και 5 αυτής, δηλαδή τον διορισμό των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος στις 25.9.2012 και ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.5.2014. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το Άρθρο 34 του ΚΕΦ.189 και το Άρθρο 24 του Ν.66
(1)/2012 είναι αντισυνταγματικά, γιατί το μεν Άρθρο 34
(3)του ΚΕΦ.189 δημιουργεί ανισότητα στις προθεσμίες έγερσης αγωγής εναντίον αποβιώσαντα αφού περιορίζει το δικαίωμα του Ενάγοντα στο χρόνο των έξι
(6)μηνών από το διορισμό του διαχειριστή ή των δύο ετών από την ημερομηνία θανάτου του αποβιώσαντα αν δεν διοριστεί διαχειριστής, που προβλέπεται σ΄ αυτό, ενώ για τον αποβιώσαντα προνοείται περίοδος τριών
(3)ετών, επηρεάζοντας έτσι δυσμενώς τα δικαιώματα του Ενάγοντα για ίση απονομή της δικαιοσύνης, Άρθρο 28
(1)και πρόσβασης στα Δικαστήρια, 30
(1)του Συντάγματος, αφού μειώνει το χρόνο έγερσης της αγωγής εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντος και δημιουργεί ανυπέρβλητη δυσκολία στον Ενάγοντα ο οποίος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν και πότε καταχωρήθηκε διαχείριση. Επίσης ισχυρίζεται ότι Άρθρο 34 του ΚΕΦ.189 είναι προγενέστερο του Άρθρου 22 του Ν.96
(1)/2000, ο οποίος αυτός νόμος είναι ειδικός και υπερισχύει του Άρθρου 34 του ΚΕΦ.189, ενώ συνάμα αν τύχει εφαρμογής το Άρθρο 34 του ΚΕΦ.189 θα καταστρατηγηθεί το Άρθρο 22 του Ν.96
(1)/2000 το οποίο είναι αναγκαστικού δικαίου και τέθηκε για την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών. Συμπληρώνει ότι δεν υπάρχει περιορισμός στην εμβέλεια του Άρθρου 22 του Ν.96
(1)/
- Η αγωγή, συνεχίζει, καταχωρήθηκε εντός δύο ετών από τότε που οι Εναγόμενοι 1 διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος στις 25.9.2012, αφού αυτή καταχωρήθηκε στις 14.5.
- Παραθέτει δε τους τραυματισμούς που υπέστη, όπως και ότι η αστυνομική έκθεση ετοιμάστηκε στις 29.1.2013 και τα ιατρικά πιστοποιητικά ετοιμάστηκαν στις 22.2.2013 και 8.1.2015 και ότι απελύθη από την Εθνική Φρουρά, λόγω αλλεπάλληλων αναρρωτικών αδειών, πολύ αργότερα και εν πάση περιπτώσει μετά την πάροδο των έξι
(6)μηνών από τον διορισμό των Εναγομένων 1 ως διαχειριστών, για να καταδείξει τη δυσκολία που είχε στην καταχώριση της αγωγής και του δίκαιου και εύλογου το Δικαστήριο να μην εφαρμόσει τις πρόνοιες του περί παραγραφής Νόμου. Μόλις καταχώρισε την αγωγή ο δικηγόρος του απέστειλε επιστολή στην Αιτήτρια για την έγερση της αγωγής, ως ο νόμος ορίζει, της οποίας έλαβε γνώση στις 23.5.2014 και ο δικός της δικηγόρος απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 12.6.2014 στο δικηγόρο του με την οποία τον πληροφορούσε ότι θα εμφανιζόταν στη Δικαστική διαδικασία στις 8.7.2014. Τέλος ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια έλαβε μέρος στη διαδικασία και έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, όπως και να έχουν τα πράγματα. Ο δικηγόρος της Αιτήτριας στην αγόρευση του αφού, ουσιαστικά, επαναλαμβάνει όλα όσα αναφέρονται στην Αίτηση και την ένορκο δήλωση που συνοδεύει αυτή, τα οποία εν περιλήψει αναφέρθηκαν προηγουμένως, στη συνέχεια εξηγεί, στη βάση της Δ.27 θ.1-3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτρέψει να ακουσθεί προδικαστικά το νομικό ζήτημα που εγείρεται με την παράγραφο 1 της έκθεσης υπεράσπισης της και την εκδίκαση αυτού, αφού προβαίνει σε μια σύντομη αναφορά στους σχετικούς με την παραγραφή νόμους, εξηγώντας τα άρθρα των νόμων που αναφέρονται ανωτέρω, με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες, απορρίπτοντας ταυτόχρονα τη θέση περί αντισυνταγματικότητας τούτων επικαλούμενος επίσης σχετική νομολογία. Από την άλλη ο συνήγορος του Καθ΄ ου η αίτηση, αφού παραθέτει ένα σύντομο ιστορικό της υπόθεσης και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή, εισηγείται ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, πρώτα γιατί δεν πρόκειται για αμιγώς νομικό ζήτημα το εγερθέν από την Αιτήτρια ζήτημα, γιατί ελλείπουν ή υπάρχουν γεγονότα για τα οποία χρειάζεται να δοθεί μαρτυρία αφού δεν φαίνονται από τη δικογραφία και τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και την Ένσταση, όπως π.χ.
(1)παραδεκτό γεγονός ότι ο αποβιώσαντας ήταν ασφαλισμένος,
(2)δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ασφαλιστήριο έγγραφο,
(3)το Δικαστήριο πρέπει να διαγνώσει την ουσία της υπόθεσης,
(4)θα πρέπει να αποφασίσει για τη μη προώθηση παρόμοιας αίτησης από τους Εναγόμενους 1 και
(5)πιθανόν να απαλλάξει την Αιτήτρια και κατά δεύτερο, (α) γιατί οι Εναγόμενοι 1 δεν προώθησαν τέτοια Αίτηση, ενώ η Αιτήτρια ενάγεται στη βάση του Ν.96
(1)/2000 ως ασφαλιστής του αποβιώσαντος και δεν έχει τέτοιο δικαίωμα, (β) επίσης με επίκληση το Άρθρο 16 Α
(1)και
(2)του Ν.96
(1)/2000 εισηγείται ότι δεν έχει τέτοιο δικαίωμα, το οποίο αποτελεί δικαίωμα των Εναγομένων 1, από τη στιγμή που εγείρει στην παράγραφο 6 της υπεράσπισης της την άρνηση της να πληρώσει οιονδήποτε ποσό στον Καθ΄ ου η Αίτηση, αφού επικαλείται κατανάλωση αλκοόλ από τον αποβιώσαντα κατά παράβαση του ασφαλιστικού συμβολαίου, και εκ τούτου έπρεπε να ήταν μέρος της διαδικασίας, αλλά από την άλλη με βάση το νόμο είναι υπόχρεη να καταβάλει οιονδήποτε ποσό στον Καθ΄ ου η αίτηση. Δηλαδή, αφού η Αιτήτρια επικαλείται ακυρότητα του ασφαλιστηρίου εγγράφου με τον αποβιώσαντα, δεν μπορεί να επικαλείται τα άρθρα των νόμων που αναφέρθηκαν πιο πάνω και (γ) ακόμη σύμφωνα με το Άρθρο 22 του Ν.168
(1)/2006 προνοείται «ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του νόμου αυτού κατά του αδικοπραγούντα πρέπει να εγείρεται μέσα σε τρία χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος.» Άρα, ανεξάρτητα τόσο από τις διατάξεις του ΚΕΦ.189, όσο και από τις διατάξεις του Ν.66
(1)/2012, το δικαίωμα αγωγής του Καθ΄ ου η Αίτηση παραγράφεται μετά την παρέλευση τριών χρόνων, κάτι που δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, αφού η αγωγή καταχωρήθηκε πριν την παρέλευση τριών χρόνων, και τούτο γιατί ως μεταγενέστερος και ειδικός νόμος, ο Ν.168
(1)/2006, που είχε ισχύ κατά τους ουσιώδεις χρόνους, υπερισχύει του Άρθρου 34 του ΚΕΦ.189, ενώ το αναφερθέν δικαίωμα του Άρθρου 22 του Ν.168
(1)/2006, παραμένει σε ισχύ, αν και καταργήθηκε, γιατί το τροχαίο ατύχημα επεσυνέβη στις 17.3.2012, αφού σύμφωνα με το Άρθρο 28 του Ν.66
(1)/2012, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.7.2012, δεν παραγράφει και δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα δίδονται με την προβλεπόμενη στο Άρθρο 26 του Νόμου αναστολή. Ένας άλλος λόγος που κατά τον συνήγορο του Καθ΄ ου η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί η Αίτηση, είναι γιατί στη νομική βάση της Αίτησης δεν αναφέρεται το Άρθρο 68 του ΚΕΦ.148, αν και αναφέρεται το Άρθρο 34 του ΚΕΦ.189. Επίσης ένα άλλο επιχείρημα που καταδεικνύει, κατά τον συνήγορο του Καθ΄ ου η αίτηση, ότι ο νομοθέτης δεν ήθελε να περιορίσει το χρόνο καταχώρισης της αγωγής εντός έξι
(6)μηνών από το διορισμό του Διαχειριστή της περιουσίας αποβιώσαντος, είναι η επίκληση της περίπτωσης κατά την οποία ο Διαχειριστής διορίζεται την τελευταία ημέρα της εκπνοής της προθεσμίας των δυο
(2)χρόνων και έτσι ο χρόνος των έξι
(6)μηνών για να καταχωρίσει την αγωγή του αρχίζει από αυτή την ημερομηνία παρατείνοντας όμως, ως εκλαμβάνει το Δικαστήριο, το συνολικό χρόνο καταχώρισης της αγωγής στα δυόμιση (2½) χρόνια. Σε ότι αφορά την εισήγηση για αντισυνταγματικότητα των άρθρων των νόμων που έχουν αναφερθεί ενωρίτερα γιατί αντιβαίνουν στα Άρθρα 28 και 30.1 του Συντάγματος, αφού επισημαίνει ότι το ΚΕΦ.189 είναι προγενέστερο του Συντάγματος, τονίζει ότι ο περιορισμός της έγερσης αγωγής από τον Ενάγοντα σε τέτοιο μικρό χρονικό διάστημα, αποτελεί, εν συγκρίσει με το δικαίωμα των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος να εγείρουν αγωγή εντός τριών
(3)ετών, ανισότητα και από την άλλη δημιουργεί συνθήκες αποστέρησης πρόσβασης στα Δικαστήρια. Επικαλείται δε σχετικές αποφάσεις. Τέλος εισηγείται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις σύμφωνα με το Άρθρο 8Α του Ν.108
(1)0/2002 το Δικαστήριο δύναται να μην εφαρμόσει την παραγραφή. Τέτοια περίπτωση κατά την άποψη του είναι η παρούσα. Δεν παραλείπει να σχολιάσει και απόφαση αδελφού Δικαστή, στην οποία αποφασίστηκε ότι ίσχυε η παραγραφή, για να καταδείξει ότι δεν αποφασίστηκαν σε εκείνη ζητήματα που τίθενται σε αυτή. Αρχίζοντας από τους λόγους Ένστασης που σχετίζονται με τη προβολή θέσεων ότι η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και ότι είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, διαπιστώνεται ότι η Αίτηση στηρίζεται στην ορθή νομική βάση, ήτοι στη Δ.27 θ.1, 2 και 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοούνται τα ακόλουθα: Η Δ.27 θ. 1, 2 και 3 έχουν ως εξής: «
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Σε μετάφραση: «
- Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφα του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται έτσι θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οιονδήποτε στάδιο που θα ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό.
- Αν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση σ΄ αυτό το νομικό σημείο ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οιονδήποτε καλό αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης, απάντησης σ΄ αυτή, το Δικαστήριο μπορεί τότε να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οιονδήποτε άλλο διάταγμα σ΄ αυτή που θα είναι δίκαιο.
- Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δικαία.» Η περαιτέρω θέση που προβλήθηκε κατά την αγόρευση του συνηγόρου του Καθ΄ ου η αίτηση, η οποία δεν αποτελεί ένα από τους λόγους Ένστασης και κανονικά δεν έπρεπε να εξεταστεί, ότι στη νομική βάση δεν συμπεριλαμβάνεται το Άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ΚΕΦ.148, στερείται ερείσματος αφού στη νομική βάση πέραν του δικαιοδοτικού πλαισίου, δηλαδή της Δ.27 θ.1, 2 και 3, αναφέρεται το Άρθρο 34 του ΚΕΦ.189, το Άρθρο 24 του Ν.66
(1)/2012 και ο Ν.96
(1)/2000, που αποτελούν το ουσιαστικό νομικό βάθρο για την ανάληψη εξουσίας από το Δικαστήριο εξέτασης της ουσίας της Αίτησης. Προχωρώντας στην εξέταση, πρώτα των λόγων Ένστασης που σχετίζονται με το κατά πόσο το εγειρόμενο νομικό ζήτημα στην παράγραφο 1 της έκθεσης υπεράσπισης της Αιτήτριας αποτελεί αμιγές νομικό ζήτημα και υπάρχει κοινό παραδεκτό φάσμα γεγονότων, ούτως ώστε να επιτρέπεται η προδίκαση του νομικού σημείου, θα πρέπει να γίνει αναφορά στην νομολογία. Στην υπόθεση Χρίστος Χ»Παύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1998)1 ΑΑΔ 246 λέχθηκε ότι πρώτα το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο θα επιτρέψει την εκδίκαση με βάση την Δ.27. Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 225, 229 ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.». Στην υπόθεση Χ»Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.». Τα γεγονότα πρέπει να είναι κοινά παραδεκτά, τα οποία, είτε εξάγονται από τα δικόγραφα, δηλαδή την έκθεση απαίτησης, έκθεση υπεράσπισης, απάντηση και ανταπαίτηση όπου υπάρχει, είτε δηλώνονται αυτά από τους διαδίκους, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Nada Terzian κ.ά. ECLI:CY:AD:2014:A167, Πολιτική Έφεση 151/2010 ημερομηνίας 7.3.2014. Στην υπόθεση Φεσσάς κ.ά. ν. Κασάπη
(1994)1 ΑΑΔ 337, η οποία αφορούσε ίδιο θέμα, δηλαδή της παραγραφής, αναφέρθηκαν τα κατωτέρω: «Ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια ανάλογα με την περίπτωση που αφορά το νομοθέτημα να ορίζει τις περιόδους παραγραφής που θεωρεί κατάλληλες, γι' αυτό και καθορίζει διαφορετικές περιόδους παραγραφής για διάφορα αγώγιμα δικαιώματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον Ν. 156/85 είχαν εισαχθεί πρόνοιες που ρύθμιζαν το θέμα της έγερσης αγωγής από τους προσωπικούς αντιπροσώπους αποβιώσαντος για αποζημιώσεις για την πρόκληση του θανάτου στον αποβιώσαντα από αστικό αδίκημα και ήταν επιτρεπτό να υπάρξει και πρόβλεψη για περίοδο παραγραφής, η οποία πρόβλεψη δεν παραβίαζε την αρχή της ισότητας σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος. Η συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής δεν παραγράφει το αγώγιμο δικαίωμα αυτό κάθε αυτό, αλλά μόνο το δικαίωμα έγερσης αγωγής για διεκδίκησή του. Αν το θέμα της παραγραφής δεν εγερθεί στο δικόγραφο του διαδίκου υπέρ του οποίου ενεργεί ο χρόνος της παραγραφής, τότε η αγωγή προχωρεί κανονικά για εκδίκαση. Σε περίπτωση διαπίστωσης ότι η αγωγή είναι εκπρόθεσμη, το σωστό διάταγμα που πρέπει να εκδίδει το Δικαστήριο δεν είναι διάταγμα απόρριψης της αγωγής (διότι δεν έχει εκδικασθεί η ουσία του αγώγιμου δικαιώματος) αλλά διάταγμα αναστολής της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το διάταγμα απόρριψης της αγωγής έπρεπε να αντικατασταθεί με διάταγμα αναστολής της διαδικασίας.». Στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Malak κ.ά. ECLI:CY:AD:2018:A297, Πολιτική Έφεση Αρ. 118/2012 ημερομηνίας 21.6.2018 λέχθηκαν τα εξής: «Το ζήτημα ενδεχομένως να έχει τώρα διαφοροποιηθεί με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο αρ. 66(Ι)/2012, που δημοσιεύθηκε μεταγενέστερα των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης και της εκδοθείσας απόφασης ο οποίος με το άρθρο 20 έχει προνοήσει ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής. Οι αποφάσεις στην Φεσά ν. Κασάπη
(1998)1 Α.Α.Δ. 341 και Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα
(2000)1 Α.Α.Δ. 551, δίδουν το στίγμα ότι με βάση την πρώτη απόφαση το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από το διάδικο που επιθυμεί να το εγείρει και με τη δεύτερη, το θέμα της παραγραφής είναι, για πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος να καταγραφούν, καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί στην ουσία την υπόθεση. Εφόσον είναι δικαιοδοτικό μπορεί να εγερθεί και αυτοβούλως από το Δικαστήριο. Επομένως, ορθά από οποιαδήποτε θεώρηση ήγειρε το θέμα της παραγραφής το πρωτόδικο Δικαστήριο. ..». Διαπιστώνεται (α) από το σώμα της παρούσας αγωγής Αρ. 677/2014 Ε.Δ. Αμμοχώστου, επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, ότι αυτή καταχωρήθηκε στις 14.5.2014, (β) από τις παραγράφους 2 και 6 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και τις παραγράφους 1 έως 4 της έκθεσης υπεράσπισης της Αιτήτριας και τις παραγράφους 1 και 4 της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης των Εναγομένων 1 ότι το τροχαίο ατύχημα επεσυνέβη στις 17.3.2012, από το οποίο απώλεσε τη ζωή του ο οδηγός του ενός εμπλεκόμενου οχήματος για την περιουσία του οποίου αποβιώσαντος καταχωρήθηκε η διαχείριση αρ. XXXXX/2012 Ε.Δ. Λάρνακας και διορίστηκαν διαχειριστές στις 25.9.2012 τα πρόσωπα που φαίνονται ως Εναγόμενοι 1 στην εν λόγω αγωγή και (γ) το προβληθέν νομικό ζήτημα για το οποίο ζητείται άδεια για εκδίκαση του προδικαστικά από την Αιτήτρια, εγείρεται τούτο στην παράγραφο 1 της έκθεσης υπεράσπισης της. Ως εκ των πιο πάνω κρίνεται ότι πρόκειται για αμιγές νομικό ζήτημα για το οποίο όλα τα σχετικά γεγονότα αναδύονται ως αποδεκτά από τις δυο πλευρές δια μέσου της καταχωρηθείσας αγωγής και έκθεσης απαίτησης του Καθ΄ ου η Αίτηση και της έκθεσης υπεράσπισης της Αιτήτριας, όπως αυτά καταγράφονται αμέσως πιο πάνω. Η θέση του συνηγόρου του Καθ΄ ου η Αίτηση για άλλα ή περαιτέρω γεγονότα δεν μπορεί να βρει έρεισμα αφού για το συγκεκριμένο, ως άνω, αναφερθέν ζήτημα τα μόνα γεγονότα που σχετίζονται με το νομικό ζήτημα και ενδιαφέρουν είναι αυτά που μόλις αμέσως πριν έχουν αναφερθεί και σε περίπτωση επιτυχίας της Αιτήτριας η αγωγή θα τερματιστεί. Έπεται ότι το Δικαστήριο δίδει άδεια και επιτρέπεται η εκδίκαση του αναφερθέντος νομικού ζητήματος προδικαστικά. Το Δικαστήριο, έχοντας κατά νου τη νομολογία, θα προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της Αίτησης αφού όλα τα γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του και οι δικηγόροι των δυο πλευρών με τις αγορεύσεις τους ενασχολήθηκαν διεξοδικά με το υπό κρίση νομικό ζήτημα. Προς διευκόλυνση και καλύτερη παρακολούθηση και κατανόησης της απόφασης θα παρατεθούν κατωτέρω τα σχετικά Άρθρα με το ζήτημα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει, όπως και άλλων Νόμων που επικαλέσθηκαν οι δυο πλευρές. Το Άρθρο 34 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Προσώπων ΚΕΦ.189 προνοεί τα ακόλουθα: 34.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ αυτoύ, σε περίπτωση πoυ απoθvήσκει oπoιoδήπoτε πρόσωπo μετά τηv έvαρξη της ισχύoς τoυ Νόμoυ αυτoύ, όλες oι βάσεις αγωγής oι oπoίες υπάρχoυv κατά ή έχoυv περιέλθει στov απoθαvόvτα επιβιώvoυv κατά ή, αvάλoγα με τηv περίπτωση, επ' ωφελεία της κληρovoμιάς τoυ: Νoείται ότι τo εδάφιo αυτό δεv εφαρμόζεται σε βάσεις αγωγής για δυσφήμηση. (1Α) Τo δικαίωμα πρoσώπoυ vα αξιώσει απoζημιώσεις λόγω απώλειας (bereavement) δυvάμει τoυ άρθρoυ 58 τoυ περί Αστικώv Αδικημάτωv Νόμoυ, δεv επιβιώvει επ' ωφελεία της κληρovoμιάς αυτoύ με τo θάvατo τoυ.
(2)Όταv επιβιώvει βάση αγωγής όπως αvαφέρεται πιo πάvω επ' ωφελεία της κληρovoμιάς απoθαvόvτoς πρoσώπoυ η απoζημίωση η oπoία δύvαται vα αvαζητηθεί επ' ωφελεία της κληρovoμιάς- (α) δεv περιλαμβάvει- (
- i)παραδειγματικές απoζημιώσεις. (
- ii)απoζημιώσεις για απώλεια εισoδήματoς σχετικά με oπoιαδήπoτε περί- oδo μετά τo θάvατo τoυ. (β) στηv περίπτωση παράβασης υπόσχεσης γάμoυ περιoρίζεται σε τέτoια τυχόv ζημιά επί της κληρovoμιάς τoυ εv λόγω πρoσώπoυ όπως απoρρέει από τηv παράβαση της υπόσχεσης γάμoυ. (γ) όταv o θάvατoς τoυ εv λόγω πρoσώπoυ πρoκληθηκε με πράξη ή παράλειψη από τηv oπoία πρoκύπτει η βάση της αγωγής, υπoλoγίζεται χωρίς vα ληφθεί υπόψη oπoιαδήπoτε απώλεια ή κέρδoς στηv κληρovoμιά αυτoύ συvεπεία τoυ θαvάτoυ τoυ, εκτός τoυ ότι δύvαται vα περιληφθεί σε αυτή πoσό για τηv κάλυψη τωv δαπαvώv κηδείας.
(3)Καvέvα δικαστικό μέτρo δεv δύvαται vα ληφθεί για βάση αγωγής δυvάμει τoυ περί Αστικώv Αδικημάτωv Νόμoυ ή δυvάμει αστικoύ αδικήματoς (tort) κατά τo κoιvoδίκαιo (common law) δυvάμει της παραγράφoυ (γ) τoυ εδαφίoυ
(1)τoυ άρθρoυ 33 τoυ περί Δικαστηρίωv Νόμoυ, η oπoία βάσει τoυ άρθρoυ αυτoύ έχει επιβιώσει κατά της κληρovoμιάς τoυ απoθαvόvτoς πρoσώπoυ εκτός αv είτε- (α) κατά τηv ημερoμηvία τoυ θαvάτoυ τoυ εκκρεμoύσε εvαvτίov τoυ δικαστικό μέτρo σχετικά με τηv εv λόγω βάση αγωγής είτε (β) η βάση της αγωγής πρoέκυψε τoυλάχιστov έξι μήvες πριv από τo θάvατo τoυ και τo δικαστικό μέτρo σχετικά με αυτή λήφθηκε τo αργότερo εvτός έξι μηvώv από τότε πoυ o πρoσωπικός αvτιπρόσωπoς πήρε τηv αvτιπρoσώπευση και αv καμιά αvτιπρoσώπευση δεv λήφθηκε εvτός δύo ετώv από τo θάvατo τoυ απoθαvόvτoς τότε όχι αργότερα από τηv εv λόγω ημερoμηvία.
(4)Όταv πρoκλήθηκε ζημιά από πράξη ή παράλειψη για τηv oπoία θα υφίστατo βάση αγωγής εvαvτίov oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ αv τo πρόσωπo αυτό δεv απέθvησκε πριv ή κατά τo χρόvo κατά τov oπoίo πρoκλήθηκε η ζημιά, θεωρείται, για τoυς σκoπoύς τoυ Νόμoυ αυτoύ, ότι υφίσταται εvαvτίov τoυ πριv από τo θάvατo τoυ τέτoια βάση αγωγής για τηv εv λόγω πράξη ή παράλειψη όπως θα υφίστατo αv απέθvησκε μετά τηv πρόκληση της ζημιάς.
(5)Τα δικαιώματα πoυ παρέχovται από τo Νόμo αυτό πρoς όφελoς της κληρovoμιάς απoθαvόvτoς πρoσώπoυ ισχύoυv επιπρόσθετα και όχι κατ' αvαίρεση τωv δικαιωμάτωv πoυ παρέχovται στoυς εξαρτωμέvoυς απoθαvόvτoς πρoσώπoυ από τov περί Αστικώv Αδικημάτωv Νόμo ή από oπoιoδήπoτε άλλo Νόμo ή Νόμo τoυ Κoιvoβoυλίoυ πoυ ισχύει στη Δημoκρατία.
(6)Στηv περίπτωση διαχείρισης σε πτώχευση κληρovoμιάς κατά της oπoίας δύvαται vα ληφθεί δικαστικό μέτρo δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ, oπoιαδήπoτε υπoχρέωση σχετικά με τα έξoδα της αγωγής για τηv oπoία τo δικαστικό μέτρo δύvαται vα ληφθεί, θεωρείται ως χρέoς δεκτικό απόδειξης στη διαχείριση της κληρovoμιάς, αvεξάρτητα αv είvαι απαίτηση η oπoία έχει χαρακτήρα μη εκκαθαρισμέvωv απoζημιώσεωv πoυ απoρρέoυv με oπoιoδήπoτε άλλo τρόπo εκτός από σύμβαση ή κατάχρηση εμπιστoσύvης (breach of trust).
(7)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 29, για τoυς σκoπoύς λήψης δικαστικoύ μέτρoυ δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ, καvέvα πρόσωπo δεv δύvαται vα αvτιπρoσωπεύει τηv κληρovoμιά απoθαvόvτoς πρoσώπoυ εκτός από τov πρoσωπικό αvτιπρόσωπo.' Το Άρθρο 28 του ίδιου Νόμου έχει ως εξής: «28. Όταv χoρηγείται έγγραφo διαχείρισης σχετικά με κληρovoμιά η oπoία έχει περιέλθει και επαχθεί σε κληρovόμoυς δυvάμει τoυ άρθρoυ 27 εφαρμόζovται oι πιo κάτω διατάξεις: (α) η περιoυσία τoυ απoθαvόvτoς δεv περιέρχεται πια στoυς κληρovόμoυς αλλά στo διαχειριστή: Νoείται ότι δεv περιέρχεται στo διαχειριστή περιoυσία τoυ απoθαvόvτoς η oπoία είvαι περιoυσία πoυ διατέθηκε σε κληρovόμo ή η oπoία είvαι περιoυσία πoυ πωλήθηκε ή μεταβιβάστηκε σύμφωvα με τηv επιφύλαξη της υπoπαραγράφoυ (α) της παραγράφoυ
(2)τoυ άρθρoυ 27. (β) σχετικά με περιoυσία πoυ διατέθηκε σε κληρovόμo εφαρμόζovται oι πιo κάτω διατάξεις: (
- i)oι διατάξεις της παραγράφoυ αυτής δεv εφαρμόζovται σε περιoυσία πoυ διατέθηκε σε κληρovόμo η oπoία μετά τηv εκπvoή της δεκαoκτάμηvης περιόδoυ και πριv γvωστoπoιηθεί στov εv λόγω κληρovόμo η αίτηση για έκδoση εγγράφoυ διαχείρισης ή (στηv περίπτωση πoυ δεv έλαβε τη γvωστoπoίηση αυτή) πριv από τηv ημερoμηvία τoυ παραχωρητηρίoυ, πωλήθηκε πρoς εκτέλεση εκ δικαστικής απoφάσεως χρέoυς, ή μεταβιβάστηκε από τov κληρovόμo αυτό στov αγoραστή. (
- ii)περιoυσία πoυ διατέθηκε σε κληρovόμo και η oπoία δεv πωλήθηκε ή μεταβιβάστηκε όπως πρovoείται στηv υπoπαράγραφo (
- i)δεv θα πωλείται ή μεταβιβάζεται πριv από τηv εκπvoή εvός μήvα από τηv ημερoμηvία τoυ παραχωρητηρίoυ. (iii) μέσα σε έvα μήvα από τη λήψη τoυ παραχωρητηρίoυ, o διαχειριστής πρέπει vα καταχωρεί στo πρωτoκoλλητείo από τo oπoίo λήφθηκε τo παραχωρητήριo δήλωση η oπoία αvαφέρει κατά πόσo η περιoυσία αυτή ή oπoιoδήπoτε μέρoς αυτής απαιτείται για τηv εξόφληση τωv χρεώv και υπoχρεώσεωv τoυ απoθαvόvτoς. (
- iv)αv η περιoυσία απαιτείται για τov πιo πάvω σκoπό, o διαχειριστής απoκτά, μετά τηv καταχώριση της δήλωσης, όλα τα δικαιώματα τoυ εκ δικαστικής απoφάσεως πιστωτή τoυ κληρovόμoυ κατά πρoτεραιότητα έvαvτι κάθε άλλoυ τέτoιoυ πιστωτή, περιλαμβαvoμέvoυ τoυ δικαιώματoς vα εγγράφει τα χρέη τoυ απoθαvόvτoς ως βάρoς επί της ακίvητης ιδιoκτησίας, κατά πρoτεραιότητα έvαvτι oπoιoυδήπoτε βάρoυς πoυ συστάθηκε από εκ δικαστικής απoφάσεως πιστωτή τoυ κληρovόμoυ. (γ) για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ η φράση "περιoυσία πoυ διατέθηκε σε κληρovόμo" σημαίvει περιoυσία τoυ απoθαvόvτoς από τηv oπoία η ωφέλιμη κυριότητα (beneficial ownership) μεταβιβάστηκε σε κληρovόμo σύμφωvα με τη μερίδα τoυ ή μέρoς της μερίδας τoυ επί της κληρovoμιάς και είτε λήφθηκε η συvαίvεση τωv άλλωv κληρovόμωv για τη μεταβίβαση αυτή, είτε η περιoυσία, πρoκειμέvoυ για ακίvητη ιδιoκτησία, έχει εγγραφεί στo όvoμα τoυ κληρovόμoυ. (δ) κατά τov υπoλoγισμό της μερίδας κληρovόμoυ o διαχειριστής πρέπει vα υπoλoγίζει oπoιαδήπoτε περιoυσία τoυ απoθαvόvτoς πoυ λήφθηκε, και oπoιoδήπoτε χρέoς ή υπoχρέωση τoυ απoθαvόvτoς πoυ εξoφλήθηκε, από κληρovόμo.» Το Άρθρο 29 του ίδιου Νόμου έχει πιο κάτω: 29.-
(1)Οπoιoσδήπoτε κληρovόμoς απoθαvόvτoς πρoσώπoυ δύvαται με αίτηση τoυ vα ζητήσει από τov πρωτoκoλλητή επικύρωσης διαθηκώv της επαρχίας στηv oπoία o απoθαvώv είχε τov τελευταίo ή τo συvήθη τόπo της διαμovής τoυ, τηv έκδoση πιστoπoιητικoύ δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ και η αίτηση αυτή πρέπει vα συvoδεύεται από δήλωση στηv oπoία φαίvovται τα ovόματα τωv κληρovόμωv τoυ απoθαvόvτoς και κατά πόσo oπoιoσδήπoτε από τoυς κληρovόμoυς αυτoύς τελεί υπό αvικαvότητα από πλήρη απoγραφή της περιoυσίας τoυ απoθαvόvτoς περιλαμβαvoμέvης δήλωσης για τηv αξία της περιoυσίας αυτής και κατάστασης για τα χρέη πoυ oφείλovται στηv κληρovoμιά από έvoρκη δήλωση τoυ αιτητή και τoυ κoιvoτάρχη τoυ τόπoυ όπoυ o απoθαvώv είχε τη συvήθη διαμovή τoυ η oπoία βεβαιώvει ότι, εξ όσωv κάλλιov αυτoί γvωρίζoυv και πιστεύoυv, η δήλωση πoυ αφoρά τoυς κληρovόμoυς και η απoγραφή της περιoυσίας (η oπoία αvαφέρεται στo άρθρo αυτό ως "η απoγραφή πoυ καταχωρίστηκε από τov αιτητή") είvαι ακριβείς.
(2)Πριv από τηv έκδoση πιστoπoιητικoύ δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ, o πρωτoκoλλητής επικύρωσης διαθηκώv δύvαται vα απαιτήσει από τov αιτητή vα δώσει περαιτέρω πληρoφoρίες με έvoρκη δήλωση, ή vα δημoσιεύσει τέτoιες αγγελίες ως o πρωτoκoλλητής επικύρωσης διαθηκώv ήθελε διατάξει.
(3)Όταv τηρηθoύv από τov αιτητή oι διατάξεις τωv εδαφίωv
(1)και
(2), και αv o πρωτoκoλλητής επικύρωσης διαθηκώv ικαvoπoιηθεί ότι:- (α) η ακαθάριστη αξία της κληρovoμιάς τoυ απoθαvόvτoς (πριv από τηv πληρωμή τωv χρεώv και τωv δαπαvώv της κηδείας) δεv υπερβαίvει τις δέκα χιλιάδες λίρες σε αξία (β) η κληρovoμιά δεv περιήλθε στov Πρόεδρo τoυ Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ δυvάμει τoυ εδαφίoυ
(1)τoυ άρθρoυ 26 (γ) δεv εκδόθηκε παραχωρητήριo oύτε εκκρεμεί αίτηση για έκδoση παραχωρητηρίoυ σχετικά με τηv κληρovoμιά αυτή και (δ) έχoυv περάσει δεκατέσσερις ημέρες από τo θάvατo τoυ απoθαvόvτoς, o πρωτoκoλλητής επικύρωσης διαθηκώv δύvαται vα εκδώσει πιστoπoιητικό πoυ κατovoμάζει τoυς κληρovόμoυς τoυ απoθαvόvτoς.
(4)Κάθε πρόσωπo τo oπoίo καταβάλλει ή παραδίδει στoυς κληρovόμoυς αυτoύς oπoιoδήπoτε χρέoς πoυ oφείλεται στov απoθαvόvτα ή oπoιαδήπoτε περιoυσία τoυ απoθαvόvτoς και λαμβάvει από τoυς κληρovόμoυς αυτoύς απόδειξη, απαλλάσσεται έγκυρα για τo χρέoς πoυ καταβλήθηκε ή τηv περιoυσία πoυ παραδόθηκε vooυμέvoυ ότι τo χρέoς αυτό ή η περιoυσία δηλώvεται στηv απoγραφή πoυ καταχωρίστηκε από τov αιτητή.
(5)Οι κληρovόμoι πoυ αvαφέρovται στo πιστoπoιητικό δύvαvται vα εγείρoυv αγωγή για τηv αvάκτηση oπoιασδήπoτε περιoυσίας πoυ εκτίθεται στηv απoγραφή πoυ καταχωρίστηκε από τov αιτητή κατά τov ίδιo τρόπo ως o πρoσωπικός αvτιπρόσωπoς, και καμιά αγωγή δεv εγείρεται από κληρovόμoυς άλλoυς από τoυς κληρovόμoυς πoυ αvαφέρovται σε πιστoπoιητικό πoυ εκδόθηκε δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ.
(6)Τo Δικαστήριo αυτεπάγγελτα ή με αίτηση oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ έχει συμφέρov δύvαται vα αvακαλέσει ή τρoπoπoιήσει πιστoπoιητικό πoυ εκδόθηκε δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ αv ικαvoπoιείται ότι oπoιαδήπoτε από τα θέματα πoυ εκτίθεvται στα έγγραφα πoυ καταχωρίστηκαv από τov αιτητή είvαι αvακριβής, ή ότι θα έπρεπε vα γίvει δεκτή αίτηση για έκδoση παραχωρητηρίoυ σχετικά με τηv κληρovoμιά πoυ συvιστά τo αvτικείμεvo τoυ πιστoπoιητικoύ, και oπoιoδήπoτε πιστoπoιητικό πoυ αvακαλείται κατά τov πιo πάvω τρόπo παραδίvεται στo Δικαστήριo και ακυρώvεται: Νoείται ότι oπoιαδήπoτε απαλλαγή πoυ δόθηκε δυvάμει τoυ πιστoπoιητικoύ σε πρόσωπo πoυ εvεργεί καλή τη πίστει τo oπoίo κατέβαλε χρέoς πoυ oφείλεται στηv κληρovoμιά ή παράδωσε περιoυσία τoυ απoθαvόvτoς δεv καθίσταται άκυρη λόγω της αvάκλησης αυτής.
(7)Ο πρωτoκoλλητής επικύρωσης διαθηκώv απoστέλλει στov αvώτερo πρωτoκoλλητή επικύρωσης διαθηκώv αvτίγραφo κάθε πιστoπoιητικoύ πoυ εκδόθηκε δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ, και καvέvα παραχωρητήριo δεv δύvαται vα εκδoθεί σχετικά με τηv κληρovoμιά πoυ αvαφέρεται στo πιστoπoιητικό εκτός αv αvακληθεί πρoηγoυμέvως τo πιστoπoιητικό δυvάμει τoυ πρoηγoύμεvoυ εδαφίoυ.» Το Άρθρο 19 του ίδιου Νόμου έχει ως κατωτέρω: «19. Παραχωρητήρια δυvατό vα περιέχoυv χρovικoύς περιoρισμoύς σχετικά με περιoυσία, ή vα αφoρoύv ειδικό σκoπό, και τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ και τωv Καvovισμώv, τo Δικαστήριo ή oι πρωτoκoλλητές, κατά τηv έκδoση τωv εv λόγω παραχωρητηρίωv, ακoλoυθoύv τηv πρακτική επικύρωσης διαθηκώv πoυ επικρατεί εκάστoτε στηv Αγγλία.» Τα Άρθρα 6, 21, 22 και 24 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Ν.66
(1)/2012 προβλέπουν τα πιο κάτω: Άρθρο 6 «6.-
(1)Τηρουμένων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.
(2)Αν η αξίωση στην αγωγή αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη την σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση.
(3)Σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και την διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα, να χειριστεί την υπόθεσή του, τη προσπάθεια του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα για εξασφάλιση των απαραιτήτων σχετικών στοιχείων και τη στάση του εναγομένου σε σχέση με την προσπάθεια αυτή και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας, να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής: Νοείται ότι, η πιο πάνω διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου δε θα ασκείται μετά την πάροδο δύο ετών από την ημέρα παραγραφής του δικαιώματος έγερσης αγωγής.
(4)Καμιά αγωγή για δυσφήμηση ή κακόπιστη ψευδολογία (malicious falsehood) δεν εγείρεται μετά την πάροδο ενός έτους από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.» Άρθρο 21 «
- Στα πλαίσια διαδικασίας αγωγής την παραγραφή μπορεί να προτείνει με δικογράφηση οποιοσδήποτε διάδικος έχει έννομο συμφέρον.
- Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου άρθρου του παρόντος Νόμου το δικαστήριο δύναται να επεκτείνει τον προβλεπόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για περίοδο μέχρι δύο έτη εφόσον κρίνει αυτό δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση υποβάλλεται με εναρκτήρια κλήση πριν από την έγερση της αγωγής ή με παρεμπίπτουσα αίτηση μετά την δικογράφηση παραγραφής ως το άρθρο 21.» Άρθρο 22 «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου άρθρου του παρόντος Νόμου το δικαστήριο δύναται να επεκτείνει τον προβλεπόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για περίοδο μέχρι δύο έτη εφόσον κρίνει αυτό δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση υποβάλλεται με εναρκτήρια κλήση πριν από την έγερση της αγωγής ή με παρεμπίπτουσα αίτηση μετά την δικογράφηση παραγραφής ως το άρθρο 21.» Άρθρο 24
- Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζουν: (α) τις ειδικές προθεσμίες σε σχέση με αποζημιώσεις δυνάμει του περί Ελαττωματικών Προϊόντων (Αστική Ευθύνη) Νόμου, (β) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται στο άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, (γ) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται στο άρθρο 34 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Περιουσιών Αποθανόντων Νόμου, (δ) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται στον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, (ε) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε νομική διάταξη, αν: (i) αυτή δεν περιλαμβάνεται στις καταργούμενες από το άρθρο 29 διατάξεις, και (ii) δεν είχε ανασταλεί δυνάμει του περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου, (στ) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται στο άρθρο 15 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου. Τα Άρθρα 14 και 16 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου Ν. 96
(1)/2000 προνοούν: Άρθρο 14 «14.-
(1)Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που, μετά την έκδοση και παράδοση πιστοποιητικού ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 5, εξασφαλίζεται δικαστική απόφαση σε σχέση με ευθύνη που απαιτείται να καλύπτεται από ασφαλιστήριο σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου αυτού και η οποία είτε- (α) Αποτελεί ευθύνη που καλύπτεται από τους όρους του σχετικού ασφαλιστηρίου και η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο αυτό, είτε (β) αποτελεί ευθύνη, εκτός από εξαιρούμενη ευθύνη, η οποία θα καλυπτόταν εάν το ασφαλιστήριο παρείχε κάλυψη σε οποιοδήποτε πρόσωπο και η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου άλλου από αυτό που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο.
(2)Για την εξακρίβωση, για τους σκοπούς του εδαφίου
(1)πιο πάνω, κατά πόσο ευθύνη καλύπτεται ή θα καλυπτόταν από το ασφαλιστήριο, το μέρος του ασφαλιστηρίου που επιχειρεί να περιορίσει την κάλυψη των προσώπων που ασφαλίζονται με βάση το ασφαλιστήριο με αναφορά στην ύπαρξη άδειας οδήγησης που να εξουσιοδοτεί τον οδηγό του μηχανοκίνητου οχήματος να το οδηγεί, θα θεωρείται ως ανίσχυρο: Νοείται ότι, ασφαλιστής που καθίσταται υπεύθυνος να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό με βάση το εδάφιο αυτό, δικαιούται να ανακτήσει το ποσό αυτό από τον ασφαλισμένο.
(3)Ο όρος "εξαιρούμενη ευθύνη", που απαντάται στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(1)πιο πάνω, σημαίνει ευθύνη σε σχέση με το θάνατο ή τη σωματική βλάβη ή τη ζημιά σε περιουσία οποιουδήποτε προσώπου το οποίο, κατά το χρόνο της χρήσης του μηχανοκίνητου οχήματος από την οποία προέκυψε η ευθύνη, μεταφέρεται με τη θέληση του μέσα ή πάνω στο μηχανοκίνητο όχημα και το οποίο γνώριζε ή είχε λόγο να πιστεύει ότι το μηχανοκίνητο όχημα είχε κλαπεί ή κατείχετο παράνομα και νοουμένου ότι το πρόσωπο αυτό δεν ήταν πρόσωπο που- (α) Δε γνώριζε και δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι το μηχανοκίνητο όχημα είχε κλαπεί ή κατείχετο παράνομα, παρά μόνο μετά την έναρξη του ταξιδιού, και (β) δε θα ήταν λογικό να αναμένεται η αποβίβαση του από το μηχανοκίνητο όχημα: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού, αναφορά σε πρόσωπο που μεταφέρεται μέσα ή πάνω σε μηχανοκίνητο όχημα περιλαμβάνει αναφορά σε πρόσωπο που εισέρχεται ή επιβιβάζεται σε τέτοιο όχημα ή αποβιβάζεται από αυτό: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που προβάλλεται ισχυρισμός ότι τα περιστατικά της υπόθεσης στοιχειοθετούν εξαιρούμενη ευθύνη, αυτός θα πρέπει να αποδειχθεί από τον ασφαλιστή.
(4)Ανεξάρτητα αν ο ασφαλιστής δυνατό να δικαιούται να αναιρέσει ή να ακυρώσει ή δυνατό να έχει ήδη αναιρέσει ή ακυρώσει το ασφαλιστήριο και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής οφείλει να πληρώσει προς το πρόσωπο ή τα πρόσωπα προς όφελος των οποίων εκδόθηκε η δικαστική απόφαση οποιοδήποτε ποσό καθίσταται πληρωτέο με βάση την απόφαση αυτή σε σχέση με ευθύνη για θάνατο ή για σωματική βλάβη ή για ζημιά σε περιουσία: Νοείται όμως ότι, το ποσό που ο ασφαλιστής οφείλει να πληρώσει δε θα υπερβαίνει το ποσό που προβλέπεται στο ασφαλιστήριο.
(5)Σε περίπτωση που ασφαλιστής καθίσταται υπόχρεος δυνάμει των διατάξεων του άρθρου αυτού να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με ευθύνη προσώπου που δεν καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, δικαιούται να ανακτήσει το ποσό αυτό από- (α) Τέτοιο πρόσωπο, ή (β) από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που- (
- i)καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, σύμφωνα με τους όρους του οποίου η ευθύνη θα καλυπτόταν εάν το ασφαλιστήριο παρείχε κάλυψη σε οποιοδήποτε πρόσωπο, και που (
- ii)προκάλεσε ή επέτρεψε τη χρήση του μηχανοκίνητου οχήματος που δημιούργησε την ευθύνη.» Άρθρα 16 Α 16Α-
(1)Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου: Νοείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας του ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, τότε στη δικαστική διαδικασία πρέπει να συμμετέχει και ο ασφαλισμένος.
(2)Στην περίπτωση του εδαφίου
(1)ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου.
(3)Ο διορισμός αντιπροσώπου για διακανονισμό απαιτήσεως δεν εμποδίζει τον ζημιωθέντα ή τον ασφαλιστή του, να στρέφονται απευθείας κατά του προσώπου που φέρει την ευθύνη για το ατύχημα ή του ασφαλιστή δυνάμει του εδαφίου
(1).
(4)Δικαστική απόφαση η οποία εξασφαλίζεται δυνάμει του άρθρου αυτού λογίζεται ως δικαστική απόφαση για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.
(5)Οι διατάξεις των άρθρων 14, 15 και 16 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και στην περίπτωση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1). Το Άρθρο 22 του Ν.96
(1)/2000, ως τροποποιήθηκε με τον Ν.168
(1)/2006, πριν καταργηθεί με τον Ν.66
(1)/2012, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.7.2012, έχει ως εξής: Άρθρο 22 «22.Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οπουδήποτε άλλου νόμου, οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του Νόμου αυτού κατά του αδικοπραγούντα πρέπει να εγείρεται μέσε σε τρία χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος.» Επειδή με τους λόγους Ένστασης 1 και 8 προβάλλεται ότι το Άρθρο 34 του ΚΕΦ.189 και το Άρθρο 24 του Ν.66
(1)/2012 είναι αντισυνταγματικά καθότι παραβιάζεται η αρχή της ισότητας που καθιερώνει το άρθρο 28 του Συντάγματος και το δικαίωμα πρόσβασης στα Δικαστήρια που προστατεύει το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος θεωρώ ότι αυτό το θέμα, δηλαδή της αντισυνταγματικότητας, πρέπει να εξεταστεί πριν από την ουσία της αίτησης, αφού θετική αντίκριση θα σημάνει και το τέλος της υπό κρίση αίτησης. Καταρχάς να λεχθεί ότι για να καταστεί δυνατή η εξέταση θέματος αντισυνταγματικότητας άρθρου ή νόμου τούτο πρέπει να δικογράφεται και να παρέχονται ικανά και επαρκή στοιχεία και λεπτομέρειες. Βλ. Investylia Ltd ν. E& Π Λειβαδιώτης Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ
- Στην απάντηση στην υπεράσπιση της Αιτήτριας και δη στην παράγραφο 2(ζ) καταγράφονται λεπτομέρειες της αντισυνταγματικότητας του Άρθρου 34 του ΚΕΦ.
- Έχοντας υπόψη και την παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση βρίσκω ότι αποκαλύπτονται ικανοποιητικά στοιχεία για εξέταση της συνταγματικότητας ή μη των ως άνω αναφερθέντων άρθρων. Στην υπόθεση Γιωργαλλά ν. Χ»Χριστοδούλου
(2000)1 ΑΑΔ 2060 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «ΑΡΘΡΟ 30.1 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ: Στη Yiannis Fekkas v. The Electricity Authority of Cyprus
(1968)1 C.L.R. 173, το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η καθιέρωση προθεσμιών για την άσκηση δικαιωμάτων που παρέχει ο νόμος δεν αντίκειται προς τις διατάξεις του ΄Αρθρου 30.1 του Συντάγματος, νοουμένου ότι η προθεσμία, η οποία τίθεται, δεν είναι περιοριστική, σε βαθμό που να αντιστρατεύεται την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος. Στη Fekkas, (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο είχε κληθεί να αποφασίσει κατά πόσο οι πρόνοιες του ΄Αρθρου 2 του περί Δημοσίων Υπαλλήλων (Προστασία) Νόμου, ΚΕΦ. 313, το οποίο ίσχυε και σε απαιτήσεις εναντίον της Αρχής Ηλεκτρισμού βάσει των διατάξεων του ΄Αρθρου 11
(2)του περί Ανάπτυξης Ηλεκτρισμού Νόμου, ΚΕΦ. 171, ήταν, λόγω της βραχύτητας της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριών μηνών, αντίθετο προς το ΄Αρθρο 30.1 του Συντάγματος. Παράλληλα, το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει κατά πόσο η ίδια νομοθετική διάταξη προσέκρουε στις διατάξεις του ΄Αρθρου 28.1 του Συντάγματος, λόγω της διάκρισης που επιφέρει μεταξύ της προθεσμίας που τάσσεται για την έγερση απαιτήσεων εναντίον του δημοσίου και της προθεσμίας (χρονικά μακρύτερης) που τίθεται για όμοιας φύσεως απαιτήσεις εναντίον άλλων προσώπων, που καθορίζονται από άλλους νόμους - (βλ. περί Παραγραφής Νόμο, ΚΕΦ. 15). Και στα δύο ερωτήματα αντισυνταγματικότητας του ΄Αρθρου 11
(2)του ΚΕΦ. 171, το Ανώτατο Δικαστήριο στη Fekkas έδωσε καταφατική απάντηση. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που δόθηκε από τον Τριανταφυλλίδη, Δ., (όπως ήταν τότε), εκθέτει τη θέση του:- (σελ. 190) "Furthermore, we would observe that the period of limitation of three months, laid down by section 11
(2)of Cap. 171, appears to us to be so arbitrary and unreasonably short, by present-day standards, that it amounts, in effect, to a most serious interference with the right of access to, and hearing by, a Court, which is safeguarded under Article 30 of the Constitution; such right coincides, in this connection, with the right of equality." Το ΄Αρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, (η «Σύμβαση»), καθιερώνει τη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και της ποινικής ευθύνης ατόμου από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, σύμφωνα με τα θέσμια δικαίας δίκης, αναφαίρετο δικαίωμά του. Παρόλο που το ΄Αρθρο 6
(1)της Σύμβασης δεν κατοχυρώνει ρητά δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, αυτό έχει ερμηνευθεί ότι περιλαμβάνει τέτοιο δικαίωμα, αποκλειομένων αυθαίρετων ή παράνομων περιορισμών. Δεν αποκλείεται όμως ο χρονικός περιορισμός της πρόσβασης, με την καθιέρωση προθεσμιών, νοουμένου ότι αυτές δεν είναι ασφυκτικές, σε βαθμό που να πλήττουν τη δραστικότητα του δικαιώματος. Αφετέρου, ο χρονικός περιορισμός πρέπει να είναι, σε γενικές γραμμές, ανάλογος προς το σκοπό ο οποίος επιδιώκεται με την καθιέρωση της προθεσμίας και η προθεσμία να αντιστοιχεί προς αυτό. Σ' αυτό το πεδίο αναγνωρίζεται βαθμός ελευθερίας (margin of appreciation) σε κάθε χώρα να καθορίσει την προθεσμία, σύμφωνα με τα ιδιαίτερα δεδομένα της. δίχως η ευχέρεια αυτή του νομοθέτη να υπερακοντίζει τη δικαστική λειτουργία ως τον τελικό κριτή του συμβατού του περιορισμού με το κατοχυρωμένο δικαίωμα. Σε σειρά αποφάσεών του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διακήρυξε ότι το ΄Αρθρο 6
(1)της Σύμβασης εξασφαλίζει δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο. Το δικαίωμα υπόκειται σε περιορισμούς αναφορικά με την άσκησή του, οι οποίοι μπορεί να προσλάβουν τη μορφή προθεσμιών, τιθέμενων από το νομοθέτη - (βλ., μεταξύ άλλων, Golder v UK A 18
(1975). Airey v Ireland A 32
(1979). See Thornberry, 29 ICLQ 250
(1980). Ashingdane v UK A 93 para 57
(1985)). Στην Case of Stubbings and Others v. The United Kingdom (36-37/1995/542-543/628-629), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διευκρίνισε ότι περίοδοι παραγραφής δικαιωμάτων εξυπηρετούν θεμιτούς σκοπούς, συνυφασμένους με τη βεβαιότητα ως προς τα δικαιώματα του ανθρώπου και την τελεσιδικία. Το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, υποδεικνύεται, δεν είναι απόλυτο. εκ της φύσεώς του, υπόκειται σε ρύθμιση από την πολιτεία. Τα κράτη μέλη απολαμβάνουν βαθμό ελευθερίας (margin of appreciation) στον καθορισμό των προθεσμιών. παραμένει όμως το δικαστήριο ο τελικός κριτής του συμβατού του περιορισμού με τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου. Το βασικό κριτήριο για το παραδεκτό της προθεσμίας, η οποία καθορίζεται, προσδιορίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου:- (page 14 of 23) "It must be satisfied that the limitations applied do not restrict or reduce the access left to the individual in such a way or to such an extent that the very essence of the right is impaired." Στην X. v Sweden, Application No 9707/82, Decision of 6 October 1982, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επεσήμανε ότι η αποκήρυξη της πατρότητας ανάγεται στα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του ανθρώπου. Κατά συνέπεια, μπορεί η άσκηση του δικαιώματος να υποβληθεί σε χρονικούς περιορισμούς. Η καθιέρωση προθεσμιών, υποδείχθηκε, είναι αλληλένδετη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης. Ο καθορισμός προθεσμιών συναρτάται με τη λελογισμένη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και τις επιπτώσεις που ενέχει η χρονικά απεριόριστη δυνατότητα διεκδίκησής τους στα δικαιώματα και υποχρεώσεις τρίτων. Η απουσία προθεσμιών, εξ αντικειμένου, δημιουργεί κλίμα αβεβαιότητας στο τι ανήκει στο άτομο και ποιες είναι οι υποχρεώσεις του. Το επιβεβλημένο της επιβολής χρονικών περιορισμών στη διεκδίκηση δικαιωμάτων αναγνωρίστηκε από το δίκαιο της επιείκειας, προ πολλού χρόνου, με την καθιέρωση της αρχής ή του δόγματος "laches" (ολιγωρία), σύμφωνα με το οποίο ουσιαστική καθυστέρηση στην άσκηση δικαιωμάτων, συνοδευόμενη από συνθήκες που καθιστούν άδικη την προβολή τους, παρεμβάλλει εμπόδιο στη διεκδίκησή τους. Το ερώτημα, το οποίο τίθεται, είναι εάν η προθεσμία του ενός έτους από την ημερομηνία που τα ουσιώδη, σε σχέση με την πατρότητα τέκνου, γεγονότα περιέρχονται σε γνώση του κατά τεκμήριο πατέρα του τέκνου είναι αδικαιολόγητα περιοριστική ή, ακριβέστερα, εάν είναι τόσο περιοριστική, ώστε να πλήττει τη δραστικότητα του δικαιώματος της αποκήρυξης της πατρότητας, αλληλένδετου με λογική άνεση για την άσκησή του. Πριν απαντήσουμε το ερώτημα που θέσαμε, θα εξετάσουμε κατά πόσο η εγγύηση σεβασμού του δικαιώματος της οικογενειακής ζωής, που κατοχυρώνει το ΄Αρθρο 15.1 του Συντάγματος, συναρτάται με τον καθορισμό προθεσμιών στην προβολή δικαιωμάτων που ανάγονται στην οικογενειακή ζωή. Απόφασή μας είναι ότι η χρονική περίοδος του ενός έτους, η οποία τάσσεται από το ΄Αρθρο 11
(1)(α) του Νόμου για την άσκηση του δικαιώματος αποκήρυξης της πατρότητας, δεν αντίκειται σε, ούτε αντιβαίνει προς οποιαδήποτε από τις προταθείσες διατάξεις του Συντάγματος.» Στην υπόθεση Φοινικαρίδου ν. Οδυσσέως
(2001)1 ΑΑΔ 1744 αναφέρθηκαν τα εξής: «Και το άρθρο 30.1: «Εις ουδένα δύναται να απαγορευθεί η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, εις ο δικαιούται να προσφύγει δυνάμει του Συντάγματος. Η σύσταση δικαστικών επιτροπών ή εκτάκτων Δικαστηρίων υπό οιονδήποτε όνομα απαγορεύεται.» Στην πρόσφατη απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Παντελή Γιωργαλλά ν. Σούλλας Χ΄Χριστοδούλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2060, ασχοληθήκαμε με τις πρόνοιες του άρθρου 11
(1)(α) του ίδιου Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες η προσβολή της πατρότητας αποκλείεται για το σύζυγο της μητέρας μετά την πάροδο ενός έτους αφότου αυτός πληροφορήθηκε τον τοκετό και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η σύλληψη του τέκνου. Το Οικογενειακό Δικαστήριο είχε απευθύνει ακριβώς τα ίδια ερωτήματα με αναφορά πάλιν στα άρθρα 15.1 και 30.1 του Συντάγματος. Στην απόφαση, που ετοίμασε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, γίνεται επισκόπηση της δικής μας νομολογίας και αριθμού αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις οποίες αναλύονται τα αντίστοιχα άρθρα 6 και 8 της Σύμβασης. Παραπέμπουμε στην πιο πάνω απόφαση μας της οποίας, καθώς κρίνουμε, η σκέψη ισχύει και στην παρούσα χωρίς καμιά απολύτως διαφοροποίηση. Οι νομικές αρχές, όπως συζητήθηκαν και υιοθετήθηκαν, εφαρμόζονται και εδώ. Η γενική αρχή που αναδύεται από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι πως το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο υπόκειται σε θεμιτούς περιορισμούς, ακριβώς για την ορθολογική λειτουργία του προς όλους τους ενδιαφερόμενους στη δικαστική διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κρίνει πως η περίοδος παραγραφής δικαιώματος εξυπηρετεί θεμελιώδεις σκοπούς άρρηκτα συνυφασμένους με τη βεβαιότητα για τα δικαιώματα των ατόμων και αποσκοπεί στην τελεσιδικία της διαφοράς. Για μια εκτενέστερη ακαδημαϊκή, αλλά συνάμα νομική συζήτηση στο θέμα, ας μας επιτραπεί να παραθέσουμε εκτενείς περικοπές από τα έργα δύο ελλήνων νομικών, αρχίζοντας από αυτό του Ιωάννου Δ. Σαρμά «Η Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της Επιτροπής», όπου στη σελ.202 διαβάζουμε τα εξής: «Αδυναμία πρόσβασης λόγω παραγραφής του δικαιώματος: Στην απόφαση του Stubbings και λοιπές κατά Ηνωμένου Βασιλείου (22 Οκτωβρίου 1996), το Δικαστήριο αντιμετώπισε τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει επί του δικαιώματος πρόσβασης στα δικαστήρια, η παραγραφή αξιώσεων. Επρόκειτο για μια υπόθεση όπου οι προσφεύγουσες, έχοντας υποστεί στην παιδική τους ηλικία βαρύτατες προσβολές της αιδούς των, μπόρεσαν να θυμηθούν τα γεγονότα που τις στοιχειοθετούσαν πολλά χρόνια μετά την ενηλικίωσή τους. Όμως, η εφαρμοζόμενη στην περίπτωση τους βρεττανική νομοθεσία περί παραγραφής των αστικών απαιτήσεων, προέβλεπε ότι οι αξιώσεις αυτές παρεγράφοντο έξι χρόνια μετά την ενηλικίωση του θύματος. Tο Δικαστήριο αναγνώρισε ως αρχή ότι το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη προϋποθέτει ρυθμίσεις της εθνικής νομοθεσίας που, πάντως, δεν πρέπει να φθάνουν μέχρι την προσβολή της ουσίας του, ενώ, εξ άλλου, πρέπει να δικαιολογούνται από ένα θεμιτό σκοπό και τα μέσα προς επίτευξή του να τελούν σε λογική σχέση αναλογίας. Το Δικαστήριο διαπιστώνει, στη συνέχεια, ότι η εξαετία μετά την ενηλικίωση ως προς τις αστικές απαιτήσεις και η άνευ ορίου ως προς το ποινικό αδίκημα που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία για την παραγραφή των πράξεων περί των οποίων παρεπονούντο οι προσφεύγουσες, δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως προσβολή της ουσίας του δικαιώματος πρόσβασης. Ερευνάται κατόπιν η αναλογικότητα: Ανευρίσκονται οι θεμιτοί σκοποί της ρύθμισης, δηλαδή οι λόγοι που στηρίζουν την παραγραφή. Τέτοιοι είναι δύο, ήτοι, νομική ασφάλεια των καθ' ων η προσφυγή και παρακώλυση αδικίας εν όψει της παρέλευσης μακρού χρόνου από της διαπράξεως του αδικήματος και της ελλείψεως αποδεικτικών μέσων. Ερευνάται, τέλος, το πρόσφορο της εξαετίας προς τους θεμιτούς σκοπούς της ρύθμισης. Διαπιστώνεται ότι πολύ πιο σύντομες προθεσμίες παραγραφής έχουν προβλεφθεί σε διεθνείς συμβάσεις περί αστικής ευθύνης. Διαπιστώνεται, επίσης, ότι στο δίκαιο των δημοκρατικών κοινωνιών δεν υφίσταται ομοφωνία ως προς τη λογική προθεσμία παραγραφής. Αναγνωρίζει κατόπιν τούτων το Δικαστήριο ένα περιθώριο εκτίμησης στα Κράτη μέλη ως προς την παραγραφή. Όμως δεν αρκείται στην αναγνώριση αυτή. Το Δικαστήριο ερευνά ακόμη αν ο βρεττανός νομοθέτης άσκησε την αρμοδιότητά του αυτή κατά τρόπο που να δείχνει το σεβασμό του προς το δικαίωμα πρόσβασης. Διαπιστώνει ότι το βρεττανικό δίκαιο καθορίσθηκε, στον επίμαχο χώρο, ύστερα από μια απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που δεν ελήφθη κατά αυθαίρετο τρόπο. Εν όψει τούτων, και χωρίς να αποκλείει το Δικαστήριο μια μελλοντική ομογενοποίηση της οικείας νομοθεσίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, γίνεται δεκτό τελικά ότι δεν πρέπει το Δικαστήριο να υποκαταστήσει την ιδική του εκτίμηση σ' αυτήν των εθνικών Αρχών. Δεν διαπιστώνεται λοιπόν παραβίαση του άρθρου 6, παρ.1» (υπογράμμιση δική μας) Ο γνωστός ειδήμων στο Οικογενειακό Δίκαιο Γ.Κουμάντος αναφέρει τα ακόλουθα στο σύγγραμμα του «Οικογενειακό Δίκαιο», Τόμος 2, σελ.83, κάτω από τον τίτλο «Οι Προθεσμίες» «Στο δικαίωμα του κάθε ενδιαφερομένου να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση του παιδιού που γεννήθηκε χωρίς γάμο, αν ο πατέρας αρνείται να κάνει αυτή την αναγνώριση ή αν η μητέρα αρνείται την αναγκαία συναίνεσή της, κάποιο χρονικό όριο πρέπει να μπαίνει. Το θέμα της πατρότητας πρέπει να εκκαθαρίζεται γρήγορα και οι σχετικές δίκες, δεν πρέπει να γίνονται πολύν καιρό μετά τα περιστατικά που τις προκαλούν, όταν πια και τα αποδεικτικά μέσα θα έχουν εξαφανισθεί ή θα έχουν χάσει τη σαφήνειά τους. Για την προθεσμία αυτή ο τοκετός φαίνεται να αποτελεί την πιο εύλογη αφετηρία. Ο νομοθέτης όμως πρέπει να σκεφτεί μήπως, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις επιβάλλεται ο καθορισμός μιας άλλης αφετηρίας. Το πρόβλημα αυτό γεννιέται, πρώτον, για το δικαίωμα του παιδιού να ζητήσει τη δικαστική αναγνώρισή του. Όσο το παιδί είναι ανήλικο, η άσκηση του δικαιώματος αυτού εξαρτάται από τη θέληση της μητέρας του που το εκπροσωπεί δικαστικά και η θέληση αυτή μπορεί καμιά φορά να λείπει και θα λείπει πάντως όταν η ματαίωση της εκούσιας αναγνώρισης οφείλεται σε άρνηση της μητέρας. Εδώ, φαίνεται λογικό να ορίσει ο νομοθέτης την ενηλικίωση του παιδιού ως αφετηρία της προθεσμίας.» (οι υπογραμμίσεις δικές μας). Ανάλογες είναι και οι παρατηρήσεις στο βιβλίο των D.J.Harris, M.O'Boyle, C.Warbrick Law of the European Convention on Human Rights, στη σελίδα 199: «The right of access to a court is not an absolute one. Restrictions may be imposed since the right of access 'by its very nature calls for regulation by the state, regulation which may vary in time and place according to the needs and resources of the community and of 'individuals'. In imposing restrictions, the state is allowed a certain 'margin of appreciation'. However, as indicated in Ashingdane v. UK. any restriction must not be such that 'the very essence of the right is impaired'. In addition, it must have a 'legitimate aim' and comply with the principle of proportionality, ie there must be 'a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be achieved'. In the Ashingdane case, the applicant instituted civil proceedings challenging the Secretary of State's decision under the Mental Health Act 1959 in effect to continue to detain him in a secure mental hospital. There was no liability under the Act for acts done under it in the absence of bad faith or reasonable care. Moreover, a claim in respect of such an act could not be brought unless the High Court gave leave, which it could do only if it was satisfied that there were 'substantial grounds' for believing that this condition was met. The Court held that these limitations on the right of access to a court as applied to the applicant's case were not in breach of the right. The limitation of liability under the Act had the 'legitimate aim' of preventing those caring for mental patients from being unfairly harassed by litigation and the availability of a claim in a case of bad faith or lack of reasonable care both left intact the essence of the right to institute proceedings and was consistent with the principle of proportionality.» H διαφοροποίηση από την υπόθεση Γιωργαλλά δημιουργείται, όπως εισηγείται ο δικηγόρος της αιτήτριας, όταν το τέκνο, που ζητά την αναγνώριση από το φυσικό του πατέρα, μαθαίνει την ταυτότητα του μετά την παραγραφή του δικαιώματος του, όπως αυτή καθορίζεται στο Νόμο. Σ' αυτή την περίπτωση, διατείνεται ο συνήγορος, το δικαίωμα εξαλείφεται, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αιτήτριας. Δε συμφωνούμε με τη θέση αυτή. Στις νομοθετικές διατάξεις για παραγραφή αστικών δικαιωμάτων αφετηρία του καθοριζόμενου χρόνου δεν είναι η γνώση από το διάδικο των στοιχείων βάσει των οποίων θα προωθήσει το δικαίωμα του, αλλά το συμβάν που δημιουργεί την αιτία αγωγής. Και τούτο αποφασίζεται, σε περίπτωση διχογνωμίας, από το δικαστήριο με αντικειμενικά κριτήρια. Αυτή η αρχή έχει εφαρμοσθεί από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Χ. v. Sweden, Application No.9707/82, (που αναφέρεται στην υπόθεση Γιωργαλλά, στη γενική όμως συζήτηση των ερωτημάτων που τέθηκαν εκεί). Τα γεγονότα στην υπόθεση X. v. Sweden ήσαν τα εξής: Στις 15.9.56 ο αιτητής νυμφεύθηκε την κα.Υ η οποία του ανέφερε προηγουμένως πως ήταν έγκυος και ότι ο αιτητής ήταν ο πατέρας του παιδιού. Στις 13.10.56 η κα.Υ. γέννησε ένα γιο. Στις 25.3.58 το ζεύγος πήρε διαζύγιο. Το παιδί παρέμεινε στην επιμέλεια της κας. Υ. και ο αιτητής διατάχθηκε να πληρώνει διατροφή. Το 1980 ο αιτητής ζήτησε από το Επαρχιακό Δικαστήριο να διατάξει την αποκήρυξη του ως πατέρας του παιδιού. Στήριξε δε την αίτηση του σε ένα ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 13.2.80 σύμφωνα με το οποίο ήταν στείρος και επομένως δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει. Τα Δικαστήρια της Σουηδίας και στις τρεις τους δικαιοδοσίες απέρριψαν την αίτηση γιατί κρίθηκε ως παραγεγραμμένη. Οι νόμοι της Σουηδίας πρόβλεπαν πως η αποκήρυξη πατρότητας θα μπορούσε να γίνει μόνο μέσα σε 3 χρόνια από την ημερομηνία που ο αιτητής γνώριζε την γέννηση του παιδιού. Ο αιτητής προσέφυγε στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Κάτω από την επικεφαλίδα «The Law» η Επιτροπή είπε τα εξής: «In the opinion of the Commission it must generally be accepted in the interest of good administration of justice that there are time limits within which prospective proceedings must be instituted. It must also be accepted that the time limit is final and that there is no possibility to institute proceedings even when new facts have arisen after the expiry of the time limit. This is also true for paternity proceedings. The Commission is furthermore of the opinion that a time limit of three years from the child's birth as in the present case, is not an unreasonable time limit for instituting paternity proceedings. Accordingly, the Commission finds that the fact that the applicant was not permitted to institute paternity proceedings does not disclose any appearance of a violation of Article 6 of the Convention taken alone.» (η υπογράμμιση πάλι δική μας) Καταλήγουμε, επομένως, πως η απάντηση μας στο ερώτημα είναι ότι οι διατάξεις του άρθρου 22.3 και 25.1 του Νόμου δεν προσκρούουν στα άρθρα 15 και 30 του Συντάγματος. Θεωρούμε επανάληψη, αλλά ας υπενθυμίσουμε, πως νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ορισμένη διάταξη του είναι αντίθετη με συγκεκριμένο άρθρο του Συντάγματος. Είναι η άποψη μας πως οι διατάξεις των άρθρων του Νόμου που εξετάζουμε όχι μόνο δεν προσκρούουν στις πρόνοιες των άρθρων 15 και 30 του Συντάγματος, αλλά, αντίθετα, ευθυγραμμίζονται με τη νομολογία και σκέψη που υιοθέτησαν το Ευρωπαϊκό Διακαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη λειτουργία και εφαρμογή των αντίστοιχων άρθρων 8 και 6 της Σύμβασης.» Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων Αναφορά 2/2014 ημερομηνίας 31.10.2014 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο είναι θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται στα περισσότερα Συντάγματα του κόσμου. Στην υπόθεση Pyx Granite Co. v. Minister of Housing
(1959)3 All E.R. 1 τονίστηκε η σημασία του δικαιώματος πρόσβασης στα δικαστήρια. Στην Κύπρο, σύμφωνα με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος, κρίθηκε επιτρεπτή η επιβολή διαδικαστικών διατυπώσεων υπό τον όρο όμως ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο δεν επηρεάζεται ούτε ματαιώνεται (Δέστε: Chakardo v. The Attorney-General
(1961)CLR 231 και Chrysanthos and Another v. Antoniades
(1969)1 CLR 622). Νομοθετικά εμπόδια, όμως, τα οποία καθιστούν την πρόσβαση στο δικαστήριο υπερβολικά δύσκολη ή αδύνατη, συνιστούν παραβίαση του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος (Δέστε: Το Πολιτειακόν Δίκαιον της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κρ. Γ. Τορναρίτου, Έκδοση 1982, σελ. 101-103). Στην υπόθεση Photini Polycarpou Georgadji and Another v. The Republic
(1971)2 CLR 229 αποφασίστηκε ότι το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, για την άσκηση ποινικής έφεσης, μπορούσε να ρυθμιστεί με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και αυτό δεν ήταν αντίθετο προς το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Επίσης δεν απαγορεύεται, η, καταρχήν, επίλυση των διαφορών με διαιτησία, ως προϋπόθεση δηλαδή για την προσφυγή στο δικαστήριο (Δέστε: The Co-operative Grocery of Vasilia and Pirirou, 4 RSCC 19). Στην υπόθεση Fatsita v. Fatsita and Another
(1988)1 CLR 210 τονίστηκε η μεγάλη σημασία του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο δεν θεωρείται ότι παρεμποδίζεται, νομοθετικά, αν το Νομοθετικό Σώμα προβεί σε κάποιου είδους ρύθμιση του δικαιώματος αυτού, νοουμένου όμως ότι η ρυθμιστική πρόνοια δεν είναι αυθαίρετη ή παράλογη και δεν συνιστά παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Τα ίδια τα δικαστήρια κρίνουν κατά πόσον κάποιος περιορισμός που τίθεται σε νόμο, συνιστά παραβίαση του προαναφερόμενου δικαιώματος. Στην Γιωργαλλάς ν. Χατζηχριστοδούλου
(2000)1 ΑΑΔ 2060 εξετάστηκε ζήτημα συμβατότητας παραγραφής δικαιώματος, με το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Σχετική αναφορά έγινε σε κυπριακή, αγγλική και ευρωπαϊκή νομολογία. Παρόλον που ο υπό αναφορά νόμος σκοπόν έχει την προστασία του οφειλέτη με την παροχή ενδίκου μέσου, το ζήτημα που τίθεται, εν προκειμένω, είναι το κατά πόσον, την ίδια στιγμή, περιορίζεται κατά τρόπο αντισυνταγματικό, η πρόσβαση του οφειλέτη στο δικαστήριο, και τούτο διότι, από τα άρθρα 3, 5 και 6, προκύπτει ότι για να έχει δικαίωμα, κάποιος οφειλέτης, να καταχωρήσει αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 6, θα πρέπει προηγουμένως να έχει εξαντλήσει κάθε προσπάθεια επίτευξης εξωδικαστικής διευθέτησης «ή άλλης συναφούς ρύθμισης, η οποία ισχύει στη Δημοκρατία». Δεν διευκρινίζεται ο όρος «άλλη συναφής ρύθμιση, η οποία ισχύει στη Δημοκρατία». Κατά την κρίση μας, η αοριστία του όρου αυτού δημιουργεί ανεπίτρεπτο κώλυμα στην πρόσβαση ενός αιτητή στο δικαστήριο. Αυτό διότι ο όρος «άλλη συναφής ρύθμιση» δεν καθορίζεται συγκεκριμένα και η φράση «η οποία ισχύει στη Δημοκρατία» δεν καθορίζεται χρονικά. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να πρόκειται περί ρύθμισης η οποία ισχύει κατά τη θέσπιση του υπό αναφορά νόμου ή η οποία θα ισχύσει καθ΄ οιονδήποτε μελλοντικό χρόνο στη Δημοκρατία. Η αβεβαιότητα όμως, αναφορικά με το δικαίωμα πρόσβασης του αιτητή στο δικαστήριο, επιτείνεται ακόμη περισσότερο, σε ανεπίτρεπτο βαθμό, από την επιφύλαξη του άρθρου 6 στην οποίαν προνοείται ότι διαδικασία εξωδικαστικής διευθέτησης περιλαμβάνει διαδικασία η οποία έχει θεσμοθετηθεί βάσει οικείου νόμου «ή διοικητικής απόφασης». Η εξωδικαστική όμως διευθέτηση (ή άλλη συναφής ρύθμιση), η οποία θεσμοθετείται, βάσει διοικητικής απόφασης, είναι παράγοντας ακόμα πιο αβέβαιος, εφόσον τέτοια απόφαση, προφανώς, δεν χρειάζεται ούτε καν να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Χωρίς να αμφισβητείται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο η άσκηση της νομοθετικής αρμοδιότητας της Βουλής «εν παντί θέματι» και χωρίς να υπεισερχόμεθα στη «σοφία» των υπό αναφορά προνοιών, λαμβάνοντας υπόψιν όλες τις πρόνοιες του άρθρου 6 του υπό αναφορά νόμου, «στο σύνολό τους», θεωρούμε ότι αυτές θέτουν αυθαίρετες και ως εκ τούτου μη εύλογες προϋποθέσεις στην πρόσβαση ενός αιτητή στο δικαστήριο και, επομένως, ότι καταστρατηγούν τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια το άρθρο 6 του υπό αναφορά νόμου, μαζί με τα συναφή και άρρηκτα συνδεδεμένα άρθρα 3 και 5 του υπό αναφορά νόμου, κρίνονται ως αντισυνταγματικά.» Τέλος, στην υπόθεση THEVATHA ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά. ECLI:CY:AD:2019:C316, Αναθεωρητική Έφεση αρ. 250/2012 ημερομηνίας 16.7.2019 λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Η τυπολατρία, η οποία αφορά την ιδιαίτερα αυστηρή ερμηνεία των κανόνων, περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν σε προθεσμίες, μπορεί να στερήσει από τους προσφεύγοντες το δικαίωμα της πρόσβασής τους σε δικαστήριο. Αναγνωρίζεται δε από τη νομολογία του ΕΔΑΔ ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο δεν είναι απόλυτο και δυνατό να υπόκειται σε περιορισμούς, εφόσον αυτοί επιδιώκουν νόμιμο σκοπό και υφίσταται εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιούνται και του επιδιωκόμενου σκοπού (βλ. Ashingdane v. the United Kingdom, 28 Μαΐου 1985 § 57, Σειρά A, αριθ. 93, Jensen v Denmark, Αίτηση αρ.8693/11 ημερ. 13.3.2017 και Olsby v Sweden, Αίτηση αρ. 36124/06, ημερ. 21.6.2012). Οι περιορισμοί αυτοί μπορεί να προσλάβουν τη μορφή προθεσμιών, οι οποίες τίθενται από το νομοθέτη. Η επιβολή δε εύλογων προθεσμιών προάγει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην Olsby παρατηρήθηκαν τα ακόλουθα από το ΕΔΑΔ, με αναφορά σε προθεσμίες που τίθενται για την άσκηση ένδικου μέσου: «
- . the Court observes that the right of access to a court is not absolute and may be subject to legitimate restrictions, particularly regarding the conditions of admissibility of an appeal. Where an individual's access is limited either by operation of law or in fact, the restriction will not be incompatible with Article 6 where the limitation does not impair the very essence of the right and where it pursues a legitimate aim, and there is a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be achieved (see Ashingdane v. the United Kingdom, judgment of 28 May 1985, § 57, Series A no. 93 and F.E., cited above, § 44).
- Moreover, the Court notes that the rules governing the formal steps to be taken and the time-limits to be complied with in lodging an appeal are aimed at ensuring the proper administration of justice and compliance with the principle of legal certainty for all parties involved in a dispute. These are, as noted by the Government, legitimate aims for regulating the access to court. .
- A distinction has to be made though, between imposing certain limitations and effectively hindering an appeal on the merits. In this respect, the Court observes that for the right of access to court to be effective, an individual must have a clear, practical opportunity to challenge an act that is an interference with his rights (see F.E., cited above, § 46). In the Court's view, this includes the need for legal certainty for the debtor to be able to trust that the time-limit for appeal given in the law and expressly mentioned in a decision is valid and not open to exceptions, unless those exceptions are explicitly mentioned. Otherwise, trust in the legal system and instructions given by the authorities would be eroded.
- Furthermore, as the Court has established in earlier cases, the parties to a dispute must be able to avail themselves of the right to bring an action or to lodge an appeal from the moment they can effectively apprise themselves of court decisions imposing a burden on them or which may infringe their legitimate rights or interests (see for example Miragall Escolano and Others v. Spain, nos. 38366/97, 38688/97, 40777/98, 40843/98, 41015/98, 41400/98, 41446/98, 41484/98, 41487/98 and 41509/98, §§ 33 and 37, ECHR 2000‑I).» Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και η Κυπριακή νομολογία. Το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε στην υπόθεση Fekkas v Electricity Authority of Cyprus
(1968)1 CLR 173 ότι η καθιέρωση προθεσμιών για την άσκηση δικαιωμάτων που παρέχει ο νόμος δεν αντίκειται προς τις διατάξεις του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος, νοουμένου ότι η προθεσμία δεν είναι περιοριστική σε βαθμό που να αντιστρατεύεται την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος. Στη Γιωργαλλά ν Χατζηχριστοδούλου
(2000)1 ΑΑΔ 2060 (Νομικό Ερώτημα), στην οποία έγινε ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας του ΕΔΑΔ, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, (η «Σύμβαση»), καθιερώνει τη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και της ποινικής ευθύνης ατόμου από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, σύμφωνα με τα θέσμια δικαίας δίκης, αναφαίρετο δικαίωμά του. Παρόλο που το Άρθρο 6
(1)της Σύμβασης δεν κατοχυρώνει ρητά δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, αυτό έχει ερμηνευθεί ότι περιλαμβάνει τέτοιο δικαίωμα, αποκλειομένων αυθαίρετων ή παράνομων περιορισμών. Δεν αποκλείεται όμως ο χρονικός περιορισμός της πρόσβασης, με την καθιέρωση προθεσμιών, νοουμένου ότι αυτές δεν είναι ασφυκτικές, σε βαθμό που να πλήττουν τη δραστικότητα του δικαιώματος. Αφετέρου, ο χρονικός περιορισμός πρέπει να είναι, σε γενικές γραμμές, ανάλογος προς το σκοπό ο οποίος επιδιώκεται με την καθιέρωση της προθεσμίας και η προθεσμία να αντιστοιχεί προς αυτό. Σ' αυτό το πεδίο αναγνωρίζεται βαθμός ελευθερίας (margin of appreciation) σε κάθε χώρα να καθορίσει την προθεσμία, σύμφωνα με τα ιδιαίτερα δεδομένα της· δίχως η ευχέρεια αυτή του νομοθέτη να υπερακοντίζει τη δικαστική λειτουργία ως τον τελικό κριτή του συμβατού του περιορισμού με το κατοχυρωμένο δικαίωμα.» (Δέστε επίσης την πρόσφατη απόφαση Σταματίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:A242, Πολ. Έφ. 467/12, ημερ. 26.6.2019). Στις συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-89/10 και C-96/10, Q-Beef NV v Belgische Staat και Frans Bosschaert v Belgische Staat, ημερ. 8.9.2011, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάνθηκε, όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, ότι ο καθορισμός εύλογων «αποκλειστικών προθεσμιών» (limitation periods) για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος είναι συμβατός με το δίκαιο της Ένωσης, χάριν της ασφάλειας δικαίου. Τέτοιες προθεσμίες δεν πρέπει να καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης. Εν προκειμένω, ο περιορισμός που τίθεται με την καθιέρωση προθεσμίας 75 ημερών στο Άρθρο 146 του Συντάγματος για την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής, αφότου γνωστοποιείται η διοικητική απόφαση στο διοικούμενο, με την έννοια που έχει εξηγηθεί ανωτέρω, είναι αρκούντως μακρά για το σκοπό αυτό, δεν είναι δυσανάλογη ως προς τον σκοπό της εξασφάλισης της ασφάλειας δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και δεν παραβιάζει την ίδια την ουσία του δικαιώματος. Ούτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης καθιστούσαν την άσκηση προσφυγής από τον εφεσείοντα εντός της προθεσμίας των 75 ημερών από τη γνωστοποίησή της, αδύνατη. Ο εφεσείων έλαβε πλήρη γνώση για την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής στις 19.8.2008 μέσω της εκπροσώπου του, οργάνωσης Future Worlds Center, στην οποία απεστάλη η απόφαση με fax ίδιας ημερομηνίας. Σε αυτήν αναφερόταν ξεκάθαρα ότι η ιεραρχική προσφυγή του εφεσείοντα είχε απορριφθεί και ότι η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής υπόκειτο σε αναθεώρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο δια προσφυγής καταχωρημένης εντός 75 ημερών από τη γνωστοποίησή της, σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Από τη γνωστοποίηση της πράξης στην εκπρόσωπό του εφεσείοντα, αυτός είχε κάθε δυνατότητα και επαρκή χρόνο να την προσβάλει δικαστικώς επιδιώκοντας την αναθεώρησή της από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ο εφεσείων όμως δεν άσκησε το εν λόγω δικαίωμα εντός της προθεσμίας των 75 ημερών από τη γνωστοποίησή της σε αυτόν. Σε συμφωνία λοιπόν με το πρωτόδικο Δικαστήριο, θεωρούμε ότι η προσφυγή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, διαπίστωση η οποία καθιστά περιττή την ενασχόλησή μας με τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται στην έφεση.» Σε ότι αφορά το Άρθρο 28 του Συντάγματος το απόσπασμα από την απόφαση Φεσσάς, ανωτέρω, είναι πλήρως διαφωτιστικό για το υπό κρίση ζήτημα, αφού αφορά το ίδιο θέμα και κρίθηκε ότι η πρόβλεψη περιόδου παραγραφής δεν παραβίαζε την αρχή της ισότητας. Διαπιστώνεται από την πιο πάνω νομολογία ότι η καθιέρωση προθεσμιών για την άσκηση δικαιωμάτων και δη αγώγιμων δικαιωμάτων που παρέχει ο νόμος δεν αντίκειται στα Άρθρα 28 και 30.1 του Συντάγματος, νοουμένου ότι η προθεσμία δεν είναι περιοριστική σε βαθμό που να αντιστρατεύεται την αποτελεσματική άσκηση του Δικαιώματος. Πρώτα να διευκρινιστεί ότι χρήζει ερμηνείας η φαινομενική ασάφεια που δημιουργείται από την πρώτη γραμμή του λεκτικού του Άρθρου 34
(3)(β) του ΚΕΦ.189. Ως εκ τούτου για ανεύρεση του πραγματικού νοήματος αυτής της φράσης το Δικαστήριο θα πρέπει να αποταθεί στις καθιερωμένες μεθόδους ερμηνείας. Με την γραμματική ερμηνεία σκοπείται η ανακάλυψη του περιεχομένου του νόμου δια μέσω του εντοπισμού της γραμματικής διατύπωσης του συγκεκριμένου νόμου ή διάταξης. Με τη λογική ερμηνεία εντοπίζεται το περιεχόμενο του νόμου ή της διάταξης χρησιμοποιώντας τα εργαλεία που του προσφέρει η λογική. Με τη συστηματική ερμηνεία ανακαλύπτεται το νόημα ενός νόμου ή μιας διάταξης δια μέσου της ένταξης του μέσα στο όλο σύστημα του νόμου και στον προσδιορισμό της θέσης του εντός αυτού. Η ιστορική ερμηνεία συνίσταται στην ανακάλυψη του νοήματος του νόμου ή της διάταξης βάσει των ιστορικών συνθηκών κάτω από τις οποίες θεσπίσθηκε δια μέσω της ανακάλυψης του σκοπού στον οποίο στοχεύει ο νομοθέτης μέσω της θέσπισης του. Η τελεολογική ερμηνεία συνίσταται στην αναζήτηση και προσδιορισμό του αντικειμενικού σκοπού του νόμου, Ratio Legis. Οι πιο πάνω μέθοδοι ερμηνείας δεν σημαίνει ότι αντίκεινται η μία στην άλλη αλλά μπορεί να αλληλοσυμπληρώνονται. Έτσι είναι ορθό όταν το Δικαστήριο προβαίνει στην ερμηνεία ενός νόμου ή διάταξης, να χρησιμοποιεί όλες τις μεθόδους ερμηνείας, εάν είναι δυνατό από τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του, προκειμένου να ερμηνεύσει ένα νόμο ή μια διάταξη ξεκινώντας από τη γραμματική διατύπωση του νόμου, στη συνέχεια να τον υποβάλει σε λογική επεξεργασία, μετά να τον εντάξει στο σύστημα του Δικαίου και να μην ξεχνά τέλος να ψάχνει το σκοπό του. Στην προσπάθεια αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν διάφορα ερμηνευτικά επιχειρήματα ιδιαίτερα στα πλαίσια της λογικής και συστηματικής ερμηνείας, όπως αυτά που συχνά γίνεται η επίκληση τους όπως είναι η εις άτοπο απαγωγή εξ΄ αντιδιαστολής, εκ του μείζονος εις το ελάττον ή το αντίθετο του ή αυτό που λέγεται, ότι δεν απαγορεύεται από το νόμο τότε επιτρέπεται. Καθώς επίσης αξιώματα κα ερμηνευτικές αρχές. Στην υπόθεση Κ.Ο.Τ ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ 86 λέχθηκε ότι: «Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων (teleological, purposive interpretation) επιτρέπει οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά άλλα έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Δεν δικαιολογεί όμως η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας, ούτε καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη». Περαιτέρω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου κ.α.
(1995)2 Α.Α.Δ. 128 λέχθηκε ότι η ποινική ευθύνη πρέπει να καθορίζεται ρητά και απερίφραστα από το λεκτικό της διάταξης και όχι να αφήνεται να συνάγεται από τα συμφραζόμενα καθώς και ότι οι ποινικοί νόμοι ερμηνεύονται αυστηρά και αν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία αποφασίζετε υπέρ του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Τροκκούδης ν. Πέτρου κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 683, ειπώθηκαν τα εξής: «Όπου, γραμματική ερμηνεία νομοθετικής διάταξης οδηγεί σε καταφανώς άτοπα αποτελέσματα και το λάθος στη διάρθρωση της νομοθεσίας είναι πασίδηλο, παρέχεται η δυνατότητα αποφυγής της ερμηνείας που θα οδηγούσε σε τέτοια αποτελέσματα. Το θέμα αυτό και η σχετική νομολογία εξετάζονται στο σύγγραμμα Craies on Statute Law - Seventh Edition, στη σελ.86 και επέκεινα. Κατά τα άλλα, η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων δεν καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από ρητές νομοθετικές διατάξεις. (Βλ. Synek Ltd. v. Republic
(1987)3 C.L.R. 162. K.O.T. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86.) Στην υπόθεση Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348 λέχθηκε ότι η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν ενώ η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος έχει πλέον εδραιωθεί. Περαιτέρω στην ίδια υπόθεση γίνεται αναφορά από το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59: «Σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ΄ ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου». Στην υπόθεση HERMES INSURANCE LTD κ.α. ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 406, αναφέρονται τα πιο κάτω που συμπεριλαμβάνονται στην πρωτόδικη απόφαση και βρήκε απόλυτα σύμφωνο το Ανώτατο Δικαστήριο: «Και βέβαια εδώ δεν δικάζεται ούτε η Ελληνική γλώσσα ούτε και αν ο Νομοθέτης χρησιμοποίησε ορθά τους κανόνες ορθού σχηματισμού κατά τη σύνταξη του άρθρου 5. Έτσι, και αν ακόμα η έκφραση που χρησιμοποιεί ο Νομοθέτης δεν είναι ορθή ή και δόκιμη, η ερμηνεία του Νόμου είναι θέμα που ανάγεται στο Δικαστήριο. Υπό αυτή την έννοια και αν θα πρέπει να ερμηνευτεί ο Νόμος είναι καλά γνωστή η αρχή που εφαρμόζεται στους κανόνες ερμηνείας ότι θα πρέπει να αναζητηθεί στον ίδιο το Νόμο η πρόθεση του Νομοθέτη. (Melios v. Nicolaou
(1963)2 C.L.R. 414). Εξηγείται ακόμα στον Cross Statutory Interpretation 2η έκδοση, σελ. 148, ότι: «The judge must have in view not merely the specific purpose of the statute, but also the general purposes of the Law into which the purpose and provisions of the statute are presumed to have been intended to fit coherently." Ως εξηγείται από την νομολογία, η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν και η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος έχει εδραιωθεί. Ο σκοπός για τον οποίο έχει θεσπιστεί ένας νόμος αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τους σκοπούς της ορθής ερμηνείας του. (Αναφορικά με την αίτηση του Παναγή Καυκαρή (Αρ. 1)
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 315). Είναι επίσης γνωστή η αρχή ότι το κείμενο θα πρέπει να ερμηνεύεται με τρόπο που να αποφεύγεται η εξαγωγή οποιουδήποτε παράλογου αποτελέσματος. Και τούτο στα πλαίσια της διάσωσης του κειμένου.(Odgers' Construction of Deeds and Statutes, 5η έκδ. σελ. 263).» Και πιο κάτω: «Και δεν νομίζω ότι ο Νομοθέτης ήθελε τίποτε άλλο παρά να απαγορεύσει τη χρήση της λέξης τράπεζα σε οποιαδήποτε μορφή της, μέσα βέβαια στην αποδιδόμενη στο άρθρο 2 έννοια του όρου και σε συσχετισμό με τα ευρύτερα θέματα των τραπεζικών εργασιών και θεμάτων που ρυθμίζει ο Νόμος ... ... ... ... ... ... ... ... . ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... . ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... . ... ... Όσο και αν είναι αδόκιμη ως έκφραση, δεν διαγράφεται ούτε η ουσία, ούτε και το νόημα που ο Νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στο Νομοθέτημα με το άρθρο 5 στα πλαίσια των σκοπών και των ρυθμίσεων του Νόμου ως συνόλου. Και δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία ότι η λέξη «τραπεζασφάλιση» εμπίπτει μέσα στη γενική απαγόρευση του άρθρου 5 του Νόμου.» «Με την έφεσή τους οι κατηγορούμενοι προσβάλλουν την καταδικαστική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, προβάλλοντας ουσιαστικά τα ίδια επιχειρήματα αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 5 σε συνάρτηση με το κατηγορητήριο. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Η πρωτόδικη απόφαση μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Είναι προφανές ότι η πρόνοια του άρθρου 5 απαγορεύει τη χρήση της λέξης «τράπεζα» σε οποιαδήποτε μορφή της, είτε σε «γραμματική παραλλαγή» είτε ως μέρος άλλης σύνθετης λέξης. Σκοπός του Νομοθέτη, όπως επισημαίνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι η προστασία του κοινού όσο και η ίδια η φύση της τραπεζικής εργασίας, και είναι γι΄αυτό το λόγο που πρέπει να έχει η χρήση της λέξης την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Συμφωνούμε πως όσο αδόκιμη και αν είναι η έκφραση «γραμματική παραλλαγή», η ουσία είναι πως ο όρος «τραπεζασφάλιση» περιέχει τη λέξη «τράπεζα», της οποίας τη χρήση απαγορεύει το άρθρο 5 χωρίς την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας.» Στην υπόθεση Κιτρομιλίδης ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 162 αναφέρθηκε ότι η απλή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν και η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος έχει εδραιωθεί. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1358, λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες. Όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd. v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, στη σελ. 533, «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη». (Βλ. επίσης, Κ.Ο.Τ. ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Μακεδόνας ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348).» Η φράση, «τουλάχιστον έξι μήνες πριν από το θάνατο του» που σκοπό έχει να καταδείξει ότι είναι δυνατό το γεγονός που δημιουργεί τη βάση της αγωγής να έγινε πριν τον θάνατο του αποβιώσαντος, δεν μπορεί να εκφράζει την πραγματική πρόθεση του νομοθέτη, γιατί δεν θα ήταν δυνατό να γίνεται πρόβλεψη για όσον το δυνατό πιο παλιά γεγονότα από το θάνατο κάποιου, που μπορεί να είναι και χρόνια και να μην συμπεριλαμβάνει πρόσφατο γεγονός που θα ήταν λιγότερο των έξι
(6)μηνών. Η πραγματική πρόθεση και νόημα που πρέπει να αποδοθεί στην πιο πάνω φράση, υπό το φως του αγγλικού νόμου που ενσωματώθηκε ή και μεταφέρθηκε και μεταφράστηκε στην ελληνική, στην Κυπριακή νομοθεσία, είναι ότι η βάση της αγωγής προέκυψε εντός έξι
(6)μηνών πριν από το θάνατο του. Η δεύτερη προθεσμία είναι ξεκάθαρο ότι το δικαστικό μέτρο πρέπει να ληφθεί εντός έξι
(6)μηνών από το διορισμό του προσωπικού αντιπροσώπου, δηλαδή του διαχειριστή ή εκτελεστή της περιουσίας του αποβιώσαντος ή αν δεν υπάρχει αντιπροσώπευση του αποβιώσαντος εντός δύο
(2)ετών από την ημερομηνία θανάτου του αποβιώσαντος. Ο λόγος που ο νομοθέτης έθεσε αυτούς τους χρονικούς περιορισμούς είναι γιατί από τη μια είχε υπόψη του, τότε, το χρόνο που χρειάζεται για να διοριστεί αντιπρόσωπος όταν αποταθεί κληρονόμος ή κληρονόμοι για να τους δοθεί παραχωρητήριο έγγραφο διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος και των δικαιωμάτων που δημιουργούνται σε αυτά ή άλλα πρόσωπα, όπως οι κληρονόμοι από την απόκτηση του κληρονομικού τους μεριδίου ή τυχόν πρόσωπα που θα αγοράσουν περιουσία από τη περιουσία του αποβιώσαντος ή δανειστών αυτού και από την άλλη την δυνατότητα που παρέχεται στο δικαιούμενο σε αγώγιμο δικαίωμα πρόσωπο να ενεργήσει ο ίδιος προς διαφύλαξη των δικαιωμάτων του. Τούτο μπορεί να επέλθει με ένα πρακτικό τρόπο και τουλάχιστο με ένα νομικό τρόπο. Ήτοι, είτε σε τακτά χρονικά διαστήματα π.χ. κάθε μήνα, να απευθύνεται στο Δικαστήριο με αίτηση έρευνας εάν καταχωρήθηκε αίτηση διαχείρισης, είτε με βάση το Άρθρο 19 του ΚΕΦ.189 να αποταθεί στο Δικαστήριο με Γενική Αίτηση και να ζητήσει την έκδοση διατάγματος παραχώρησης εγγράφων διαχείρισης σε συγκεκριμένο πρόσωπο για τον περιορισμένο σκοπό της έγερσης αγωγής (Limited grant). Τούτα απαντούν και στην εισήγηση του συνηγόρου του Καθ΄ ου η Αίτηση ότι δεν μπορούσε ο Καθ΄ ου η Αίτηση να γνωρίζει για το διορισμό των εναγομένων ως διαχειριστών. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνεται ότι οι χρονικοί περιορισμοί βρίσκονται εντός των πλαισίων των Άρθρων 28 και 30.1 του Συντάγματος, σε αρμονία με την αρχή της αναλογικότητας. Πρέπει να σημειώσω ότι ο νομοθέτης παραχώρησε και κάποια περισσότερα δικαιώματα στο πρόσωπο που έχει το αγώγιμο δικαίωμα, αφού το Άρθρο 22 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Ν.66
(1)/2012 δίδει την ευκαιρία και δυνατότητα σε αυτό να υποβάλει εναρκτήρια κλήση, πριν από την έγερση της αγωγής ή παρεμπίπτουσα αίτηση μετά την δικογράφηση παραγραφής από οποιοδήποτε διάδικο έχει έννομο συμφέρον (Άρθρο 21), για παράταση επέκταση του χρόνου παραγραφής για περίοδο μέχρι δύο έτη εφόσον κρίνει το Δικαστήριο ότι αυτό είναι δίκαιο και εύλογο. Μάλιστα δεν θέτει χρονικό περιορισμό εντός του οποίου ο Ενάγοντας θα υποβάλει παρεμπίπτουσα αίτηση (κατά την κρίση μου εννοείται ενδιάμεση αίτηση γιατί την αίτηση πριν την αγωγή την ονομάζει εναρκτήρια αίτηση και μετά την αγωγή την αποκαλεί παρεμπίπτουσα αίτηση), και τούτο όχι τυχαία, για να δίνεται η ευκαιρία στο Δικαστήριο να ασκεί διακριτική ευχέρεια για την έγκριση ή μη με μέτρο το δίκαιο και εύλογο, ανάλογα με τον επηρεασμό των δικαιωμάτων του ενός ή του άλλου διαδίκου από την μια ή την άλλη απόφαση. Όπως και με το Άρθρο 6
(3)του Ν.66(Ι)/2012 τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να μην εφαρμόσει τις πρόνοιες της παραγραφής υπό κάποιες προϋποθέσεις. Ο συνήγορος του Καθ΄ ου η Αίτηση εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα δύνατο, σε περίπτωση που απορρίψει όλες τις άλλες θέσεις του, να αποφασίσει ότι είναι δίκαιο και ορθό να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες της παραγραφής της αξίωσης για αποζημιώσεις, δυνάμει του Άρθρου 8Α του περί Παραγραφής Νόμου ΚΕΦ.15 που προστέθηκε με το Ν. 108(Ι)/2002, αφού λάβει υπόψη τους παράγοντες που αναφέρονται σε αυτό. Όμως ο περί Παραγραφής Νόμος ΚΕΦ.15 έτυχε συνεχούς αναστολής από νόμους που ακολούθησαν το Ν.108(Ι)/2002, ήτοι Ν.16(Ι)/2009, Ν.20(Ι)/2010, Ν.111(Ι)/2010, Ν.41(Ι)/2011 και Ν.159(Ι)/2011 μέχρι που τέθηκε σε ισχύ (Άρθρο 28) την 1.7.2012 ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Ν.66
(1)/2012 που ψηφίστηκε στις 31.5.2012, με τον οποίο καταργήθηκε το ΚΕΦ.15, όπως και το Άρθρο 68 του ΚΕΦ.148 ως περιορίζεται, το Άρθρο 22 του Ν.96(Ι)/2000 και άλλα άρθρα άλλων νόμων, ο οποίος έτυχε περαιτέρω αναστολής με νόμους μέχρι το 2015. Αν και όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1 ΑΑΔ 834: «Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει, ότι το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, στις 2 Ιουνίου 2004, που κατατέθηκε από την εφεσίβλητη η εναρκτήρια αίτηση, ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, βρισκόταν σε ισχύ η πριν από την τροποποίηση με το Νόμο 169(Ι)/2006, διατύπωση του Άρθρου 15 του Ν.232/91 που προνοούσε ότι η προβλεπόμενη από το Άρθρο 14 αξίωση παραγραφόταν δυο χρόνια από τη λύση ή ακύρωση του γάμου.
- Συναφώς, υπήρχε μια αφετηρία διετούς παραγραφής, εδραζόμενη σ' ένα πραγματικό γεγονός, αυτό της ημερομηνίας λύσης του γάμου.
- Το κρίσιμο ερώτημα της αναδρομικότητας του Άρθρου 15 του Ν.232/91, θα έπρεπε να ιδωθεί με το σκεπτικό ότι επηρεάζει ουσιαστικό δικαίωμα του εφεσείοντα να προβάλει παραγραφή της αξίωσης εναντίον του. Με αυτή την προϋπόθεση, αν, ο σκοπός του νομοθέτη ήταν να περιορίσει αυτό το δικαίωμα, θα έπρεπε να φαίνεται ότι υπήρχε αυτή η πρόθεση ή να εξάγεται με σαφήνεια.
- Ούτε το ίδιο το γράμμα αλλά ούτε ο σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου ήταν να δώσει αυτή τη διάσταση και αφαίρεση υφιστάμενου δικαιώματος προβολής παραγραφής, και η εν λόγω τροποποίηση, άφησε το δικαίωμα του εφεσείοντα εν προκειμένω, άθικτο.
- Με αυτό το δεδομένο η καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης, (2 Ιουνίου 2004) σε συνδυασμό με τη λύση του γάμου των διαδίκων (12 Δεκεμβρίου 2001), ήταν εκπρόθεσμη, αφού κατεχωρήθη πέραν των δυο ετών από τη λύση του γάμου.», θα μπορούσε να εφαρμοσθεί το Άρθρο 22 του Ν.66
(1)/2012 αφού τέθηκε σε ισχύ την 1.7.2012 και η αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.5.2014, αν τα στοιχεία που παρατέθηκαν εκ μέρους του Καθ΄ ου η Αίτηση δικαιολογούσαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια του δίκαιου και εύλογου, εν τούτοις, ο Καθ΄ ου η Αίτηση δεν καταχώρησε παρεμπίπτουσα αίτηση, ώστε το Δικαστήριο να εξετάσει αυτό το ενδεχόμενο αφού άκουε και την άλλη πλευρά. Ως προς την εισήγηση ότι το ΚΕΦ.189 είναι προγενέστερο του Συντάγματος και επομένως οι πρόνοιες του άρθρου αυτού και δη του Άρθρου 34 πρέπει να συνάδουν με το Σύνταγμα, ήδη έχει απαντηθεί ανωτέρω. Αναφορικά με τη θέση ότι ο Ν.96
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.168
(1)/2006 είναι ειδικός και μεταγενέστερος νόμος και γι΄ αυτό εφαρμογή έχει το Άρθρο 22 τούτου και όχι το Άρθρο 34
(3)(β) του ΚΕΦ.189, πέραν των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, πρέπει να λεχθεί ότι ειδικό νόμο δεν το κάνει το γεγονός ότι είναι μεταγενέστερος ενός άλλου, ούτε μια γενική αναφορά σε αυτό του τύπου «ανεξάρτητα από τις διατάξεις οιουδήποτε άλλου νόμου», αλλά τα δικαιώματα που προστατεύει ο Νόμος ή διάταξη Νόμου όπως αυτά αναφύονται από το σκοπό γενικά ή ειδικά που στοχεύει είτε από το σύνολο των προνοιών του, είτε από συγκεκριμένη διάταξη του. Ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Ν.96
(1)/2000 από τη μια έχει ως σκοπό γενικά όλα τα οχήματα που προβλέπονται σε αυτό να καλύπτονται από ασφαλιστήριο συμβόλαιο και γενικά ο ζημιωθείς, ως ερμηνεύεται στο νόμο αυτό, να δύναται να αποζημιωθεί, αφού πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται σε αυτό και από την άλλη να μην εξαρτάται η αποζημίωση ζημιωθέντος από την οικονομική κατάσταση και δυνατότητα του προσώπου που προκαλεί τη ζημιά. Το Άρθρο 34
(3)(β) του ΚΕΦ.189 έχει σκοπό να προστατεύσει τα δικαιώματα των κληρονόμων ή άλλων προσώπων που δημιουργούνται, για τους μεν πρώτους από την ιδιότητα τους και τους δεύτερους από τυχόν αγορά περιουσίας του αποβιώσαντος ή οφειλών του αποβιώσαντος προς αυτούς. Γι΄ αυτό και προβλέπεται, ειδικά, προθεσμία εντός της οποίας ο ζημιωθείς πρέπει να ασκήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ώστε να μην δημιουργηθούν τετελεσμένα από τα δικαιώματα που έχουν τα αναφερθέντα πρόσωπα στην περιουσία του αποβιώσαντος και αποφυγής εμπλοκής και δημιουργίας πολύπλοκων καταστάσεων. Ένα περαιτέρω επιχείρημα ότι το Άρθρο 34
(3)(β) του ΚΕΦ.189 είναι ειδικό, είναι το γεγονός ότι με το Ν.66
(1)/2012 καταργήθηκε το Άρθρο 22 του Ν.96
(1)/2000, ως τροποποιήθηκε με το Ν.168
(1)/2006 και όχι το Άρθρο 34
(3)(β) του ΚΕΦ.189. Σε σχέση με τη θέση στην αγόρευση του συνηγόρου ότι η Αιτήτρια από τη μια λαμβάνει μέρος στη διαδικασία και από την άλλη προβάλλει στην έκθεση υπεράσπισης της ότι δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης προς τον Καθ΄ ου η Αίτηση. γιατί ο αποβιώσαντας οδηγούσε ενώ είχε καταναλώσει οινόπνευμα και άρα ουσιαστικά προβάλλει ότι δεν υπάρχει ασφαλιστικό συμβόλαιο σε ισχύ, το οποίο σημαίνει ότι δεν νομιμοποιείται στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης, όπως και ότι από τη στιγμή που δεν υπέβαλαν παρόμοια αίτηση και οι εναγόμενοι 1 δεν δικαιούται αυτή να υποβάλει αυτή την αίτηση, κρίνεται εντελώς ανεδαφική αφού η Αιτήτρια είναι η Εναγόμενη 3 στην αγωγή, κατόπιν αίτησης και αποδοχής αυτής από τον Καθ΄ ου η Αίτηση, δυνάμει του Άρθρου 16 Α
(1)του Ν.96
(1)/2000 και έχει το ίδιο και ανεξάρτητο, από τους Εναγόμενους 1, δικαίωμα να υποβάλει την παρούσα υπό κρίση αίτηση αφού καλείται να αποζημιώσει τον Καθ΄ ου η Αίτηση δυνάμει αυτού του Νόμου. Οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί προβάλλει στην υπεράσπιση της η Αιτήτρια δεν δύνανται να επηρεάσουν και στερήσουν αυτό το δικαίωμα της. Σε ότι αφορά τη θέση που προωθήθηκε με την αγόρευση του Δικηγόρου, αλλά δεν είναι ένας από τους λόγους Ένστασης και δεν θα έπρεπε να εξεταστεί, ότι εφαρμόζεται το Άρθρο 34
(4)του ΚΕΦ.189 δεν με βρίσκει σύμφωνο αφού το Άρθρο 34
(3)(β) αναφέρεται ειδικά γι΄ αυτή την περίπτωση που τώρα εξετάζει το Δικαστήριο. Σκόπιμα άφησα τελευταία την εξέταση του Άρθρου 6
(3)του Ν.66
(1)/2012, που αν και δεν προβάλλεται στους λόγους Ένστασης, προβάλλεται στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση, γιατί αποτελεί την υστάτη προσπάθεια διατήρησης ζωντανής της αγωγής εκ μέρους του Καθ΄ ου η Αίτηση. Εξέτασα ένα προς ένα τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση, όμως οι τραυματισμοί που υπέστη δεν καταδεικνύουν ανικανότητα σε βαθμό που να μη μπορούσε να χειριστεί ή να δώσει οδηγίες σχετικές με την υπόθεση του. Το γεγονός ότι ήταν στρατιώτης και του δίνονταν αναρρωτικές άδειες και εκ τούτου απολύθηκε πολύ αργότερα, χωρίς να αναφέρει πότε, και γενικά αναφέρει μετά την πάροδο του χρόνου των έξι
(6)μηνών από το διορισμό των Εναγομένων 1 ως διαχειριστών, χωρίς να επισυνάπτει οιονδήποτε τεκμήριο που να καταδεικνύει τούτο, αλλά και να καταδεικνύει το ανυπέρβλητο ή το πολύ δύσκολο στο χειρισμό ή στο να δώσει οδηγίες για την υπόθεση του, όπως και ότι η αστυνομική έκθεση ετοιμάστηκε στις 29.1.2013, που σημαίνει ότι ήταν εντός της περιόδου των έξι
(6)μηνών από το διορισμό των εναγομένων 1 ως διαχειριστών και είχε στα χέρια του τα στοιχεία που χρειάζετο για να εγείρει αγωγή και περαιτέρω καταδεικνύει ότι από πριν την ημερομηνία αυτή άρχισε την προώθηση της και είχε μπροστά του για την καταχώριση της αγωγής σχεδόν δυο μήνες πριν την εκπνοή της περιόδου των έξι
(6)μηνών, αλλά και της μη υποβολής αίτηση για παράταση του χρόνου παραγραφής της αγωγής δυνάμει του Άρθρου 22 Ν.66
(1)/2012, δεν μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για μη εφαρμογή των προνοιών του περί Παραγραφής Ν.66
(1)/2012, έχοντας κατά νου τι πρέπει να λάβει υπόψη το Δικαστήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 6
(3)του Ν.66
(1)/
- Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω η αίτηση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 3 αναστέλλεται. Έχοντας κατά νου ότι οι Εναγόμενοι 1 στην παράγραφο 1 προβάλλουν το ίδιο νομικό σημείο με αυτό που το Δικαστήριο εξέτασε και έκρινε και ότι ως καταδεικνύεται από το φάκελο του Δικαστηρίου υπέβαλαν και αυτοί αίτηση στις 5.5.2017, αλλά την απέσυραν στις 24.5.2017 μέχρις ότου αποφασισθεί το ζήτημα στην παρούσα αίτηση ημερομηνίας 25.4.2017 και απερρίφθη άνευ βλάβης από το δικαστήριο και δηλώθηκε στο παρόν Δικαστήριο ότι θα ακολουθήσουν την απόφαση στην υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 25.4.2017 της Εναγόμενης 3, και έχοντας υπόψη τις δηλώσεις των δύο πλευρών ότι θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα αυτής της αίτησης και εάν γίνει έφεση το αποτέλεσμα της έφεσης, έχοντας υπόψη ότι ο σκοπός της Δ.27 θ.1-3 είναι και η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, κρίνω δίκαιο και ορθό όπως η αγωγή ανασταλεί και αναστέλλεται και για τους Εναγόμενους
- Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 3 και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο