ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αριθ. Αγωγής: 5824/2015, 31/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A57 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 5824/2015 ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ XXXXX ΕΝΑΓΟΥΣΑ - και - ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΚΑΙ
- ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ XXXXX
- ΚΥΠΡΟΣ XXXXX ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 13/9/19 Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Π. Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη: Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ H ενάγουσα έχει καταχωρήσει αγωγή εναντίον της εναγόμενης εταιρείας με την οποία ζητεί τα ακόλουθα: Α) Απόφαση και/ή διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι το υπ' αυτής οφειλόμενο ποσό είναι €36.247,22 κατά την καταχώρηση της παρούσης αγωγής. Β) Απόφαση και/ή διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι το πραγματικώς οφειλόμενο ποσό είναι το ποσό των €36.247,22 μείον €3.320,38 πλέον τόκων ύψους βασικού επιτοκίου πλέον 2.75% (ήτοι 6,75%) επί του υπολοίπου. Γ) Απόφαση και/ή διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι όλες οι κεφαλαιοποιήσεις των τόκων πέραν το βασικού επιτοκίου πλέον 2.75% (ήτοι 6,75%) είναι παράνομες ως τιμωρητικές ρήτρες σύμφωνα με τον Περί Συμβάσεων. Δ) Ότι όλες οι χρεώσεις πέραν του βασικού επιτοκίου πλέον 2.75% (ήτοι 6,75%) είναι άκυρες και/ή παράνομες και/ή καταχρηστικές σύμφωνα με τον Ν. 93(Ι)/
- Η αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 24.11.
- Στις 5.4.16 η εναγόμενη καταχώρησε ειδοποίηση ανταπαίτησης κατά ακόμη ενός φυσικού προσώπου μαζί με την ενάγουσα και καταχώρησε υπεράσπιση στην αγωγή. Στις 14 Απριλίου 2016 η εναγόμενη καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Ακολούθησε διαδικασία αποκάλυψης εγγράφων και η αγωγή ορίσθηκε για ακρόαση κατ' επανάληψη. Στις 24.
- 2019 ορίσθηκε η αγωγή για ακρόαση και εκείνη την ημέρα η ενάγουσα ζήτησε όπως τροποποιήσει την Έκθεση Απαιτήσεως με αίτηση ημερομηνίας 3.9.
- Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις απαριθμούνται πιο κάτω ως ακολούθως: Α. Άδεια και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον και/ή επιτρέπον την τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως. Β. Άδεια και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον και/ή επιτρέπον την τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως δια της προσθήκης της ακόλουθης παραγράφου, ως νέα παράγραφος αριθμός 14 στην Έκθεσης Απαιτήσεως και/ή στις Λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαιτήσεως: «
- Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εγγραφή των εν λόγω υποθηκών και/ή υποθήκης με αριθμό ΥXXXX/09 προς όφελος της Εναγομένης είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη καθότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 και/ή του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν 9/1965) και/ή της Νομοθεσίας. Ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 αναφέρει ότι υποθήκες ισχύουν πάνω σε αγροτικά προϊόντα και/ή κτηνοτροφικά προϊόντα και/ή εργαλεία και/ή μηχανήματα και/ή προϊόντα αλιείας κτλ. Ανευ βλάβης των ως άνω, ακόμη και με την τροπολογία του 2014 ο νόμος μιλά ξεκάθαρα ότι οι υποθήκες αφορούν εφ' όλης της ύλης κινητή ιδιοκτησία και όχι ακίνητη.» Γ. Αδεια και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον και/ή επιτρέπον την τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως δια της προσθήκης της ακόλουθης παραγράφου, ως παράγραφος αριθμός 15 στην Έκθεση Απαιτήσεως και/ή στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαιτήσεως: «
- Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω υποθήκες και/ή υποθήκη με αριθμό ΥXXXX/09 είναι άκυρη και/ή παράνομη και συνεπώς το δικαίωμα της Εναγομένης να έχει υποθήκη και/ή υποθηκευμένα τα εν λόγω ακίνητα και/ή να εκποιήσει την εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία είναι παράνομο και/ή καταχρηστικό. Η Ενάγουσα επιφυλάσσει το δικαίωμα της να αναφερθεί μεταγενέστερα στα πιο πάνω θέματα κατά την ακρόαση της αγωγής. Η Ενάγουσα αναφέρει πως η υποθήκη έγινε μετά από αμελής και/ή δόλιες γραπτές και/ή προφορικές παραστάσεις των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της Εναγομένης όσον αφορά την αξία των ενυπόθηκων ακινήτων.» Δ. Άδεια και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον και/ή επιτρέπον την τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως δια της προσθήκης των ακόλουθων παραγράφων και/ή αξιώσεων, ως παράγραφοι και/ή αξιώσεις υπ' αριθμό Ε, ΣΤ και Ζ στην Έκθεσης Απαιτήσεως και/ή στις Αξιώσεις της Έκθεσης Απαιτήσεως: «Ε.Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Διακήρυξη του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη παράνομα και/ή κατά παράβαση του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 απαίτησε και/ή έθεσε το ακίνητο σε υποθήκη για το επίδικο Δάνειο και/ή το ακίνητο με αριθμό υποθήκης ΥXXXX/
- ΣΤ.Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Διακήρυξη του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η υποθήκη είναι άκυρη και/ή παράνομη και συνεπώς το δικαίωμα και/ή η απαίτηση και/ή αξίωση της Εναγόμενης να εκποιήσει και/ή να πωλήσει την εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία και/ή το ακίνητο με αριθμό υποθήκης ΥXXXX/09 είναι παράνομο και/ή καταχρηστικό. Ζ. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Διακήρυξη του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η εν λόγω και/ή επίδικη υποθήκη και/ή η υποθήκη με αριθμό ΥXXXX/09 είναι άκυρη και/ή παράνομη καθώς αντιβαίνει στις διατάξεις του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν 9/1965) και/ή του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985.» Ο λόγος που η ενάγουσα ζητεί όπως γίνει αυτή η τροποποίηση τώρα είναι επειδή οι δικηγόροι της, οι οποίοι δεν εργάζονται πλέον στο δικηγορικό γραφείο όπου ανέθεσε την υπόθεση, κατόπιν καλόπιστου λάθους και εκ παραδρομής δεν ανέφεραν στην απαίτηση ότι η εγγραφή των επίδικων υποθηκών προς όφελος της εναγόμενης είναι παράνομη και άκυρη καθότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 9/1965 και έτσι δεν συμπεριλήφθηκε αξίωση για ακύρωση των υποθηκών στην Έκθεση Απαιτήσεως. Ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1965 προνοεί ότι οι υποθήκες ισχύουν πάνω σε αγροτικά προϊόντα, κτηνοτροφικά προϊόντα, εργαλεία και μηχανήματα. Η εναγόμενη έχει καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση για τους ακόλουθους λόγους: Α. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση γίνεται μετά την κλήση για οδηγίες και δεν εμπίπτει μέσα στις εξαιρέσεις της Δ.25 Κ.1
(3). Β. Με την αξιούμενη θεραπεία επιδιώκεται η αναδόμηση της Έκθεσης Απαίτησης και η εισαγωγή νέων επίδικων θεμάτων. Γ. Δεν στοιχειοθετείται κανένας ισχυρισμός ώστε να επιτραπεί η τροποποίηση. Δ. Η Αιτούμενη τροποποίηση δεν συνιστά εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος κατά την σύνταξη της δικογραφίας, ούτε έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά, κατά την λήψη οδηγιών για την καταχώρηση υπεράσπισης. Ε. Η Αιτήτρια είχε πολλές ευκαιρίες να προβεί σε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του, τις οποίες άφησε ανεκμετάλλευτες ενώ πρόκειται για στοιχεία τα οποία ήταν υπαρκτά και/ή τα οποία γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης. Στ. Η Αιτήτρια καταχράται των διαδικασιών του Δικαστηρίου. Η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική και καταπιεστική για τον Εναγόμενο και σκοπό έχει να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης. Ζ. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι κακόπιστη και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθώς επιδιώκει να περιπλέξει την διαδικασία και τα επίδικα θέματα και να εισάξει ισχυρισμούς άσχετους με την παρούσα διαδικασία. Η. Η Αιτούμενη τροποποίηση γίνεται καθυστερημένα, και κανένας σοβαρός λόγος δεν δίδεται για αυτή την καθυστέρηση. Θ. Οι ισχυρισμοί «εκ παραδρομής και ή λάθος» δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του καλόπιστου λάθους στην σύνταξη της δικογραφίας. I. Δεν επεξηγούνται οι λόγοι της καθυστέρησης. Κ. Παράλειψη ή λάθος ή αμέλεια ή απροσεξία του Εναγόμενου και της Δικηγόρου του να δικογραφήσουν έγκαιρα τους ισχυρισμούς τους ενώ ήταν υπαρκτά τα γεγονότα κατά την σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης τους δεν συνιστά λόγο εγκρίσεως του αιτουμένου διατάγματος. Λ. Η αίτηση παραβιάζει το δικαίωμα εκδίκασης την υπόθεση εντός εύλογου χρόνου (Αρ. 30,
(2)του Συντάγματος). Μ. Ο λόγος τον οποίο επικαλείται ο εναγόμενος για την μη έγκαιρη καταχώρηση της επίδικης αίτησης δεν είναι ούτε σοβαρός ούτε εύλογος. Θεωρεί ότι επειδή ο διάδικος αντιλήφθηκε καθυστερημένα κάποιο γεγονός που πιθανόν να είναι καλόπιστο δεν είναι αρκετό να υποστυλώσει το αίτημα. Τα γεγονότα και το νομικό πλαίσιο της αίτησης ήταν ευθύς εξ' αρχής γνωστά. Συνεπώς, επειδή όλα ήταν γνωστά η αίτηση είναι κακόπιστη και συνιστά κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων των εναγόμενων που διασφαλίζονται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Η εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιήσει τα δικόγραφα κατόπιν αιτήματος των διαδίκων πηγάζει από την κ. 25 θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική εξουσία να προβεί στην τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας όταν η τροποποίηση καταστεί αναγκαία για τη δίκαια επίλυση των επίδικων ζητημάτων της αγωγής. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου 1 ΑΑΔ
(1991)934 η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά με την προτεινόμενη τροποποίηση. Δίδεται η τροποποίηση φιλελεύθερα εάν αυτή είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Να σημειωθεί ότι σε εκείνη την υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση έγινε μετά που είχαν ήδη μαρτυρήσει επτά μάρτυρες της υπόθεσης. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος ν Παύλου 1 ΑΑΔ
(1995)560 επεξηγήθηκε από το Εφετείο ότι το Δικαστήριο ασκεί διακριτική εξουσία για να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου. Κριτήριο κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας είναι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της προτεινόμενης τροποποίησης. Σε εκείνη την υπόθεση δεν εγκρίθηκε το αίτημα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης, διότι ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι μόλις είχαν περιέλθει εις γνώση του κάποια γεγονότα ενώ το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Στην υπόθεση Δημητρώφ ν Ιωάννου 1 ΑΑΔ 1645
(2003)το Δικαστήριο δεν ενέκρινε τέταρτη αίτηση των εναγόντων για τροποποίηση των δικογράφων επειδή ήταν φανερό ότι η αίτηση ενείχε το στοιχείο της κακοπιστίας. Παρόλο τούτο το Εφετείο ανέτρεψε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και επέτρεψε την μερική τροποποίηση του δικογράφου για να συμπεριληφθεί μία τυπικού χαρακτήρα τροποποίηση για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Anna Latouf Agini v Εθνικη Τράπεζας Ελλάδας 1 ΑΑΔ 11
(1999)επικυρώθηκε απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αρνηθεί την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη και ανταπαίτησης εκεί όπου διαπίστωσε ότι η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή ήταν εμφανής. Περαιτέρω, δεν επιτράπηκε η τροποποίηση επειδή τα γεγονότα της υπόθεσης αποκάλυπταν την πρόθεση της εναγόμενης για κωλυσιεργία η οποία έπρεπε να αντιμετωπισθεί δεόντως από το δικαστήριο. Σημείωσε δε την ανάγκη να αποτρέπεται κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου ειδικά όταν διαπιστώνεται εκθεμελίωση της σωστής πορείας της υπόθεσης από τα σωστά της πλαίσια με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ορθή απονομή δικαιοσύνης. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Βλ. Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704 και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037. Στην Μιχάλης Παπόρης ν. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S αναφέρθηκαν τα εξής: «Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθειά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Ηunter v. Chief Constable of West Midlands & Another [1981] 3 All E.R. 727, 729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεi να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών. Ο πρωτόδικος δικαστής ενασκώντας της διακριτική του εξουσία, έλαβε υπόψη την επί του θέματος φιλελεύθερη προσέγγιση των δικαστηρίων κατά την εξέταση αιτήσεων αυτού του είδους. Έλαβε επίσης υπόψη και τον σημαντικό παράγοντα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας και αυτό ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την μέσα σε εύλογο χρόνο διεξαγωγή και περάτωση της δίκης». Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζίας ν Χαρικλείδη 1 ΑΑΔ 1608
(2001)το Εφετείο επεξήγησε ότι: 'η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707 ). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρ. 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου, πιο πάνω). .Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου. . Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» .[η] καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, 730 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. Βλ., επίσης, Saba & Co.(Τ.Μ.Ρ.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Έχει, περαιτέρω, νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως μετά που είχαν ακουσθεί 7 μάρτυρες). Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρ. 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το δικαστήριο (Βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 A.A.Δ. 364 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Στην παρούσα υπόθεση η εφεσείουσα καταχώρισε πολύ καθυστερημένα την έκθεση υπεράσπισης της - 14 μήνες μετά την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως και αφού είχε προηγηθεί αίτηση των εφεσιβλήτων για απόφαση λόγω παράλειψης της Αποζημιούσης Αρχής να καταχωρίσει έκθεση υπεράσπισης. Πρόσθετα με την πλήρη συγκατάθεση της εφεσείουσας η αίτηση της για να προδικαστεί η προδικαστική ένσταση της αναβλήθηκε 12 φορές για μνεία και οι αναβολές κράτησαν από τις 11.11.97 μέχρι τις 18.5.99. Βλέπουμε, λοιπόν, πως η στάση της εφεσείουσας κάθε άλλο παρά συνέβαλε στην εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο. Διάδικος ο οποίος με τη στάση του υπονομεύει το δικαίωμα εκδίκασης μέσα σε εύλογο χρόνο δεν μπορεί να επικαλείται ένα τέτοιο δικαίωμα για να αντικρούσει αίτημα του αντιδίκου του για τροποποίηση. Όπως έχει τεθεί στην Θεοδώρου ν. Θεοδώρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 66 δεν μπορεί να οικοδομηθεί υπόθεση για αντισυνταγματικό τρόπο διεξαγωγής της δίκης πάνω στις ίδιες τις παραλείψεις των ενδιαφερομένων. Ομοίως και στην παρούσα υπόθεση η εφεσείουσα δεν μπορεί να οικοδομήσει πάνω στην καθυστέρηση - ανεξήγητη έστω - των εφεσιβλήτων. Κατά τα άλλα η επίδικη τροποποίηση δικαιολογείται απόλυτα με βάση τις αρχές που διέπουν την τροποποίηση της δικογραφίας και δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης μας. Η ενάγουσα αναγνωρίζει ότι υπάρχει καθυστερημένη υποβολή της αίτησης αλλά παρόλο τούτο επιμένει στο αίτημα της επειδή θεωρεί ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση θα παρουσιαστούν όλα τα αληθή γεγονότα της υπόθεσης. Θεωρεί ότι οι τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για σκοπούς αποπεράτωσης των πραγματικών ζητημάτων της αγωγής με απόλυτο στόχο την ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης. Η πιο πάνω θέση χρήζει προσεκτικής εξέτασης ώστε να κριθεί κατά πόσο ευσταθεί προκειμένου να υπάρχει ουσιαστικός λόγος να επιτραπεί η τροποποίηση εφόσον το πιο σημαντικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας υπέρ της τροποποίησης είναι ότι αυτή πράγματι είναι αναγκαία για την δίκαια επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών. Η αγωγή καταχωρήθηκε επειδή η ενάγουσα κατάγγειλε την εναγόμενη για παράνομες χρεώσεις και η ουσία των θεραπειών που ζητεί από το Δικαστήριο είναι να αναγνωρισθεί ο παράνομος τοκισμός που προέκυψε ως αποτέλεσμα της συμβατικής σχέσης μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης καθώς και για να αναγνωρισθεί ότι το πραγματικό οφειλόμενο του δανείου είναι άλλο ποσό από εκείνο που διεκδικεί η εναγόμενη με την δανειακή σύμβαση και την ανταπαίτηση. Η μόνη αναφορά που γίνεται στην υποθήκη στην Έκθεση Απαιτήσεως είναι στην παράγραφο
- Η αναφορά αυτή διατυπώνεται στην Έκθεση Απαιτήσεως προκειμένου να επεξηγηθούν ποιοι ήταν οι όροι της δανειακής σύμβασης. Το παραθέτω πιο κάτω: (παράγραφος 3 Έκθεση Απαιτήσεως) Για το ρηθέν δάνειο η εναγόμενη εξασφαλίσθηκε γραπτώς με την παροχή υποθήκης ημερομηνίας 25.2.2009 προς όφελος της εναγόμενης με αρ. υποθήκης ΥXXXX/
- Το ακίνητο εξασφάλιζε πλήρως το ρηθέν ακίνητο. Επί της Έκθεσης Απαιτήσεως δεν υπάρχει καμία αναφορά σε γεγονότα που αφορούν παρανομία σε σχέση με την έκδοση της υποθήκης και δεν ζητείται ακύρωση της υποθήκης που είναι νέα θεραπεία που αποσκοπεί η ενάγουσα να προσθέσει στην απαίτηση της με την προτεινόμενη τροποποίηση. Η εναγόμενη έκανε αναφορά σε υποθήκη που έγινε για σκοπούς επιπρόσθετης και περαιτέρω εξασφάλισης και εγγραφής όλων των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 ως η παράγραφος 17 της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης ως ακολούθως:
- Η Εναγόμενη 1 στην Ανταπαίτηση σε αντάλλαγμα της παροχής και/ή συνέχισης της παροχής προς την Ενάγουσα στην Ανταπαίτηση δανείου ως ανωτέρω (παράγραφος 15) αναφέρεται και για σκοπούς επιπρόσθετης και/ή παραπέρα εξασφάλισης και/ή εγγύησης όλων των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 στην Ανταπαίτηση προς την Ενάγουσα στην Ανταπαίτηση ενέγραψε στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας προς όφελος της Ενάγουσας στην Ανταπαίτηση υποθήκη δυνάμει του σχετικού εγγράφου υποθήκης ημερομηνίας 25/2/
- ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ Χωρίο: Κάτω Δευτερά Αρ. Εγγραφής: C XXX Παραπομπή στο σχέδιο: XXX-27E11 Τεμ.:XXX Είδος Ακινήτου: Οικόπεδο Μερίδιο: Όλο Μερίδιο που υποθηκεύεται: Όλο Αρ. Υποθήκης: YXXXX/2009 Με την απάντηση της η ενάγουσα ανέφερε ότι η υποθήκη θα πρέπει να θεωρηθεί άκυρη διότι σύμφωνα με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 η εναγόμενη παράνομα και /ή κατά παράβαση του νόμου απαίτησε και έθεσε όλα τα ακίνητα σε υποθήκη. Ως αποτέλεσμα οι υποθήκες είναι άκυρες και/ή παράνομες και συνεπώς το δικαίωμα της εναγόμενης να υποθηκεύσει ακίνητη περιουσία είναι παράνομο και/ή καταχρηστικό. Ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν περιέχει πρόσθετα ουσιώδη γεγονότα ώστε να είναι αντιληπτό με συγκεκριμένο τρόπο ποια ακριβώς είναι η παρανομία με βάση τις πρόνοιες του νόμου καθώς και γιατί η ενάγουσα θεωρεί ότι η εναγόμενη παράνομα απαίτησε και έθεσε όλα τα ακίνητα σε υποθήκη. Διά να υπερασπίσει τον εαυτό της στην ανταπαίτηση η ενάγουσα ανέφερε τα ακόλουθα κάτω από την επικεφαλίδα 'Περαιτέρω και/ή υπαλλακτικά στο εν λόγω συμβόλαιο περιέχονται και/ή παράνομες ρήτρες και τιμωρητικές και/ή παράνομες χρεώσεις ' ως λόγο γιατί δεν μπορεί η εναγόμενη να επιμένει στην πιστή εκτέλεση της δανειακής σύμβασης που είναι η βασική θεραπεία που επιδιώκει η εναγόμενη με την ανταπαίτηση της. Παραθέτω πιο κάτω τις σχετικές παραγράφους της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση.
- Ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 αναφέρει ότι υποθήκες ισχύουν πάνω σε αγροτικά προϊόντα, κτηνοτροφικά προϊόντα, εργαλεία, μηχανήματα, προϊόντα αλιείας.
- Οι Εναγόμενοι αρνούνται την παράγραφο 17 της Ανταπαίτησης και αναφέρουν ότι σύμφωνα με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 η Ενάγουσα παράνομα και/ή κατά παράβαση απαίτησε και έθεσε όλα τα ακίνητα σε υποθήκη για το Δάνειο ημερομηνίας 25/2/2009 με αριθμό υποθήκης ΥXXXX/
- Ως αποτέλεσμα η υποθήκη είναι άκυρη και/ή παράνομη και συνεπώς το δικαίωμα της Ενάγουσας να υποθηκεύσει ακίνητη ιδιοκτησία και συγκεκριμένα την υποθήκη με αρ. ΥXXXX/2009 είναι παράνομο και/ή καταχρηστικό. Σε σχέση με την πιο πάνω θέση η εναγόμενη απάντησε στην παράγραφο 6 της απάντησης στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση ότι η υποθήκη ΥXXXX/2009 αφορά μόνο ένα ακίνητο και όχι σε πολλά ακίνητα. Με την προτεινόμενη τροποποίηση η ενάγουσα επιδιώκει την προσθήκη επιπρόσθετης θεραπείας στην αγωγή ήτοι ακύρωση της υποθήκης ΥXXXX/09 επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής C 280 XXX-27E11 τεμάχιο XXX στην κάτω Δευτερά. Διά να στηρίξει το αίτημα της για την παροχή αυτής της επιπρόσθετης θεραπείας στην αγωγή κατά την εναγόμενης έχει προβεί σε επιχειρήματα και όχι σε ουσιώδη γεγονότα που να εκφράζουν ολοκληρωμένα την βάση επί της οποία ζητείται η τροποποίηση. Έχει προβεί σε επιχείρημα ότι η υποθήκη πρέπει να ακυρωθεί ως παράνομη επειδή αντιβαίνει τις πρόνοιες του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 και του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 χωρίς να καθορίσει ποια πρόνοια του νόμου αντιβαίνει η συμβατική υποχρέωση για την υποθήκευση του ακινήτου προς εξασφάλιση του δανείου. Ούτε και έχει αναφέρει γεγονότα ώστε να είναι αντιληπτό στο Δικαστήριο και στην εναγόμενη γιατί νομοθετική πρόνοια του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου που αναφέρει ότι υποθήκες ισχύουν πάνω και σε αγροτικά προϊόντα και/ή κτηνοτροφικά προϊόντα και/ή εργαλεία και/ή μηχανήματα και προϊόντα αλιείας σχετίζεται με το ζήτημα της παρανομίας και έχει ως αποτέλεσμα η συγκεκριμένη υποθήκη που να αφορά το ακίνητο να είναι άκυρη.. Ενδεχομένως, αυτό που δυνατόν να εννοεί η ενάγουσα με την προτεινόμενη τροποποίηση είναι ότι το Συνεργατικό ίδρυμα όφειλε να υποθηκεύσει την κινητή ιδιοκτησία της ενάγουσας προτού υποθηκεύσει το ακίνητο της και ότι αυτό έγινε εξαιτίας της συμπεριφοράς και τα λόγια των λειτουργών της εναγόμενης κατά την σύναψη της δανειακής σύμβασης και της σύμβασης υποθήκης του συγκεκριμένου ακινήτου. Όμως εάν είναι αυτό που ήταν που εννοούσε η ενάγουσα με την προτεινόμενη τροποποίηση δεν το έχει εκφράσει ολοκληρωμένα και με σαφήνεια ώστε να πληροφορείται το Δικαστήριο και ο αντίδικος ότι αυτό εννοεί. Δεν είναι γνωστό ποια είναι τα ουσιώδη γεγονότα που θέλει να προσθέσει η ενάγουσα με την απαίτηση της και ποια είναι η επίπτωση αυτών των ισχυρισμών στην όλη διαφορά ώστε να γνωρίζει η εναγόμενη πώς να τοποθετηθεί στην αγωγή και να γνωρίζει το Δικαστήριο κατά πόσο η τροποποίηση είναι αναγκαία για την δίκαια επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς. Σύμφωνα με την Δ.19 κ. 4 των θεσμών της πολιτικής δικονομίας πιο κάτω κάθε διάδικος είναι υποχρεωμένος να προβεί σε καθαρή συνοπτική έκθεση της απαίτησης του με την παράθεση κάθε ουσιώδης γεγονότος που είναι αναγκαίο ώστε να εκφρασθεί ολοκληρωμένα και με σαφήνεια η απαίτηση του ενάγοντα καθώς και η βάση της απαίτησης του.
- Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. Dates, sums, and numbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person. Αυτά που επιχειρεί η ενάγουσα να προσθέσει με την προτεινόμενη τροποποίηση δεν συμμορφώνεται με τα πιο πάνω διότι δεν είναι γνωστό επί ποιων γεγονότων στηρίζεται η ενάγουσα ώστε να εκφρασθεί ολοκληρωμένα η νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται για να ζητήσει την ακύρωση της υποθήκης. Στην παράγραφο Γ της αίτησης αναφέρει ότι η ενάγουσα επιφυλάσσει το δικαίωμα της να αναφερθεί μεταγενέστερα στα πιο πάνω θέματα κατά την ακρόαση της αγωγής. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η υποθήκη πραγματοποιήθηκε μετά από αμελής και/ή δόλιες γραπτές και/ή προφορικές παραστάσεις των υπαλλήλων και αντιπροσώπων της εναγόμενης αναφορικά με την αξία των ενυπόθηκων ακινήτων. Δηλαδή, η ενάγουσα θεωρεί ότι η εναγόμενη θα πρέπει να κάνει εικασίες ως προς τον λόγο γιατί η σύμβαση υποθήκης είναι παράνομη και για τον λόγο που η υποθήκη αντιβαίνει τις πρόνοιες του νόμου. Με τον τρόπο που έχει τεθεί το ζήτημα της παρανομίας κανείς δεν μπορεί με βεβαιότητα να γνωρίζει ποια είναι η βάση της απαίτησης της ενάγουσας με την οποία διεκδικεί την ακύρωση της υποθήκης. Έχει αναφέρει ότι το γεγονός ότι η εναγόμενη απαίτησε κατά την συνομολόγηση της δανειακής σύμβασης και την σύναψη της υποθήκης είναι λόγος που θεμελιώνει την παρανομία. Αυτό πρόκειται για μία γενική αναφορά. Με την πιο πάνω αναφορά ενδεχομένως να εννοούσε ότι οι λειτουργοί της άσκησαν πίεση προκειμένου να πραγματοποιηθεί η σύμβαση υποθήκης ή ότι προέβησαν σε ψευδείς παραστάσεις ή κάποιο άλλο δόλιο τέχνασμα για να την πείσουν να συμβληθεί μαζί τους για την σύναψη υποθήκης. Όμως εάν αυτό είναι που εννοούσε η ενάγουσα με την προτεινόμενη προσθήκη της παραγράφου 15 στην Έκθεση Απαιτήσεως όφειλε να παραθέσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες της πίεσης, των ψευδών παραστάσεων και του δόλου ως υπαγορεύουν οι θεσμοί της πολιτικής δικονομίας πιο κάτω. Εφόσον δεν είναι γνωστό στο Δικαστήριο επί ποιων γεγονότων βασίζεται η απαίτηση της ενάγουσας για ακύρωση της σύμβασης υποθήκης πως θα αποφασισθεί κατά πόσο η τροποποίηση είναι αναγκαία για την δίκαια επίλυση της διαφοράς; 19
(5). In all cases in which the party pleading relies on any misrepresentation, fraud, breach of trust, wilful default, or undue influence, full particulars thereof shall be stated in the pleading. In the case of fraud the alleged fraudulent acts must be specially set out and it must be averred that such acts were done fraudulently. Ειδικά στην περίπτωση που προστίθεται και νέα αξίωση με την προτεινόμενη τροποποίηση το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο η νέα θεραπεία που ζητείται να προστεθεί είναι συμβατή με την αρχική την απαίτηση ώστε να επιτραπεί. 14. No pleading shall, except by way of amendment where leave to amend has been granted, raise any new ground of claim or contain any allegation of fact inconsistent with the previous pleadings of the party pleading the same. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα 1 ΑΑΔ 1422
(2011)το Εφετείο επεξήγησε ότι σύμφωνα με τη Δ.19, θ.4 κάθε διάδικος έχει υποχρέωση να εκθέτει στο δικόγραφο του σε συνοπτική μορφή τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία στηρίζεται η υπόθεσή του, όχι όμως και τη μαρτυρία. Σε περίπτωση που ο διάδικος στηρίζεται, μεταξύ άλλων, σε απάτη, θα πρέπει να δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες στο δικόγραφο και να δηλώνεται ότι οι πράξεις αυτές έγιναν με δόλο. Η Δ.19 προβλέπει ότι ο εναγόμενος ή ο ενάγων, ανάλογα με την περίπτωση, πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα ζητήματα που δείχνουν, ότι η αγωγή ή η ανταπαίτηση δεν μπορεί να ευσταθήσει, ή ότι η συναλλαγή είναι είτε άκυρη είτε ακυρώσιμη σε νομικό σημείο, και σε όλους τους λόγους υπεράσπισης ή απαίτησης, ανάλογα με την περίπτωση, οι οποίοι εάν δεν εγείρονταν, πιθανόν να καταλάμβαναν την αντίθετη πλευρά εξ απροόπτου, ή θα ήγειραν επίδικα ζητήματα για γεγονότα, τα οποία δεν προκύπτουν από προηγούμενα δικόγραφα, όπως για παράδειγμα απάτη, παραγραφή ή περιορισμό χρόνου, απαλλαγή, πληρωμή, εκτέλεση ή γεγονότα, τα οποία δείχνουν παρανομία οποιουδήποτε είδους, ή καθιστούν την απαίτηση ή την ανταπαίτηση ανεκτέλεστη. Στην πιο πάνω υπόθεση τονίσθηκε ότι ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων στα δικόγραφα της αγωγής είναι υποχρέωση που οφείλει ο διάδικος στον αντίδικο του ώστε αυτός να είναι σε θέση να απαντήσει τους ισχυρισμούς καθώς και υποχρέωση στο Δικαστήριο ώστε να μην σπαταληθεί ο χρόνος του Δικαστηρίου επί άσχετων θεμάτων που δεν θα βοηθήσουν στην δίκαια επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών. «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134 κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Η ενάγουσα ζητεί να επεκτείνει την αρχική της απαίτηση με την προσθήκη νέας θεραπείας και αξίωσης χωρίς να προσδιορίσει με ικανοποιητικά γεγονότα και στοιχεία ποια είναι η βάση που στηρίζεται για να δικαιούται τέτοια θεραπεία. Επειδή, αυτά που παρέθεσε με την αίτηση της είναι γενικά και ελλιπής είναι άγνωστο κατά πόσο η προτεινόμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για την δίκαια επίλυση της διαφοράς ,και κατά πόσο αυτή συνδυάζεται και είναι συμβατή με την αρχική της απαίτηση. Περαιτέρω με τον τρόπο που η ενάγουσα έχει εκφράσει την προτεινόμενη τροποποίηση αμφιβάλω κατά πόσο η εναγόμενη θα έχει ουσιαστικής ευκαιρίας απάντησης στην νέα απαίτηση. Συμφωνώ με το επιχείρημα της καθ' ης η αίτηση ότι όλα τα γεγονότα τα οποία ήταν αναγκαία για την διεκδίκηση της συγκεκριμένης θεραπείας ήταν γνωστά στην ενάγουσα κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής. Το ζήτημα της παρανομίας της συμφωνίας αφορά γεγονότα που ήταν γνωστά στην ενάγουσα πριν την έγερση της αγωγής διότι αφορούν τις συνθήκες κάτω από τις οποίας επιτεύχθηκε η σύναψη της δανειακής συμφωνίας που εξασφαλίσθηκε με την υποθήκη. Εάν σκοπός της ενάγουσας ήταν η ακύρωση της σύμβασης υποθήκης γιατί δεν ζήτησε κάτι τέτοιο παρά μόνο περιορίστηκε με την απαίτηση της σε δηλωτικού χαρακτήρα αξιώσεις ώστε να μειωθεί το υπόλοιπο της οφειλόμενο ποσό δυνάμει της δανειακής σύμβασης. Επιπρόσθετα, το ζήτημα της παρανομίας εγέρθηκε στα πλαίσια της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση κάτω από την επικεφαλίδα τιμωρητικές και παράνομες ρήτρες της δανειακής σύμβασης. Με την ανταπαίτηση η εναγόμενη είχε ζητήσει διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαταχθεί η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η υπεράσπιση της ενάγουσας επί αυτής της αξίωσης ήταν ότι η εναγόμενη παράνομα απαίτησε και έθεσε όλα τα ακίνητα υποθήκη. Οπότε δεν είναι νέο θέμα που ήρθε στην αντίληψη της ενάγουσας πρόσφατα αλλά θέμα που ήταν γνωστό στην ενάγουσα πριν από χρόνια και πριν από τις πέντε ημερομηνίες που η αγωγή είχε ορισθεί για ακρόαση. Δεν είναι πειστική η εξήγηση για την καθυστέρηση ήτοι ότι ο δικηγόρος που ετοίμασε την σύνταξη της Έκθεσης Απαιτήσεως δεν ανέφερε ότι η εγγραφή της υποθήκης ήταν άκυρη και παράνομη επειδή έκανε καλόπιστο λάθος. Το ζήτημα της παρανομίας εγέρθηκε στα πλαίσια της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση που κατέθεσε η ενάγουσα στην αγωγή. Σ' αυτή την υπόθεση ως και την υπόθεση Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της εταιρείας Always Travel Holidays 1 ΑΑΔ 607
(1995)η εξήγηση για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση, αφορούσε την αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων. Όμως τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης όπως και της δικής μας τα οποία θεμελιώνουν την προτεινόμενη τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, θα μπορούσαν γίνουν γνωστά και να εντοπισθούν από την ενάγουσα από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Ακόμη και να δεχθώ ότι η καθυστέρηση να οφείλεται στο γεγονός ότι ο προηγούμενος δικηγόρος που χειρίσθηκε την υπόθεση ήταν τόσο αμελής που δεν μελέτησε το ζήτημα της παρανομίας με αναφορά του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 αυτό δεν θα ήταν λόγος η ενάγουσα να μην προβεί σε τροποποίηση της απαίτησης της νωρίτερα για να συμπεριλάβει αξίωση για την ακύρωση της υποθήκης εφόσον είχε προβάλει στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση το ζήτημα της ακυρότητας της υποθήκης εξαιτίας της παρανομίας. Τι δηλαδή εμπόδιζε την τροποποίηση αφού είχε ήδη προβάλει το ζήτημα της παρανομίας στο πλαίσιο της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση; Μήπως ήταν η νομική μελέτη του ζητήματος. Όμως εάν αυτός ήταν ο μόνος λόγος της καθυστέρησης και είχε υπόψη από την αρχή ότι η υποθήκη ήταν παράνομη και πρέπει να ακυρωθεί δεν είναι λογική μία καθυστέρηση τεσσάρων ετών ώστε οι δικηγόροι να μελετήσουν τις πρόνοιες του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου εφόσον ήδη αποφάνθηκαν και συμβούλευσαν την ενάγουσα να επικαλεστεί ως υπεράσπιση στην ανταπαίτηση το άκυρο και το παράνομο της σύμβασης υποθήκης. Και γιατί να επιτραπεί η τροποποίηση τώρα τέσσερα χρόνια αργότερα όταν δεν έχουν παραθέσει ουσιώδη γεγονότα αναγκαία ώστε να εκφράζεται ολοκληρωμένα ποια είναι η βάση αυτής της νέας αξίωσης. Δεν είναι ορθό και ούτε δίκαιο οι αντίδικοι να πρέπει να κάνουν εικασίες κατά πόσο αυτή η νέα αξίωση είναι βάσιμη. Ούτε και μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ της τροποποίησης στα τυφλά ως προς την πραγματική βάση της προτεινόμενης τροποποίησης όταν η αίτηση είναι τόσο καθυστερημένη και οι αιτητές δεν έχουν πείσει για το καλόπιστο των προθέσεων τους. Περαιτέρω, επειδή δεν είναι γνωστό ποιες θέσεις θα προβάλει εν τέλει η ενάγουσα με τις προτεινόμενες προσθήκες δεν γνωρίζω κατά πόσο η πληρωμή εξόδων που έχουν απωλεσθεί συνέπεια της τροποποίησης θα είναι ικανοποιητικό αντιστάθμισμα για την έγκριση της αίτησης. Υπάρχει το ενδεχόμενο να αδικηθεί η εναγόμενη ακόμη και με την καταβολή εξόδων. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι η ενάγουσα δεν με έχει ικανοποιήσει ότι η προτεινόμενη τροποποίηση είναι αναγκαία. Δεν θεωρώ ότι είναι δίκαιο να επιτραπεί η προτεινόμενη τροποποίηση σ' αυτό το στάδιο και υπό τις δοσμένες συνθήκες που έχει παραθέσει η ενάγουσα. Υπό το πλέγμα των γεγονότων που στηρίζουν την αίτηση δεν έχω πεισθεί ότι το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης γίνεται καλόπιστα και όχι για λόγους κωλυσιεργίας εφόσον αυτό γίνεται υπερβολικά καθυστερημένα. Δεν είναι γνωστό κατά πόσο με την προτεινόμενη τροποποίηση προσδιορίζεται η ουσία της διαφοράς των μερών ή αντιθέτως κατά πόσο τα επίδικα θέματα της αγωγής περιπλέκονται ώστε να δημιουργηθεί σύγχυση που θα επηρεάσει δυσμενώς το δικαίωμα της εναγόμενης να υπερασπιστεί. Αυτοί οι παράγοντες σε συνδυασμό με τον σημαντικό παράγοντα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την μέσα σε εύλογο χρόνο διεξαγωγή και περάτωση της δίκης υπαγορεύει την απόρριψη της αίτησης. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον των αιτήτριας-ενάγουσας ως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο