Αντρέου ν. Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 503/13, 17/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A31 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 503/13 Μεταξύ: XXXXX Αντρέου Ενάγοντα και XXXXX Νικολάου Εναγόμενο --------------------- 17 Ιανουαρίου 2020 Για τον Ενάγοντα: κος Μ. Χαραλάμπους Για τον Εναγόμενο: κος Α. Κλεάνθους ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με τη δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα κατά ή περί τις αρχές Οκτωβρίου 2008 δάνεισε τον εναγόμενο το συνολικό ποσό των €10.
- Ήταν ρητός και ή εξυπακουόμενος όρος της προφορικής συμφωνίας των διαδίκων ότι ο εναγόμενος θα εξοφλούσε το εν λόγω χρέος το αργότερο μέχρι τις 15/12/
- Ο εναγόμενος έκδωσε, υπέγραψε και παρέδωσε στον ενάγοντα 5 επιταγές της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοκκινοτριμιθιάς Λτδ. Τα στοιχεία των εν λόγω επιταγών έχουν ως ακολούθως: Αρ. Επιταγής Ημερομηνία Ποσό XXXXX8765 27/10/2008 €2.000 XXXXX8766 03/11/2008 €2.000 XXXXX8770 01/12/2008 €2.000 XXXXX8771 08/12/2008 €2.000 XXXXX8772 15/12/2008 €2.000 Λόγω του ότι ο εναγόμενος παρακάλεσε τον ενάγοντα για περαιτέρω χρόνο αποπληρωμής του πιο πάνω χρέους, ο ενάγων δεν κατέθεσε τις σχετικές επιταγές. Έναντι του χρέους ο εναγόμενος δεν κατέβαλε οιονδήποτε ποσό και παρέμεινε οφειλόμενο και απαιτητό το ποσό των €10.
- Η συμπεριφορά του εναγομένου συνιστά παράβαση των συμφωνηθέντων από την οποία ο ενάγων υφίσταται ζημία εκ €10.000, ποσό που δάνεισε τον εναγόμενο και γι' αυτό ο τελευταίος πλούτισε άδικα σε βάρος του ενάγοντα (unjust enrichment). Παρ' ότι ο ενάγων επανειλημμένως κάλεσε τον εναγόμενο να εξοφλήσει το χρέος του, ο τελευταίος κατά παράβαση των συμφωνηθέντων αρνήθηκε και/ή αμέλησε να το εξοφλήσει ή να καταβάλει οιονδήποτε ποσό. Στην αντίπερα όχθη η δικογραφημένη εκδοχή του εναγομένου υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα είναι ψευδείς και ανυπόστατοι. Αν και ο εναγόμενος δέχεται ότι γνωρίζει τον ενάγοντα, αρνείται ότι είχε στενές και φιλικές σχέσεις μαζί του ώστε να αποταθεί σε αυτόν για δάνειο. Περαιτέρω, αρνείται ότι υπήρξε συμφωνία δανείου μεταξύ τους. Εν τούτοις ο εναγόμενος δέχεται ότι εξέδωσε τις εν λόγω επιταγές, αλλά ισχυρίζεται ότι ουδέποτε τις παρέδωσε στον ενάγοντα. Είναι η θέση του ότι τις εξέδωσε εν λευκώ στα πλαίσια συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ της εταιρείας Cybet και του πρακτορείου στοιχημάτων που ο ίδιος διατηρούσε στην Κοκκινοτριμιθιά, η οποία διευθετήθηκε. Προσθέτει ότι ο ενάγων ουδέποτε υπήρξε νόμιμος δικαιούχος των επιταγών και ούτε αποκτήθηκαν [νοείται οι επιταγές] έναντι νόμιμου ανταλλάγματος. Ισχυρίζεται ότι οι επιταγές που εκδόθηκαν στα πλαίσια συνεργασίας του με την εταιρεία στοιχημάτων, διευθετήθηκαν σε κατοπινό στάδιο και γι' αυτό δεν παρουσιάστηκαν προς πληρωμή. Παρέμειναν εν τούτοις στην κατοχή του υπευθύνου της εταιρείας στοιχημάτων και αγνοεί με ποιο τρόπο και υπό ποιες συνθήκες βρέθηκαν στην κατοχή του ενάγοντα. Περιπλέον αρνείται ότι επανειλημμένα κλήθηκε από τον ενάγοντα να εξοφλήσει το χρέος του και ισχυρίζεται ότι είναι με την επίδοση της παρούσας αγωγής που για πρώτη φορά έμαθε ότι ο ενάγων απαιτεί το επίδικο ποσό, αφού τέτοια σχέση μεταξύ τους δεν υπήρξε. Η προσκομισθείσα μαρτυρία εξαντλείται στη μαρτυρία του ενάγοντα, τις πέντε επιταγές (τεκμήρια 2 έως 6), τη μαρτυρία του εναγομένου και τη μαρτυρία κάποιου XXXXX Παπαζαχαρίου (ΜΥ2) που κλήθηκε από την πλευρά του εναγομένου. Ενόρκως ήταν η θέση του ενάγοντα πως με τον εναγόμενο διατηρούσαν φιλικές σχέσεις και κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2008 του ζήτησε να τον δανείσει €10.000 γιατί είχε κάποιες οικονομικές δυσκολίες. Ούτω και έπραξε, ενώ συμφώνησαν ότι θα τον εξοφλούσε μέχρι τις 15/10/2008 και γι' αυτό το λόγο εξέδωσε και υπέγραψε 5 επιταγές εις διαταγή του [ενάγοντα] και τους τις παρέδωσε. Οι εν λόγω επιταγές είναι τα τεκμήρια 2 έως
- Όταν πλησίασε ο χρόνος κατάθεσης της πρώτης επιταγής ο εναγόμενος τον παρακάλεσε να μην την καταθέσει γιατί δεν είχε χρήματα και του υποσχέθηκε ότι θα τον πλήρωνε αφού περίμενε κάποια χρήματα. Ο καιρός περνούσε και κατέστησαν πληρωτέες και οι υπόλοιπες επιταγές. Ο εναγόμενος συνέχισε να του ζητά χρόνο και λόγω της προσωπικής τους σχέσης τον εμπιστεύτηκε και δεν κατέθεσε τις επιταγές. Με το πέρασμα του χρόνου άρχισε να ανησυχεί και τότε ο εναγόμενος του είπε ότι τον ξεγέλασαν και δεν του έδωσαν τα χρήματα, αλλά να μην ανησυχεί γιατί θα πωλούσε ένα χωράφι και θα τον εξοφλούσε, χρειαζόταν όμως χρόνο για να βρει αγοραστή. Ο ενάγων και πάλιν τον εμπιστεύτηκε λόγω της φιλικής σχέσης που είχαν. Όταν διέρρευσε και άλλος χρόνος επισκέφθηκε τη μητέρα του εναγομένου στην Κοκκινοτριμιθιά στο μπακάλικο που διατηρούσε και της ανέφερε για το δάνειο. Η μητέρα του τον παρακάλεσε να μην καταθέσει τις επιταγές και τον διαβεβαίωσε ότι όντως θα πωλούσαν ένα χωράφι και θα τον εξοφλούσαν. Είναι κατά αυτό τον τρόπο που ξεγελάστηκε και δεν κατέθεσε τις επιταγές στην τράπεζα. Ο εναγόμενος ουδέποτε τον πλήρωσε και έτσι του οφείλει το ποσό των €10.
- Στην αντεξέταση ρωτήθηκε πότε γνώρισε τον εναγόμενο πρώτη φορά και απάντησε ότι έχει 15 χρόνια που γνωρίζονται. Πρόσθεσε ότι ο εναγόμενος είχε πρακτορείο στοιχημάτων (στη συνέχεια το πρακτορείο) στην Κοκκινοτριμιθιά και τον επισκέπτετο εκεί συχνά. Δεν θυμάται όμως την πρώτη αφορά που τον γνώρισε. Δεν γνωρίζει σε ποιαν εταιρεία ανήκει το πρακτορείο, ούτε γνωρίζει τις εταιρείες Eurogoal και Cybet. Σε ερώτηση αν είχαν φιλικές σχέσεις οι δυο τους, ενάγων και εναγόμενος, απάντησε θετικά και πρόσθεσε ήμασταν εκεί καθημερινά, δεν ήμουν παίκτης, πηγαίναμε και πίναμε τον καφέ μας, γνωριζόμασταν, ήμασταν φίλοι. Αρνήθηκε ότι δεν είχαν φιλικές σχέσεις και επανέλαβε· ήμασταν πολύ καλοί φίλοι. Ισχυρίστηκε ότι στο πρακτορείο πήγαινε από την ημέρα που το άνοιξε ο εναγόμενος και αρνήθηκε ότι άρχισε να πηγαίνει μετά που βρέθηκαν στην κατοχή του οι επιταγές και ζητούσε να πληρωθεί. Πρόσθεσε ακόμη ότι ήταν φίλοι και μίλησε με τη μητέρα του εναγομένου για το χρέος και η τελευταία του ανέφερε ότι θα πωλήσει χωράφι να τον πληρώσει. Δέχθηκε ότι κατ' εκείνο το χρόνο δεν εργαζόταν, αλλά ανέφερε ότι οι €10.000 ήταν οι οικονομίες που δούλευε μια ζωή και σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι τα χρήματα τα είχε σπίτι. Ήταν άνεργος για ένα με δύο χρόνια πριν το 2008 λόγω κάποιου ατυχήματος. Προηγουμένως εργαζόταν ως προπονητής αλόγων. Κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε άδεια ως προπονητής γιατί την παρέδωσε, ασχολείτο όμως μόνος του, δηλαδή εργαζόταν για άλλο προπονητή και τον πλήρωνε εκείνος, εν τούτοις δεν έβαζε κοινωνικές ασφαλίσεις. Ρωτήθηκε αν γνωρίζει κάποιον κύριο ονόματι XXXXX Καστορής και απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι ήταν παλαιότερα ιδιοκτήτης στον ιππόδρομο. Δεν γνωρίζει κατά πόσο ήταν ιδιοκτήτης της εταιρείας Cybet. Του υποβλήθηκε ότι πρώτη φορά συνάντησε τον εναγόμενο στο γραφείο του κ. Καστορή στην εταιρεία Cybet και απάντησε ότι με τον εναγόμενο ήταν φίλοι και πολύ καλοί. Του υπεβλήθη περαιτέρω ότι εκεί στο γραφείο του κ. Καστορή βρίσκονταν οι τρεις τους και άκουσε συζήτηση που έγινε μεταξύ του Καστορή και του εναγομένου, δηλαδή ότι για σκοπούς εγγύησης που είχε το πρακτορείο ο εναγόμενος παρέδωσε στον Καστορή τις επίδικες επιταγές. Αρνήθηκε την υποβολή λέγοντας ότι δεν έγινε τέτοιο πράγμα. Ερωτήθηκε κατά πόσο οι επιταγές ήταν συμπληρωμένες όταν τις παρέλαβε κατά πώς ισχυρίζεται και απάντησε ότι ο εναγόμενος έβαλε την υπογραφή του, ήταν στο πρακτορείο, τις υπόγραψε και τους τις έδωσε. Του είπε θα βάζεις το όνομά σου και θα τις αλλάζεις. Δεν έγραψε ο ίδιος [ο ενάγων] τα ποσά, το μόνο που έκανε ήταν να συμπληρώσει το όνομα. Αρνήθηκε ότι το ποσό ολογράφως που αναγράφεται στην επιταγή είναι δικός του γραφικός χαρακτήρας. Ισχυρίστηκε ότι τούτο συμπληρώθηκε από τον ενάγοντα. Του υπεβλήθη ότι ποτέ δεν παρέλαβε τις επιταγές από τα χέρια του εναγομένου, υποβολή την οποία απέρριψε επαναλαμβάνοντας ότι ο εναγόμενος τις υπέγραψε, του τις έδωσε και του είπε να βάζει την υπογραφή του και να τις αλλάζει. Σε υποβολή ότι ποτέ δεν έδωσε €10.000 μετρητά στον εναγόμενο απάντησε «Τούτο λαλείς το εσύ. Ρώτα τον Κώστα τον ίδιο να σου πει». Ερωτηθείς αν γνωρίζει ποια η χρονική διάρκεια ζωής μιας επιταγής, απάντησε θετικά προσθέτοντας ότι εξαρτάται από την ημερομηνία, για να καταλήξει στο τέλος ότι η επιταγή μπορεί να αλλαχτεί στο μήνα. Ερωτηθείς γιατί δεν εξαργύρωσε την πρώτη επιταγή ανέφερε ότι καθυστέρησε επειδή βασιζόταν στο ότι ο εναγόμενος θα πωλούσε κάποιο χωράφι και θα του δώσει τα χρήματα, πράγμα που του είπε και η μητέρα του εναγομένου. Δεν θυμόταν συγκεκριμένη ημερομηνία που πήγε στη μητέρα του εναγομένου. Δεν εξαργύρωσε τις επιταγές γιατί ο εναγόμενος του είπε να κάνει υπομονή και βασίστηκε στα λεγόμενά του. Δεν τις παρουσίασε στην τράπεζα γιατί ούτως ή άλλως δεν υπήρχαν χρήματα. Του υποβλήθηκε ότι ο λόγος που δεν τις εξαργύρωσε είναι γιατί δεν κρατούσε ποτέ αυτές τις επιταγές και απάντησε «Να ρωτήσεις τον ίδιο να σου πει που ξέρει τις αλήθειες». Εν τέλει του υπεβλήθη ότι οι εν λόγω επιταγές βρέθηκαν στα χέρια του από τον κ. Καστορή και με αυτές εκβίαζε τον εναγόμενο για να εισπράξει το ποσό, πράγμα που αρνήθηκε. Του υπεβλήθη ότι το 2008 δεν του επέτρεπε η οικονομική του κατάσταση να δανείσει τον εναγόμενο, αφού ως άνεργος δεν είχε τέτοια δυνατότητα και απάντησε ότι είχε τα χρήματα, συγκεκριμένα πώλησε ένα άλογο. Ρωτήθηκε σε ποιον και απάντησε σε κάποιον XXXXX Τσαπαρσίδη. Επίσης ρωτήθηκε ποιο ήταν αυτό το άλογο και έδωσε το όνομα «Important for me». Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πότε πώλησε το άλογο, ανέφερε όμως ότι ήταν εγγεγραμμένο στην Ιπποδρομιακή Λέσχη. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι πρώτη φορά γνώρισε τον ενάγοντα το έτος 2008 στα γραφεία της στοιχηματικής εταιρείας Cybet στην Λευκωσία και ότι δεν διατηρούσε φιλικές σχέσεις μαζί του και ούτε του ζήτησε χρήματα. Το έτος 2008 διατηρούσε πρακτορείο στοιχημάτων στην Κοκκινοτριμιθιά σε συνεργασία με την εταιρεία Cybet. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας συναντήθηκε με τον υπεύθυνο της εταιρείας κάποιον κ. Καστορή. Αυτή η συνάντηση έλαβε χώραν στο γραφείο τού εν λόγω προσώπου και στην παρουσία του ενάγοντα. Σκοπός της ήταν η διευθέτηση εγγυήσεως σε σχέση με τη λειτουργία του πρακτορείου στοιχημάτων και συμφωνήθηκε να παραδώσει μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες παρέδωσε και είναι τα τεκμήρια 2 έως 6 στο Δικαστήριο. Τις επιταγές αυτές παρέδωσε προσωπικά στον κ. Καστορή. Μετά την παράδοση των εν λόγω επιταγών συμφωνήθηκε να πωλήσει την επιχείρηση του πρακτορείου με τη συγκατάθεση της Cybet και ως εκ τούτου διευθετήθηκε και το θέμα των μεταχρονολογημένων επιταγών που είχε στην κατοχή του ο υπεύθυνος της εταιρείας. Με αυτή τη διευθέτηση τακτοποιήθηκαν τα οικονομικά ζητήματα που είχε με την εταιρεία και γι' αυτό το λόγο οι επίδικες επιταγές δεν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή. Παρέμειναν όμως στην κατοχή της εταιρείας και δεν γνωρίζει με ποιον τρόπο και υπό ποιες συνθήκες βρέθηκαν στα χέρια του ενάγοντα. Περί τα τέλη του 2008 προς έκπληξή του επικοινώνησε μαζί του ο ενάγων και τον πληροφόρησε ότι κατέχει επιταγές του ύψους €10.000 και ζήτησε να του τις πληρώσει. Του απάντησε ότι ποτέ δεν του έδωσε επιταγές και ότι δεν του χρωστά κανένα ποσό και δεν έχει σχέση μαζί του. Μετά απ' αυτό ο ενάγων άρχισε να τον επισκέπτεται στο πρακτορείο και να του ζητά να πληρώσει το ποσό των επιταγών και ο ίδιος πάντοτε του απαντούσε ότι δεν του χρωστά και δεν έχει τίποτα να κάνει μαζί του. Επισκέφθηκε και τη μητέρα του στην υπεραγορά που διατηρεί στην Κοκκινοτριμιθιά και της είπε ότι του χρωστούσε χρήματα και εκείνη του απάντησε ότι δεν τον γνωρίζει και ό,τι έχει να κάνει να το κάνει με τον υιό της. Ουδέποτε υποσχέθηκε ότι θα τον πληρώσει γιατί δεν του χρωστούσε και σε καμία περίπτωση του είπε ότι θα πωλήσει χωράφι με σκοπό να τον πληρώσει, αφού δεν είχε οικονομική διαφορά μαζί του. Στην αντεξέταση υπεδείχθη στον εναγόμενο ότι στο δικόγραφο της υπεράσπισης δεν αναφέρεται ότι οι επιταγές δόθηκαν ως εγγύηση, αλλά ότι δόθηκαν στα πλαίσια συνεργασίας και κλήθηκε να αναφέρει ποιο είναι το σωστό. Ο εναγόμενος επανέλαβε ότι οι επιταγές δόθηκαν ως εγγύηση. Το πρακτορείο, ανέφερε, το άνοιξε το 2005 και το τέλος του 2008 το ανέλαβαν άλλοι. Αρχικά ήταν με άλλη εταιρεία και δύο χρόνια μετά, δηλαδή το 2007 με αρχές του 2008, συνεργάστηκε με την Cybet. Ερωτήθηκε γιατί δεν έδωσε την εγγύηση το 2007, απάντησε ότι είχε κάποια εγγύηση αλλά του ζητήθηκε να βάλει περισσότερα. Δέχθηκε ότι την εγγύηση την έδωσε για να είναι «σίγουρη» η Cybet ότι θα πάρει τα λεφτά της. Ακολούθως του ζητήθηκε να εξηγήσει πώς γίνεται μια εγγύηση να δίνεται με δόσεις, αντί να δώσει μια επιταγή και απάντησε ότι δεν γνωρίζει, αυτό είναι όμως που του ζητήθηκε από την εταιρεία και ο ίδιος εκτέλεσε. Στην υποβολή που ακολούθησε ότι σε καμία περίπτωση η εγγύηση δεν δίνεται «κομματάκι κομματάκι», απάντησε «Πιθανόν να έχετε δίκαιο», επανέλαβε όμως ότι αυτό είναι που του ζητήθηκε. Ανέφερε ότι ο Καστορής είναι εν ζωή και αν χρειαστεί θα κλητευθεί. Του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί δεν πήρε πίσω τις επιταγές μετά που εξόφλησε και απάντησε ότι δεν εξόφλησε, ήταν εγγύηση. Όταν πλέον έφυγε και ανέλαβαν άλλοι, δεν χρωστούσε και ούτε είχε άλλες συναλλαγές με την εταιρεία. Είχε περάσει και ο χρόνος κατάθεσης των επιταγών και έτσι θεώρησε ότι δεν υπήρχε λόγος να τις πάρει πίσω. Ερωτήθηκε για τη διάρκεια ζωής μιας επιταγής και απάντησε 6 μήνες. Του υπεδείχθη ότι οι επιταγές φέρουν ημερομηνία από 27/10/2008 μέχρι 15/12/2008 και πως δεν είχε περάσει ο χρόνος εξαργύρωσής τους. Απάντησε ότι είχαν άριστη σχέση με την εταιρεία και δεν θεώρησε σωστό να πάρει τις επιταγές του πίσω. Πρόσθεσε ότι δεν θα τις χρησιμοποιούσε κάπου αλλού και επανέλαβε ότι οι συναλλαγές με την εταιρεία ήταν άριστες, δεν θεώρησε ότι συντρέχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος να πάρει πίσω τις επιταγές, ίσως και από αφέλεια. Δεν επικοινώνησε με την εταιρεία μετά που οχλήθηκε από τον ενάγοντα γιατί δεν είχε να κάνει μαζί με τον ενάγοντα. Δεν θορυβήθηκε για το πώς οι επιταγές έφτασαν στα χέρια του ενάγοντα, γιατί όταν τις έδινε ήταν παρών στο γραφείο του Καστορή. Όταν τον επισκέφθηκε ο ενάγων του είπε ότι οι επιταγές είναι εκείνες που έδωσε στον Τάκη Καστορή και ο ίδιος του απάντησε ότι δεν είχε να κάνει μαζί του αλλά με τον Καστορή. Δεν του έδειξε τις επιταγές ο ενάγων, απλώς του είπε ότι του χρωστούσε χρήματα. Δεν θορυβήθηκε όμως και δεν τηλεφώνησε της εταιρείας. Ούτε όταν ο ενάγων όχλησε τη μητέρα του θορυβήθηκε γιατί θεώρησε ότι δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Δεν πήγε στην αστυνομία. Την τελευταία φορά που βρέθηκε με τον ενάγοντα και του είπε ότι πρέπει να πληρώσει, ο ίδιος του απάντησε ότι δεν του χρωστά και δεν πρόκειται να τον πληρώσει. Ως μάρτυρας υπεράσπισης κλήθηκε ο XXXXX Παπαζαχαρίου (ΜΥ2). Όπως ανέφερε εργάζεται στην Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ως κτηνίατρος και αρχειοφύλακας. Ο αρχειοφύλακας, εξήγησε, κατέχει όλα τα στοιχεία των αλόγων, από την ημέρα που ένα άλογο θα γεννηθεί μέχρι την ημέρα που θα πεθάνει. Γνωρίζει το άλογο «Important For Me» του
- Ιδιοκτήτης του, με βάση τα στοιχεία που κατέχει, ήταν και εξακολουθεί να είναι κάποια XXXXX Δημητρίου Ανδρέου. Σε περίπτωση επίσημης πώλησης ενός αλόγου ενημερώνεται η Ιπποδρομιακή Αρχή. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αρχής δεν έγινε ποτέ πώληση του αλόγου τούτου. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι αν πωληθεί μέρος των δικαιωμάτων ενός αλόγου δεν ενδιαφέρει την Αρχή. Εκείνοι ενδιαφέρονται μόνο για πωλήσεις ορθόδοξες. Δέχθηκε ακόμη ότι υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή πωλήσεις που δεν έρχονται σε γνώση της Ιπποδρομιακής Αρχής Κύπρου. Γνωρίζει τον ενάγοντα από παλιά, δεν θυμάται αν ήταν προπονητής αλόγων, γνωρίζει όμως ότι ασχολούταν με τον ιππόδρομο έντονα. Δεν γνωρίζει αν η XXXXX Δημητρίου Ανδρέου είναι σύζυγος του ενάγοντα. Η πάρα πάνω σύνοψη της μαρτυρίας καταδεικνύει ότι παρά τις όποιες διαφορές στους ισχυρισμούς των εμπλεκομένων, εν τούτοις κάποια γεγονότα αποτελούν κοινό τόπο. Έχουμε και λέμε· ο εναγόμενος δέχεται ότι περί το έτος 2008 εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, δηλαδή τα τεκμήρια 2 έως 6 στο Δικαστήριο. Κοινό τόπο αποτελεί και το γεγονός ότι με την έκδοση των επιταγών ο εναγόμενος άφησε κενό το όνομα του δικαιούχου. Παρά τις αντίθετες υποβολές που τέθηκαν στον ενάγοντα, ο εναγόμενος ρητά ανέφερε ότι ο ενάγων τον επισκέφθηκε περί τα τέλη του 2008 και του ανέφερε ότι κρατούσε επιταγές για ποσό €10.000, τις οποίες απαίτησε να πληρωθεί (βλ. παράγραφο 6 τεκμηρίου 7, δηλαδή της γραπτής δήλωσης του εναγομένου). Συνεπώς αυτή η στιχομυθία των δύο στον εκεί αναφερόμενο χρόνο (τέλη 2008), επίσης αποτελεί γεγονός. Περαιτέρω ο εναγόμενος δέχεται ότι σε κάποιο χρόνο ο ενάγων επισκέφθηκε τη μητέρα του και της ανέφερε ότι του χρωστούσε χρήματα. Ως εκ τούτου και αυτή η ενέργεια του ενάγοντα είναι παραδεκτή. Τέλος, η αναμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΥ2 αποκαλύπτει την ύπαρξη εγγεγραμμένου αλόγου με την ονομασία «Important for me». Όλα τα πιο πάνω προκύπτουν από αναμφισβήτητη μαρτυρία και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δυο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια. Η μαρτυρία ελέγχεται από αυτά τα ιδιαίτερα στοιχεία όπως πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελίδα 333). Ο κάθε ισχυρισμός δεν αξιολογείται απομονωμένα από το σύνολο, αλλά αντιπαραβάλλεται και συσχετίζεται στην αντικειμενική του υπόσταση με κάθε άλλη μαρτυρία. Σκοπός είναι η επιβεβαίωση των αξιολογικών ευρημάτων (βλ. Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Πολ. Έφ. 185/12, 19/04/2018 και Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν προβληματίζει. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν έχει κανένα συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Η εμπλοκή τούτου οφείλεται στη θέση που κατέχει στην Ιπποδρομιακή Αρχή. Η δε μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων και συνίσταται απλώς σε μεταφορά λεπτομερειών που γνωρίζει εκ της θέσεως που κατέχει. Σημαντικό επίσης είναι και το γεγονός ότι ο ΜΥ2 δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του ενάγοντα. Εν όψει όλων των πιο πάνω δέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΥ2 ως ανταποκρινόμενο στην αλήθεια. Και ο ενάγων άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Η εξιστόρηση της μαρτυρίας του ήταν απαλλαγμένη αντιφάσεων, σταθερή και με συνοχή. Από την άλλη ο εναγόμενος δεν έπεισε με τους ισχυρισμούς του. Η μαρτυρία του δεν είναι απλώς διάτρητη και ανίκανη να πείσει, είναι και αντιφατική. Ας δούμε όμως τι είναι αυτό που προκύπτει από αντιπαραβολή της μαρτυρίας τούτων. Κατ' αρχάς ο ενάγων προσκόμισε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 2 έως 6, δηλαδή τις πέντε επιταγές. Αυτό και μόνο το γεγονός αποκαλύπτει κατοχή των εν λόγω επιταγών. Βεβαίως από μόνο του αυτό το γεγονός δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό του περί συμφωνίας δανείου. Υποστηρίζει όμως τα λεγόμενα του ενάγοντα, ιδιαίτερα όταν άτρωτος παρέμεινε, παρά την αντεξέταση που έτυχε, ο ισχυρισμός του ότι ήταν φίλοι με τον εναγόμενο και λόγω οικονομικού προβλήματος που αντιμετώπιζε του ζήτησε να τον δανείσει, πράγμα που έπραξε και γι' αυτό ο εναγόμενος του έδωσε τις επίδικες επιταγές. Επίσης υποστηρικτικό της θέσης του είναι και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι περί τα τέλη του 2008, δηλαδή προτού εκπνεύσει η προθεσμία εξαργύρωσης των επιταγών, επισκέφθηκε τον εναγόμενο και του ζήτησε το ποσό και στη συνέχεια επισκέφθηκε και τη μητέρα του και πάλιν απαίτησε να πληρωθεί. Αυτές οι ενέργειες αρμόζουν σε κάτοχο των επιταγών και όχι σε τυχαίο πρόσωπο που απλώς έτυχε να ακούσει ότι κάποιες επιταγές εκδόθηκαν υπό μορφή εγγύησης. Εν ολίγοις το σύνολο των ισχυρισμών του ενάγοντα έχει λογική και δεν πλήγηκε από την αντεξέταση, υπό την έννοια ότι απαντήθηκε δεόντως και δεν ανέδειξε αντιφάσεις. Από την άλλη ο αντίθετος ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων έτυχε να βρίσκεται στο γραφείο του Καστορή κατά τον χρόνο που παρέδιδε τις επίδικες επιταγές ως εγγύηση και πιθανόν ο Καστορής να του έδωσε τις επιταγές, δεν πείθει για αριθμό λόγων. Κατ' αρχάς η αντεξέταση αποκάλυψε ότι ο εναγόμενος άρχισε να συνεργάζεται με την Cybet από το
- Εγείρεται συνεπώς το ερώτημα γιατί να δώσει εγγύηση μετά από ένα έτος. Δεν παραγνωρίζω ότι ανέφερε ότι επρόκειτο για αύξηση της εγγύησης, που είναι μια λογική εξήγηση. Έστω ότι έτσι έχουν τα πράγματα, τι εγγύηση είναι τούτη που χορηγείται τμηματικά, δηλαδή σε 5 επιταγές, όπως εύστοχα ερωτήθηκε και όμως δεν απάντησε. Έτι όμως χειρότερα συμπεράσματα προκύπτουν και από το εξής· ο εναγόμενος παρέδωσε τις επίδικες επιταγές περί το έτος
- Περί τα τέλη του 2008 τερματίστηκε η συνεργασία του με την Cybet και εν τούτοις δεν ζήτησε επιστροφή των επιταγών που δόθηκαν ως εγγύηση. Αυτό το γεγονός του υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση και απάντησε ότι «Είχε περάσει ο χρόνος που θα μπορούσαν να κατατεθούν άρα θεώρησα ότι δεν υπήρχε λόγος να τις πάρω». Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια και του υποδείχθηκε αμέσως μετά, δηλαδή ότι δεν είχε περάσει ο χρόνος εφόσον οι επιταγές μπορούσαν να εξαργυρωθούν μέχρι και αρχές του 2009, πράγμα που δέχθηκε και ο ίδιος και τότε αίφνης ανασκεύασε την προηγούμενη απάντησή του και υποστήριξε· «.είχαμε άριστη σχέση με την εταιρεία και δεν θεώρησα σωστό να πάρω τις επιταγές μου πίσω». Ακολούθως ανασκεύασε εκ νέου την απάντησή του και προέκυψε η εξής στιχομυθία· « Ε: Γιατί δεν ήταν σωστό; Δεν τις δικαιούσασταν, δεν ήταν δικές σας; Α: Δεν θα τις χρησιμοποιούσα κάπου αλλού, γι' αυτό δεν τις πήρα πίσω. Ε: Πώς να τις χρησιμοποιήσετε κάπου αλλού; Α: Τις είχα τις επιταγές δώσει, τις έβαλα εκεί για κάποια δουλειά. Μετά επειδή είχαμε να κάμουμε κάθε εβδομάδα με πάρα πολλά λεφτά, οι συναλλαγές μας ήταν άριστες, δεν θεώρησα ότι συντρέχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος να πάρω πίσω τις επιταγές. Ίσως και από αφέλεια.» Είναι αυτές ακριβώς οι απαντήσεις του εναγομένου που φανερώνουν αντίφαση και απάδουν της κοινής λογικής. Δυσκολεύομαι ομολογουμένως να παρακολουθήσω τη ροή των απαντήσεων. Αφενός έκδηλη είναι η ευκολία με την οποία ο εναγόμενος μεταβάλλει τη θέση του. Αφετέρου έτι χειρότερη είναι η ουσία των απαντήσεων που έδωσε. Πώς είναι δυνατό να μην απαιτήσει επιστροφή των επιταγών που ισχυρίζεται ότι έδωσε στον Καστορή, δοθέντος ότι η θέση του θέλει τις επιταγές να δόθηκαν ως εγγύηση που διευθετήθηκε. Αν όντως ήταν αλήθεια ότι οι επιταγές δόθηκαν στον Καστορή, τότε από την πρώτη στιγμή που ο ενάγων προσέγγισε τον εναγόμενο και του ανέφερε για τις επιταγές, και αυτό το έχουμε ως δεδομένο ότι έλαβε χώραν περί το τέλος του 2008, συνεπώς προτού παρέλθει ο χρόνος εξαργύρωσής των, ο πρώτος ύποπτος θα ήταν ο Καστορής. Αν όσα διατείνεται ο εναγόμενος ήταν αλήθεια τότε αυτή η ενέργεια του ενάγοντα δεν θα συνιστούσε τίποτα άλλο από ωμό εκβιασμό με ενορχηστρωτή τον Καστορή. Αν σε εκείνον είχε δώσει τις επιταγές, τότε σημαίνει ότι εκείνος ήταν και που τις κυκλοφόρησε σε τρίτο πρόσωπο. Γιατί όμως να πράξει τούτο δεν εξηγήθηκε. Εν τούτοις τα πιο πάνω δεν δικαιολογούν γιατί ο εναγόμενος δεν θορυβήθηκε. Η στιχομυθία που ακολουθεί αναδεικνύει το εύρος της αντίφασης των ισχυρισμών του εναγομένου· « Ε: Ήρτεν ένας άνθρωπος και σας είπε ότι ρε κουμπάρε έχω επιταγές δικές σου €10.000, πλήρωσμου τες. Εσύ δεν θορυβήθηκες; Α: Ο κ. Ανδρέου όταν ήρτε μου είπε είναι οι επιταγές από την εταιρεία που έδωσες στον XXXXX Καστορή. Αυτό ήταν και είχα πει ότι για τις επιταγές δεν έχω να κάνω κάτι μαζί σας αλλά με τον κ. Καστορή.» Μα αν ο εναγόμενος είχε να κάνει με τον Καστορή, όφειλε αμέσως να τον πάρει τηλέφωνο και να ζητήσει εξηγήσεις. Αφενός γιατί χρησιμοποίησε τις επιταγές που δόθηκαν για συνεργασία που διευθετήθηκε και αφετέρου γιατί τις έδωσε στον ενάγοντα. Οι απαντήσεις του εναγομένου δεν απαντούν τα πιο πάνω ερωτήματα και περιπλέον δεν αναιρούν τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Δεδομένο είναι ακόμη ότι ο ενάγων επισκέφθηκε τη μητέρα του εναγομένου και της ανέφερε για το χρέος. Ούτε σε αυτή την περίπτωση θορυβήθηκε ο εναγόμενος και δεν ένοιωσε να απειλείται ώστε να αποταθεί στην αστυνομία. Δεν συνάδει τούτη η συμπεριφορά με εκείνη προσώπου που δεν ευθύνεται και εντελώς αναίτια δέχεται απαίτηση να εξοφλήσει χρέος που δεν οφείλει. Έκπληξη προκαλεί ακόμη και η θετική στάση που δεικνύει, μέχρι και σήμερα, για τον Καστορή και την εταιρεία του. Δεν εξηγείται τούτο και δεν συνάδει με τη λογική, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις του θέλουν τον Καστορή να ενέχεται στην κυκλοφορία των επίδικων επιταγών, τη στιγμή που όφειλε να τις επιστρέψει και να μην τις χρησιμοποιήσει. Το σύνολο των εξηγήσεων του εναγομένου δεν συμβιβάζεται με την κοινή λογική και ως έχει υποδειχθεί είναι αντιφατικό. Είναι με μεγάλη άνεση που διαφοροποίησε καίριες απαντήσεις του και έδωσε αντιφατικούς ισχυρισμούς, κυρίως στις στιχομυθίες που πιο πάνω παρατίθενται. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του είναι ανίκανη να αντιστρέψει τα λογικά συμπεράσματα που προκύπτουν από την παρουσίαση των εν λόγω επιταγών, σε συνδυασμό με τις αξιόπιστες εξηγήσεις του ενάγοντα αναφορικά με τη σχέση των διαδίκων και το γιατί κατέστη κάτοχος των επιταγών. Σημειώνεται ότι η αγωγή δεν έχει ως βάση τις επιταγές αλλά συμφωνία χρέους. Εν τούτοις, ως αναφέρθηκε, η προσκόμιση των επιταγών υποστηρίζει, έστω εμμέσως, ισόποση οφειλή του εναγομένου έναντι του ενάγοντα, που ο εναγόμενος συμφώνησε να εξοφλήσει με τις 5 επίδικες επιταγές. Εν ολίγοις οι αιτιάσεις του ενάγοντα είναι πλήρως αιτιολογημένες και λογικές, άλλως πως γιατί ο εναγόμενος να εκδώσει και να παραδώσει στον ενάγοντα τις επιταγές. Το ότι ο ενάγων είναι κάτοχος των εν λόγω επιταγών και η αξιόπιστη μαρτυρία του δεικνύει ότι ανέκαθεν ήταν, λόγω όσων εξήγησε, εναπόκειτο στον εναγόμενο να απαντήσει, δηλαδή να εξηγήσει γιατί ο εναγόμενος κατέστη κάτοχος των εν λόγω επιταγών. Αυτό όμως η αναξιόπιστη μαρτυρία του εναγόμενου απέτυχε να το πράξει. Κατά τα λοιπά ο ενάγων ήταν καθ' όλα αξιόπιστος. Εξήγησε πλήρως τη σχέση που είχε με τον εναγόμενο και πολύ περισσότερο με σταθερότητα και συνέπεια απάντησε σε σχέση με την έκδοση των επιταγών και τη συμπλήρωση τούτων από τον εναγόμενο. Δεν έκρυψε το γεγονός ότι ήταν άνεργος για 1 με 2 έτη πριν το
- Εξήγησε όμως εξ ιδίων του ότι το εν λόγω ποσό το είχε από την πώληση ενός αλόγου, ονόματι «Important For Me». Η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν πλήττει τη μαρτυρία του ενάγοντα. Αντιθέτως την υποστηρίζει σε επιμέρους ζητήματα. Φερ' ειπείν, ότι γίνονται ανεπίσημες πωλήσεις μέρους δικαιωμάτων αλόγων, οι οποίες δεν καταγράφονται στο μητρώο της Ιπποδρομιακής Αρχής. Ο δε ΜΥ2 γνωρίζει τον ενάγοντα ως πρόσωπο που ασχολείται έντονα με τον ιππόδρομο. Τέλος, στο μητρώο της Ιπποδρομιακής Αρχής αναφέρεται άλογο με την ονομασία Important For Me, δηλαδή τέτοιο άλογο είναι υπαρκτό. Δεν παραγνωρίζω ότι ο ΜΥ2 ανέφερε ότι το άλογο είναι του
- Εν τούτοις καμιά από τις δύο πλευρές διερεύνησε τούτο το ζήτημα, δηλαδή τι αφορά αυτή η ημερομηνία και συγκεκριμένα αν πρόκειται για ημερομηνία γέννησης του αλόγου ή απλώς ημερομηνία πρώτης εγγραφής. Εν όψει τούτου δεν αποδίδω καθοριστική σημασία σε τούτη την αναφορά του ΜΥ
- Εκ των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υφίσταται άλογο ως αυτό που ανέφερε ο ενάγων και πως οι ανεπίσημες πωλήσεις δεν καταγράφονται στο αρχείο, γεγονός που αφήνει ανεπηρέαστο τον ισχυρισμό του ενάγοντα ως προς το πού βρήκε τα χρήματα που δάνεισε τον εναγόμενο. Εν όψει όλων των πιο πάνω διαπιστώνω ότι περί τις αρχές Οκτωβρίου 2008 ο ενάγων δάνεισε στον εναγόμενο το ποσό των €10.000, το οποίο ο τελευταίος ανέλαβε να εξοφλήσει με τις 5 επίδικες επιταγές. Ως εκ τούτου ο εναγόμενος εξέδωσε και συμπλήρωσε, πλην του ονόματος του δικαιούχου, τις επιταγές (τεκμήρια 2-6) και τις παρέδωσε στον ενάγοντα. Εν τούτοις κατά τον χρόνο εξαργύρωσης ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα πίστωση χρόνου και ο τελευταίος συγκατάνευσε. Σε πρόσθετο αίτημα του εναγομένου για πίστωση περαιτέρω χρόνου, ο ενάγων συγκατάνευσε και πάλιν. Εν τέλει εξέπνευσε ο χρόνος εξαργύρωσης των επιταγών και ο ενάγων δεν κατέθεσε τούτες και ο εναγόμενος δεν τις εξόφλησε. Μέχρι και σήμερα ο εναγόμενος δεν κατέβαλε οιονδήποτε ποσό έναντι του χρέους του στον ενάγοντα. Εν όψει όλων των πιο πάνω διαπιστώσεων είναι ηλίου φαεινότερον ότι η αξίωση του ενάγοντα είναι βάσιμη. Ως εκ τούτου η αξίωση του επιτυγχάνει. Υπέρ του ενάγοντα και εις βάρος του εναγομένου εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €10.000, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, πλέον δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)..................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο