ASTRO BANK PLC ν. RIMESSA LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1646/2014, 6/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1646/2014 Μεταξύ: USB BANK PLC Ενάγουσα -και-
- RIMESSA LTD
- XXXXX Χαραλάμπους
- XXXXX Θεοδώρου Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.3.2019 Μεταξύ: ASTRO BANK PLC Ενάγουσα -και-
- RIMESSA LTD
- XXXXX Χαραλάμπους
- XXXXX Θεοδώρου Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6 Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Αδ. Λάντος για Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 3: κα Οικονόμου για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 κ.6) αξιώνει, εναντίον των εναγομένων 1 και 3, ομού και κεχωρισμένα, (αφού εναντίον του εναγομένου 2 εκδόθηκε απόφαση στις 15.9.2015, ως το αιτητικό 16 Α της Έκθεσης Απαίτησης) δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού εναντίον των εναγομένων 1 και 3 για το ποσό των €1.341,98 με τόκο 11,25% από 1.10.2014 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και σύμβασης δανείου ημερομηνίας 26.6.2012 με την εναγόμενη 1 και σύμβαση εγγύησης με τον εναγόμενο 3, το ποσό των €172.573,29 πλέον τόκο 11,45% ετησίως από 23.10.2014 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιουμένου του τόκου δύο φορές το χρόνο, ήτοι την 30/6/ και 31/12/ εκάστου έτους και εναντίον της εναγομένης 1 ως το Αιτητικό 16 Γ της Έκθεσης Απαίτησης, διάταγμα εκποίησης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχέδιο 2-200-288-379, Τεμάχιο XXXXX, έκτασης 653τ.μ., Δήμος Παραλιμνίου μερίδιο όλο της Επαρχίας Αμμοχώστου το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη αριθμός ΥXXXXX/2008, δυνάμει σύμβασης υποθήκης ημερομηνίας 1.12.2008 και σύμβασης και δήλωσης υποθήκης ακινήτου ιδίας ημερομηνίας. Με την Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 3 παραδέχονται τις παραγράφους 1 και
- Αν και παραδέχεται η εναγόμενη 1 ότι αιτήθηκε πιστωτικών διευκολύνσεων αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των παραγράφων 3 και 4 όπως και των υπολοίπων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης που σχετίζονται με τον τρεχούμενο λογαριασμό και τη σύμβαση δανείου, προβάλλοντας ότι ουδέποτε συνήφθηκε νόμιμα οποιαδήποτε συμφωνία. Ο εναγόμενος 3 αρνείται ότι υπέγραψε, νόμιμη σύμβαση εγγύησης και αν αποδειχθεί τούτη τότε δεν ήταν με την ελεύθερη βούληση του και ως εκ τούτου άκυρη. Η εναγόμενη 1 προβάλλει ότι δεν υπέγραψε νόμιμη σύμβαση υποθήκης και/ή έγινε χωρίς την ελεύθερη βούληση της. Οι εναγόμενοι 1 και 3 αγνοούν την παράγραφο 10 ενώ απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των παραγράφων 11, 12 και 13 της Έκθεσης Απαίτησης και ειδικότερα ότι η ενάγουσα απέστειλε τις επιστολές και/ή ότι αυτοί παρέλαβαν τις επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού και ότι τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και επίσης περιέχουν παράνομες χρεώσεις και τόκους. Με την απάντηση της, στην Υπεράσπιση, η ενάγουσα αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτήν. Ουσιαστικά δε παραπέμπει σε όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δύο
(2)μάρτυρες, τον XXXXX Κοσιή (ΜΕ1), του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασής του αποτέλεσε δήλωση-κατάθεση του ως Έγγραφο Α, στην οποία ανέφερε ότι εργάζεται στην ενάγουσα ως λειτουργός στο τμήμα επιχειρήσεων στο Παραλίμνι. Επίσης εξήγησε την αλλαγή επονομασίας που έλαβε η ενάγουσα μέχρι την ημέρα που έδινε τη μαρτυρία του και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 σχετικό πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος. Ακόμη κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 η Ατομική Διοικητική Πράξη 4888 ημερομηνίας 25.1.2019 για τη μεταβίβαση των εργασιών της USB Bank PLC στην ASTRO BANK LIMITED. Η ενάγουσα παραχώρησε δάνειο ύψους €138.000, δυνάμει σύμβασης δανείου ημερομηνίας 26.6.2012, στην εναγόμενη 1, Τεκμήριο 4, κατόπιν αίτησης της ημερομηνίας 5.6.2012, η οποία εγκρίθηκε από την ενάγουσα στις 22.6.2012 με επιστολή που απέστειλε στην εναγόμενη 1 η οποία παραλήφθηκε στις 26.6.2012, ότε και υπέγραψε η εναγόμενη 1 αποδεχόμενη την προσφορά και όρους δανείου, Τεκμήριο
- Σχετική απόφαση της εναγόμενης 1 για τη σύναψη δανείου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η εναγόμενη 1 για επιπρόσθετη εγγύηση και εξασφάλιση των υποχρεώσεων της προς την ενάγουσα υπέγραψε έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 1.12.2008 και ενέγραψε δυνάμει σύμβασης και δήλωσης υποθήκης ακινήτου την 1.12.2008 την υποθήκη με αρ. ΥXXXXX/2008 για το ποσό των €168.000.- στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Επίσης για περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση οι εναγόμενοι 2 και 3 κατόπιν αποδοχής σχετικής προσφοράς και όρους της επιστολής ημερομηνίας 11.3.2011, Τεκμήριο 7, υπέγραψαν προσωπική εγγύηση ύψους €166.000.- ημερομηνίας 11.3.2011, Τεκμήριο
- Ακόμη υπέγραψε και παραχώρησε η εναγόμενη 1 ομόλογα επιβάρυνσης, Τεκμήρια 9, 10 και
- Να σημειωθεί ότι κατόπιν αίτησης από την εναγόμενη 1 προς την ενάγουσα ημερομηνίας 21.10.2008 ανοίχθηκε τρεχούμενος λογαριασμός χωρίς όριο παρατραβήγματος για την εναγόμενη 1, Τεκμήριο
- Επειδή οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση δανείου, η ενάγουσα αφού έστειλε επιστολές ημερομηνίας 24.4.2014, Τεκμήριο 12 και ημερομηνίας 15.5.2014, Τεκμήριο 13, με τις οποίες τους ενημέρωναν για τη μη πληρωμή των δόσεων, στη συνέχεια τερμάτισαν τις πιστωτικές διευκολύνσεις και λογαριασμούς με επιστολή ημερομηνίας 1.7.2014, Τεκμήριο 14, προς τους εναγόμενους 1, 2 και 3 και ακολούθησε η παρούσα αγωγή, με την οποία αξιώνεται το ποσό των €1.341,98 ως υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού και το ποσό των €172.573,29 ως υπόλοιπο του δανείου, εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 και εκποίηση της υποθήκης εναντίον της εναγομένης
- Κατέθεσε ως Τεκμήρια 15 και 16 αναλυτική κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού και του δανείου, αντίστοιχα και ως Τεκμήρια 17 και 22 αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού του δανείου. Επίσης κατέθεσε για το λογαριασμού του δανείου πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ.
- Μετά την έγερση της αγωγής δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό. Ως εκ τούτου αξιώνεται το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό δανείου €273.588.- πλέον τόκο 10,95% από 16.4.2019 μέχρι εξόφλησης των τόκων κεφαλαιοποιημένων κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, εναντίον των εναγομένων 1 και 3, το ποσό του τρεχούμενου λογαριασμού €4.956,18 συν τόκο 11,25% από 15.4.2018, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, εναντίον της εναγόμενης 1, το διάταγμα εκποίησης της υποθήκης ΥXXXXX/2008 εναντίον της εναγόμενης 1 που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης και τα δικηγορικά έξοδα. Δηλώθηκε από το δικηγόρο της ενάγουσας ότι δεν αξιώνεται το ποσό του τρεχούμενου λογαριασμού εναντίον του εναγόμενου
- Κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκε τόσο η αναγκαιότητα όσο και η νομιμότητα του ανοίγματος τρεχούμενου λογαριασμού από την εναγόμενη 1 με αναφορά στη μη προσκόμιση των συγκαταθέσεων του 2008, αφού η ΜΕ1 προσκόμισε τις συγκαταθέσεις ημερομηνίας 15.3.2011, καθώς και τη νομιμότητα της συμφωνίας δανείου. Επίσης αμφισβητήθηκε η αποστολή και η παραλαβή των επιστολών Τεκμήρια 12, 13 και 14, ήτοι σε σχέση με την αποστολή ότι αποστάληκαν στην ορθή διεύθυνση και για την παραλαβή ότι αυτές ουδέποτε παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους 1 και 3 και το συμπέρασμα ότι εκ της μη επιστροφής τους πίσω στην ενάγουσα σημαίνει ότι παραλήφθηκαν, αφού οι επιστολές με συνηθισμένο ταχυδρομείο δεν επιστρέφονται πίσω. Ακόμη κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκε το ίδιο το ποσό, όπως και οι χρεώσεις και ο τόκος επί του ποσού του τρεχούμενου λογαριασμού, αφού η ενάγουσα επέβαλλε τόκο κάθε μήνα και όχι κάθε έξι
(6)μήνες, οι οποίες χρεώσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από το Τεκμήριο
- Σε ότι αφορά το ποσό του δανείου και του τόκου που επιβλήθηκε επί αυτού, η συνήγορος των εναγομένων υπέβαλε στη ΜΕ1 ότι τούτα είναι λανθασμένα και αυτό φαίνεται από την ίδια την κατάσταση λογαριασμού που προσκόμισε η ενάγουσα ως Τεκμήριο, υποβολή η οποία απορρίφθηκε από την ΜΕ
- Ο επόμενος και τελευταίος μάρτυρας για την ενάγουσα ήταν ο XXXXX Χ»Δημητρίου, ΜΕ2, ο οποίος ανέφερε ότι εργάζεται στην υπηρεσία μη εξυπηρετούμενων δανείων, τομέας επιχειρήσεων, στην ενάγουσα, στην Λευκωσία, στα καθήκοντα του οποίου είναι η ετοιμασία και η αποστολή επιστολών. Αφού είδε τα Τεκμήρια 12, 13 και 14, αναγνώρισε την υπογραφή του επί αυτών, λέγοντας ότι αποστάληκαν με απλό ταχυδρομείο στις διευθύνσεις των εναγομένων 1 και 3 όπως αυτές τους κοινοποιήθηκαν και φαίνονται στα διάφορα έγγραφα που υπέγραψαν. Οι επιστολές αυτές, Τεκμήρια 12, 13 και 14, δεν επιστράφηκαν πίσω στην ενάγουσα. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι αυτός τις τοποθέτησε στο φάκελο και ο κλητήρας τις πήρε στο ταχυδρομείο. Επανέλαβε ότι δεν επιστράφηκαν πίσω, κάτι που συμβαίνει και με το απλό ταχυδρομείο, όταν είναι άγνωστη ή λανθασμένη διεύθυνση. Στην υποβολή ότι δεν επιστρέφονται πίσω με απλό ταχυδρομείο απάντησε ότι τούτο θα μπορούσε ο εναγόμενος 3 να τους το αναφέρει κατά τις διάφορες συναντήσεις που είχαν, αφού ενημέρωναν τον πελάτη τους ότι στάληκαν επιστολές και θα λαμβάνονταν μέτρα εναντίον του, αλλά δεν μπορούσε να θυμάται αν ανάφερε στον εναγόμενο 3 για τις επιστολές, όμως το πιο πιθανό θα του το ανέφερε. Για την υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 3 έδωσε μαρτυρία ο εναγόμενος 3, ΜΥ, του οποίου η κυρίως εξέταση του αποτέλεσε γραπτή δήλωση - κατάθεση του, Έγγραφο Β, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ήταν και εξακολουθεί να είναι ένας εκ των δύο διευθυντών της εναγόμενης
- Η εναγόμενη 1 σε κάθε ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα το Παραλίμνι. Η εναγόμενη 1 είναι σήμερα ανενεργή. Η εναγόμενη 1 αιτήθηκε το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού περί το 2008 αλλά ουδέποτε υπογράφηκαν σχετικά πρακτικά της εναγόμενης 1 το έτος 2008 και ουδέποτε υπογράφηκε νόμιμη και δεσμευτική συμφωνία. Εν πάση περιπτώσει ο τρεχούμενος λογαριασμός με αριθμό 14320149958812017 είναι χωρίς όριο παρατραβήγματος άρα είναι η θέση της εναγόμενης 1 ότι ένεκα τούτου δεν μπορεί να έχει αρνητικό υπόλοιπο, δηλαδή παρατράβηγμα. Επίσης η εναγόμενη 1 ουδέποτε συμφώνησε αλλά ούτε και ενημερώθηκε για οποιεσδήποτε χρεώσεις εξόδων και άλλων συναφών κονδυλίων στον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό. Επομένως όλες οι πράξεις και χρεώσεις του ρηθέντος λογαριασμού είναι αυθαίρετες και παράνομες. Το δάνειο έγινε για αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου και ήταν να χτιστεί σύμπλεγμα κατοικιών αλλά δυστυχώς ήρθε η οικονομική κρίση του 2013 και έπεσαν κατακόρυφα οι πωλήσεις των ακινήτων και δεν μπόρεσε να προχωρήσει με οτιδήποτε. Λόγω της εν λόγω κρίσης η εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει και έκτοτε είναι ανενεργή. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι σε σχέση με το λογαριασμό δανείου αριθμός XXXXX0001 έγιναν σοβαρές παράνομες υπερχρεώσεις ποσών και τόκων και δεν αποδέχεται τα ισχυριζόμενα ως οφειλόμενα ποσά. Περαιτέρω ανέφερε ότι η χρέωση του επιτοκίου σε σχέση και με τους δυο επίδικους λογαριασμούς είναι υπερβολικά ψηλή σε σημείο που το ζητούμενο υπόλοιπο του δανείου αριθμός XXXXX0001 είναι διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου. Επομένως είναι η θέση του ότι η ρήτρα για το επιτόκιο στη συμφωνία δανείου είναι επαχθής και καταχρηστική προς αυτό και την εναγόμενη
- Ουδέποτε έλαβε τις επιστολές ημερομηνίας 24.4.2014, 15.5.2014 και 1.7.2014 προσωπικά αλλά ούτε και εκ μέρους της εναγόμενης
- Επίσης ουδέποτε του αναφέρθηκε από οποιονδήποτε υπάλληλο της ενάγουσας η αποστολή των εν λόγω επιστολών. Εν πάση περιπτώσει από το 2012 μετακόμισε από την επαρχία Αμμοχώστου στην επαρχία Λάρνακας μόνιμα. Αρνείται ότι η ενάγουσα δικαιούται σε τόκο υπερημερίας γιατί δεν απέδειξε ότι έχει οποιαδήποτε ζημιά. Ως εκ των ανωτέρω είναι η θέση του ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται σε θεραπεία εναντίον της εναγόμενης 1 καθώς και εναντίον του προσωπικά και η αγωγή της πρέπει να απορριφθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η έδρα της εναγόμενης 1 «είναι γραμμένη στην οικία μου οδός XXXXX
- Είναι XXXXX στο XXXXX που ..» και μετά από ερώτηση είπε αριθμός 152, στο XXXXX. Στην ερώτηση αν συνεχίζει να είναι αυτή η διεύθυνση της εναγόμενης 1 μέχρι σήμερα, αν και προσπάθησε να δώσει μια διαφορετική εικόνα, τελικά παραδέχθηκε ότι δεν άλλαξε αυτή τη διεύθυνση στον Έφορο Εταιρειών, ούτε ειδοποίησε την ενάγουσα για αλλαγή διεύθυνσης της, ενώ κατατέθηκε ως Τεκμήριο 23 διαδικτυακή έρευνα ημερομηνίας 16.4.2019 στην οποία εμφαίνεται μεταξύ άλλων και η διεύθυνση έδρας της εναγόμενης
- Επίσης ανέφερε ότι η διεύθυνση που έδωσε στην ενάγουσα και στην οποία διέμενε ο ίδιος είναι η οδός XXXXX 66, XXXXX στον XXXXX, μέχρι που μετακόμισε στη XXXXX τον Μάρτιο του
- Όταν η εναγόμενη 1 έκανε το δάνειο 26.6.2012 δεν ενημέρωσε την ενάγουσα ότι άλλαξε διεύθυνση, αφού είχε μετακομίσει για ένα περιορισμένο χρόνο και μετά είχε επιστρέψει πίσω στην οδό XXXXX και γιατί κατοικούσε και στη XXXXX και στο XXXXX. Δεν ενθυμείτο αν μέχρι και σήμερα ενημέρωσε την ενάγουσα ότι άλλαξε διεύθυνση αλλά θα μπορούσε να το ελέγξει αυτό. Παραδέχθηκε ότι έγινε το δάνειο και ότι αυτό λήφθηκε, λέγοντας ότι χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του ακινήτου και ότι μέχρι σήμερα δεν εξοφλήθηκε. Στην ερώτηση «Δηλαδή συμφωνείτε ότι χρωστάτε το ποσό στην τράπεζα;» απάντησε «Ναι». Επίσης αναγνώρισε την υπογραφή του στα Τεκμήρια 3, 5, 6, 8 και 21, λέγοντας, όσον αφορά την υποθήκη, Τεκμήριο 6, ότι για να γίνει τούτο πήγαν στο κτηματολόγιο. Αφού ο δικηγόρος της ενάγουσας του υπέδειξε τα Τεκμήρια 12, 13 και 14 και τη διεύθυνση που αναφέρεται σε αυτές συμφώνησε ότι οι επιστολές αποστάληκαν στην διεύθυνση XXXXX 152 στο XXXXX για την εναγόμενη 1 και οδός XXXXX 66 στο XXXXX για τον ίδιο, για να πει όμως ότι όταν οι επιστολές ημερομηνίας 15.5.2014 και 1.7.2014 αποστάληκαν στην εν λόγω διεύθυνση διέμενε στη XXXXX, αλλά δεν ενημέρωσε την ενάγουσα για αυτό το γεγονός. Για να πει όμως στη συνέχεια ότι τούτο, δηλαδή ότι ενημέρωσε την ενάγουσα, δεν το έκανε γραπτώς αλλά τηλεφωνικά και οι υπάλληλοι της ενάγουσας το γνώριζαν τούτο. Στην ερώτηση, με αναφορά στον ισχυρισμό της παραγράφου 8 της έκθεσης υπεράσπισης που αναφέρεται σε παράνομες χρεώσεις, αν έχει ενημερωθεί ότι η ενάγουσα έκανε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού και σε αυτή δεν έγινε καμία χρέωση εκτός του επιτοκίου, είπε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει και έπρεπε να μιλήσει με τη δικηγόρο του. Η άποψη του για παράνομες χρεώσεις εδράζεται στο γεγονός ότι το ποσό των €138.000.- που έλαβε η εναγόμενη 1 έγινε €274.000.- και όχι σε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο. Στην υποβολή ότι στο ποσό των €138.000.- τοκιζόταν με το συμβατικό επιτόκιο 8.95% μέχρι πριν το τερματισμό και από την 1.9.2014 που τερματίστηκε η σύμβαση δανείου και λογαριασμού το οφειλόμενο ποσό τοκιζόταν με τόκο 10.95%, δηλαδή 8.95% συν 2% τόκο υπερημερίας και δεν επιβλήθηκε άλλη χρέωση σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, απάντησε ότι δεν ανέφερε ότι χρεώθηκε ο λογαριασμός με οτιδήποτε έξτρα, αλλά αναφέρθηκε στο επιτόκιο. Σε ότι αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό, ουσιαστικά στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν δεν απάντησε. Τέλος στην υποβολή ότι οι επιστολές Τεκμήριο 12, 13 και 14 που ταχυδρομήθηκαν με απλό ταχυδρομείο πήγαν στη διεύθυνση που έδωσαν απάντησε «Δεν διαφωνώ με τούτο». Ο δικηγόρος της ενάγουσας στην αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι το μόνο που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους ήταν η χρέωση του επιτοκίου, η μη αναγκαιότητα και νομιμότητα του τρεχούμενου λογαριασμού και η μη αποστολή ή/και παραλαβή των επιστολών, Τεκμήριο 12, 13 και
- Η θέση του δικηγόρου της ενάγουσας είναι ότι με βάση την προφορική και γραπτή μαρτυρία που παρουσίασε η ενάγουσα έχει αποδειχθεί η σύμβαση δανείου, ο τρεχούμενος λογαριασμός, ο τερματισμός τους, τα οφειλόμενα ποσά των λογαριασμών και το επιτόκιο με το οποίο χρεώνονταν οι λογαριασμοί, το οποίο ήταν σύμφωνα με τους σχετικούς όρους του τρεχούμενου λογαριασμού και της συμφωνίας δανείου, γι΄ αυτό και θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε από την μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καθώς και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Προς υποστήριξη των εισηγήσεων του παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία. Από την άλλη, η συνήγορος των εναγομένων 1 και 3 επικέντρωσε την προσοχή της και προώθησε με ανάλογη επιχειρηματολογία, την, κατά την άποψη της, μη απόδειξη του οφειλόμενου ποσού, όσον αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό αφού δεν κατατέθηκαν καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες να πληρούν τις επιτακτικές προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ. 9, ήτοι δεν αποτελεί το Τεκμήριο 15 αντίγραφο τραπεζικού βιβλίου της ενάγουσας και το Τεκμήριο 18 αναφέρεται μόνο στο δάνειο. Επίσης δεν κατατέθηκε η συμφωνία για τον τρεχούμενο λογαριασμό και δεν είναι ικανοποιητική η αναφορά του ΜΕ1 σε αίτηση της εναγόμενης 1 για τρεχούμενο λογαριασμό του έτους 2008 έλαβαν υπόψη πρακτικά της εναγόμενης 1 του 2006 και δεν αποδείχθηκε το ορθό και νόμιμο της χρέωσης του επιτοκίου που επέβαλλε η ενάγουσα στον ισχυριζόμενο τρεχούμενο λογαριασμό της εναγομένης 1, η οποία νομιμότητα, ως εξήγησε, δεν αποδείχθηκε και θα πρέπει η σχετική αξίωση της ενάγουσας να απορριφθεί. Περαιτέρω, με αναφορά στα Τεκμήρια 16, 17 και 22, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε το νόμιμο ισχυριζόμενο υπόλοιπο οφειλής ή το ύψος του υπολοίπου του δανείου, αφού χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό με μη ορθό και νόμιμο επιτόκιο, όταν το επιτόκιο που χρέωνε η ενάγουσα είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από το επιτόκιο που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ως αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο εκ της αναφοράς αυτής και τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/1999, τον περί Κεντρικής Τράπεζας Ν.138(Ι)/2002, ως τροποποιήθηκε με το Ν.34(Ι)/2007 και τον περί Υιοθέτησης του Ευρώ Ν.33(Ι)/
- Δεν παρέλειψε να υποδείξει το παράδοξο του οφειλόμενου ποσού με βάση τα Τεκμήρια 16, 17 και 22 και τον λανθασμένο υπολογισμό του επιτοκίου κάθε μήνα και όχι την κεφαλαιοποίηση του μόνο ανά εξάμηνο. Τέλος με παραπομπή στο έγγραφο εγγύησης, Τεκμήριο 8, εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να αξιώνει μεγαλύτερο ποσό από το ποσό των €166.000.-. Δεν παρέλειψε να επικαλεσθεί για τις θέσεις που εξέφρασε σχετικές αυθεντίες. Ως εκ τούτων ζητείται η απόρριψη της αγωγής. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Να σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000).» Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Στην υπόθεση Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Η πεποίθηση του Δικαστή πως ένας μάρτυρας λέγει την αλήθεια, ασφαλώς είναι το καλύτερο εχέγγυο της ετυμηγορίας του. Η πεποίθηση όμως αυτή δεν αρκεί να βεβαιώνεται αλλά και να αιτιολογείται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης όταν σ' αυτήν υπάρχουν γεγονότα που καθιστούν αναγκαία την αιτιολόγηση.» Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339 αναφέρθηκαν τα εξής: «Κατά δεύτερο λόγο, το πρωτόδικο Δικαστήριο πλημμελώς αξιολόγησε και απέρριψε τη μαρτυρία του Τσαππή με την απλή αναφορά ότι εδόθη στο Δικαστήριο η εντύπωση ότι ο μάρτυρας διακατεχόταν από εχθρικά αισθήματα για τον εφεσίβλητο και ότι δεν άφησε καλή εντύπωση. Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: "... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής." Πιο πρόσφατα ακόμη στην Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους.» Η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 165). Η λογική του πράγματος, δηλαδή των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν και περιστοιχίζουν όλη την έκταση της διαφοράς, μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη σκοπιά που κάθε ένας μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα, στο βαθμό που έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά, ανωτέρω), σε άμεση συσχέτιση βέβαια, αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι, με τους ισχυρισμούς και θέσεις όπως αυτές προβάλλονται στη δικογραφία, αφού μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Κούλλα Αντώνη Κουκούνη ν. A.N. Stasis Estates Co Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Στην υπόθεση Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941, αναφέρθηκε ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα έτσι ώστε η τελική απόφασή τους να περιέχει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα (βλ. Ιωάννης Αλεξάνδρου Χριστοδούλου ν. Κυριάκου Μηνά Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 552). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn [1894] 6 R.67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr. App. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69). Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τους ΜΕ1 και 2, εκ των οποίων της ΜΕ1 μέρος της μαρτυρίας της αποτέλεσε γραπτή δήλωση - κατάθεση της, Έγγραφο Α και του ΜΥ, του οποίου την κυρίως εξέταση του αποτέλεσε γραπτή δήλωση - κατάθεση του, Έγγραφο Β και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, τη σαφήνεια τους, τη φιλαλήθεια και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κρίνω ότι οι ΜΕ1 και 2 ήταν σαφείς, ειλικρινείς, ευθείς, μάρτυρες της αλήθειας και δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις. Ως εκ των πιο πάνω οι ΜΕ1 και 2 κρίνονται αξιόπιστοι. Όσον αφορά τον ΜΥ στο βαθμό που η μαρτυρία του συνάδει με τη μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 αυτή γίνεται αποδεκτή. Υπενθυμίζω ότι αναγνώρισε την υπογραφή του στα Τεκμήρια 3, 5, 6, 8 και 21 και επιβεβαίωσε ότι ζητήθηκε το 2008 από την εναγόμενη 1 το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού, όμως δεν υπογράφηκε συμφωνία με όρους που να διέπουν τον τρεχούμενο λογαριασμό, όπως και την ξεκάθαρη θέση του ότι το δάνειο το έλαβε η εναγόμενη 1, αυτός υπέγραψε την υποθήκη ΥXXXXX/2008 για την εναγόμενη 1 και ο ίδιος υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης για το ποσό των €166.000.-. Ως προς την υπόλοιπη μαρτυρία του στο βαθμό που σχετίζεται με τη θέση του για μη παραλαβή των επιστολών Τεκμήρια12, 13 και 14 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού δεν υποστηρίζεται από στοιχεία και τεκμήρια. Σε ότι αφορά τη θέση του για παράνομες χρεώσεις και τόκους, ανάλυση τούτων θα γίνει κατωτέρω. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Η ενάγουσα είναι τράπεζα η οποία ασκούσε και ασκεί τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, η οποία έτυχε αλλαγής ονομασίας και εξαγοράς ως φαίνεται από την μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 1 και
- Δυνάμει γραπτής σύμβασης δανείου ημερομηνίας 26.6.2012, Τεκμήριο 4, την οποία υπέγραψε ο εναγόμενος 3 για την εναγόμενη 1 κατόπιν αίτησης της εναγόμενης 1 ημερομηνίας 5.6.2012 για δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους €138.000.- την οποία ενέκρινε η ενάγουσα στις 22.6.2012 με επιστολή που κοινοποίησε στην εναγόμενη 1 και παραλήφθηκε από τους διευθυντές αυτής στις 26.6.2012, την οποία υπέγραψαν αποδεχόμενοι τους όρους προσφοράς με βάση τους οποίους θα καταρτιζόταν η σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 3, κατόπιν απόφασης της εναγόμενης 1 ημερομηνίας 26.6.2012, Τεκμήριο 5, παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις σε δάνειο ύψους €138.000.- με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο αποτελείτο από βασικό επιτόκιο 5,75% πλέον 3,20% περιθώριο, ήτοι συνολικό επιτόκιο 8,95%, ενώ η εναγόμενη 1 για επιπρόσθετη εξασφάλιση του δανείου της προς την ενάγουσα υπέγραψε έγγραφο υποθήκης και σύμβαση και δήλωση υποθήκης ακινήτου ημερομηνίας 1.12.2008, με αριθμό ΥXXXXX/2008, Τεκμήριο 6, για το ποσό των €168.000, πλέον τόκο. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, όσον αφορά το εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη 1 υπέγραψε την σύμβαση δανείου, δια του εναγόμενου 3 όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο 3, αλλά επιβεβαίωσε ότι ήταν η υπογραφή του στη σύμβαση δανείου, η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση. Ο εναγόμενος 3 για καλύτερη και περαιτέρω εξασφάλιση υπέγραψε εγγυητήριο έγγραφο στις 11.3.2011, Τεκμήρια 8 και
- Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι η εναγόμενη 1 είχε ζητήσει το εν λόγω δάνειο με άλλη αίτηση της στις 18.2.2011 και είχε εγκριθεί στις 11.3.2011, Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα η εναγόμενη προέβη στην παραχώρηση κατόπιν συμφωνιών τριών ομολόγων επιβάρυνσης, Τεκμήρια 9, 10 και
- Επειδή οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση δανείου, ήτοι την πληρωμή των δόσεων, η ενάγουσα αφού έστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 24.4.2014 και 15.5.2014 προς τους εναγομένους 1, 2 και 3, Τεκμήρια 12 και 13, τερμάτισε στις 30.9.2014 την σύμβαση δανείου και λογαριασμό με επιστολή ημερομηνίας 1.7.2014, Τεκμήριο
- Σημειώνεται ότι τις ίδιες επιστολές Τεκμήρια 12 και 13 απέστειλε και για τον τρεχούμενο λογαριασμό τον οποίο τερμάτισε με την ίδια επιστολή, Τεκμήριο
- Η έδρα της εναγόμενης 1 από την ίδρυση της μέχρι και τις 16.4.2019 σύμφωνα με το Τεκμήριο 23 ήταν στην οδό XXXXX 152, XXXXX XXXXX. Η διεύθυνση του εναγόμενου 3, δηλαδή στα διάφορα έγγραφα που σύναψε με την ενάγουσα, ήταν στην οδό XXXXX 66, XXXXX, XXXXX XXXXX, XXXXX και δεν ειδοποίησε την ενάγουσα ούτε γραπτώς ούτε προφορικά για την αλλαγή της διεύθυνσης του. Στη συνέχεια επειδή οι Εναγόμενοι δεν εξόφλησαν την οφειλή τους προς την ενάγουσα, κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 17, η οποία χρεώνεται με επιτόκιο 10,95% και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 22, που χρεώνεται επίσης με τόκο 10,95% και το Τεκμήριο 16, που αποτελεί την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού ως ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας που επιβεβαίωσε με την μαρτυρία της η ΜΕ1, και επιβεβαιώνεται με το Τεκμήριο 18, το χρεωστικό οφειλόμενο ποσό την 16.4.2019 σύμφωνα με το Τεκμήριο 22, το οποίο τελικά υιοθέτησε η ενάγουσα, ανήρχετο στις €274.701,75, με τόκο 10,95%, σύμφωνα με την ενάγουσα. Σύμφωνα με την κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού, Τεκμήριο 15, η οποία αρχίζει από τις 7.6.2012 (και υποτίθεται ότι άνοιξε από το 2008 με υπόλοιπο €131,77) και φαίνεται χρεωστικό υπόλοιπο €1.631,77, το οφειλόμενο υπόλοιπο στις 29.3.2019 ανήρχετο στις €4.956,81, σύμφωνα με την ενάγουσα. Χρεώνετο δε με επιτόκιο 11,25%. Οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οιονδήποτε ποσό μετά την καταχώρηση της αγωγής. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των θεμάτων με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών όπως αυτοί εμφαίνονται από την Έκθεση Απαίτησης, την Έκθεση Υπεράσπισης και Απάντησης στην Υπεράσπιση και τις θέσεις τους που προωθήθηκαν με την γραμμή που ακολούθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία, καθώς και τις εισηγήσεις όπως αυτές εκφράστηκαν με τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών. Σύμφωνα με την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ 829, σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση υπόθεση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τέσσερα: Α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ μαζί με τους όρους του. Β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. Γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και Δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Α), ήτοι η σύμβαση δανείου, από το Τεκμήριο 4, η οποία στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε, αλλά επιβεβαιώθηκε από τον ΜΥ. Επίσης έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Β), δηλαδή η παράβαση όρου σύμβασης, αφού δεν τηρούνταν οι όροι αυτής, δηλαδή δεν πληρώνονταν οι δόσεις, όπως διαπιστώνεται από το Τεκμήριο 16 και τη μαρτυρία της ΜΕ
- Ακόμη έχει αποδειχθεί και το στοιχείο (Γ), ήτοι ο τερματισμός της σύμβασης δανείου και του λογαριασμού όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 14, το οποίο αποτελεί την επιστολή τερματισμού που αποστάληκε στους εναγομένους 1, 2 και 3 για το οποίο, αν και ο δικηγόρος των εναγομένων υπέβαλε σχετικές ερωτήσεις στον ΜΕ2 εντούτοις δεν κλονίσθηκε ούτε η μαρτυρία του γι΄ αυτό το θέμα, ούτε ανατράπηκε το γεγονός της αποστολής και το μαχητό Τεκμήριο της μη επιστροφή τους. Συγκεκριμένα ο ΜΕ2, ανέφερε ότι το Τεκμήριο 14 όπως και τα Τεκμήρια 12 και 13 ετοιμάστηκαν από αυτό δόθηκαν στον κλητήρα και αποστάληκαν από τον κλητήρα οι συγκεκριμένες επιστολές στους εναγομένους 1, 2 και 3, Τεκμήριο
- Επί αυτού αναφέρεται, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ2, ότι οι επιστολές, Τεκμήριο 14, όπως και τα Τεκμήρια 12 και 13, δεν επιστράφηκαν. Η μη επιστροφή των επιστολών συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα που απευθυνόταν, βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 670, Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479 και Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059. Το βάρος απόδειξης ότι δεν παραλήφθηκαν αντιστρέφεται και είναι οι εναγόμενοι που επικαλούνται τη μη παραλαβή τους που πρέπει πλέον να αποδείξουν ότι δεν έλαβαν τις επιστολές, πράγμα που δεν συνέβη εδώ, αφού ο ΜΥ παραδέχθηκε ότι η έδρα της εναγόμενης 1 είναι στη διεύθυνση που αποστάληκαν οι επιστολές και η οποία δεν άλλαξε και η διεύθυνση του ιδίου ήταν στη διεύθυνση που αποστάληκαν οι επιστολές, αλλά δεν ενημέρωσε γραπτώς την ενάγουσα ότι άλλαξε η διεύθυνση του. Ο ισχυρισμός του ότι ενημέρωσε τηλεφωνικά για την αλλαγή της διεύθυνσης του υπάλληλο της ενάγουσας δεν έγινε πιστευτός. Επίσης το τελευταίο στοιχείο που παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο πληρείται είναι το στοιχείο (Δ), δηλαδή αν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό, όπως συγκεκριμενοποιήθηκε από τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 17 και 22 και δη από το Τεκμήριο 22 στο οποίο τελικά η ενάγουσα βάσισε την αξίωση της για το υπόλοιπο του δανείου. Τούτο έχει δύο πτυχές. Πρώτο, αν αυτό αποτελεί απότοκο παραβίασης της νομοθεσίας, αφού προβάλλεται ο ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης ότι η σύμβαση δανείου δεν έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία που αναφέρθηκε ανωτέρω και ως εκ τούτου είναι άκυρη και δεύτερο, όποιο και να είναι το οφειλόμενο ποσό, αποδείχθηκε με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία. Θα έλεγα σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό για παραβίαση της νομοθεσίας στη σύμβαση δανείου, ο οποίος προωθήθηκε κατά την αντεξέταση, και κατά την αγόρευση της συνηγόρου των εναγομένων 1 και 3 και έτσι δεν παρέμεινε απλώς σε επίπεδο ισχυρισμών στην Έκθεση Υπεράσπισης, χρήζει προσεκτικής εξέτασης αν η ενάγουσα ενήργησε, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία, έστω και αν η εναγόμενη 1 επέλεξε με ελεύθερη βούληση (απόφαση της) να υπογράψει δια του εναγόμενου 3 τη σύμβαση δανείου, αφού φαίνεται ότι κατανοήθηκαν οι όροι αυτής, καθότι ουδεμία συμφωνία μπορεί να καταργήσει ή να καταστρατηγήσει νόμο. Με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 22, ζητείται μόνο ο συμφωνηθέντας τόκος και τόκος 2% υπερημερίας, σύνολο 10,95%. Επί αυτού η συνήγορος των εναγομένων εστίασε στον όρο της σύμβασης δανείου για επιβολή τόκου επί μηνιαίας βάσης αντί κάθε εξαμηνία ως ορίζει ο νόμος, γι΄ αυτό, εισηγήθηκε, εντός επτά
(7)ετών το οφειλόμενο ποσό διπλασιάστηκε. Να λεχθεί ότι διαπιστώνεται ότι στους όρους της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο -4, προβλέπονται διάφορες χρεώσεις, μεταξύ των οποίων το επιτόκιο και τόκος υπερημερίας χωρίς να καθορίζεται το ποσοστό αυτού, καθώς και το δικαίωμα της ενάγουσας να τερματίσει τη σύμβαση δανείου και να καθιστά το οποιοδήποτε υπόλοιπο άμεσα πληρωτέο και απαιτητό και σε περίπτωση μη εξόφλησής του να απαιτήσει τούτο δικαστικά. Δεν υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση η χρέωση τόκου που καταγράφεται στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 22, πλην το ύψος του τόκου, πως επιβλήθηκε κατά παράβαση είτε της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 4, είτε κάποιας από τις σχετικές νομοθεσίες ή ποιος όρος της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 4, πλην του τόκου υπερημερίας και τον υπολογισμό του τόκου επί ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων κάθε μήνα είναι αντίθετος ή κατά παράβαση των σχετικών νομοθεσιών. Στο βαθμό που το Δικαστήριο μπορεί να αντιληφθεί από το Τεκμήριο 22, χωρίς να καθιστά τον εαυτό του ειδικό, αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις που σχετίζονται με διάφορες επιβαρύνσεις, πλην των σχετικών με τον τόκο. Στον όρο 3.1(α) της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 4, αναφέρεται ρητώς ότι το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο και αποτελείται από το βασικό επιτόκιο 5,75% και περιθώριο 3,20% ήτοι συνολικό επιτόκιο 8,95%. Στον όρο 3.1(γ) αναφέρεται ότι ο τόκος θα υπολογίζεται επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων κάθε μήνα και θα καταστεί πληρωτέος σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Στον όρο 3.7 αναφέρεται ότι χρεώσεις, συμπεριλαμβανομένου του τόκου και του τόκου υπερημερίας θα κεφαλαιοποιούνται κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Ο τόκος υπερημερίας ούτε καθορίζεται σε ποσοστό ούτε εξηγείται πώς προκύπτει. Επομένως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου φαίνεται ότι πρώτα θα υπολογίζετο ο τόκος κάθε μήνα και μετά θα κεφαλαιοποιείτο κάθε εξάμηνο και άρα ο τρόπος αυτός χρέωσης δεν αντίκειται στο άρθρο 3
(1)(δ) του Ν.160
(1)/1999 στο οποίο ορίζεται ρητά ότι «να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο». Συνεπώς ο όρος 3.1(γ) της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 4, δεν αντίκειται στο άρθρο 3
(1)(δ) του Ν.160
(1)/1999, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2001, και ως εκ τούτου τυγχάνει εφαρμογής και ισχύς. Όσον αφορά τον όρο 3.4 της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 4, ο οποίος μεταξύ άλλων προβλέπει για την επιβολή τόκου υπερημερίας, αν και στον όρο 3.5 γίνεται αναφορά, σε γενικό επίπεδο, πότε μπορεί να μεταβληθεί ο τόκος υπερημερίας, δεν καταγράφεται το ποσοστό του τόκου υπερημερίας. Η μη αναγραφή στους όρους σύμβασης του δανείου, Τεκμήριο 4, το ύψος του τόκου υπερημερίας βρίσκεται σε αντίθεση με το άρθρο 3
(1)(Γ) του Ν.160
(1)/1999 και ως εκ τούτου καθιστά ανεφάρμοστο τον όρο που προβλέπει για τόκο υπερημερίας. Εν πάση περιπτώσει η σχετική αναφορά και μαρτυρία της ΜΕ1 για τον τόκο υπερημερίας 2% που επιβλήθηκε δεν κρίνεται ικανοποιητική να δικαιολογήσει ότι το ποσοστό αυτό αντιπροσωπεύει πραγματική ζημιά της ενάγουσας και ως εκ τούτου η ενάγουσα δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε με βάση το άρθρο 3(1β) του Ν.160
(1)/1999. Όσον αφορά την άλλη πτυχή του στοιχείου (Δ), ο ΜΕ1, ο οποίος κατέθεσε το Τεκμήριο 15 με βάση το άρθρο 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 όσον αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό, και τα Τεκμήρια 16, 17 και 22, ανέφερε στη δήλωση-κατάθεσή του ότι η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 16, η οποία αρχίζει από την ημέρα ανοίγματος του λογαριασμού και/ή εκταμίευσης του ποσού του δανείου και φτάνει, με βάση το Τεκμήριο 22, όπως και τα Τεκμήρια 17 και 22, μέχρι τις 16.4.2019 ότι: «Όσον αφορά τις επίδικες Καταστάσεις Λογαριασμών που καταχωρήθηκαν ως Τεκμήρια, δηλώνω ότι αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων που βρίσκονται στα τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας, τα οποία κατά τον χρόνο των καταχωρήσεων ήταν από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας και βρίσκονταν υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. Οι εν λόγω καταχωρήσεις έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και έχω συγκρίνει την Κατάσταση Λογαριασμού που παρουσιάζω με τις αρχικές καταχωρήσεις και έχω διαπιστώσει ότι είναι ορθές. Παρουσιάζω τις Καταστάσεις Λογαριασμών για την χρονική περίοδο από Ιούνιο 2012 μέχρι και σήμερα και παρακαλώ όπως καταχωρηθούν ως Τεκμήριο μαζί με Πιστοποιητικό / Βεβαίωση δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9.» Η συνήγορος των εναγομένων 1 και 3 στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν με αποδεκτή μαρτυρία τα υπόλοιπα των επίδικων λογαριασμών παραπέμποντας στο άρθρο 22
(1)
(2)και
(3)του ΚΕΦ.9. Ως προς αυτή τη θέση της Υπεράσπισης, η ΜΕ1 ανέφερε ότι τα Τεκμήρια 15, 16, 17 και 22 εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας, ότι αποτελούν ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας, βρίσκονταν υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της ενάγουσας, οι εν λόγω καταχωρίσεις έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας, σύγκρινε τις καταστάσεις λογαριασμού με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Επομένως στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται ρητά στη δήλωση-κατάθεση του ΜΕ1 ότι, (α) οι καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 16, 17 και 22, αποτελούν ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9), (β) ότι η καταχώρηση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της (άρθρο 22
(2)του Κεφ. 9), (γ) ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9) και (δ) ότι τα Τεκμήρια 16, 17 και 22 έχουν συγκριθεί με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθές (άρθρο 22
(3)του Κεφ.9), το οποίο μάλιστα αποτελεί επιτακτική ανάγκη για απόδειξη του οφειλομένου υπόλοιπου ποσού, γιατί διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αντίγραφο της καταχώρησης, στην περίπτωσή μας τα Τεκμήρια 16, 17 και 22, ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη, (άρθρο 22
(1)). Όμως η ενάγουσα δεν επέμενε στο ποσό που φαίνεται στο Τεκμήριο 16, αλλά ετοίμασε, δύο αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 17 και 22, επί τη βάσει του Τεκμηρίου 16, μείωσης του ποσού του Τεκμηρίου 16, για το οποίο ουδεμία αμφισβήτηση χωρεί, με βάση τα όσα ανάφερε ο ΜΕ1, ότι εκπληρώθηκαν όλα τα πιο πάνω. Ο τερματισμός της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 4, επήλθε στις 30.9.2014, Τεκμήριο 14, ότε κατ΄ αυτή την ημερομηνία το οφειλόμενο υπόλοιπο, κατά την ΜΕ1, ήταν €178.573,29. Η αύξηση του επιτοκίου σε 11,45% για το λογαριασμό δανείου, με την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 1.7.2014, Τεκμήριο 14, ήταν αυθαίρετη και αντίθετη με το Ν.160
(1)/1999, για τον ίδιο λόγο που εξηγήθηκε προηγουμένως. Το ερώτημα που τίθεται, ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, είναι ποιο είναι το οφειλόμενο υπόλοιπο, αφού το ποσό που αξιώνεται από την ενάγουσα είναι το αποτέλεσμα επιβολής του συγκεκριμένου τόκου επί του εκάστοτε οφειλόμενου ποσού και κεφαλαιοποίησης κάθε 30/6/ και κάθε 31/12/, που είναι μεγαλύτερο από το προβλεπόμενο επιτόκιο, με βάση το αναφερθέν πιο πάνω άρθρο του Ν.160
(1)/
- Κατά την κρίση του Δικαστηρίου δικαιότερο και ορθότερο είναι όπως το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου είναι αυτό που εμφαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού στις 28.6.2012, Τεκμήριο 16, ήτοι €138.000 πλέον τόκο 8,95% από 28.6.2012 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Στο εγγυητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 8, που υπέγραψε ο εναγόμενος 3, αναφέρεται ρητά στον όρο 18 ότι η ολική του ευθύνη θα είναι μέχρι του ποσού των €166.000.- πλέον τόκοι κλπ. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο έκρινε ότι το οφειλόμενο ποσό είναι το ποσό των €138.000 που φαίνεται στις 28.6.2012, διαφαίνεται ότι τούτο είναι μικρότερο του ποσού των €166.000 και δεν τίθεται θέμα υπέρβασης αυτού. Όσον αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό το μόνο τεκμήριο που κατατέθηκε ήταν το Τεκμήριο 19 ημερομηνίας 21.10.2008, το οποίο είναι αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού για εταιρεία. Διαπιστώνεται από τα έγγραφα που συναποτελούν το Τεκμήριο 19, ότι απόφαση για άνοιγμα λογαριασμού λήφθηκε από την εναγόμενη 1 την 1.7.2004 και 9.3.2006, χωρίς να προχωρήσει η διαδικασία, όχι όμως και το έτος που έγινε η αίτηση, δηλαδή το
- Πέραν αυτού διαπιστώνεται ότι καμία έγγραφη συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 κατατέθηκε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο και η επίκληση εκ μέρους της ΜΕ1 για συμφωνία μεταξύ αυτών των δύο προσώπων, δεν τεκμηριώνεται και δεν υποστηρίζεται όχι μόνο από οιανδήποτε έγγραφη συμφωνία, αλλά ούτε και από προφορική μαρτυρία αφού ούτε ο ΜΕ1 ούτε ο ΜΕ2 ανέφεραν είτε ότι αυτή έγινε δια μέσω τους ή ότι ήταν παρόντες σε τέτοια προφορική συμφωνία. Η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 15, από μόνη της, όταν μάλιστα το ποσό των €138.000.- κατατέθηκε, κατά την ενάγουσα, σε αυτό στις 28.6.2012, αφού η σύμβαση δανείου υπογράφηκε στις 26.6.2012, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη χρέωση των €1.631,77 στις 7.6.2012, αφού αυτή συνδέθηκε με τα έξοδα του δανείου. Χωρίς την ύπαρξη γραπτής σύμβασης, στην οποία να φαίνονται οι όροι αυτής, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να αποφασίσει πρώτα για τη νομιμότητα της και τη συμβατικότητα της οποιασδήποτε πράξης και χρέωσης με τους όρους αυτής, παρέμεινε μετέωρη και ανίσχυρη οποιαδήποτε μαρτυρία περί ύπαρξης αυτής και τι προβλέπεται σε αυτή. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν το Δικαστήριο μπορούσε να δεχθεί την ύπαρξη τρεχούμενου λογαριασμού, χωρίς την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας και ότι αυτός δημιουργήθηκε για να εμβασθεί σε αυτό το ποσό του δανείου και για την κάλυψη των εξόδων κατάρτισης της σύμβασης δανείου, τα οποία υπολογίσθηκαν στο ποσό των €1.631,77, υπήρξαν πιστώσεις που όχι μόνο κάλυπταν αυτό το ποσό αλλά ανήρχοντο σε μεγαλύτερο ποσό από αυτό, ως φαίνεται από το Τεκμήριο 15 στην περίοδο 7.6.2012 - 15.6.2012, πριν τη χρέωση €5.967,33, δηλαδή πριν κατατεθεί το ποσό του δανείου σε αυτό στις 28.6.2012 και επομένως δεν δικαιολογείτο με τη λήψη του ποσού οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου στη βάση των πιο πάνω η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού και κατ΄ επέκταση οιουδήποτε οφειλόμενου ποσού που εκπηγάζει από αυτή και δη του υπόλοιπου της κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 15 και επομένως η αξίωση αυτή της ενάγουσας απορρίπτεται. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η αγωγή επιτυγχάνει εναντίον των εναγομένων 1 και 3 για το οφειλόμενο υπόλοιπο της σύμβασης δανείου για το ποσό των €138.000, με τόκο 8,95% από 28.6.2012, μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 3, ομού και κεχωρισμένα, για το ποσό των €138.000, με τόκο 8,95% από 28.6.2012, μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου, εκάστου έτους. Περαιτέρω εκδίδεται Διάταγμα εναντίον της εναγομένης 1 ως η παράγραφος 16Γ της αξίωσης της Έκθεσης Απαίτησης, πλέον έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 ομού και κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αυτά θα είναι κοινά με τον εναγόμενο 2 μέχρι την ημερομηνία έκδοσης απόφασης εναντίον του εναγομένου 2 στις 15.9.
- (Υπ.)........................................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο