← Κύπρος

C. HARALCO & SPANDIOS DEVELOPERS LTD ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3764/2018, 8/1/2020

C. HARALCO & SPANDIOS DEVELOPERS LTD ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3764/2018, 8/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A5 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3764/2018 ΜΕΤΑΞΥ: C. HARALCO & SPANDIOS DEVELOPERS LTD Ενάγουσας και XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενης ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 18/3/2019 της Ενάγουσας για Ενδιάμεσα Διατάγματα Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου,

  1. Για την Ενάγουσα-Αιτούσα: κ. Μ. Κιτρομηλίδης για κ.κ. Κιτρομηλίδης, Πέτσας Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγομένη - Καθ' ης η Αίτηση: κα. Ε. Κούσιου για κ.κ. Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜEΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το αντικείμενο της Αίτησης
  2. Η Ενάγουσα είναι εταιρεία ανάπτυξης ακινήτων και η Εναγομένη αγοράστρια διαμερίσματος σε πολυκατοικία την οποία η Ενάγουσα ανήγειρε. Με την αγωγή της η Ενάγουσα αξιώνει, μεταξύ άλλων, το ποσό των €13952,41 ποσό που εισπράχθηκε προς όφελος της Εναγομένης μετά από εκταμίευση εγγυητικής, €8484,07 ως έξοδα και φόρους που καταβλήθηκαν προς όφελος της Εναγομένης, €854 υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης και την έκδοση διαταγμάτων ακύρωσης της κατάθεσης του πωλητηρίου Εγγράφου στο Κτηματολόγιο και παράδοσης του πωληθέντος διαμερίσματος.
  3. Η Ενάγουσα την 18/3/2019 καταχώρισε αίτηση δια κλήσεως με την οποία αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων σε σχέση με το πωληθέν διαμέρισμα: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύεται στην Εναγόμενη/καθ' ης η Αίτηση να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια με σκοπό την αποξένωση και/ή μεταβίβαση και/ή πώληση και/ή διάθεση και/ή δέσμευση και/ή επιβάρυνση και/ή υποθήκευση μέρους μεριδίου και/ή το όλον μερίδιο επί του διαμερίσματος με τα ακόλουθα στοιχεία εγγραφής: ..... μέχρι πλήρους και τελείας εκδίκασης της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, Β. διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύεται στην Εναγόμενη/καθ' ης η Αίτηση να διορίζει και/ή εξουσιοδοτεί και/ή να δίδει οδηγίες σε οποιοδήποτε πρόσωπο με σκοπό την αποξένωση και/ή μεταβίβαση και/ή πώληση και/ή διάθεση και/ή δέσμευση και/ή επιβάρυνση και/ή υποθήκευση μέρους μεριδίου και/ή το όλον μερίδιο επί του διαμερίσματος με τα ακόλουθα στοιχεία εγγραφής: ..... μέχρι πλήρους και τελείας εκδίκασης της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου,»
  4. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 («Κεφ. 6»), στα άρθρα 30 - 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960 («Ν. 14/1960») στη Δ. 48, Θ.Θ. 1 - 10 στη Δ. 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση
  5. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Θεολόγου, ένα εκ των διευθύνοντων συμβούλων της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, με γραπτή συμφωνία που έγινε 29/5/2002 (Τεκμήριο 1) η Ενάγουσα πώλησε στην Εναγομένη το διαμέρισμα για το ποσό των Λ.Κ.
  6. Η Εναγομένη έπρεπε να πληρώσει το τίμημα ως ακολούθως:

(1)Λ.Κ. 1500 με την υπογραφή της συμφωνίας,
(2)Λ.Κ. 1000 την 31/5/2002,
(3)Λ.Κ. 1000 την 31/7/2002,
(4)Λ.Κ. 1500 την 31/9/2002, και
(5)Λ.Κ. 15500 με την παράδοση του διαμερίσματος. 5. Η Εναγομένη κατέβαλε Λ.Κ. 5000 (ως η §§ 4
(1)-
(4), ανωτέρω). Το ποσό των Λ.Κ. 15000 καταβλήθηκε με δάνειο που έλαβε η Εναγομένη από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης για την εξασφάλιση του οποίου η Ενάγουσα έδωσε εγγυητική επιστολή ύψους Λ.Κ. 15000 (€25629,02). Έναντι του τιμήματος πώλησης παραμένει οφειλόμενο το ποσό των Λ.Κ. 500 (€854).
  1. Το διαμέρισμα αποπερατώθηκε τέλη Δεκεμβρίου 2002 και παραδόθηκε στην Εναγομένη αρχές Ιανουαρίου
  2. Η Εναγομένη συνεχίζει να το κατέχει. Σύμφωνα με τον όρο 8 του πωλητηρίου εγγράφου η Εναγομένη από την ημέρα απόκτησης κατοχής του διαμερίσματος είχε την ευθύνη καταβολής στην Ενάγουσα όλων των φόρων, τελών και επιβαρύνσεων του διαμερίσματος τα οποία μέχρι και τη μεταβίβαση θα πλήρωνε η Ενάγουσα.
  3. Την 16/7/2008 εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για το διαμέρισμα. Η Ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένως την Εναγομένη να προσέλθει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για τη μεταβίβαση, αφού προηγουμένως θα κατέβαλλε όλα τα οφειλόμενα ποσά και φόρους και αυτή αρνήθηκε προβάλλοντας δικαιολογίες περί εξόφλησης. Με διπλοασφαλισμένη επιστολή ημερομηνίας 5/5/2010 (Τεκμήριο 2) την κάλεσαν όπως την 25/5/2010 και η ώρα 8:30 π.μ. προσέλθει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για σκοπούς μεταβίβασης και αυτή δεν το έπραξε, αν και παρέλαβε την επιστολή την 3/5/
  4. Με την ίδια επιστολή την καλούσαν να καταβάλει το μέχρι τότε οφειλόμενο ποσό των €10444, που αφορούσε φόρους και έξοδα ανανέωσης της εγγυητικής.
  5. Την 18/6/2013 ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης, ο δανειστής της Εναγομένης, λόγω καθυστερήσεων στην αποπληρωμή του δανείου της, εκταμίευσε την εγγυητική επιστολή που παραχώρησε η Ενάγουσα και εισέπραξε το ποσό των €13952,41 (Τεκμήριο 3, η σχετική επιστολή της Τράπεζας της Ενάγουσας και φωτοαντίγραφο της επιταγής που εκδόθηκε προς όφελος του δανειστή της Εναγομένης).
  6. Ως εκ τούτου η Εναγομένη οφείλει στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των €22436,
  7. Τα οφειλόμενα ποσά αφορούν το υπολοιπόμενο του τιμήματος πώλησης €854, το ποσό της εγγυητικής που εκταμιεύθηκε €13952,41 και €8484,07 χρεώσεις για την εγγυητική επιστολή από το 2002 - 2012, αποχετευτικά τέλη, δημοτικά τέλη και φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας από 2008 - 2016 (στην ένορκη δήλωση παρατίθεται αναλυτική κατάσταση).
  8. Η Εναγομένη την 18/4/2017 δυνάμει του άρθρου 44ΙΘ του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965, όπως τροποποιήθηκε («Ν. 9/1965»), και αφού κατέβαλε σε ειδικό λογαριασμό το ποσό των €854 πέτυχε μεταβίβαση επ' ονόματι της ως εγκλωβισμένη αγοραστής.
  9. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα το εν λόγω διαμέρισμα αποτελεί τη μόνη περιουσία της Ενάγουσας. Η Εναγομένη αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Τυχόν αποξένωση του διαμερίσματος δημιουργεί μεγάλες πιθανότητες μη ικανοποίησης απόφασης που θα εκδοθεί προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα διατηρήσει την κατάσταση πραγμάτων ως ισχύει σήμερα. Η ένσταση
  10. Η Εναγομένη προβάλλει 9 συνολικά λόγους ένστασης στο αίτημα. Οι λόγοι ένστασης αφορούν τα ακόλουθα:
(1)Η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 29, 31 και 32 του Ν. 14/1960 (λόγος 1), δεν καταδεικνύει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (λόγος 5), ούτε αποκαλύπτει καλή αιτία αγωγής (λόγος 6) ή πως θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά (λόγος 8).
(2)Η Ενάγουσα δεν έχει αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα με στόχο να παραπλανήσει το Δικαστήριο (λόγος 2), τα γεγονότα που παραθέτει δεν δικαιολογούν τα αιτήματα της (λόγος 3) και δεν έχει προσέλθει με καθαρά χέρια (λόγος 4).
(3)Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή ελαττωματική (λόγος 9) και τα αιτήματα αφορούν τελικές θεραπείες (λόγος 7).
  1. Η ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 29, 31 και 32 του Ν. 14/1960, στα άρθρα 4 - 9 του Κεφ. 6, στα άρθρα 2, 11 - 14, 43 και 46 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση
  2. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης. Η Εναγομένη παραδέχεται ότι αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα, το πωλητήριο έγγραφο, το τίμημα πώλησης, τον τρόπο και χρόνους καταβολής του, την εξασφάλιση της εγγυητικής επιστολής για το δάνειο της, διαφωνεί όμως ότι οφείλει το ποσό των €
  3. Επισυνάπτει ως απόδειξη καταβολής του έγγραφα πληρωμών και απόδειξη κατάθεσης στο Διευθυντή του Κτηματολογίου (μέρος των εγγράφων Τεκμήριο 1). Αναφέρει ότι έχει εξοφλήσει όλα τα οφειλόμενα ποσά ως εγκλωβισμένη αγοραστής το 2017 (Τεκμήριο 2 - Έγγραφα αιτήσεως της ως εγκλωβισμένη αγοραστής, Τεκμήριο 3, αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας και Τεκμήριο 4, οι αποδείξεις πληρωμών).
  4. Αρνείται τη λήψη της επιστολής (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση Θεολόγου), και αναφέρει ότι ουδέποτε αρνήθηκε να παρουσιαστεί για μεταβίβαση. Αντίθετα από το 2005 ζητούσε η ίδια να της μεταβιβάσουν την ιδιοκτησία του διαμερίσματος. Ακολούθησε τη διαδικασία με βάση το νόμο γιατί πληροφορήθηκε από το Κτηματολόγιο ότι η Ενάγουσα αδυνατούσε να το πράξει.
  5. Αρνείται ότι έχει οικονομική αδυναμία, ή ότι καθυστερεί τις δόσεις της. Τη μόνη περίοδο που καθυστέρησε πληρωμές ήταν την περίοδο της «κρίσης» και όχι για περίοδο πάνω από 90 ημέρες. Ο δανειστής της δεν απαίτησε την εκταμίευση της εγγυητικής λόγω καθυστερημένων δόσεων. Η Ενάγουσα δεν έχει παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο που να καταδεικνύει οικονομική της αδυναμία. Τέλος ήταν η θέση της ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων «θα πλήξει την ορθή και απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και θα αφαιρέσει κάθε αξία από τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου». Οι εισηγήσεις των συνηγόρων
  6. Και οι δύο συνήγοροι υπέβαλαν γραπτώς τις θέσεις τους στο Δικαστήριο με αναφορές στη νομολογία.
  7. Ο συνήγορος της Ενάγουσας αναφερόμενος στο άρθρο 32 του Ν. 14/1960, εισηγήθηκε ότι έχει καλή βάση αγωγής με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, ενώ τυχόν αποξένωση του ακινήτου θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα, αφού αυτό αποτελεί την μόνη περιουσία της Εναγομένης. Η Εναγομένη, ήταν η θέση του, ψευδώς δήλωσε ότι εξόφλησε το τίμημα αποκρύβοντας ότι ο δανειστής της εκταμίευσε την εγγυητική που παραχώρησε η Ενάγουσα. Οι επισυνημμένες αποδείξεις της προς της Ενάγουσα αφορούν μόνο το ποσό των €
  8. Η συνήγορος της Ενάγουσας, με αναφορά στο άρθρο 32 του Ν. 14/1960 και άρθρο 5 του Κεφ. 6, εισηγήθηκε ότι δεν έχει καταδειχθεί κίνδυνος ή αδυναμία της Εναγομένης στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχομένως εκδοθεί εναντίον της. Η Ενάγουσα απλά περιορίστηκε σε ασαφές σχόλιο ως προς την οικονομική δυνατότητα της. Παράλληλα δεν έχει καταδειχθεί άμεσος, ορατός και πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης του ακινήτου. Οι τρείς προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/1960 επίσης δεν έχουν συσχετισθεί ή τεκμηριωθεί στην αίτηση της Ενάγουσας. Νομική πτυχή
  9. Η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων πηγάζει από τρία διαφορετικά άρθρα, τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του Ν. 14/
  10. Μεταξύ των τριών άρθρων υπάρχουν τόσο διαφορές όσο και αλληλεπιδράσεις (βλ. Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμης, Διατάγματα, Λευκωσία 2016, σελ. 102). Όπως αναφέρεται στη σελ. 102 του εν λόγω συγγράμματος: «Η πρώτη διαφορά είναι ότι το άρθρο 32 καλύπτει τόσο τελικά όσο και παρεμπίπτοντα διατάγματα, ενώ τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 καλύπτουν μόνο παρεμπίπτοντα διατάγματα. Η δεύτερη διαφορά αποκλειστικά σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα, είναι ότι το άρθρο 32 καλύπτει όλες τις περιπτώσεις παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, ενώ τα άλλα δύο άρθρα εφαρμόζονται μόνο στις ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στα ίδια τα άρθρα (αντικείμενο αγωγής και δέσμευση ακίνητης περιουσίας για χάριν εκτέλεσης).»
  11. Όπως λέχθηκε στην ΑΒΡ Holdings Ltd ν Κιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, 701, τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/1960, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. 22. Στις περιπτώσεις όπου ζητείται η διάταγμα για την παρεμπόδιση αποξένωσης περιουσίας από εναγόμενο που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής εφαρμόζεται το άρθρο 4
(1)του Κεφ.6. Το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου η περιουσία, της οποίας ζητείται η δέσμευση με διάταγμα, συνιστά το αντικείμενο της αγωγής. Προσωρινό διάταγμα που αφορά σε περιουσία η οποία είναι το αντικείμενο της αγωγής, μπορεί να εκδοθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 4, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του N. 14/1960 (βλ. Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ ν Ευθυμίου κ.ά.
(2009)1Α ΑΑΔ 234, 240 και Papastratis v Petrides
(1979)1 CLR 231, 240).
  1. Όπου η περιουσία δεν είναι το αντικείμενο της αγωγής τότε η αίτηση εξετάζεται με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/
  2. Όπου υπάρχει αμφιβολία κατά πόσο η περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής, είναι καλύτερα να συμπεριλαμβάνεται και το άρθρο 32 του Ν. 14/1960 (βλ. Διατάγματα, ανωτέρω, σελ. 103).
  3. Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται τόσο στο άρθρο 32 του Ν.14/1960 όσο και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται τόσο οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 όσο και τα ειδικότερα κριτήρια ή προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 5 στο βαθμό που διαφοροποιούνται (βλ. Lakatamitis v Theodorou
(1983)1Β CLR 520, 524 -525) ή δεν συμπίπτουν.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα με την αγωγή της απαιτεί, μεταξύ άλλων, αναγνωριστική απόφαση ότι η συμφωνία πώλησης έχει τερματιστεί, διάταγμα απόσυρσης του πωλητηρίου εγγράφου από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας και παράδοση του διαμερίσματος (παρ. 17 Α, Β και Γ του Κλητηρίου Εντάλματος). Αποτελεί κοινή θέση των μερών ότι το διαμέρισμα έχει μεταβιβαστεί στην Εναγομένη με βάση τις πρόνοιες του Ν. 9/
  2. Με βάση αυτά τα δεδομένα υπάρχει αμφιβολία αν το εν λόγω διαμέρισμα πλέον μπορεί να θεωρείται περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Σημειώνω ότι ουδείς των συνηγόρων αγόρευσε η προώθησε τη θέση ότι τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του Κεφ.
  3. Ως εκ τούτου εξέτασα αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/1960 και του άρθρου 5 του Κεφ. 6 κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε ανωτέρω.
  4. Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/1960 είναι οι ακόλουθες:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, 568 και Papapetrou Bros Ltd v Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741, 745). 27. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (βλ. Odysseos, ανωτέρω, σελ. 570, και Κουνούνα v C. & A. Simonos Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1361, 1366). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Καλογήρου ν C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1B ΑΑΔ 1237, 1244).
  1. Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos, ανωτέρω, σελ. 569). Στην Κυριάκου ν Κυριάκου, Πολιτική Έφεση Ε301/2016, 26/9/2017, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, πρώτη έκδοση, σελ. 55: «Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right) . Γι' αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία απαγορευτικού διατάγματος.»
  2. Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos, ανωτέρω, σελ. 569). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν Microsoft Corporation
(2002)1Γ ΑΑΔ 1802, 1809 και Parico Aluminium Designs Ltd v Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1Γ ΑΑΔ 2015, 2039). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1Γ ΑΑΔ 1653, 1659). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1Β AAΔ 1235, 1243). 30. Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 263, 267 και 268 και Γρηγορίου κ.ά. ν Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248, 270). 31. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν Παναγίδου κ.α.
(2001)1A ΑΑΔ 396, 404). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντα (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v Timberland Co.
(1997)1Γ AΑΔ 1791, 1799). 32. Στις περιπτώσεις όπου ζητείται η διάταγμα με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6, δηλαδή η παρεμπόδιση αποξένωσης ακίνητης ιδιοκτησίας από εναγόμενο (που δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής) το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:
(1)Ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και
(2)Ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. 33. Περαιτέρω:
(1)Δεν πρέπει να δεσμεύεται περισσότερη ιδιοκτησία απ' όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκής να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό. 34. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5, δηλ. η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν 14/1960. Και στις δυο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος (βλ. Τσιολάκη κ.α. ν Στυλιανίδη
(1992)1Β ΑΑΔ 782, 785). 35. Η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5, η ύπαρξη πιθανότητας να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, αντιστοιχεί ουσιαστικά προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd ν Σκυροποιία (Λεωνίκ) Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 785, 789 και Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. v Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1Α ΑΑΔ 280, 285). 36. Ο ενάγων δεν έχει την υποχρέωση προσαγωγής μαρτυρίας για πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί, ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Phasarias, ανωτέρω, σελ. 790). Εκείνο το οποίο απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindrance) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος (βλ. Τσιολάκη, ανωτέρω, σελ. 785, και Φετοκάκη ν Χριστοφή
(2006)1 ΑΑΔ 800, 806). 37. Στη Marketrends (Capital Market) Ltd v Μιχάλη Γεωργίου
(2002)1Γ ΑΑΔ 1759, 1760, υποδείχθηκε ότι δέσμευση περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και ασκείται με φειδώ. Σημειώθηκε στη σελ. 1761: ότι «πρόκειται . για εξουσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους». Αξιολόγηση των προβαλλόμενων θέσεων
  1. Προχώρησα και εξέτασα αν πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις στη βάση της νομολογίας που παρέθεσα.
  2. Η Ενάγουσα έχει καταδείξει στην αγωγή της καλή αιτία αγωγής. Αφορά παράλειψη πληρωμής οφειλόμενων ποσών δυνάμει σύμβασης και αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναπτύσσονται περαιτέρω τα όσα ισχυρίζεται σε σχέση με τα οφειλόμενα ποσά. Σύμφωνα με τον όρο 8 του πωλητηρίου εγγράφου (Τεκμήριο 1 στην Αίτηση) η υποχρέωση φαίνεται να βαραίνει την Εναγομένη. Οι πληρωμές τις οποίες η ίδια λέει ότι κατέβαλε αφορούν διάφορες χρονικές περιόδους κυρίως όμως την περίοδο 2016 και
  3. Όσον αφορά τα αποχετευτικά τέλη φαίνεται να υπάρχει σύγκρουση με το τί κατέβαλε η ίδια και το τί κατέβαλε η Ενάγουσα. Είναι ζήτημα που θα επιλυθεί κατά τη δίκη. Δεν γίνεται όμως αναφορά από πλευράς Εναγομένης ως προς την καταβολή τελών από την ημερομηνία που φέρεται να έλαβε κατοχή, τον Ιανουάριο του
  4. Πέραν των οφειλόμενων τελών και εξόδων, ισχυρίζεται ότι με την εκταμίευση της εγγυητικής από τον δανειστή της Εναγομένης, η Εναγομένη έχει επωφεληθεί χρηματικού ποσού σε βάρος της. Θα ήταν προτιμητέο, όσον αφορά την εγγυητική να διδόταν στο δικαστήριο πληρέστερη εικόνα ως προς τους όρους της (και τις χρεώσεις). Από την άλλη, η εκταμίευση της δεν έχει αμφισβητηθεί. Αυτό που αμφισβητείται είναι ο λόγος εκταμίευσης της. Η Εναγομένη όμως δεν έχει προβάλει οποιαδήποτε άλλη εξήγηση για την εκταμίευση.
  5. Κρίνω επομένως ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση.
  6. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, κρίνω ότι με το υπόβαθρο μαρτυρίας που έχει παραθέσει η Ενάγουσα, και το οποίο ανέλυσα πιο πάνω, έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στο παρόν στάδιο η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να παραθέσει στο Δικαστήριο υπόβαθρο μαρτυρίας που να δικαιολογεί την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα σταματά όπου διαπιστώνεται ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Τα όσα αντιτείνει η Εναγομένη είναι ζητήματα που θα εξεταστούν στα πλαίσια της ουσίας της υπόθεσης.
  7. Η πιθανότητα να υποστεί η Ενάγουσα ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα πρέπει να εξεταστεί σε συσχετισμό με το άρθρο 5 του Κεφ.
  8. Όπως ανέφερα πιο πάνω δεν πρέπει να δεσμεύεται περισσότερη ιδιοκτησία απ' όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκής να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής και κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό.
  9. Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα δεν έχει προσδιορίσει την αξία του διαμερίσματος. Αναφέρεται μόνο στο τίμημα πώλησης, €35026,33 (Λ.Κ. 20500) και ότι είναι η μόνη περιουσία της Εναγομένης. Στον τίτλο που παρουσίασε ως Τεκμήριο 3, η Εναγομένη, αναφέρεται ότι η αξία του διαμερίσματος την 1/1/2013 ήταν €
  10. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι η Εναγομένη δεν είναι φερέγγυα αφού ο δανειστής της εκταμίευσε την εγγυητική της Ενάγουσας. Η Εναγομένη αρνείται ότι είναι αφερέγγυα. Δέχεται μόνο ότι αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα την «περίοδο της κρίσης». Αξίζει να σημειωθεί ότι στην επιστολή της προς το Κτηματολόγιο ημερ. 20/4/2016 ζητούσε παράταση 2 - 3 μηνών για την καταβολή €854 για σκοπούς μεταβίβασης καθότι, σύμφωνα με την ίδια, από το 2013 ως αυτοτελώς εργαζόμενη δεν είχε την παραμικρή πράξη εργασίας και δυσκολευόταν πολύ οικονομικά. Δεν αναφέρει αν έχει άλλη περιουσία.
  11. Με βάση τα δεδομένα αυτά κρίνω ότι η Ενάγουσα πέτυχε να στοιχειοθετήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/1960 και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.
  12. Συγκεκριμένα η Ενάγουσα έχει παραθέσει επαρκές υπόβαθρο οικονομικής αδυναμίας της Εναγομένης και ότι αυτή δεν έχει άλλη περιουσία. Με βάση τα δεδομένα που έχουν δοθεί φαίνεται η αξία του διαμερίσματος να υπερκαλύπτει την απαίτηση. Από την άλλη περιορισμός της αξίας του ακινήτου που δεσμεύεται δεν θα είχε πρακτική σημασία, αφού πρόκειται περί διαμερίσματος, ακινήτου δηλαδή που δεν δύναται να διαχωριστεί.
  13. Περαιτέρω κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων. Διατηρείται το status quo ante μέχρι εκδικάσεως της διαφοράς. Κατάληξη
  14. Ενόψει των πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδονται διατάγματα ως τα αιτητικά Α και Β. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Order Αναφορά: Αστική/Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.