← Κύπρος

Παλάλα ν. Καλλή κ.α., Αρ. Αγωγής: 278/2019, 17/9/2019

Παλάλα ν. Καλλή κ.α., Αρ. Αγωγής: 278/2019, 17/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 278/2019 Μεταξύ: XXXXX Παλάλα Ενάγουσα -και-

  1. XXXXX Καλλή
  2. XXXXX Καλλή
  3. XXXXX Καλλή Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 8.7.2019 ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17 Σεπτεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Ν. Γεωργίου για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Γ. Πέτρου για δρ. Α. Ποιητής & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (EX-TEMPORE) Η Ενάγουσα - Αιτήτρια (στο εξής Αιτήτρια) με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 θ.6) το οποίο καταχωρήθηκε στις 8.7.2019, αξιώνει (α) δήλωση ότι έχουν μεταβιβαστεί στην Ενάγουσα όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από τα έγγραφα ημερομηνίας 7.9.1979 και 14.5.1986 δυνάμει του εγγράφου ημερομηνίας 28.6.1986, (β) δήλωση ότι οι Εναγόμενοι παράνομα και συνωμοτικά μεταβίβασαν το διαμέρισμα στο όνομα της Εναγόμενης 3, δυνάμει των πιο πάνω εγγράφων, (γ) απόφαση που να ακυρώνει την αναφερθείσα μεταβίβαση, (δ) διάταγμα διατάττον την μεταβίβαση του διαμερίσματος στην Αιτήτρια ή διαζευκτικά (ε) γενικές αποζημιώσεις, (στ) αποζημιώσεις ένεκα παράνομης πρόκλησης σε παράβαση σύμβασης, (ζ) παραδειγματικές αποζημιώσεις ένεκα συνωμοσίας προς καταδολίευση της Ενάγουσας, (η) νόμιμο τόκο και έξοδα. Ταυτόχρονα καταχώρισε και την παρούσα Αίτηση στις 8.7.2019 με την οποία αξιώνεται: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους προσωπικά και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπηρέτες αυτών και/ή οποιοδήποτε απ'αυτούς από το να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, εκχωρήσουν, διαθέσουν, υποθηκεύσουν, επιβαρύνουν, δωρίσουν, κατέχουν, χρησιμοποιούν, ενοικιάσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή προβούν σε οποιαδήποτε πράξη αναφορικά με το πιο κάτω περιγραφόμενο ακίνητο μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου το παρακάτω περιγραφόμενο ακίνητο:
  4. Διαμέρισμα με αρ. 6 ανώγειο επί της Πολυκατοικίας XXXXX εις Αγία Νάπα με Αριθμό Εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 0 -1-2905-3735, Τμήμα 12, Τεμάχιο XXXXX στην Αγία Νάπα, Επαρχίας Αμμοχώστου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζονται και/ή να απαγορεύεται στους Εναγόμενους από του να παρενοχλούν (molesting) και/ή να αναμιγνύονται (interfere) με την Ενάγουσα και/ή να την απειλούν είτε την ίδια είτε προφορικά είτε με ενέργειες τους και /ή τον εκάστοτε ενοικιαστή του διαμερίσματος που αναφέρεται στο Αιτητικό Α, μέχρι εκδικάσεως και τέλειας αποπερατώσεως της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζονται και/ή να απαγορεύεται στους Εναγόμενους από του να μεταβαίνουν και /ή να εισέρχονται στο διαμέρισμα που αναφέρεται στο Αιτητικό Α. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη αναφορικά και/ή σε σχέση με το διαμέρισμα που αναφέρεται στο Αιτητικό Α ανωτέρω. Ε. Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω διαταγή ή θεραπεία που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαια και εύλογο υπό τις περιστάσεις. ΣΤ. Δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Η Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ.6, στον περί Δικαστηρίων Ν.14/60, Άρθρα 31, 32 και 42, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1, 2, 3, 4, 8 και
  5. Δ.64 και στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Αιτήτριας τα οποία έχουν ως ακολούθως: «
  6. Είμαι η Ενάγουσα στη πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγή. 2.Κατά ή περί την 7/9/1979 ο Εναγόμενος 1 αγόρασε δυνάμει συμφωνίας από την εταιρεία R.M.D. (TOURISTIC) LIMITED ένα διαμέρισμα με αρ. 6 ανώγειο επί της Πολυκατοικίας XXXXX εις Αγία Νάπα με Αριθμό Εγγραφής 0/ XXXXX, Φ/Σχ. 0 -1-2905-3735, Τμήμα 12, Τεμάχιο XXXXX στην Αγία Νάπα, Επαρχίας Αμμοχώστου. (από τούδε και στο εξής θα αναφέρεται ως ''το ακίνητο'' ) . Επισυνάπτω ως Τεκ.1 αντίγραφο συμφωνίας ημερ.7/9/1979 3.Κατά ή περί την 14/5/1986 ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε στον Εναγόμενο 2 όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απέρρεαν από το έγγραφο που υπογράφηκε μεταξύ του και της R.M.D. (TOURISTIC) LIMITED (το οποίο αναφέρεται στην Παράγραφο 2 ανωτέρω).Επισυνάπτω ως Τεκ.2 αντίγραφο εγγράφου ημερ.14/5/1986 4.Κατά ή περί την 28/6/1986 δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ο Εναγόμενος 2 μου πώλησε το ρηθέν ακίνητο για το ποσό των £10.000 (Δέκα Χιλιάδες Λίρες). Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας ο Εναγόμενος 2 όφειλε να μου εκδώσει εγγυητική επιστολή ύψους 10.000 Λ.Κ προς εξασφάλιση μου σε σχέση με την μεταβίβαση του τίτλου στο όνομα μου. Επισυνάπτω ως Τεκ.3 αντίγραφο εγγράφου ημερ. 28/6/1986
  7. Έλαβα κατοχή του πιο πάνω ακινήτου περί τα τέλη Ιουνίου -αρχές Ιουλίου του
  8. 6.Παρά το γεγονός ότι κατέβαλα δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας το ποσό 6.600 Λ.Κ σε σχέση με τις συμβατικές μου υποχρεώσεις ο Εναγόμενος 2 κατά παράβαση ουσιωδών όρων της πιο πάνω συμφωνίας ουδέποτε μου έκδωσε την εγγυητική επιστολή ως όφειλε αλλά ούτε και μου μεταβίβασε το τίτλο του ακινήτου. 7.Παρά τις συνεχείς οχλήσεις μου όσο και του δικηγόρου μου προς τον Εναγόμενο 2 ώστε να αποπληρωθεί το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ 3.400 και/ή το ισόποσο € 5.814 και να εκδοθεί εγγυητική μέχρι την μεταβίβαση του τίτλου δεν υπήρχε καμία ανταπόκριση. Επισυνάπτω σχετικές επιστολές του δικηγόρου μου ως Τεκ.
  9. 8.Κατά ή περί την 24/2/2010 ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε την Αγωγή XXXXX/2010 εναντίον μου η οποία τελικώς απερρίφθη με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 20/10/2017 (Λεπτομέρειες κατωτέρω) . Επισυνάπτω αντίγραφο της απόφασης ως Τεκ.
  10. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΓΩΓΗΣ 1357/2010 I. Η Αγωγή καταχωρήθηκε την 24/2/2010 και ο Ενάγοντας (XXXXX Καλλής) απαιτούσε (α) το υπόλοιπο του τιμήματος εκ ΛΚ 3,700 πλέον τόκο προς 7% για τις καθυστερημένες δόσεις σύμφωνα με τα πιο πάνω από την ημερομηνία που οφείλονται αυτές μέχρι την 24/2/10 (σύνολο €27,962) (β) αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και mesne profits ύψους €73.906 και (γ) κενή κατοχή. II. Το Δικαστήριο εκδίδοντας την απόφαση στην αγωγή την 20/10/17 αφού έκανε εύρημα, ότι η συμφωνία δεν τερματίσθηκε απόρριψε την αγωγή όσο και την ανταπαίτηση. 9.Μετά την έκδοση της απόφασης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς το πραγματικό υπόλοιπο που του όφειλα καθώς ο κ. Εναγόμενος 2 ζητούσε υπέρογκα ποσά τόκων, προσπάθησα να έρθω σε επικοινωνία με τον Εναγόμενο 2 για να διευθετήσει την μεταβίβαση του Διαμερίσματος μου στο όνομα μου και να του καταβάλω το υπόλοιπο ποσό που όφειλα χωρίς όμως οποιαδήποτε ανταπόκριση. 10.Αργότερα πληροφορήθηκα ότι η Εταιρεία RMD Touristic Ltd μεταβίβασε το ρηθέν διαμέρισμα στoν Εναγόμενο 1 αντί να μεταβιβάσει αυτό στον Εναγόμενο 2 και ακολούθως σε μένα δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών . Ο δε Εναγόμενος 1 μεταβίβασε δια δωρεάς στην Εναγόμενη 3 η οποία τυγχάνει θυγατέρα του Εναγόμενου 2 και αδελφότεκνη του Εναγόμενου
  11. 11.Οι εν λόγω ενέργειες των Εναγόμενων έγιναν προς καταδολίευση μου και κατά παράβαση των συμφωνιών και με σκοπό να με αποκλείσει από το μεταβιβαστεί το ρηθέν διαμέρισμα επ' ονόματι μου, ειδικά αφού έχασε την αγωγή με την οποία ζητούσε χρήματα πέραν από τα συμφωνηθέντα και παρά τις προσπάθειες και την θέληση μου να πληρώσω το υπόλοιπο της συμφωνίας. 12.Η μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι της Εναγόμενης 3 αποτελεί παράβαση των συμφωνιών ημερ. 14/5/1986 και 28/6/1986 εγένετο καταδολιευτικά και σε συνομωσία των μερών με σκοπό να βλάψουν τα νόμιμα συμβατικά δικαιώματα μου, αποτελούν δε εξ'όσον με πληροφορούν οι δικηγόροι μου ποινικά αδικήματα αφού παραβιάζουν το Άρθρο 302 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι δεν είχαν δικαίωμα να μεταβιβάσουν το διαμέρισμα επ' ονόματι της Εναγόμενης 3 γιατί όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της μεταβιβάστηκαν στο όνομα μου, δυνάμει των συμφωνιών. 13.Με την μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 3 δια δωρεάς οι Εναγόμενοι έχουν παραβεί τις συμβατικές τους υποχρεώσεις τερματίζοντας παράνομα τη συμφωνία με το αποξενώσουν το ακίνητο.
  12. Η μεταβίβαση του διαμερίσματος από τους Εναγόμενους 1 και 2 στην Εναγόμενη 3 εγένετο σε συνομωσία μεταξύ των Εναγόμενων για να με αποκλείσουν από όσα δικαιούμαι. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ I. Οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι το διαμέρισμα αγοράσθηκε από μένα το οποίο το κατέχω μέχρι και σήμερα ήτοι για περίοδο 33 ετών. II. Οι Εναγόμενοι γνώριζαν την ύπαρξη του πωλητηρίου εγγράφου μεταξύ μου και του Εναγόμενου 2, γνώριζαν επίσης και την δικαστική υπόθεση και/ή αγωγή XXXXX/2010 εναντίον μου στην παρούσα και το αποτέλεσμα αυτής. III. Οι Εναγόμενοι για να με αποκλείσουν από το να διεκδικήσω το διαμέρισμα συνωμότησαν μεταξύ τους , ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε αυτό στην Εναγόμενη 3, θυγατέρα του Εναγόμενου 2 προς καταδολίευση μου ώστε να υπερκεράσουν τις συμφωνίες με δόλιο τρόπο και στην ουσία να μου κλέψουν το ακίνητο. IV. Ενώ γνώριζαν ότι δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών θα έπρεπε ο Εναγόμενος 2 στον οποίο είχαν εκχωρηθεί τα δικαιώματα του ακινήτου από τον Εναγόμενο 1 να μου μεταβιβάσει το ακίνητο δυνάμει της συμφωνίας ημερ.28/6/1986 αυτοί μεταβίβασαν το ακίνητο κατευθείαν από τον Εναγόμενο 1 στην Εναγόμενη 3 με σκοπό να με καταδολιεύσουν και να με αποκλείσουν από το ακίνητο μου το οποίο κατέχω εδώ και 33 χρόνια. V. Περαιτέρω η Εναγόμενη 3 μαζί με τους Εναγόμενους 1 και 2 εν γνώση της και χωρίς δικαιολογία προκάλεσε παράβαση δεσμευτικών συμφωνιών ημερ. 7/9/1979, 14/5/1986 και 28/6/1986 με αποτέλεσμα να υποστώ ζημιές και απώλειες και να με αποκλείσουν από το ακίνητο μου. 15.Οι Εναγόμενοι 1 - 3 γνωρίζοντας την σύμβαση που είχε ο Εναγόμενος 2 μαζί μου καθώς και την εκχώρηση των δικαιωμάτων του Εναγόμενου 1 προς τον Εναγόμενο 2 αναφορικά με το επίδικο ακίνητο προκάλεσαν την παράβαση της σύμβασης μεταξύ του Εναγόμενου 2 και μένα προκαλώντας μου ζημιά αποκλείοντας με ουσιαστικά από το ακίνητο μου και προσπαθώντας να το σφετεριστούν. 16.Όταν το θέμα της μεταβίβασης του ακινήτου περιήλθε στην αντίληψη μου συμπωματικά κατά τον Μάιο αμέσως ενημέρωσα τον δικηγόρο μου ο οποίος την 27η Μαΐου απέστειλε επιστολή στην Αστυνομία με την οποία την ενημέρωνε για όσα διαλήφθηκαν. Έκτοτε δεν είχαμε καμία ενημέρωση από την Αστυνομία . (Επισυνάπτω επιστολή ημερ.27/5/19 ως Τεκ.
  13. 17.Σε αυτό το σημείο να αναφέρω ότι το συγκεκριμένο ακίνητο το ενοικιάζω στην οικογένεια του XXXXX Ivaylo. O λόγος που το αναφέρω είναι γιατί προ ολίγον ημερών ήτοι την περασμένη εβδομάδα ο Εναγόμενος 2 μετέβηκε στην πολυκατοικία που είναι το ακίνητο και απειλούσε τον ενοικιαστή μου ότι αυτός είναι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου και απαιτούσε να του πληρώνει εκείνου το ενοίκιο και αν δεν του αρέσει να φύγει αλλιώς θα φέρει ανθρώπους να τον βγάλουν έξω αυτόν και την οικογένεια του. Ταυτόχρονα με απειλούσε ότι το ακίνητο είναι δικό του και αν θέλω να μου μεταβιβαστεί να του δώσω τα χρήματα που απαιτούσε με την αγωγή του πλέον τους παράνομους τόκους. Σε αυτό το σημείο να αναφέρω ότι δεν αρνήθηκα ποτέ να δώσω το υπόλοιπο της συμφωνίας όπως θα δείτε και από το Τεκ.4 όπου δήλωνα έτοιμη να τον πληρώσω εξ'όσον μου έκδιδε την εγγυητική ή εν πάσει περιπτώση μου μεταβίβαζε πράγμα το οποίο δεν έπραξε ποτέ. Αντιθέτως θυμήθηκε το 2010 να καταχωρήσει αγωγή εναντίον μου ζητώντας τόκους από το 1980 η οποία και απορρίφθηκε. 18.Αφού απορρίφθηκε η αγωγή του προέβηκε σε αυτές τις κινήσεις για να πάρει το ακίνητο με δόλιο τρόπο ή να πάρει χρήματα που δεν δικαιούται.
  14. Προ περίπου 4 ημερών και πάλι ο Εναγόμενος 2 μετέβηκε στο ακίνητο όπου απειλούσε τον ενοικιαστή να βγει έξω από το διαμέρισμα αν δεν του πλήρωνε εκείνου το ενοίκιο. Στο σημείο μετέβηκε ένας εκ των δικηγόρων μου ο οποίος όταν τον ρώτησε τι ζητούσε του απάντησε θέλω τα χρήματα της αγωγής πλέον τους τόκους από '80 , πλέον τα έξοδα που πληρώθηκαν στην R.M.D. (TOURISTIC) LIMITED κατά την μεταβίβαση του διαμερίσματος από την εταιρεία στον Εναγόμενο 1 τα οποία όπως ανάφερε ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 τα πλήρωσε ο ίδιος. Καθίσταται σαφές ότι ο Εναγόμενος 2 προχωρώντας στις πράξεις που αναφέρω ανωτέρω προσπαθεί εκβιαστικά να λάβει χρήματα που δεν του οφείλονται χωρίς ο ίδιος να τηρήσει τα συμφωνηθέντα ήτοι να μου εκδώσει εγγυητική ή τίτλο με μοχλό πίεσης την μεταβίβαση του ακινήτου στην κόρη του Εναγόμενη 3, το οποίο δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν θα μεταβιβαστεί παρακάτω ή πωληθεί σε κάποιο καλόπιστο τρίτο. Οι Εναγόμενοι έχουν ήδη αποξενώσει το ακίνητο από μένα και υπάρχει ο κίνδυνος να πωληθεί ή να μεταβιβαστεί και σε τρίτα πρόσωπα καθιστώντας αδύνατη την μετέπειτα ανατροπή των μεταβιβάσεων αφού ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 απείλησε ότι θα πεί της κόρης του Εναγόμενης 3 να το μεταβιβάσει παρακάτω. 20.Περαιτέρω η επιθετική συμπεριφορά του Εναγομένου 2 προς τον ενοικιαστή μου μπορεί να εκτροχιάσει την κατάσταση . Για να γίνει αντιληπτό στο περιστατικό που αναφέρω ανωτέρω αναγκαστήκαμε να καλέσουμε την Αστυνομία καθώς η κατάσταση έτεινε να εκτροχιαστεί με τον Εναγόμενο 2 να φωνασκεί και να απειλεί ενώ εισήλθε και εντός του διαμερίσματος δήθεν ως ιδιοκτήτης . Περαιτέρω σε πολλές περιπτώσεις παίρνει τηλέφωνο τον Ενοικιαστή είτε στο κινητό είτε την εργασία του εξ'όσον με πληροφόρησε ο ενοικιαστής επαναλαμβάνοντας τις απειλές του που ανάφερα ανωτέρω και τον παρενοχλεί ενώ προσπάθησε να εισέλθει τουλάχιστον 2 φορές εντός του διαμερίσματος την ώρα που ο ενοικιαστής απουσίαζε από το διαμέρισμα αλλά η οικογένεια του ήταν μέσα. 21.Υπάρχει δε η πιθανότητα μέσω του εκφοβισμού και των απειλών του Εναγόμενου 2 ο ενοικιαστής μου να αποφασίσει να εγκαταλείψει το ακίνητο. Σταμάτησε να πληρώνει τα ενοίκια λόγω του εκφοβισμού και του γεγονότος ότι ο Εναγόμενος 2 του δηλώνει ότι είναι ο ιδιοκτήτης και ότι αυτός δικαιούται τα ενοίκια ή την κατοχή του διαμερίσματος. Ο ίδιος ο ενοικιαστής βρίσκεται σε μεγάλη αμηχανία αφού από την μία έχει συμφωνία ενοικίασης μαζί μου και από την άλλη ο Εναγόμενος 2 τον απειλεί να του πληρώνει εκείνου το ενοίκιο αφού είναι ιδιοκτήτης ως ισχυρίζεται ή να εγκαταλείψει το ακίνητο και γι αυτό τον λόγο κατακρατεί τα ενοίκια Ιουνίου-Ιουλίου και δεν τα έχει πληρώσει μέχρι στιγμής. 22.Περαιτέρω παρά την συζήτηση μέσα στην προηγούμενη εβδομάδα του Εναγόμενου 2 και ενός εκ των δικηγόρων μου όπου ο δικηγόρος μου του ανάφερε ότι αν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά αυτή είναι μεταξύ εμού και εκείνου ζητώντας του να παύσει να παρενοχλεί τον ενοικιαστή και ενώ του υποσχέθηκε να μην τον ξαναενοχλήσει εντούτοις μετά από 2 μέρες επανάλαβε αυτό παρενοχλώντας το στην εργασία του ζητώντας το ενοίκιο και/ή να εγκαταλείψει το ακίνητο και αν δεν το πράξει θα τον βγάλει ο ίδιος.
  15. Περαιτέρω ως με πληροφορούν οι Δικηγόροι μου και αληθινά πιστεύω υπάρχει επείγον θέμα προς εκδίκαση, άμεσα προέβηκα στη λήψη μέτρων εναντίων των Εναγόμενων καθώς ως αναφέρεται στις παραγράφους πιο πάνω υπάρχει σοβαρό η Εναγόμενη να μεταβιβάσει ή αποξενώσει ή δωρίσει ή άλλως πως διαθέσει το ακίνητο το οποίο στην ουσία αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής προκειμένου να εμποδίσει την ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης ήθελε ενδεχομένως εκδοθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο υπέρ μου εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με αποτέλεσμα να υποστούμε ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση μας. 24.Ειλικρινά πιστεύω έχω πολύ καλή βάση αγωγής και ορατές πιθανότητες επιτυχίας. 25.Ειλικρινά πιστεύω ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα εμφανώς υπάρχει ο κίνδυνος σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί απόφαση υπέρ μου από το Σεβαστό Δικαστήριο εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, να είναι δύσκολο και/ή αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να ικανοποιηθεί η απόφαση και έτσι να μην αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή υπάρχει η πιθανότητα να υποστώ ανεπανόρθωτη ζημιά αφού δυνατό να απωλέσω το ακίνητο μου αφενός , το δε θέμα είναι κατεπείγον. 26.Περαιτέρω ως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και ειλικρινά πιστεύω με την αίτηση μου για την έκδοση των ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων το Σεβαστό Δικαστήριο δεν καλείται να αποφασίσει επί της ουσίας της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. 27.Περαιτέρω ως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου και ειλικρινά πιστεύω βάση των όσων αναφέρω πιο πάνω και των επισυναπτόμενων Τεκμηρίων στην παρούσα ένορκη δήλωση μου, πληρούνται οι προϋπόθεσης τις οποίες θέτει η σχετική Νομοθεσία και Νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 28.Ως εκ των ανωτέρω και εξ' όσων οι Δικηγόροι με πληροφορούν και ειλικρινά πιστεύω, είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.» Με αυτή επισυνάπτονται έξι τεκμήρια, αναφορά στα οποία θα γίνει κατωτέρω, όπου τούτο χρειάζεται. Ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ ου η αίτηση (στο εξής Καθ΄ ου η αίτηση 2) καταχώρισε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 16.7.
  16. Η ένσταση βασίζεται στα Άρθρα 2, 4, 5, 21, 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα Άρθρα 16

(1), 26
(1)28, 30 του Συντάγματος, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Άρθρα 2, 4, 5, 6, 7 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ 1-4, 8 και 9, Δ.64 και επί της Πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου και της Νομολογίας. Οι λόγοι ένστασης έχουν ως κατωτέρω: «
  1. Είναι 2ος εναγόμενος στην πιο πάνω υπόθεση και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης.
  2. Η υπόθεση εναντίον του 1ου εναγομένου δεν έχει καμία βάση ούτε μπορεί να εκδοθεί διάταγμα, αφού είναι παραδεκτό ότι το διαμέρισμα δεν είναι εγγεγραμμένο επ΄ ονόματί του.
  3. Η υπόθεση δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον του Εναγόμενου
  4. Όσο αφορά την προηγούμενη αγωγή την οποία επικαλείται η ενάγουσα, είναι φανερό ότι με την απόφαση απερρίφθη οποιαδήποτε ανταπαίτηση. Αν η ενάγουσα είχε οποιοδήποτε δικαίωμα για να αξιώσει μεταβίβαση του διαμερίσματος και ειδική εκτέλεση, κάτι το οποίο αρνείται, και πάλι η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να το προωθήσει με οποιαδήποτε αγωγή μετά την XXXXX/
  5. Πράγματι, στην αγωγή εκείνη θα μπορούσε να αξιώσει εδική εκτέλεση (αν είχε τέτοιο δικαίωμα) αλλά δεν το έπραξε. Ως εκ τούτου ,αυτό αποτελεί δεδικασμένο πλέον για την ενάγουσα (res iudicata).
  6. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αξιούσα υπέρογκα ποσά και ότι προσφέρεται να μου καταθέσει τα οφειλόμενα. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Αρκεί απλώς να διαβαστεί το τεκμήριο 9 της ένορκης δήλωσής της το οποίο στην παράγραφο 3 αναφέρει ότι το υπόλοιπο που παραμένει είναι €3.
  7. Παραγνωρίζει η ενάγουσα τη συμφωνία την οποία παραθέτει η ίδια σαν Τεκμήριο 3 (πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 26.06.1986 στο οποίο αναφέρει ότι κάθε δόση μέχρι τελείας εξοφλήσεως φέρει τόκο 7%). Πάντοτε, η ενάγουσα δεν ήθελε να πληρώσει τους τόκους.
  8. Ως εκ των ανωτέρω, η ενάγουσα παρακρατεί το διαμέρισμα και, αντίθετα, εισπράττε προς όφελος της ενοίκια, όπως η ίδια ισχυρίζεται, τα οποία αποστερήθηκε ο Εναγόμενος
  9. ΟΙ ισχυρισμοί της ενάγουσας περί συνωμοσίας δεν έχουν καμία αλήθεια. Απλούστατα, η ενάγουσα δεν πλήρωνε το ποσό ου όφειλε σύμφωνα με τη συμφωνία και το οποίο περιλάμβανε τόκους.
  10. Η ενοικιαστική αξία του διαμερίσματος είναι €500 την οποία, ο Εναγόμενος 2 ως δικαιούχος και, ύστερα, η 3η εναγόμενη ως ιδιοκτήτρια δικαιούνται να εισπράττουν.
  11. Όλοι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας για ενοικίαση δεν είναι αποδεκτοί. Παρατηρείται ότι η ενάγουσα δεν επισύναψε οποιοδήποτε ενοικιαστήριο, ούτε και ανέφερε καν το ποσό του μηνιαίου ενοικίου.
  12. Όσο αφορά τους ισχυρισμούς για παρενόχληση του ενοικιαστή και για έκδοση σχετικού διατάγματος, αυτοί είναι άσχετοι αφού, πέραν του ότι είναι αναληθείς, ο ενοικιαστής δεν είναι ενάγων και επομένως δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο. Περαιτέρω προς τα πιο πάνω, η ενάγουσα δεν αναφέρει ούτε την χρονική διάρκεια της ισχυριζόμενης μίσθωσης, ούτε το εισπραττόμενο ενοίκιο. 10.Η υπόθεση είναι πάρα πολύ παλιά και δεν υπάρχει τίποτε το επείγον στην υπόθεση. 11.Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ενάγουσα δεν δικαιούται να λάβει το αξιούμενο διάταγμα. 12.Γι΄ αυτό ζητά την βοήθεια του Δικαστηρίου.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση 2 και έχουν ως ακολούθως: «
  13. Είμαι ο 2ος εναγόμενος στην πιο πάνω υπόθεση και γνωρίζω τα γεγονότατης υπόθεσης.
  14. Η υπόθεση δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον μου. Όσο αφορά την προηγούμενη αγωγή την οποία επικαλείται η ενάγουσα, είναι φανερό ότι με την απόφαση απερρίφθη οποιαδήποτε ανταπαίτησις. Αν η ενάγουσα είχε οποιοδήποτε δικαίωμα για να αξιώσει μεταβίβαση του διαμερίσματος και ειδική εκτέλεση, κάτι το οποίο αρνούμαι, και πάλι η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να το προωθήσει με οποιαδήποτε αγωγή μετά την XXXXX/
  15. Πράγματι, στην αγωγή εκείνη θα μπορούσε να αξιώσει ειδική εκτέλεση (αν είχε τέτοιο δικαίωμα) αλλά δεν το έπραξε. Ως εκ τούτου, αυτό αποτελεί δεδικασμένο πλέον για την ενάγουσα (res iudicata).
  16. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αξιούσα υπέρογκα ποσά και ότι προσφέρεται να μου καταθέσει τα οφειλόμενα. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Αρκεί απλώς να διαβαστεί το Τεκμήριο 9 της ένορκης δήλωσής της το οίο στην παράγραφο 3 αναφέρει ότι το υπόλοιπο που παραμένει είναι €3.
  17. Παραγνωρίζει η ενάγουσα τη συμφωνία την οποία παραθέτει η ίδια σαν Τεκμήριο 3 (πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 26.06.1986 στο οποίο αναφέρει ότι κάθε δόση μέχρι τελείας εξοφλήσεως φέρει τόκο 7%). Πάντοτε, η ενάγουσα δεν ήθελε να πληρώσει τους τόκους.
  18. Ως εκ των ανωτέρω, η ενάγουσα παρακρατεί το διαμέρισμα και, αντίθετα, εισπράττει προς όφελος της ενοίκια, όπως η ίδια ισχυρίζεται, τα οποία αποστερήθηκα προσωπικά ίδιος.
  19. Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας περί συνωμοσίας δεν έχουν καμία αλήθεια. Απλούστατα, η ενάγουσα δεν πλήρωνε το ποσό που όφειλε σύμφωνα με τη συμφωνία και το οποίο περιλάμβανε τόκους.
  20. Η ενοικιαστική αξία του διαμερίσματος είναι €500 την οποία, εγώ ως δικαιούχος και, ύστερα, η 3η εναγόμενη ως ιδιοκτήτρια δικαιούμαστε να εισπράττουμε.
  21. Όλοι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας για ενοικίαση δεν είναι αποδεκτοί. Παρατηρείται ότι η ενάγουσα δεν επισυνήψε οποιοδήποτε ενοικιαστήριο, ούτε κα ανέφερε καν το ποσό του μηνιαίου ενοικίου.
  22. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς για παρενόχληση ου ενοικιαστή και για έκδοση σχετικού διατάγματος, αυτοί είναι άσχετοι αφού, πέραν του ότι είναι αναληθείς, ο ενοικιαστής δεν είναι ενάγων και επομένως δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο. Περαιτέρω προς τα πιο πάνω, η ενάγουσα δεν αναφέρει ούτε την χρονική διάρκεια της ισχυριζόμενης μίσθωσης, ούτε το εισπραττόμενο ενοίκιο.
  23. Περαιτέρω, η υπόθεση είναι πάρα πολύ παλιά και δεν υπάρχει τίποτε το επείγον στην υπόθεση.
  24. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ενάγουσα δεν δικαιούται να λάβει το αξιούμενο διάταγμα.
  25. Γι΄ αυτό ζητώ την βοήθεια του Δικαστηρίου.» Οι Εναγόμενοι 1 και 3 - Καθ΄ ων η αίτηση (στο εξής Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3) καταχώρισαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 25.7.
  26. Η παρούσα ένσταση βασίζεται στα Άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ.6, στον περί Δικαστηρίων Ν. 14/1960, Άρθρα 31, 32 και 42, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, Δ.64 και στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι έχουν ως εξής: «
  27. Είναι η 3η εναγομένη στην παρούσα υπόθεση και έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί και από τον 1ο εναγόμενο να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  28. Γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υποθέσεως και έχει συμβουλευθεί τους δικηγόρους της όσον αφορά τα νομικά θέματα.
  29. Ουδεμία μεταβίβαση έγινε σε αυτήν με οποιοδήποτε απώτερο ή άλλο συνομωτικό ή καταδολιευτικό σκοπό. Αντίθετα, ο,τιδήποτε έγινε, ήταν νόμιμο και φυσιολογικό.
  30. Ο 1ος εναγόμενος δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα επί του διαμερίσματος το οποίο της έχει μεταβιβάσει και έτσι θα είναι μάταιο να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα σχετικά με το (α) της αιτήσεως εναντίον του.
  31. Ούτε και εναντίον της θα πρέπει να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα για το λόγο ότι ουδεμία συμβατική σχέση είχε με την ενάγουσα και ουδεμία καταδολιευτική πράξη ετέλεσε ή ήθελε να τελέσει σχετικά με το διαμέρισμα. Η αιτήτρια δεν έχει βάση αγωγής εναντίον της.
  32. Όπως φαίνεται και από την ένορκη δήλωση της εναγούσης ουδείς ισχυρισμός προβάλλεται ότι είτε ο 1ος εναγόμενος, είτε αυτή παρενόχλησαν με οποιονδήποτε τρόπο την ενάγουσα ή οποιονδήποτε τυχόν ενοικιαστή της. Ως εκ τούτου, ούτε και οι άλλες αξιούμενες θεραπείες έχουν οποιαδήποτε βάση.
  33. Γι΄ αυτό ζητά τη βοήθεια του Δικαστηρίου. » Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Καθ΄ης η αίτηση 3 η οποία έχει ως πιο κάτω: «Είμαι η 3η εναγόμενη στην παρούσα υπόθεση και έχω δεόντως εξουσιοδοτηθεί και από τον 1ο εναγόμενο να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  34. Γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υποθέσεως και έχω συμβουλευθεί τους δικηγόρους μου όσον αφορά τα νομικά θέματα.
  35. Ουδεμία μεταβίβαση έγινε σε εμένα με οποιοδήποτε απώτερο ή άλλο συνομωτικό ή καταδολιευτικό σκοπό. Αντίθετα, ο,τιδήποτε έγινε, ήταν νόμιμο και φυσιολογικό.
  36. Ο 1ος εναγόμενος δε έχει οποιοδήποτε δικαίωμα επί του διαμερίσματος το ποίο μου έχει μεταβιβάσει και έτσι θα είναι μάταιο να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα σχετικά με το (α) της αιτήσεως εναντίον του.
  37. Ούτε και εναντίον μου θα πρέπει να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα για το λόγο ότι ουδεμία συμβατική σχέση είχα με την ενάγουσα και ουδεμία καταδολιευτική πράξη ετέλεσα ή ήθελα να τελέσω σχετικά με το διαμέρισμα. Η αιτήτρια δεν έχει βάση αγωγής εναντίον μου.
  38. Όπως φαίνεται και από την ένορκη δήλωση της εναγούσης ουδείς ισχυρισμός προβάλλεται ότι είτε ο 1ος εναγόμενος, είτε εγώ παρενοχλήσαμε με οποιονδήποτε τρόπο την ενάγουσα ή οποιονδήποτε τυχόν ενοικιαστή της. Ως εκ τούτου, ούτε και οι άλλες αξιούμενες θεραπείες έχουν οποιαδήποτε βάση.» ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο δικηγόρος της Αιτήτριας στην αγόρευση του αφού επισημαίνει τι ζητείται με αυτή, στη συνέχεια καταπιάνεται με τις αρχές που διέπουν το θέμα έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων με αναφορά σε σχετική νομολογία. Δίδει ιδιαίτερη έμφαση στην υπόθεση, A.N. STASIS ESTATES CO. LTD ν. EDWARD MICHAEL TOMLIN κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ, από την οποία παραθέτει τόσο επιγραμματική αναφορά σε σχέση με το δεδικασμένο, όσο και απόσπασμα από αυτή, για να σημειώσει ότι στην παρούσα υπόθεση προκύπτει νέα βάση αγωγής λόγω περαιτέρω παράβασης. Το ακίνητο, ως αναφέρει, αντί να μεταβιβαστεί στον Εναγόμενο 2 και ακολούθως στην Ενάγουσα, μεταβιβάστηκε κατ΄ ευθεία στην Καθ' ης η αίτηση 3, (εννοεί) από τον Καθ΄ ου η αίτηση 1, με σκοπό να υπερκεράσει τη μεταξύ των μερών συμφωνία. Αναφέροντας γιατί δεν κατατέθηκε η σύμβαση στο Κτηματολόγιο με βάση το ΚΕΦ.232 δικαιολογεί τούτο, ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 2 δεν ήταν ιδιοκτήτης κατά τον επίδικο χρόνο. Αγοραστής του διαμερίσματος από την εταιρεία RMD (Touristic) Ltd (Ιδιοκτήτης) ήταν ο Καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος εκχώρησε τα δικαιώματα του στον Καθ΄ ου η αίτηση 2, ως εξάγεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, το ακίνητο δηλαδή που όλοι οι Καθ΄ ων η αίτηση συνωμότησαν για να αποξενώσουν και να εγγραφεί επ΄ ονόματι της Καθ΄ ης η αίτηση 3. Περαιτέρω σημειώνει ότι η αγωγή βασίζεται στο αστικό αδίκημα της συνωμοσίας για καταδολίευση της Αιτήτριας. Το δικαίωμα δε της Αιτήτριας για ειδική εκτέλεση βασίζεται στο Άρθρο 76 του περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ.149, γιατί δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για ειδική εκτέλεση σύμφωνα με τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81
(1)/2011, αφού εισηγείται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία. Κατά την άποψη του είναι εύλογο και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Από την αντίπερα όχθη, ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 με την αγόρευση του, αφού προβαίνει σε αναφορά και αυτός για τις προϋποθέσεις που χρειάζονται ούτως ώστε να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, προβάλλει ότι το διαμέρισμα είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση 3 και ως εκ τούτου δεν θα ήταν δυνατό να εκδοθεί διάταγμα εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 1 με το οποίο να εμποδίζεται να μεταβιβάσει τούτο, αφού δεν είναι δυνατό αυτός να μεταβιβάσει ή να διαθέσει ή να επιβαρύνει ή να πράξει οτιδήποτε άλλο σχετικό με αποξένωση του διαμερίσματος, ενώ αναφέρεται ότι τα Δικαστήρια δεν εκδίδουν διατάγματα επί ματαίω. Προς τούτο, παραθέτει σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο Ερωτοκρίτου και Αρτέμης, Διατάγματα από τη σελίδα 69‑
  1. Όσον αφορά την Καθ' ης η Αίτηση 3, προβάλλει ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός για οποιανδήποτε συμφωνία μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση
  2. Η Καθ' ης η Αίτηση 3, απλώς είναι το πρόσωπο στο οποίο έγινε η μεταβίβαση του διαμερίσματος και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε υπόθεση εναντίον της και γι' αυτό θα πρέπει να απορριφθεί η Αίτηση. Σε σχέση με τον Καθ' ου η Αίτηση 2, αφού επίσης γίνεται αναφορά στις προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων και επίσης αναφορά από τη σελίδα 119 και 120 του αναφερθέντος πιο πάνω βιβλίου, αναφέρει ότι το διαμέρισμα δεν είναι επ' ονόματι του, αλλά επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση 3 και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό ο Καθ' ου η Αίτηση 2 να προβεί σε αποξένωση του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Αναφέρεται δε και πάλι, στο θέμα ότι δεν εκδίδονται από τα Δικαστήρια διατάγματα επί ματαίω, με αναφορά επίσης στο σύγγραμμα που έχει αναφερθεί προηγουμένως. Σε ό,τι αφορά την παρενόχληση προς τον ενοικιαστή, αναφέρει ότι αυτοί είναι ισχυρισμοί αόριστοι και γενικοί και εν πάση περιπτώσει, δεν θα πρέπει να γίνουν δεχτοί από το Δικαστήριο. Ζητείται δε η απόρριψη της Αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ‑ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ας σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), ότι η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στην υπόθεση. Σημειώνω εδώ, αφού αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης τα Άρθρα 4 και 5 του ΚΕΦ. 6, ότι το Άρθρο 4 του ΚΕΦ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς, ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και μπορεί να εκδοθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ v. Αρίστης Κώστα Ευθυμίου
(2009)1(Α) ΑΑΔ 234. Το Άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγομένου ή σε σχέση με την οποία ο Εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκτός εάν (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την αποξένωση σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης. Το Άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του Άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του Άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα Άρθρα 4 και 5 του ΚΕΦ. 6 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Kyriacos A. Lakatamitis v. Georghios Theodorou
(1983)1 CLR 520). Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Ν.14/60, το οποίο αναφέρεται σ' οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557). Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 132). Το Άρθρο 32 του Ν.14/1960 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ' αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ' αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231, The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Loizos Stavrinou v. Stavros Chr. Asproghenis
(1985)1 CLR 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(E) ΑΑΔ 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) ΑΑΔ 225, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, Αντώνης Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 AAΔ 1040, Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1262, Νέστωρας Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1(Β) 1 ΑΑΔ 816, Προκόπης Μελανθίου v. Μελάνθης Μελανθίου
(2011)1(Γ) 1 ΑΑΔ 2342 και Μάριος Αποστόλου v. Ροδούλας Ιωάννου
(2012)1(Α) 1 ΑΑΔ 604. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή (ανωτέρω), παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 CLR 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). (Α) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557 και Μαργαρίτα Χρίστου Πουργουρίδη κ.ά. v. Θέμιδος Βάσου Μέζου κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ.ά. v. Άννα Χρυσάνθου κ.ά
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του Άρθρου 32
(1)Ν.14/1960 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του Εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον Ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317, 324, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848, ειπώθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Ιωάννης Κυριάκου Όξυνος κ.ά. v. Μαρίας Ρόλη Λου
(2011)1 ΑΑΔ 1066, P & MA. Restaurant Limited κ.ά. v Eric John Wakehah, Πολ. Έφεση 286/10, ημερ. 22/2/13, και Πέτρος Κωμοδρόμος v. Πάνου Παπαναστασίου, Πολ. Έφεση 110/10, ημερ. 3/1/14). Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν' αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές, βλέπε γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 CLR 578 και Chandubhai Bhimjiyani v. Solon Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και την υπόθεση Αντώνη Χ''Κωνσταντή ν. Μαργαργίτας Χ''Κωνσταντή
(1998)1 ΑΑΔ 1827 στην οποία, όμως, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Έχει λεχθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα εκκρεμούσης της αγωγής όπου το αιτούμενο διάταγμα ζητά το ίδιο διάταγμα στην αγωγή του. Δεν αποκλείει όμως τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ως εκείνο που ζητείται διά της αγωγής, όπου τα γεγονότα το επιτρέπουν, ασκώντας το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία. ................................ Το θέμα αυτό κατά συνέπεια επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (ανωτέρω), με επίκληση της υπόθεσης Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββας κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1(B) 1245, 1265-1257, αναφέρθηκε ότι: «Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι ένα διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.» Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, σελ. 267-8, Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2015. Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω), ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά., υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. v. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653, όπου λέχθηκε ότι: «.. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το Διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.» Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων, όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Δ.39 κ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1858). Η αγωγή όσον αφορά τον Καθ΄ ου η αίτηση 2 έχει ως βάση το έγγραφο ημερομηνίας 14.5.1986 με το οποίο ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 μεταβίβασε τα δικαιώματα που είχε από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 7.9.1979 και το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 28.6.1986 με το οποίο ο Καθ΄ ου η αίτηση 2 πώλησε το διαμέρισμα στην Αιτήτρια. Εναντίον όλων των Καθ΄ων η αίτηση 1, 2 και 3 η αγωγή έχει ως βάση τη συνωμοσία. Ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση και δη του Καθ' ου η Αίτηση 2, εισηγήθηκε ότι εφαρμόζεται η αρχή του δεδικασμένου και αυτό λόγω του ότι εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή αριθμός 1357/10 Ε.Δ. Αμμοχώστου στις 20/10/2017 με την οποίαν απορρίφθηκε η ανταπαίτηση της Αιτήτριας. Από την άλλην, όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως, στην αγόρευση του ο δικηγόρος της Αιτήτριας, με αναφορά στην υπόθεση A. Ν. STASIS, ανωτέρω, εισηγήθηκε ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής εφόσον προέκυψε θέμα νέας παράβασης και επίσης ότι στην απόφαση εκείνη, αναφέρθηκε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2, δεν είχε τερματίσει τη συμφωνία. Έτσι θα εξεταστεί αυτό το θέμα πρώτα. ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ Το κώλυμα (estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός ή άλλως πως είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. Το κώλυμα μπορεί να πάρει μια από τις εξής μορφές: (α) Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (estoppel by record). (β) Κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (estoppel by deed). (γ) Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct). Η έννοια του δεδικασμένου έχει διάφορες όψεις ή καλύτερα μπορεί να λάβει διάφορες μορφές και τυγχάνει εφαρμογής είτε σε σχέση με την αιτία της αγωγής (cause of action) (βλ. υπόθεση Thoday v. Thoday
(1964)1 ALL ER341, 352), όπως υιοθετήθηκε στην υπόθεση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. Του Πλοίου Sapphire Seas
(2002)1 ΑΑΔ 1563, στην οποία αναφέρθηκε ότι «εν όψει της δημιουργίας κωλύματος αναφορικά με την αιτία αγωγής, η Τράπεζα κωλύεται από το να επαναφέρει το θέμα, για να πετύχει το αυτό αποτέλεσμα ήτοι απόφαση εναντίον του Εναγομένου πλοίου. Μια τέτοια πορεία θα εξουδετέρωνε την αρχή της τελεσιδικίας», είτε σε σχέση με συγκεκριμένο επίδικο θέμα (issue) (βλ. υπόθεση MILLS v. Cooper
(1967)2 ALL ER 100, Marinos Pieris v. The Republic of Cyprus
(1983)3 ΑΑΔ 1054, Παναγιώτης Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670, Κλεάνθης Ηλία Γεωργίου v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1995)3 ΑΑΔ 349 και Rose Δάμτσα v. Πέτρου Δάμτσα (αρ. 2)
(2006)1 ΑΑΔ 1389). Η εφαρμογή του κανόνα αυτού προϋποθέτει την ύπαρξη των εξής στοιχείων, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ηλίας Μ. Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 768, Ανδρέας Κανάρης ν. Μιχάλη Λοΐζου κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 599, Borna Alikhani, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Hossein Alikhani v. Γεώργιου Προδρόμου
(2012)1 ΑΑΔ 657 και Αντριανή Χαραλάμπους v. Μαρίας Χαραλάμπους
(2008)1 ΑΑΔ 1298, στην οποία γίνεται επισκόπηση της προηγούμενης νομολογίας:
(1)Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη.
(2)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων.
(3)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας διαδίκων.
(4)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων της πρώτης και της δεύτερης αγωγής.
(5)Ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προηγούμενη απόφαση είχε δικαιοδοσία να εκδώσει την απόφαση. Στην υπόθεση Γεωργίου v. Βωνιάτη
(1978)2 JSC 239 ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κος Αρτεμίδης, Επαρχιακός Δικαστής όπως ήταν τότε, το έθεσε ως εξής: «Το αντικείμενο της διένεξης πρέπει να είναι το ίδιο και στις δύο δίκες, και πρέπει να ήταν επίδικο μπροστά σε ένα Δικαστήριο που είχε αρμοδιότητα να το κρίνει και το αποτέλεσμα ήταν τελεσίδικο ώστε να δεσμεύει όλα τα Δικαστήρια.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670, η οποία επαναβεβαιώθηκε και υιοθετήθηκε από μεταγενέστερες αποφάσεις λέχθηκαν τα εξής στη σελίδα 677: «... δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. Natwest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί ....». Στην υπόθεση K.S.R. Commercio E Emdustria de Papel S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 309, τονίσθηκε η σημασία της αρχής και τέθησαν τα όρια μέχρι τα οποία εκτείνεται. Σ' αυτήν ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.» Βλέπε και Χριστοφή (Παπέττας) v. Σ. & Μ. Φλοκκάς Λτδ κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1703, Κλεόπα v. Αντωνίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 58 και Υπουργός Εσωτερικών v. Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120. Στην υπόθεση Avgousta Κ. Theori a.a. v. Maroulla A. Djoni a.a.
(1984)1 CLR 296, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού υιοθέτησε την υπόθεση Henderson v. Henderson (1843-1860) 1 All ER 378 θεώρησε ότι η αρχή του δεδικασμένου δεν τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε θέματα που εξετάσθηκαν στην πρώτη διαδικασία αλλά εκτείνεται και σε θέματα τα οποία θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί στην πρώτη διαδικασία αν οι διάδικοι ασκούσαν δέουσα επιμέλεια. Η αρχή του δεδικασμένου στοχεύει να προστατεύσει ένα διάδικο από την ανάγκη να υποχρεωθεί να προστατεύσει τον εαυτό του δύο φορές (βλ. Odger's on Pleadings and Practice, 22η Έκδοση, σελ. 188, και δημιουργήθηκε από την ανάγκη της τελεσιδικίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και δεν κατατέθηκαν τα δικόγραφα της αγωγής 1357/2010 Ε. Δ Αμμοχώστου, εντούτοις κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 στην Αίτηση, η απόφαση ημερομηνίας 20.10.2017, από την οποίαν προκύπτει ξεκάθαρα ότι αυτά τα οποία αξιώνονται τώρα από την Αιτήτρια, θα μπορούσαν να αξιωθούν στην αγωγή 1357/2010, ανταπαιτητικά αφού στις σελίδες 16‑18 της απόφασης, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η Εναγόμενη, που μπορούσε να αξιώσει αποζημιώσεις από τον Ενάγοντα λόγω της παραβίασης από πλευράς του ουσιώδη όρου της σύμβασης, αν υπέστη ζημιά, δεν διεκδίκησε μία τέτοια θεραπεία ούτε και παρουσίασε ως προς τούτο μαρτυρία κατά τη δίκη, αλλά διεκδίκησε θεραπείες που δεν μπορούν να της αποδοθούν και γι' αυτόν τον λόγο η ανταπαίτηση της αποτυγχάνει και απορρίπτεται.» Καταρχήν, δεν θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Άρθρου 76 του ΚΕΦ. 149, παρά το γεγονός ότι οι τυπικές του προϋποθέσεις πληρούνται, να διατάξει την ειδική εκτέλεση της υπόσχεσης του Ενάγοντα να παράσχει στην Εναγόμενη την τραπεζιτική εγγύηση λόγω (α) του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τότε που η Ενάγουσα θα μπορούσε να κινήσει διαδικασία θεραπείας της παράλειψης του Ενάγοντα διά της ειδικής εκτέλεσης της εν λόγω υπόσχεσης του, αλλά παρέμεινε άπραχτη. Παράλειψη σημειώνεται πέραν των 30 ετών (βλέπε στο σύγγραμμα του Π. Γ. Πολυβίου το Δίκαιο των Συμβάσεων Β' Τόμος σελίδα 793 και στο σύγγραμμα P. H The Quality and Below Of Trust ένατη έκδοση σελίδες 653‑655) και (β) επειδή βρίσκω ότι η έκδοση και η παροχή μίας τραπεζιτικής εγγυητικής, είναι ένα ζήτημα που δεν μπορεί εύκολα και αποτελεσματικά να εποπτευθεί ή επιλυθεί από το Δικαστήριο στη συνέχεια της απόφασης του, εφόσον είναι κατ' ουσίαν μία σύμβαση που θα εκδοθεί από ένα τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό του Ενάγοντα για πληρωμή ενός ποσού που αντιστοιχεί στο τίμημα πώλησης του διαμερίσματος που περιλαμβάνει όρους, έχει διάρκεια που πρέπει να καθοριστεί και τις πλείστες φορές, χρειάζεται να ανανεώνεται κατά διαστήματα (βλέπε στο σύγγραμμα του Π. Γ. Πολυβίου το Δίκαιο των Συμβάσεων Β' Τόμος σελίδα 790 και στο σύγγραμμα Polo The Contract and Specific 14η έκδοση στις αντιληπτές 1940 και 1941) και τέλος δεν θεωρώ ότι μπορεί να διαταχθεί η έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα της Εναγόμενης, επειδή αντικείμενο της σύμβασης, είναι η πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, γεγονός που σημαίνει ότι κατά τον χρόνο που τα μέρη προσέρχονταν σε αυτήν, τύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου ΚΕΦ. 232 που ήταν τότε σε ισχύ χωρίς να έχει τηρηθεί η πρόνοια του Κεφαλαίου 232 για κατάθεση της σύμβασης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης (δεν μου παρουσιάστηκε τέτοια μαρτυρία) ώστε αυτή να είναι δεχτική ειδικής εκτέλεσης δυνάμει αποφάσεως και σχετικού διατάγματος Δικαστηρίου. Για τον ίδιο μάλιστα λόγο (ήτοι ότι η σύμβαση έχει αντικείμενο της την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας) σημειώνεται, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του προαναφερόμενου άρθρου 76 του Κεφαλαίου 149 που επίσης ρυθμίζουν το ζήτημα της ειδικής εκτέλεσης σύμβασης (ήτοι σύμβαση που το αντικείμενο της είναι άλλο από αυτό της πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας) Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, απαίτηση και ανταπαίτηση απορρίπτονται.» Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δεν έχει αποφασιστεί αυτό το θέμα, δηλαδή της μη δυνατότητας μεταβίβασης του διαμερίσματος, είτε με βάση το ΚΕΦ. 232, ως τροποποιήθηκε με τον Ν.81
(1)/2011, είτε στη βάση του Άρθρου 76 του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149, όταν γίνεται ρητή αναφορά σε αυτά τα δύο θέματα στην πρωτόδικη απόφαση που έχει αναφερθεί αμέσως προηγουμένως, στο σχετικό απόσπασμα από αυτήν. Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, (βλ. Παμπορίδης, ανωτέρω) το δεδικασμένο επεκτείνεται και καλύπτει και αξίωση που μπορούσε να αξιωθεί στην πρώτη αγωγή ή ανταπαίτηση. Ασφαλώς τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου όσον αφορά τον Καθ' ου η Αίτηση 2, άσχετα αν σε αυτήν την αγωγή συμπεριλαμβάνονται άλλα δύο άτομα, που ως θα εξηγήσω κατωτέρω, το κοινό θέμα των τριών αυτών ατόμων, όπως δηλώθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και όπως φαίνεται και στη δικογραφία και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και στην αγόρευση του κ.Γεωργίου, είναι η συνομωσία και επομένως δεν πληρείται ούτε καν η πρώτη προϋπόθεση. Σημειώνω εδώ, ιδιαίτερα, ότι με τα αιτούμενα διατάγματα, ζητείται να απαγορεύεται στους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3, η μη αποξένωση, πώληση, μεταβίβαση, εκχώρηση, διάθεση, υποθήκευση, επιβάρυνση, δωρεά, κατοχή, χρησιμοποίηση, ενοικίαση του διαμερίσματος, αλλά το διαμέρισμα είναι επ' ονόματι μόνο της Καθ' ης η Αίτηση 3. Αν θα είχε κάποιο νόημα να ζητείται έκδοση διατάγματος, θα ήταν μόνο σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση 3 επ' ονόματι της οποίας βρίσκεται το διαμέρισμα, αφού πώς θα ήταν δυνατό κάποιος που δεν είναι κύριος του διαμερίσματος, να ζητείται η παρεμπόδιση του να το αποξενώσει με οποιονδήποτε τρόπο. Όσον αφορά το δεύτερο αιτούμενο διάταγμα με το οποίο ζητείται η παρεμπόδιση ή η απαγόρευση στους Καθ' ων η Αίτηση να παρενοχλούν ή να αναμειγνύονται με την Αιτήτρια και/ή να την απειλούν είτε την ίδια, είτε προφορικά, είτε με ενέργειες τον εκάστοτε ενοικιαστή του διαμερίσματος που αναφέρεται στο αιτητικό Α μέχρι εκδίκασης και τελείας αποπεράτωσης της παρούσης αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, σημειώνεται και τονίζεται ότι η παρενόχληση με όποιον τρόπο, αν έγινε, αυτή, ήταν προς τον ενοικιαστή και άρα αν προκύπτει οποιοδήποτε ζήτημα, αφορά τον ενοικιαστή και όχι την Αιτήτρια. Το ότι ο ενοικιαστής παραπονέθηκε στην Αιτήτρια, αυτό δεν την καθιστά και το πρόσωπο που δέχτηκε την παρενόχληση. Όσον αφορά το τρίτο αξιούμενο διάταγμα με το οποίο ζητείται να εμποδίζονται ή να απαγορεύεται στους Καθ' ων η Αίτηση να μεταβαίνουν και/ή να εισέρχονται στο διαμέρισμα που αναφέρεται στο αιτητικό A, αφού την κατοχή την έχει ο ενοικιαστής, αν κάποιος θα έπρεπε να αποταθεί στο Δικαστήριο, αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, θα ήταν ο ίδιος ο ενοικιαστής, τονίζω αν ευσταθεί, εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Το ιδιοκτησιακό δικαίωμα που πιθανόν να έχει κατ΄ αυτή, και δεν αποφασίζεται τώρα τούτο, η Αιτήτρια, δεν μπορεί να επεκτείνεται μετά την ενοικίαση και σ' αυτό το μέρος, των δικαιωμάτων εννοείται. Μόνο σε κάποιες περιπτώσεις ο ιδιοκτήτης έχει δικαίωμα από παράνομη επέμβαση, όπως έχει και ο κάτοχος, να προβεί σε δικαστικά διαβήματα, αλλά δεν ισχύει τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατ' επέκταση, τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ισχύουν και για το τέταρτο εκζητούμενο διάταγμα, το οποίο να αναφέρω, ότι είναι πολύ γενικό αφού ζητείται από το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα που να απαγορεύει στους Καθ' ων η Αίτηση να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη αναφορικά ή και σε σχέση με το διαμέρισμα που αναφέρεται στο αιτητικό A. Όσον αφορά την υπόθεση A. Ν. Stasis Estates Co Ltd που αναφέρθηκε ανωτέρω, τα γεγονότα ήταν διαφορετικά από την παρούσα περίπτωση, όπου εκεί οι εφεσίβλητοι είχαν εξοφλήσει το τίμημα και επίσης, μετά την έκδοση της απόφασης, οι εφεσίβλητοι με επιστολή ημερομηνίας 20.08.1991, κάλεσαν και πάλι τους Εφεσείοντες να μεριμνήσουν, ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση εντός νέας τακτείσας προθεσμίας. Οι εφεσείοντες, δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν, γι' αυτό εν τέλει, οι εφεσίβλητοι με επιστολή ημερομηνίας 17.04.1992, τερμάτισαν τη σύμβαση, εν συνεχεία καταχώρησαν την αγωγή με την οποίαν αξίωσαν αποζημιώσεις για παράβαση της τερματισθείσας πλέον σύμβασης. ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ Όσον αφορά τη συνομωσία, στην Κύπρο δεν υφίσταται νομοθετική πρόνοια αναφορικά με αυτό το αστικό αδίκημα, όμως αναγνωρίζεται από το Κοινοδίκαιο και εφαρμόζεται και στην Κύπρο δυνάμει του Άρθρου 29(γ) του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, σχετική είναι η υπόθεση Paikos v. Κοντομηνιώτης
(1989)1 CLR 50. Στην υπόθεση Mulchy v. R [1868] L.R. 3 (HL) 306, 317, η Βουλή των Λόρδων όπως αναφέρεται στην υπόθεση (Bhandari v. Advocates Committee [1956] 1 W.L.R. 1442 έδωσε τον εξής ορισμό στη συνωμοσία. «A conspiracy consists not merely of the intention of two or more, but in the agreement of two or more to do an unlawful act, or to do a lawful act by unlawful means. I have used the word "combination" rather than the word "agreement" used in that definition and by Lord Simon LC, because the word "agreement" in this context does not mean an agreement in any contractual sense but a combination and common intention to do the act which is the object of the alleged conspiracy. That Lord Simon LC was so using the word is, in my opinion, clear from later passages in his speech: see also the other speeches in the Croffer Hand Woven case
(1942)LR 3 HL 306 at 317.» (βλ. επίσης Belmont Finance Corporation v Williams Furniture Ltd (No.2)
(1980)1 All E.R. 303). Για να επιτύχει σε θεραπεία η Ενάγουσα, ισχυριζόμενη εις βάρος της συνωμοσία, θα πρέπει, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα «Halsbury's Laws of England», 4η έκδοση, Reissue, Τόμος 45
(2), para. 697, να θεμελιώσει: «
  1. an agreement between two or more persons;
  2. either, where the means are lawful, an agreement the real and predominant purpose of which is to injure the claimant or, where the means are unlawful, an agreement a purpose of which is to injure the claimant; and
  3. that acts done in execution of that agreement resulted in damage to the claimant.» Σε μετάφραση στην Ελληνική: «
  4. συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων·
  5. είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα· και
  6. πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα.» Η Αιτήτρια για να πετύχει στην αγωγή της για συνομωσία σε βάρος της από τους Καθ' ων η Αίτηση, θα πρέπει σύμφωνα με το Halsbury' s Law of England τέταρτη έκδοση τόμος 45.2 παράγραφος 697, να αποδείξει ότι υπάρχει συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων, είτε όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον Ενάγοντα, είτε όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον Ενάγοντα και πράξεις που τελέστηκαν σε εκτέλεση της συμφωνίας, είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς στον Ενάγοντα, σχετική είναι η υπόθεση Χριστοφόρου και άλλων v. Barclays Bank PLC (2009 1 Α. Α.Δ.25). Από το δεύτερο συστατικό στοιχείο διαφαίνεται ότι υπάρχουν δύο ειδών συνωμοσίες για πρόκληση βλάβης σε κάποιο. Αυτή που η προώθηση του κοινού σκοπού γίνεται με νόμιμα μέσα και αυτή που η προώθηση του κοινού σκοπού, επιτυγχάνεται με παράνομα μέσα. Στην πρώτη περίπτωση, για να δημιουργείται αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι η ζημιά που προκλήθηκε ήταν ο κυρίαρχος σκοπός της συνωμοσίας. Δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση οφείλει η Αιτήτρια να αποδείξει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν πρόθεση να προκαλέσουν ζημιά στην Αιτήτρια. Δεν θα προχωρήσω να προβώ σε περαιτέρω ανάλυση της έννοιας της συνωμοσίας, μήπως και θεωρηθεί ότι εισέρχομαι στην ουσία της υπόθεσης, με βάση τη συνομωσία. Στη σελίδα 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και κάτω από τον τίτλο "Λεπτομέρειες", καταγράφονται οι ισχυρισμοί που κατά την Αιτήτρια αποτελούν τα γεγονότα που αναδεικνύουν τη συνομωσία. Εξετάζοντας τα στοιχεία αυτά που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως είναι αυτά που ανέφερα αμέσως προηγουμένως, και τα επισυναπτόμενα, με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση Τεκμήρια, καθώς και τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις δύο ενστάσεις, όπως και το περιεχόμενο της απόφασης ημερομηνίας 20.10.2017 στην αγωγή με αριθμό XXXXX/10 Ε. Δ Αμμοχώστου, στην οποία έγινε αναφορά προηγουμένως και αφορά την Αιτήτρια, που επιγραμματικά αναφέρω ότι σε αυτή έχει ήδη γίνει αναφορά τόσο στο ΚΕΦ.232, όσο και στο Άρθρο 76 του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149, γιατί δεν θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα μεταβίβασης του διαμερίσματος στο όνομα της Ενάγουσας και τι αξιώνεται με την παρούσα αγωγή και πού στηρίζεται η υπό κρίση Αίτηση, φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, στα πλαίσια των παραμέτρων της Αίτησης που τώρα το Δικαστήριο εξετάζει, ότι δεν στοιχειοθετείται η συνομωσία που καταλογίζει η Αιτήτρια στους Καθ' ων η Αίτηση. Αλλά κι αν ακόμη φαινόταν στοιχειοθέτηση της συνωμοσίας, σε καμία περίπτωση δεν παρατίθενται στοιχεία ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να αποζημιωθεί η Αιτήτρια από τους Καθ' ων η Αίτηση. Η εισήγηση του κ. Γεωργίου για πιθανή αποξένωση του διαμερίσματος από την Καθ' ης η Αίτηση 3, χωρίς κανένα συγκεκριμένο στοιχείο, δεν μπορεί να αιτιολογήσει την προϋπόθεση που αμέσως προηγουμένως ανέφερε το Δικαστήριο, στα πλαίσια των δεδομένων που αναφέρονται αμέσως πιο πάνω. Ως εκ της πιο πάνω κατάληξης, δεν χρειάζεται να εξεταστεί το εύλογο και δίκαιο σύμφωνα με τη νομολογία. Με όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Με προβλημάτισε το θέμα των εξόδων, ενόψει του ότι καταχωρήθηκαν δύο ενστάσεις, δικαιολογημένα μεν αφού ο διορισμός του δικηγόρου από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3 έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο απ' ό,τι ο διορισμός του Καθ' ου η Αίτηση 2, ήτοι στις 25.07.2019 και 16.07.2019, αντίστοιχα. Από την άλλην όμως, φαίνεται ότι σχεδόν είναι ταυτόσημες οι ενστάσεις, πέραν βέβαια των όσων σχετίζονται με τον Καθ' ου η Αίτηση 2 που ήταν διάδικος στην αγωγή XXXXX/2010 Ε.Δ. Αμμοχώστου. Έτσι έχοντας υπόψη τη Διαταγή 59 και τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία αυτό το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και έχοντας υπόψη ότι σε τέτοιες περιπτώσεις τα έξοδα για έναν διάδικο που κερδίζει είναι περί τις €2.000 και με σκοπό την κάλυψη των εξόδων, ετοιμασίας και καταχώρησης της δεύτερης ένστασης και των παρουσιάσεων εις το Πρωτοκολλητείο προς τούτο και κάποιων μη κοινών εμφανίσεων στο Δικαστήριο για όλους τους Καθ΄ ων η Αίτηση, επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση 2 και εναντίον της Αιτήτριας, το ποσό των €1.500 συν ΦΠΑ, και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3 και εναντίον της Αιτήτριας €1.200 συν ΦΠΑ καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.