SISO DEBVELOPERS LTD ν. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 668/17, 15/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2019:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 668/17 Μεταξύ: SISO DEBVELOPERS LTD Εναγόντων και BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD Εναγομένων Αίτηση για απόρριψη της αγωγής, ημερομηνίας 27/12/
- Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου, 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές-εναγόμενους: κα Ανδρέου για Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.. Για καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες: κα Μάρκου για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε.. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή (δια γενικώς οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος), η Ενάγουσα Εταιρεία αξίωνε: «Α. Δήλωση ότι οι ενάγοντες δεν οφείλουν κανένα ποσό στους εναγόμενους. Β. Δήλωση ότι η υποθήκη XXXXX/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου είναι παράνομη και άκυρη. Γ. Δήλωση ότι οι εναγόμενοι εχρέωσαν τους ενάγοντες ή και πρωτοφειλέτες της πιστωτικής διευκόλυνσης που εξασφάλιζε η υποθήκη XXXXX/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου με ποσά ίσα ή και πέραν των αξιούμενων ποσών από τους εναγόμενους με την Ειδοποίηση τύπος Ι ημερ. 25/09/
- Δ. Δήλωση ότι τα ποσά τα οποία ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι οφείλονται σε αυτούς από τους ενάγοντες είναι προϊόν παράνομων χρεώσεων και αν τοκισμών. Ε. Δήλωση ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν δικαίωμα να προωθούν την διαδικασία του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου του 1965 (Ν.9/1965)που άρχισαν εναντίον των εναγόντων. Ζ. Δήλωση ότι οι ειδοποιήσεις Τύπου Ι ή και Τύπου Θ που επιδόθηκαν στους ενάγοντες στις 25/09/2017 είναι παράνομες ή και αντικανονικές. Η. Απόφαση ακυρώννουσα τις ανωτέρω ειδοποιήσεις ή και τυχόν οποιεσδήποτε άλλες ειδοποιήσεις στάληκαν ή και επιδόθηκαν στους ενάγοντες δυνάμει του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965). Θ. Απόφαση ή και διαταγή ακυρώννουσα πάσα ειδοποίηση ή και διαδικασία για αναγκαστική εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου των εναγόντων που καλύπτει η υποθήκη XXXXX/2008 του Κτηματολογίου Αμμοχώστου. Ι. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή απόφαση ήθελε κρίνει δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο. Κ. Έξοδα.» Με την Έκθεση Απαίτησης, η οποία καταχωρήθηκε στις 26.11.2018, οι αιτούμενες θεραπείες περιορίστηκαν ως ακολούθως: «Α. Δήλωση ή και απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες ουδέν ποσό οφείλουν στους εναγόμενους. Β. Δήλωση ότι η Υποθήκη XXXXX/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου είναι παράνομη και άκυρη. Γ. Δήλωση ότι οι εναγόμενοι χρέωσαν τους ενάγοντες ή και τους πρωτοφειλέτες των πιστωτικών διευκολύνσεων που εξασφάλιζε η ανωτέρω υποθήκη με ποσά πέραν του €1.000.000 παράνομα και αντικανονικά. Δ. Δήλωση ότι τα ποσά τα οποία ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι οφείλονται σε αυτούς από τους ενάγοντες είναι προϊόν παράνομων χρεώσεων ή και ανατοκισμών. Ε. Δήλωση ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν δικαίωμα να προωθούν τη διαδικασία του Μέρους VIA του Ν. 9/1965 εναντίον των εναγόντων. Ζ. Απόφαση ή και διάταγμα ακύρωσης οποιωνδήποτε συμφωνιών ή και εγγράφων υπέγραψαν οι ενάγοντες με τους εναγόμενους αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που εξασφάλιζε η Υποθήκη XXXXX/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου. Η. Απόφαση ή και Διάταγμα ακύρωσης της Υποθήκης XXXXX/2008 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου. Θ. Οποιαδήποτε άλλη απόφαση ή και διάταγμα ήθελε το Δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο. Ι. Έξοδα.» Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τις αιτούμενες, στην Έκθεση Απαίτησης, θεραπείες είναι ότι, σε σχέση με τις όποιες ενέργειες της Eναγόμενης οι οποίες έγιναν στη βάση των προνοιών του Μέρους VIA του νόμου 9/1965, η Ενάγουσα περιορίζει την απαίτηση της σε δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η Εναγόμενη δεν έχει δικαίωμα να προωθεί τη διαδικασία του ρηθέντος Μέρους του εν λόγω νόμου. Ως προς τις λοιπές αιτούμενες, με την Έκθεση Απαίτησης, θεραπείες, η Ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση δηλωτικών και άλλων αποφάσεων, με τις οποίες, στη ουσία, να αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο το ανίσχυρο και παράνομο των συμφωνιών τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχώρησε η Εναγόμενη σε αυτή, αλλά και της συμφωνία υποθήκευσης προς εξασφάλιση των διευκολύνσεων αυτών, καθώς επίσης και ότι ουδέν ποσό οφείλεται, στη βάση των διευκολύνσεων αυτών, προς τη τελευταία. Η επίδικη αίτηση Η Εναγόμενη τράπεζα (στο εξής «η Εναγόμενη»), στις 27.12.2018, καταχώρησε την επίδικη αίτηση, με την οποία αιτείται την απόρριψη ή και αναστολή της παρούσας αγωγής ως επιπόλαια, ενοχλητική (frivolous, vexatious) ή και συνεπεία κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Η επίδικη αίτηση βασίζεται επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.19, Δ.20, 27 Θ.3, Δ.48 Θ. 1-4, 8 και 9, άρθρα 29, 30 του Νόμου 14/60, άρθρα 44Α-44Γ του Νόμου 9/65 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η επίδικη αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Στυλιανού, υπαλλήλου της Εναγόμενης, ο οποίος δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτή να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, αναφέροντας ότι, εναντίον της Ενάγουσας εκκρεμεί η Αγωγή με αρ. XXXXX/14, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (στο εξής «η αγωγή 1410/14»), η οποία καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη στις 27.10.2014 (βλ. Τεκμήριο 1 της εν λόγω Ε/Δ). Το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής αρ. XXXXX/14, επιδόθηκε στην Ενάγουσα στις 31.10.2014 και η τελευταία καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 10.11.
- Στις 10.12.2014, καταχώρησε και την Υπεράσπισή της (βλ. Τεκμήριο 2 της Ε/Δ). Η παρούσα αγωγή, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα για λογαριασμό της Εναγόμενης, καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα στις 12.12.2017 με γενικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και επιδόθηκε στην Εναγόμενη στις 18.4.2018, η οποία και καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης την 4.5.
- Η Ενάγουσα παρέλειψε να καταχωρήσει Έκθεση Απαίτησης εντός της τασσόμενης από τους θεσμούς προθεσμίας και συνεπεία τούτου η Εναγόμενη, στις 22.6.2018, καταχώρησε αίτηση απόρριψης της αγωγής. Στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης, η Ενάγουσα καταχώρησε τελικώς την Έκθεση Απαίτησής της στις 26.11.
- Η παρούσα αγωγή, σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, καταχωρήθηκε αφού προηγήθηκε επίδοση στην Ενάγουσα των Ειδοποιήσεων της Εναγόμενης τύπου Θ και Ι (στη βάση των προνοιών του Μέρους VIA του νόμου 9/1965), επίδοση που έγινε στις 25.9.2017 στα πλαίσια προώθησης διαδικασίας εκποίησης της υποθήκης XXXXX/08 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου (βλ. Τεκμήριο 3 της Ε/Δ), η οποία είχε καταχωρηθεί προς εξασφάλιση των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων που δόθηκαν από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα καταχώρησε, ακολούθως, την Αίτηση/Έφεση Αρ. XXXXX/17 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (βλ. Τεκμήριο 4 της Ε/Δ), ζητώντας ακύρωση των Ειδοποιήσεων τύπου Θ και Ι, η οποία Αίτηση/Έφεση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με σχετική απόφαση ημερ.24.1.
- Η Ενάγουσα εφεσίβαλε την εν λόγω απόφαση και η έφεση εκκρεμεί. Στις 27.3.2018 η Εναγόμενη επέδωσε στην Ενάγουσα Ειδοποίηση τύπου ΙΑ και ακολούθως η τελευταία καταχώρησε την Αίτηση/Έφεση Αρ. XXXXX/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, ζητώντας, δυνάμει του άρθρου 44Γ του Νόμου 9/65, τον παραμερισμό της Ειδοποίησης τύπου ΙΑ. Η εν λόγω Αίτηση/Έφεση, επίσης, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 20.6.2018 (βλ. Τεκμήριο 5 της Ε/Δ). Ακόμα, ο ενόρκως δηλών για λογαριασμό της Εναγόμενης αναφέρει ότι, η τελευταία αιτείται από το Δικαστήριο διάταγμα ως η αίτηση, καθότι η παρούσα αγωγή είναι επιπόλαια και ενοχλητική, μιας και οι προβαλλόμενοι στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμοί και θέσεις της Ενάγουσας προβάλλονται ήδη και στην Υπεράσπιση που καταχώρησε στην αγωγή XXXXX/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Είναι η σχετική θέση του ομνύοντα για λογαριασμό της Εναγόμενης ότι, η καταχώρηση της παρούσας αγωγής μοναδικό σκοπό είχε την παρεμπόδιση της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, αφού με βάση τις τότε (κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής) ισχύουσες πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Νόμου 9/65, η εκκρεμότητα αγωγής με την οποία να αμφισβητούνται οι Ειδοποιήσεις που αποστέλλονται από ένα ενυπόθηκο δανειστή αποτελούσε λόγο παραμερισμού, μέσω έφεσης, των Ειδοποιήσεων αυτών. Είναι στη βάση και αυτού του δεδομένου που ο ομνύοντας για λογαριασμό της Εναγόμενης προβάλλει και την επιπρόσθετη θέση ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Τέλος, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση αναφέρεται ότι, ενώ η Ενάγουσα, δυνάμει των προαναφερόμενων δικαστικών αποφάσεων ημερ.24.1.2018 και 20.6.2018 έχει ήδη καταδικαστεί σε έξοδα, και ενώ έχει ήδη ζητηθεί η εξόφληση τους με σχετική επιστολή των δικηγόρων της Εναγόμενης, ημερ.22.8.2018, εντούτοις, μέχρι σήμερα, ουδεμία ανταπόκριση υπήρξε από την πρώτη (βλ. Τεκμήριο 6 της Ε/Δ). Η Ένσταση Η Ενάγουσα αντέδρασε στην επίδικη αίτηση καταχωρώντας, στις 20.2.2019, Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής «η ένσταση»), στο κυρίως σώμα της οποίας, ως λόγοι ένστασης προβάλλουν οι ακόλουθοι: «
- Η αίτηση είναι τυπικά, νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική και μόνο αχρείαστα έξοδα και σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου θα προκαλέσει.
- Η έκθεση απαίτησης συντάχθηκε σύμφωνα με τους θεσμούς και τη νομολογία και η αγωγή αποκαλύπτει αγώγιμα δικαιώματα.
- Τυχόν έγκριση της αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγόντων και θα αποστερήσει από τους ενάγοντες το δικαίωμά τους σε πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος.
- Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε ζημιά τους.» Η ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 (1-27), Δ.20 (1-5), Δ.27 (1-4), Δ.48 (1-9) και Δ.64, άρθρο 41 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, Άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Αυτή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Αρναούτη, η οποία είναι δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα, η οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Μέσω της ένορκής της δήλωσης η Αρναούτη προβάλλει τη θέση ότι, με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αμφισβητεί τόσο το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο προς την Εναγόμενη ποσό, όσο και τη νομική ισχύ των συμφωνιών δανείων, που υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων. Ακόμα ότι, η Ενάγουσα αμφισβητεί και τη νομική ισχύ της συμφωνίας υποθήκης, αλλά και το περιεχόμενο των Ειδοποιήσεων Τύπου Ι και Τύπου ΙΑ που επέδωσε η Εναγόμενη σ' αυτήν (βλ. παράγραφο 3 της Ε/Δ). Επίσης (στη βάση της προβαλλόμενης θέσης ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία και δικαιοδοσία να εκδίδει αναγνωριστικές αποφάσεις), προβάλλεται από την ομνύουσα για λογαριασμό της Ενάγουσας η θέση ότι, η όποια αιτούμενη θεραπεία της παρούσας αγωγής η οποία σχετίζεται με τις Ειδοποιήσεις που στάλθηκαν από την Εναγόμενη στη βάση των προνοιών του Μέρους VIA του νόμου 9/1965 δεν θα μπορούσε να προωθηθεί μέσω της αγωγής XXXXX/14, μιας και οι ειδοποιήσεις αυτές στάλθηκαν μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης στην εν λόγω αγωγή. Τέλος, στη βάση πάντα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, η Ενάγουσα προβάλλει και τη θέση ότι, η παρούσα αγωγή συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για να μπορεί να προωθήσει Αίτηση/Έφεση εναντίον της Εναγόμενης για σκοπούς ακύρωσης της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, την οποία διαδικασία ενεργοποίησε η Εναγόμενη δια της αποστολής των Ειδοποιήσεων Τύπου Ι και ΙΑ προς την Ενάγουσα. Προς υποστήριξη δε της θέσης αυτής, η ομνύουσα για λογαριασμό της Ενάγουσας ισχυρίζεται ότι, δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 44Α-44Δ του Νόμου 9/1965, ουσιαστικότερη υπεράσπιση από πλευράς της Ενάγουσας για αμφισβήτηση της εγκυρότητας της διαδικασίας εκποίησης, είναι η αμφισβήτηση του χρέους και της υποθήκης μέσω αγωγής (βλ. παράγραφος 7 της Ε/Δ). Ακροαματική διαδικασία. Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο, δηλώνοντας ότι τα όσα επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου βρίσκονται στις αγορεύσεις τους. Νομική Πτυχή Ως προκύπτει από τη νομική βάση της επίδικης αίτησης, μοναδική νομική πρόνοια που μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την απόρριψη ή αναστολή της παρούσας αγωγής, είναι η Δ.27 θεσμός
- Η Διαταγή 19 (θεσμός 26) δεν κρίνεται σχετική, μιας και οι πρόνοιές της επιτρέπουν στο Δικαστήριο να διαγράψει μέρος και μόνο ενός δικογράφου και όχι την όλη δικαστική διαδικασία. Επομένως, καθίσταται επάναγκες να παρατεθούν τα όσα σχετικά με τη Δ.27 θεσμός 3 έχουν αναφερθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και/ή από τα αγγλικά Δικαστήρια σε σχέση με τις αντίστοιχες παλαιές πρόνοιες των αγγλικών θεσμών. Αρχικά παραθέτω αυτούσιες τις πρόνοιες της ρηθείσας Διαταγής. «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as maybe just». Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τις πρόνοιες της Δ.27 θ 3, είναι ότι, μέσω τους, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας όπως εξετάσει προκαταρκτικά κατά πόσο ένα δικόγραφο (στη συγκεκριμένη περίπτωση το Κλητήριο Ένταλμα και η Έκθεση Απαίτησης) αποκαλύπτει ή όχι αγώγιμο δικαίωμα, και στην περίπτωση που κρίνει ότι δεν αποκαλύπτει ή ότι το δικόγραφο είναι επιπόλαιο ή ανούσιο ή ακόμα ενοχλητικό σε τέτοιο βαθμό που να μη δικαιολογείται η προώθηση του, τότε να διατάξει τη διαγραφή του. Ως δε προκύπτει από τη σχετική με το ζήτημα νομολογία, ένα τέτοιο μέτρο και δη διαγραφής δικογράφου είναι εξαιρετικό και δικαιολογείται να ληφθεί εκεί και μόνο που το δικόγραφο θα κριθεί, ξεκάθαρα, ανυπόστατο ως μη αποκαλύπτον οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο ή ως απαράδεκτα ενοχλητικό ή επιπόλαιο. Σε κάθε άλλη περίπτωση, το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να επιβάλει στα μέρη τον τρόπο με τον οποίο θα συντάξουν τα δικόγραφά τους, δικαίωμα των διαδίκων που χαρακτηρίστηκε ως ιερό (sacred). Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, βλέπε Annual Practice 1958, σελ. 477, Kozienskaya River Ltd v.KLCC Holding Ltd, Πολ. Εφ. Ε43/2013, απόφαση ημερομηνίας 23/3/2017, Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.α., Πολ. Εφ. Ε191/2015, απόφαση ημερομηνίας 23/3/2016, Λοΐζος Λουκά & υιοί Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, In Re Pelmako Developments Ltd,
(1991)1 Α.Α.Δ. 146, Southfields Indust v. MV «Antriatika K»,
(1989)1 Α.Α.Δ. 301 και Fasili and Others v. Sun Boat,
(1984)1 C.L.R.
- Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο. Έχω μελετήσει με προσοχή την επίδικη αίτηση, την ένσταση και το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει αμφότερες, έχοντας συνέχεια κατά νου τα επιχειρήματα των συνηγόρων των δύο πλευρών ως τούτα προβάλλουν μέσα από τις γραπτές αγορεύσεις που παρέδωσαν στο Δικαστήριο και κρίνω ως ακολούθως: Είμαι της γνώμης ότι η αίτηση θα πρέπει να πετύχει και, κατά συνέπεια, η παρούσα αγωγή να απορριφθεί ως ενοχλητική και ανούσια. Για σκοπούς αιτιολόγησης της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου, σημειώνω τα ακόλουθα: Η αναζήτηση των προθέσεων της Ενάγουσας ως προς την προώθηση της παρούσας αγωγής, εκ των πραγμάτων γίνεται στη βάση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης (εκεί που τούτο είναι αρκούντος διαφωτιστικό επί του ζητουμένου), αλλά, προφανώς, και στη βάση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση της Ενάγουσας, μιας και η ομνύουσά της αποκαλύπτει με πλήρη γλαφυρότητα τις σχετικές προθέσεις της ενάγουσας . Ως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης αλλά και μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την ένσταση, με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα επιδιώκει να αμφισβητήσει (α) το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο, από την ίδια προς την Εναγόμενη, ποσό, (β) τις συμφωνίες δανείων και υποθηκών, περιλαμβανομένης και της νομικής ισχύος τούτων, καθώς επίσης και (γ) το περιεχόμενο των Ειδοποιήσεων Τύπου Ι και Τύπου ΙΑ, τις οποίες απέστειλε η Εναγόμενη προς την Ενάγουσα δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου 9/
- Ως προς την αμφισβήτηση του όποιου οφειλόμενου από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα ποσού, καθώς επίσης και της νομιμότητας ή ισχύος των συμφωνιών δανείων και υποθηκών, η Ενάγουσα, ως εναγόμενη στην αγωγή XXXXX/14, στην εκεί Υπεράσπισή της, προτάσσει παρόμοια αμφισβήτηση και κατά συνέπεια προβάλει ήδη ενώπιον Δικαστηρίου τις σχετικές θέσεις της. Εκείνο που μένει είναι τούτες να εξεταστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της ρηθείσας αγωγής και να εκφραστεί σχετική δικαστική κρίση. Ως προς την πρόθεση της Ενάγουσας, μέσω της παρούσας αγωγής, να αμφισβητήσει το περιεχόμενο των Ειδοποιήσεων Τύπου Ι και Τύπου ΙΑ, που απεστάλησαν από την Εναγόμενη προς αυτή δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, στη βάση των προνοιών του άρθρου 44Γ
(3)του εν λόγω νόμου, μόνο μέσω εφέσεως στο Επαρχιακό Δικαστήριο θα μπορούσε να πράξει τούτο, κάτι το οποίο έκανε ήδη και κρίθηκε (πρωτοδίκως, τουλάχιστον) από το Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, στο βαθμό που η Ενάγουσα προβάλλει τους ανωτέρω λόγους για διατήρηση της παρούσας αγωγής σε εκκρεμότητα, η εισήγησή της για απόρριψη της αίτησης κρίνεται ανεδαφική. Ως προς δε, την έτερη εισήγηση της Ενάγουσας, που θέλει την παρούσα αγωγή να διατηρείται σε εκκρεμότητα στη βάση του ότι τούτη (η παρούσα αγωγή) αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση ώστε, δια Αίτησης/Έφεσης, να επιδιώξει την ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων περιουσιών, με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση αυτή, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Τα άρθρα 44Α- 44Δ του Νόμου 9/1965, στα οποία, με τη σχετική εισήγησή της, η Ενάγουσα παραπέμπει, δεν καθιστούν αναγκαία (για σκοπούς άσκησης του δικαιώματος καταχώρησης Έφεσης για αναχαίτιση της εκποίησης υποθηκών), την αμφισβήτηση του οφειλόμενου χρέους και/ή των συμφωνιών δανείων και/ή των υποθηκών μέσω αγωγής, ως εισηγείται. Ενδεχομένως κάτι τέτοιο να ίσχυε στη βάση των προνοιών του άρθρου 44Γ ή ακόμα και 44ΙΓ, ως τούτες είχαν θεσπιστεί με τον Τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/2014. Ωστόσο, με την μετέπειτα τροποποίηση του Νόμου, δια του Τροποιητικού Νόμου 87(Ι)/2018, η εν λόγω προϋπόθεση απαλείφθηκε, και πλέον, οι μόνες προϋποθέσεις που ενδεχομένως σχετίζονται με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο (βλ. άρθρο 44Γ
(3)(δ) και (ε)), αφορούν σε έκδοση παρεμπιπτόντων και/ή προστατευτικών διαταγμάτων υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη, είτε στη βάση των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων νόμου, είτε στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, κάτι που δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, μιας και δεν επιχειρήθηκε, μέσω της παρούσας αγωγής, να εκδοθούν τέτοιας φύσης διατάγματα για σκοπούς καταχώρησης Έφεσης. Επίσης, το δικαίωμα για Έφεση εναντίον της νομιμότητας των ήδη αποσταλεισών Ειδοποιήσεων τύπου Ι και ΙΑ, έχει ήδη ασκηθεί από την Ενάγουσα και έχει ήδη παρέλθει και κάθε προθεσμία που θα επέτρεπε, ενδεχομένως, καταχώρηση νέας έφεσης επί των Ειδοποιήσεων αυτών. Κατά συνέπεια είμαι της γνώμης ότι, τα όσα η Ενάγουσα ισχυρίζεται μέσω της παρούσας αγωγής (βλ. Κλητήριο Ένταλμα και την Έκθεση Απαίτησης), στη βάση και των προθέσεών της που εκφράζονται στην ένορκή δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, είναι ζητήματα, τα οποία, είτε εγείρονται ήδη και προβάλλονται μέσω της Υπεράσπισης της στο πλαίσιο της αγωγής XXXXX/14, είτε δεν επιτρέπεται επί αυτών να αποφανθεί το Δικαστήριο μέσω της παρούσας αγωγής (λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, στη βάση των προνοιών του άρθρου 44Γ του Νόμου 9/1965, να πράξει τούτο). Για τα τελευταία δε αυτά ζητήματα, η Ενάγουσα αναμένει δικαστική κρίση στα πλαίσια Εφέσεως που καταχώρησε επί της πρωτόδικης κρίσης στη Αίτηση/Έφεση που προωθήθηκε για αμφισβήτηση των αποσταλεισών σε αυτή Ειδοποιήσεων. Δεν παραγνωρίζω τις πρόνοιες του άρθρου 44Β
(3)του Νόμου 9/1965, οι οποίες αναγνωρίζουν δικαίωμα σε κάθε ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου, στη βάση νομικών προνοιών άλλων από τις πρόνοιες του νόμου 9/1965, και να αμφισβητήσει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες που προβλέπονται στον εν λόγω νόμο. Είμαι της γνώμης ότι, οι πρόνοιες του άρθρου 44Β
(3)του Νόμου 9/1965, θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για προώθησή της παρούσας αγωγής, μόνο αν οι νομικές βάσεις της αγωγής ήταν άλλες από αυτές που ήδη προβάλλονται στην Υπεράσπιση της Ενάγουσας στην αγωγή XXXXX/14 και, εν πάση περιπτώσει, άσχετες με τη νομιμότητα, ισχύ και γενικά το περιεχόμενο των αποσταλεισών Ειδοποιήσεων, οι οποίες μπορούν να αμφισβητηθούν μόνο με Έφεση δυνάμει των προνοιών του άρθρου 44Γ
(3)του Νόμου 9/1965. Στην ουσία, μετά τη θέσπιση του τροποποιητικού Νόμου 87(Ι)/2018, η συνέχιση της παρούσας αγωγής αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, μιας και στη βάση πλέον των προνοιών του Νόμου 9/1965 αυτή (η παρούσα αγωγή) δεν εξυπηρετεί κάτι, ενώ, συνάμα, μέσω της (στο βαθμό που προβάλλονται επιτρεπτές θέσεις), επιδιώκονται θεραπείες οι οποίες, αν αποδοθούν, θα επιφέρουν τα ίδια αποτελέσματα που θα επιφέρει και η αποδοχή των υπερασπίσεων της Ενάγουσας στη αγωγή XXXXX/14 (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί της κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, βλ. In Re Pelmaco Development ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 και Beogradska
(1996)1B A.A.Δ. 911). Με τα όσα κατέγραψα ανωτέρω, θεωρώ ότι απαντώ σε κάθε προβαλλόμενο από την Ενάγουσα λόγο ένστασης και θεωρώ ότι δικαιολογείται η ήδη εκφρασθείσα κρίση μου ότι η παρούσα αγωγή, στη βάση των προνοιών της Διαταγής 27
(3)(η οποία και αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της επίδικης αίτησης και κατά συνέπεια και ο πρώτος λόγος Ένστασης κρίνεται ανεδαφικός), αποτελεί απαράδεκτα ενοχλητικό, επιπόλαιο και ανούσιο δικαστικό μέτρο εναντίον της Εναγόμενης. Κατά συνέπεια, η αίτηση επιτυγχάνει και η παρούσα αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα της αιτήσεως, δεν έχω κανέναν λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμά της και επομένως, τούτα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης-Αιτήτριας και εναντίον της Ενάγουσας-Καθ' ης η αίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ως προς τα έξοδα της παρούσας αγωγής, με γνώμονα ότι, κατά τη καταχώρησή της, ο Νόμος 9/1965 καθιστούσε την αμφισβήτηση, μέσω αγωγής, της αποσταλείσας (δυνάμει του ρηθέντος νόμου) Ειδοποίησης ως προϋπόθεση για καταχώρηση Έφεσης για αναχαίτηση των Ειδοποιήσεων, μέχρι και την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Νόμος 87(Ι)/2018, τούτα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής XXXXX/2014. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, τα οποία έπονται χρονικά της θέσπισης του τροποποιητικού νόμου 87(Ι)/2018, επίσης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας. (Υπ.) ............................. Θ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο