SNAPBOX HOLDINGS LIMITED ν. FOLSTEN HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5592/2016, 10/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5592/2016 Μεταξύ: SNAPBOX HOLDINGS LIMITED Ενάγουσας -και-
- FOLSTEN HOLDINGS LIMITED
- FRENTAL DEVELOPMENTS LIMITED
- CITY PALACE LLC
- S & T EQUITY (OVERSEAS) LIMITED
- XXXXX CHIGIRINSKIY
- XXXXX AKCHURIN Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 06.02.2018 Ημερομηνία: 10.01.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Π. Πολυβίου με κ. Γ. Μίτλεττον για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ και κ. Ν. Γεωργιάδη για Γεωργιάδη και Πελίδη ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους 2, 4 και 5 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης με κ. Θ. Οικονόμου για Άντη Τριανταφυλλίδη και Υιοί ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους 3 και 6 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Χ. Παπαχριστοδούλου με κ. Κ. Πλατή για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 29.11.2016, η ενάγουσα εταιρεία δρομολόγησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Ουσιαστικό αντικείμενό της, αποτελεί η διεκδίκηση από μέρους της του ποσού των $133.800.000 (Δολάρια Αμερικής), το οποίο ως προκρίνει αποτελεί μέρισμα της εναγομένης αρ. 3 εταιρείας που η ενάγουσα δικαιούται. Την ίδια ημέρα, το Δικαστήριο εξετάζοντας μονομερώς σχετική αίτηση που καταχωρήθηκε από την πλευρά της ενάγουσας, εξέδωσε διάφορα ενδιάμεσα διατάγματα, ένα εκ των οποίων διέτασσε τους εναγομένους όπως λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να μεταφερθεί και κατατεθεί σε συγκεκριμένο λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το ως άνω ποσό των $133.800.
- Σε συμμόρφωση με το ως άνω διάταγμα του Δικαστηρίου, το πιο πάνω ποσό μεταφέρθηκε και έκτοτε βρίσκεται κατατεθειμένο σε λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στις 07.04.2017, με τη σύμφωνη προς τούτο θέση όλων των πλευρών στη διαδικασία, μέρος του ως άνω διατάγματος τροποποιήθηκε, στην έκταση δε που αφορούσε το ως άνω ποσό κατέστη εξ' συμφώνου απόλυτο «μέχρις εκδικάσεως και της πλήρους αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου». Παρεμβάλλεται ότι σε σχέση με το ως άνω ποσό δρομολογήθηκαν διάφορες δικαστικές διαδικασίες, τόσο στη Δημοκρατία όσο και στο εξωτερικό, ειδικότερα στη Ρωσία, ενώ έχοντας στο μεταξύ μεσολαβήσει, εκ συμφώνου, δεύτερη τροποποίηση του ως άνω διατάγματος, (στις 13.04.2017) το Δικαστήριο μετά από ακρόαση ακύρωσε τα υπόλοιπα διατακτικά του διατάγματος τα οποία είχαν εκδοθεί μονομερώς στο πλαίσιο της ως άνω αίτησης ημερ. 29.11.
- Για σκοπούς πληρέστερης κατανόησης της γενικότερης μετοχικής εικόνας των εταιρειών που αντιδικούν στην παρούσα υπόθεση και αποτύπωσης των συμφερόντων που αφορούν και διακυβεύονται στην υπό συζήτηση περίπτωση, κρίνεται χρήσιμη η παράθεση σχετικών με τα πιο πάνω ζητήματα στοιχείων. Ειδικότερα του γεγονότος ότι η ενάγουσα (στο εξής «Snapbox»), κατέχει το 50% των μετοχών της εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας (στο εξής «Folsten»), ενώ η εναγομένη αρ.2 (στο εξής «Frental») κατέχει το υπόλοιπο 50% των μετοχών της Folsten. Η Frental ανήκει εξ' ολοκλήρου στην εναγομένη αρ.4 (στο εξής «Snegiri»), ο δε εναγόμενος αρ.5, αποτελεί έναν εκ των ιδιοκτητών της πλειοψηφίας των μετοχών της Snegiri. Η εναγομένη αρ.3 (στο εξής «City Palace») η οποία είναι ιδιοκτήτρια έργου/περιουσιακού στοιχείου στη Μόσχα, γνωστού σαν Evolution Tower, ανήκει εξ' ολοκλήρου στην Folsten, ενώ ο εναγόμενος αρ.6 αποτελεί τον γενικό διευθυντή της City Palace. Οι εταιρείες Snapbox, Folsten, Frental και Snegiri αποτελούν Κυπριακές εταιρείες ενώ η City Palace, Ρωσική εταιρεία. Στις 06.02.2018, οι ενάγοντες, επικαλούμενοι ουσιώδη διαφοροποίηση, νέα γεγονότα, και παραδοχές των Καθ΄ ων η αίτηση, προχώρησαν στην καταχώριση της υπό συζήτηση αίτησης, μέσω της οποίας επιζητούν: «Α. Διάταγμα με το οποίο να αντικαθίσταται και/ή να τροποποιείται η παρ. «Γ» των Διαταγμάτων ημερ. 29.11.2016 ως τροποποιήθηκε στις 7.4.2017 και/ή έκδοση διατάγματος με το ακόλουθο λεκτικό: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όπως, εντός 7 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος, μεταφέρει από το Λογαριασμό «Central Bank of Cyprus, Account No. XXXXX1010, IBAN XXXXX1010 Swift Code CBCYCY2NACC THROUGH TARGET 2» («Λογαριασμός») το ποσό των 492.331.874 Ρωσικών Ρουβλιών και/ή του αντίστοιχου ποσού σε Δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών («Ποσό») σύμφωνα με την ισοτιμία που θα ισχύει κατά την ημερομηνία μεταφοράς του Ποσού προς όφελος της Εναγομένης/ Καθ' ης η Αίτηση 3 στο Λογαριασμό που διατηρεί στην Τράπεζα «ΑΟ Alfa Bank» Ρωσίας με Αρ. Λογαριασμού XXXXX0246, Αρ. XXXXX5593, Correspondent Account XXXXX 0593 ή σε οποιονδήποτε άλλο τραπεζικό λογαριασμό των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 3 που θα κοινοποιηθεί από αυτούς στον Πρωτοκολλητή και να μεταφέρει το υπόλοιπο ποσό που διατηρείται στο Λογαριασμό για σκοπούς της παρούσας Αγωγής («Υπόλοιπο») στον τραπεζικό λογαριασμό των Εναγόντων/Αιτητών στην Τράπεζα Credit Suisse AG, με Αρ. IBAN XXXXX200 0 και SWIFT XXXXXHXXX ή σε οποιονδήποτε άλλο τραπεζικό λογαριασμό των Εναγόντων/Αιτητών που θα κοινοποιηθεί από αυτούς στον Πρωτοκολλητή. Νοείται ότι ο Πρωτοκολλητής θα προχωρήσει με την μεταφορά του Υπόλοιπου στον ως άνω λογαριασμό των Εναγόντων/Αιτητών ανεξαρτήτως και/ή ασχέτως με την μεταφορά του Ποσού προς την Εναγόμενη/ Καθ' ης η Αίτηση 3». Β. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Γ Έξοδα και ΦΠΑ.» Η Νομική βάση της αίτησης ημερ. 06.02.2018, εδράζεται στα άρθρα 2, 21, 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, στα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις Διαταγές 7, 8, 9, 24 Θ. 6, 25 Θ 1-6, 39, 48, Θ. 1-13, και Δ.64, στο άρθρο 5 του Περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου, Ν.67/88, στα άρθρα 34, 36, 37, 38, 39, 41 και 42 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στους κανόνες επιεικείας, τις αρχές που αφορούν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Παρεμβάλλεται ότι αίτηση παραμερισμού της ως άνω αίτησης, η οποία προωθήθηκε από τους εναγομένους 2, 4 και 5, για τους λόγους που εξήγησε το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, ημερ. 02.11.2018, απορρίφθηκε. Την υπό συζήτηση αίτηση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Fokin, διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας, ημερομηνίας επίσης 06.02.2018, ως επίσης συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου, ημερ. 20.02.
- Στο πλαίσιο των ως άνω δηλώσεων του, ο ομνύων παραπέμπει σε διάφορες ένορκες δηλώσεις που εντοπίζονται στο φάκελο της διαδικασίας, υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας το περιεχόμενό τους, ενώ ταυτόχρονα αναφέρεται σε πληθώρα εγγράφων και στοιχείων τα οποία παραθέτει ως τεκμήρια. Αναφερόμενος στην εξέλιξη των γεγονότων από τον Απρίλιο του 2016, χρόνο κατά τον οποίον αποφασίστηκε η διανομή μερισμάτων της City Palace μέχρι και την καταχώριση της υπό συζήτηση αίτησης, υποστηρίζει ότι μετά την κατάθεση του ποσού των $133.800.000 στο λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, δυνάμει του προστακτικού διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 29.11.2016, στην απολυτοποίηση συγκεκριμένου μέρους του οποίου όλοι οι παράγοντες της διαδικασίας συμφώνησαν, υπήρξε ουσιώδης αλλαγή στις περιστάσεις της υπόθεσης η οποία δικαιολογεί την έγκριση της υπό συζήτηση αίτησης. Ειδικότερα, αποτελεί θέση του ως άνω ομνύοντα ότι οι καθ' ων η αίτηση ρητά και ξεκάθαρα έχουν παραστήσει στις Ρωσικές Φορολογικές Αρχές αλλά και ενώπιον Ρωσικών Δικαστηρίων πως με την μεταφορά του ως άνω ποσού στον λογαριασμό του Πρωτοκολλητή από την City Palace, τον Δεκέμβριο του 2016, το ποσό διανεμήθηκε ως μέρισμα από την City Palace στην ενάγουσα και ότι κανένα ποσό οφείλεται σήμερα ως μέρισμα από την City Palace. Αποτέλεσμα των ως άνω αναφορών, παραστάσεων και ενεργειών των καθ΄ ων η αίτηση, υποστηρίζει, ήταν η ενάγουσα εταιρεία να κληθεί να καταβάλει στη Ρωσσία τον αντίστοιχο φόρο παρακράτησης (withholding tax) σε σχέση με την δήθεν «διανομή» του ποσού από την City Palace ως μέρισμα, καταβάλλοντας προς τούτο, περί τον Απρίλη του 2018, ποσό περίπου $8.000.
- Στη βάση των ως άνω νέων γεγονότων, παραδοχών και ενεργειών των καθ΄ ων η αίτηση, στις οποίες ειδικότερα αναφέρεται, εξελίξεις οι οποίες ως υποστηρίζει ακολούθησαν την έκδοση του προστακτικού διατάγματος και τη συμμόρφωση με αυτό, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, υποδεικνύοντας παράλληλα ότι οι αιτητές είναι έτοιμοι, εάν τούτο ζητηθεί, να παραχωρήσουν εξασφάλιση υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης (bank guarantee) για ολόκληρο το ποσό που θα τους δοθεί κατόπιν έγκρισης της υπό συζήτηση αίτησης. Το ως άνω διάβημα προκάλεσε την αντίδραση των εναγομένων-καθ΄ ων η Αίτηση 2 έως και
- Η πλευρά των εναγομένων 3 και 6 καταχώρισε στις 26.03.2019 σχετική Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, ενώ ανάλογα ενήργησε και η πλευρά των εναγομένων 2, 4 και 5, καταχωρώντας την ίδια ημέρα την ένσταση της πλευράς τους. Σημειώνεται ότι στην εξέλιξη της διαδικασίας, τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου η κοινή θέση των πλευρών ότι η εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση αρ.1 δεν θα λάβει μέρος στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία, το όποιο αποτέλεσμα της οποίας ανάλογα θα την δεσμεύει. Πέραν από το νομικό υπόβαθρο επί του οποίου οι ως άνω ενστάσεις εδράζονται, ως οι πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν, στο σώμα τους προκρίνονται και οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης. Για σκοπούς πληρότητας, οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ειδικότερα, στην ένσταση των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση 2, 4 και 5 προτάσσεται ότι: «
- Δεν ικανοποιούνται προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να επιζητούν το αιτούμενο διάταγμα καθ' ότι δεν δικαιούνται ν' απαιτούν τα επίδικα μερίσματα.
- Μόνο οι καθ' ων η αίτηση 1 ως μέτοχοι της καθ' ης η αίτηση 3, νομιμοποιούνται ν' απαιτούν τα επίδικα μερίσματα.
- Τα Ρωσικά Δικαστήρια τελεσίδικα αποφάσισαν σε αγωγή των αιτητών στη Ρωσία ότι αφ' ενός μεν δεν έχει γίνει νόμιμη εκχώρηση των μερισμάτων από την καθ' ης η αίτηση 1 προς τους αιτητές και αφ' ετέρου ότι οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται ν' απαιτούν τα επίδικα μερίσματα.
- Εφ' όσον η καθ' ης η αίτηση 3 είναι Ρωσική εταιρεία ποιος είναι ο νόμιμος δικαιούχος των μερισμάτων της πρέπει ν' αποφασιστεί και αποφασίστηκε με βάση το Ρωσικό δίκαιο και από τα Ρωσικά Δικαστήρια.
- Ελλείψει της απαιτούμενης νομιμοποίησης στην παρούσα αγωγή δεν υπάρχει ούτε σοβαρό θέμα προς εκδίκαση ούτε ορατή πιθανότητα ότι οι αιτητές θα επιτύχουν στην αγωγή τους.
- Το ποσό των επιδίκων μερισμάτων είναι κατατεθειμένο στο λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 29/11/16 το οποίο εκδόθηκε κατόπιν αίτησης των αιτητών και επομένως σε περίπτωση επιτυχίας στην αγωγή τους δεν είναι ούτε αδύνατο αλλά ούτε και δύσκολο ν' απονεμηθεί δικαιοσύνη. Αντίθετα τυχόν απόφαση υπέρ των αιτητών εύκολα θα ικανοποιηθεί λόγω της κατάθεσης των επιδίκων χρημάτων στον Πρωτοκολλητή και επομένως ούτε η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται.
- Το διάταγμα το οποίο επιζητούν οι αιτητές είναι τελικό και όχι προσωρινό και δεν μπορεί να εκδοθεί σε αυτό το στάδιο.
- Στην παρούσα περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.24 Θ. 6 εφ' όσον όχι μόνο δεν υπάρχει παραδοχή της οφειλής αλλά αντίθετα οι καθ' ων η αίτηση αμφισβητούν έντονα ότι οι αιτητές είναι δικαιούχοι των επιδίκων μερισμάτων.
- Ουδένα νέο γεγονός υπάρχει το οποίο να δικαιολογεί την αντικατάσταση και/ή τροποποίηση της παρα. Γ του διατάγματος ημερ. 29/11/16 όπως τροποποιήθηκε την 7/4/17 και/ή την έκδοση νέου διατάγματος.
- Οι αιτητές δεν παρουσίασαν στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα και/ή την ορθή ερμηνεία σε σχέση με τις αποφάσεις των Ρωσικών Δικαστηρίων ημερ. 29/12/07 και 11/4/
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφέστατα υπέρ της απόρριψης της αίτησης.
- Εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι αιτητές θα λάβουν τα επίδικα μερίσματα και τα οποία θα μεταφερθούν εκτός δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου.
- Όπως φαίνεται από την ανταπαίτηση τα επίδικα μερίσματα κατέχονται με βάση εμπίστευμα προς όφελος των καθ΄ων η αίτηση και επομένως ανήκουν σε αυτούς.
- Τα γεγονότα της παρα. 15 - 32 της ένορκης δήλωσης Fokin ήσαν γνωστά στους αιτητές πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής την 29/11/
- Ουδεμία αλλαγή και δη ουσιώδης έλαβε χώρα στα γεγονότα μεταγενέστερα της 7/4/17 η οποία να δικαιολογεί την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.
- Η ύπαρξη της ανταπαίτησης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση 4 εμποδίζει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και την μεταφορά των χρημάτων τα οποία είναι κατατεθειμένα στον Πρωτοκολλητή εκτός της φύλαξης του Δικαστηρίου.» Οι εναγόμενοι - καθ΄ ων η αίτηση 3 και 6, στη δική τους ένσταση προτάσσουν ότι: «
- Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων.
- Οι Αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει τις νομολογιακές και/ή νομοθετικές προϋποθέσεις που τίθενται και/ή απαιτούνται για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων.
- Τα Ρωσικά Δικαστήρια έχουν ήδη αποφασίσει τελεσίδικα για τις απαιτήσεις των Αιτητών και/ή έχουν ήδη εκδώσει την απόφαση τους αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του μερίσματος και/ή αποφάσισαν ότι ο κατάλληλος και/ή ορθός πιστωτής του μερίσματος είναι η Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή ότι δεν υπάρχει εκχώρηση του δικαιώματος του μερίσματος.
- Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αλλαγή στις περιστάσεις και/ή στα γεγονότα και/ή δεν υπάρχουν νέα γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων.
- Οι Αιτητές στερούνται οποιουδήποτε έννομου συμφέροντος (locus standi) και/ή δεν αποκαλύπτουν κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση.
- Το διατακτικό Γ του διατάγματος ημερομηνίας 29/11/2016 έχει ήδη εκ συμφώνου τροποποιηθεί και ως εκ τούτου θα ήταν άδικο και/ή ενάντια στις αρχές της επιείκειας να γίνει οποιαδήποτε αλλαγή σε αυτό χωρίς την συγκατάθεση των μερών και/ή πριν την τελική εκδίκαση της αγωγής.
- Τα αιτούμενα διατάγματα ισοδυναμούν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής και/ή ανατρέπουν το status quo και/ή ταυτίζεται απόλυτα και/ή ουσιωδώς με τις τελικές θεραπείες της αγωγής.
- Η Αίτηση χαρακτηρίζεται από κακοπιστία και καταχωρήθηκε για να εξασκήσει πίεση και/ή να ταλαιπωρήσει τους Καθ' ων η Αίτηση και/ή οποιοδήποτε από τους Καθ' ων η Αίτηση και/ή οι Αιτητές έχουν καταχραστεί την δικαστική διαδικασία (abuse of process) και/ή την δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων εφόσον την χρησιμοποιούν για αλλότριο σκοπό.
- Οι Αιτητές δεν προσέφυγαν στο δικαστήριο και/ή την Επιείκεια με καθαρά χέρια (clean hands) και εμποδίζονται από το να ζητούν θεραπείες της Επιείκειας και/ή οι Αιτητές επιχειρούν να παραπλανήσουν το Σεβαστό Δικαστήριο ώστε να εκδώσει τα διατάγματα.
- Τα Αιτούμενα Διατάγματα είναι υπέρμετρα δραστικά και/ή σαρωτικά και/ή δεν συνάδουν με την φύση της προσωρινής θεραπείας.
- Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι ατελής και/ή ανεπαρκής για σκοπούς έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή είναι διατυπωμένη με έλλειψη συνοχής και/ή σαφήνειας καθιστώντας το αδύνατο για το Σεβαστό Δικαστήριο να διαχωρίσει μεταξύ των γεγονότων και των πεποιθήσεων και/ή υποθέσεων του ομνύοντα.
- Η υπό κρίση Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη και/ή από αυτή ελλείπει το ορθό νομικό και/ή δικονομικό υπόβαθρο και/ή ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο.» Ο XXXXX Lvovich Simkin, δηλώνοντας βασικός εξωτερικός νομικός σύμβουλος της εναγομένης-καθ' ης η αίτηση 4, (Snegiri) αφού εξηγεί την εμπλοκή του στην υπόθεση, παραπέμποντας στο περιεχόμενο ενόρκων δηλώσεων που έχουν προωθηθεί από διάφορες πλευρές στα πλαίσια της εξέλιξης της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, προβάλλει τη θέση ότι η συνολική εικόνα των θεμάτων που αφορούν την παρούσα διαδικασία, δεν μπορεί να περιοριστεί στα ζητήματα που έλαβαν χώρα στο τέλος του 2016 και μεταγενέστερα. Υποστηρίζει ότι τα δικαιώματα των μερών τα οποία θα πρέπει να προσδιοριστούν κατά τη δίκη στην παρούσα υπόθεση, θα πρέπει να λάβουν υπόψη ένα ιστορικό εξέλιξης γεγονότων που ανάγεται στο
- Παραπέμποντας στην ανταπαίτηση της Snegiri, όπως αυτή δικογραφείται και προωθείται στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, αποτελεί θέση του ότι η αιτήτρια ουσιαστικά κατέχει το συμφέρον της στο έργο Evolution Tower, τις μετοχές στην Folsten και τα δικαιώματα που προσαρτώνται σε αυτές, ως καταπιστευματοδόχος για την Snegiri. Ως εκ τούτου, είναι η εισήγησης του ότι η Snegiri αποτελεί τον τελικό δικαιούχο του 50% του μερίσματος της City Palace που δηλώθηκε τον Απρίλιο του 2016 και κατ' ισχυρισμό προοριζόταν για την ενάγουσα. Άλλωστε, προσθέτει, τα δικαιώματα της Snegiri δεν εξαντλούνται μόνο στο ποσό των $133.800.000, που κατατέθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας τον Δεκέμβρη του 2016, αλλά και στα δικαιώματα από όλα τα μελλοντικά μερίσματα. Παράλληλα, προτάσσεται από τον ως άνω ομνύοντα ότι η αιτήτρια δεν δικαιούται να διεκδικεί το επίδικο μέρισμα της Ρωσικής εταιρείας City Palace με βάση το Ρωσικό Δίκαιο, ούτε νομιμοποιείται να εγείρει τις αξιώσεις που διεκδικεί στην υπό συζήτηση αγωγή. Απορρίπτοντας τις θέσεις και αιτιάσεις που προκρίνονται από την πλευρά της αιτήτριας προς τούτο, ως κατά τον νόμο και επί της ουσίας αβάσιμες, παραπέμπει ταυτόχρονα σε σχετικές επί του ζητήματος αποφάσεις Ρωσικών Δικαστηρίων. Υποστηρίζοντας ότι τα ευρήματα των Δικαστηρίων της Ρωσίας επί του ζητήματος αποτελούν δεδικασμένο, υποδεικνύει, με ανάλογη παραπομπή στις ως άνω Ρωσικές αποφάσεις, ότι δικαίωμα να αξιώνει την πληρωμή των μερισμάτων από την City Palace έχει μόνο η Folsten. Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί θέση του ότι η ιδιοκτησία του μερίσματος το οποίο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δυνάμει του ως άνω διατάγματος, αποτελεί αμφισβητούμενο και επίδικο ζήτημα στην υπό συζήτηση υπόθεση. Απορρίπτοντας περαιτέρω ως ψευδείς και εσφαλμένες τις προβαλλόμενες από την πλευρά της αιτήτριας θέσεις για αλλαγή των περιστάσεων από την έκδοση του διατάγματος και την ημερομηνία που μέρος του εκ συμφώνου κατέστη απόλυτο, αναφέρεται στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες η ενάγουσα έτυχε χειρισμού ως «δικαιούχος» του μερίσματος. Τούτο, σημειώνει, έγινε απλώς και μόνο για φορολογικούς σκοπούς, απορρίπτοντας τις θέσεις περί συμπαιγνίας των εναγομένων και εξηγώντας πως όταν μεταφέρονται χρήματα εκτός Ρωσίας, το πρόσωπο που πληρώνει έχει ευθύνη να αφαιρεί φορολογική παρακράτηση (withholding tax) πληρώνοντας την στον Ρωσικό προϋπολογισμό. Αποτελεί επίσης θέση του ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, όχι μόνο δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος, αλλά ούτε και μπορεί στα πλαίσια ενδιάμεσης διαδικασίας ως η υπό συζήτηση, να εκδοθεί τελικό διάταγμα και/ή απόφαση στην αγωγή. Ο XXXXX Χαραλάμπους, δικηγόρος στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους-καθ΄ ων η αίτηση 3 και 6, στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση των τελευταίων, αφού εξηγεί την εμπλοκή του στην υπόθεση, ουσιαστικά επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Ανάμεσα σε άλλα, προκρίνει πως ως έχουν υποδείξει αρμόδια προς τούτο Ρωσικά Δικαστήρια, κατάλληλος πιστωτής είναι και ανέκαθεν ήταν η εταιρεία Folsten. Οδηγίες της τελευταίας ακολούθησε η City Palace, για την πληρωμή του μερίσματος. Ως εκ τούτου, το όποιο δικαίωμα τροποποίησης και/ή αντικατάστασης του υπό συζήτηση προστακτικού διατάγματος, ανήκει στην Folsten. Αναφερόμενος στην εξέλιξη των γεγονότων από το χρονικό διάστημα της απολυτοποίησης του διατάγματος μέχρι και την καταχώριση της υπό συζήτηση αίτησης, υποστηρίζει ότι καμία ουσιαστική αλλαγή δεν έχει μεσολαβήσει ή υπάρξει. Παραπέμποντας σε συγκεκριμένες ενέργειες του Εναγομένου αρ. 6, Γενικού Διευθυντή της City Palace, εξηγεί ότι οι ενέργειες του ως άνω Διευθυντή της εναγομένης αρ. 3 εταιρείας ήταν σε πλήρη συμμόρφωση με τη φορολογική Νομοθεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας και σχετικής ενημέρωσης της οποίας έτυχε από ειδικούς επί του ζητήματος. Άλλωστε τούτο, σημειώνει, επιβεβαιώθηκε από διάφορες αποφάσεις Ρωσικών Δικαστηρίων στις οποίες και παραπέμπει. Ομοίως, παραπέμπει σε ψήφισμα του Διοικητικού Συμβουλίου της City Palace, ημερομηνίας 25.04.2017, μέσω του οποίου όλα τα μέλη, ομόφωνα, ενέκριναν την πληρωμή από την City Palace της παρακράτησης εταιρικής φορολογίας λόγω της πληρωμής του ποσού των $133.800.000 στον λογαριασμό του Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Αναφερόμενος στην εξέλιξη σχετικών με τα υπό συζήτηση ζητήματα γεγονότων, αποτελεί θέση του ότι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί εκ μέρους της ενάγουσας σε βάρος της City Palace και του Γενικού της Διευθυντή (εναγόμενου 6) αποτελούν αβάσιμους, επιπόλαιους και ψευδείς ισχυρισμούς. Επιμένοντας ότι η Folsten είναι η μοναδική που έχει το δικαίωμα να αποφασίσει για το ποσό που απασχολεί στην παρούσα, με επιφύλαξη πάντα της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου όσον αφορά τις αξιώσεις της ενάγουσας και την ανταπαίτηση της Snegiri, υποδεικνύει καταληκτικά πως υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση, οι Καθ' ων η αίτηση 3 και 6 δεν μπορούν να συναινέσουν ή να επιτρέψουν στην τροποποίηση του διατάγματος που αιτείται η Snapbox, αξιώνοντας ως εκ τούτου την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι όλων των πλευρών με τις ικανές τους αγορεύσεις, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας. Τούτο έπραξαν και δια ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης, στο βαθμό που έκριναν αναγκαίο. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Οι Καθ' ων η αίτηση αμφισβητούν τη δυνατότητα της Αιτήτριας να επιτύχει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, μετερχόμενη τους τρεις διαφορετικούς δικονομικούς διαδρόμους επί των οποίων εδράζει το αίτημα της. Η υπό συζήτηση αίτηση, υποστηρίζουν, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη στηριζόμενη είτε στο άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), δηλαδή μέσω της έκδοσης νέου προσωρινού διατάγματος, είτε στο άρθρο 32
(2)του ίδιου Νόμου, δηλαδή στην τροποποίηση του προστακτικού διατάγματος το οποίο κατέστη απόλυτο στις 07.04.2017. Πολύ δε περισσότερο, με δεδομένη τη ρητή άρνηση των διεκδικούμενων μέσω της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής απαιτήσεων από την πλευρά των εναγομένων, οι τελευταίοι προκρίνουν πως στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής η Δ.24 Θ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, αφού η τελευταία απέχει πολύ από την διαπίστωση αποκρυσταλλωμένης παραδοχής σε βαθμό που να μην χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία για σκοπούς απόδειξης. Μέσω της Δ.24 Θ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, αναγνωρίζεται η δυνατότητα της έκδοσης απόφασης χωρίς να αναμένεται η κρίση του Δικαστηρίου επί οποιουδήποτε άλλου ζητήματος που εγείρεται στα πλαίσια μιας αντιδικίας. Ως ειδικότερα προνοείται στην εν λόγω Διαταγή, σε ελεύθερη, δική μου μετάφραση: «Οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο θέματος ή ζητήματος που έγιναν παραδοχές γεγονότος είτε στα δικόγραφα ή διαφορετικά, να αποταθεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή για τέτοια απόφαση ή διάταγμα που θα δικαιούται σύμφωνα με αυτές τις παραδοχές, χωρίς να περιμένει την αποπεράτωση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος μεταξύ των διαδίκων και το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί μετά από τέτοια αίτηση να εκδώσει τέτοιο διάταγμα ή να δώσει τέτοια απόφαση που θα κρίνει δίκαια.» Όπως άλλωστε υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα Precedents of Pleadings των Bullen and Leake and Jacob´s, 12η έκδοση, σελ. 79 : "Where sufficient admissions are made by the defendant, by his defence or otherwise, the plaintiff may apply for such judgment or order as from those admissions he may be entitled to, without waiting for the trial; and the court may give such judgment or make such order on such application as it thinks just." Στη σελ. 77 του αμέσως πιο πάνω αναφερόμενου συγγράμματος, υποδεικνύεται παράλληλα ότι η παραδοχή σε μια υπεράσπιση μπορεί να είναι είτε ρητή είτε να αναδύεται ως εξυπακουόμενη από τη μη αντίκρουση ουσιαστικών γεγονότων που καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης. (Βλέπε επίσης τη νομική σειρά συγγραμμάτων Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37 σελ. 235 παράγραφος 314 υπό τον τίτλο "Judgment on admissions".) Το ζήτημα έχει απασχολήσει τόσο την Κυπριακή όσο και την Αγγλική νομολογία η οποία έχει υιοθετηθεί από τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας. Αναδύεται από αυτήν ότι η επί του συζητούμενου διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται προσεχτικά, με φειδώ και μόνο σε ξεκάθαρες και αποκρυσταλλωμένες περιπτώσεις παραδοχών. Στις περιπτώσεις που από τα δικόγραφα δεν μπορούν να διαφανούν τα πραγματικά γεγονότα χωρίς περαιτέρω διερεύνηση, τότε το Δικαστήριο δεν είναι ορθό να προχωρά στην έκδοση απόφασης, στερώντας από ένα διάδικο το δικαίωμα να ακουστεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Στην υπόθεση Τσιμεντοποϊία Βασιλικού Λίμιτεδ ν. Μακαρίου,
(1993)1 ΑΑΔ 370, ουσιαστικά έχει κωδικοποιηθεί η έκταση της εφαρμογής της συγκεκριμένης Διαταγής των Διαδικαστικών Κανονισμών, ενώ παράλληλα τίθενται τα όρια εντός των οποίων θα πρέπει να κινηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτήματος του είδους. Αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα στη σελ. 375: "Η φύση των παραδοχών κάτω από τη Δ.24 θ.6 στην οποία είναι θεμιτό να βασισθεί δικαστήριο για την έκδοση απόφασης πρέπει να είναι τέτοια που να κλείνει κάθε δρόμο για την προβολή υπεράσπισης. Αυτό είναι το πνεύμα της σχετικής νομολογίας: Ellis v. Allen [1911-1913] All E.R. Rep. 906, Technistudy Ltd v. Kelland [1976] 3 All E.R. 632 και Murphy v. Culhane, ανωτέρω. Βλέπε επίσης την απόφαση του Γ. Νικολάου, Π.Ε.Δ. στην υπόθεση 878/89 Νίκος Χριστοφή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ και Άλλου ημερ. 6/2/
- Η εφεκτικότητα στη χρήση της διάταξης για πρόωρη απόφαση, εκτός φυσικά στην περίπτωση που μια παραδοχή δεν αφήνει περιθώρια υπεράσπισης, υπογραμμίζει εμφαντικά και την ανάγκη για προσεκτική στάθμιση των δεδομένων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης." Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, η προώθηση του υπό συζήτηση αιτήματος εκ μέρους της ενάγουσας, μέσω της Δ.24 Θ.6, δεν φαίνεται να είναι, δικονομικώς, η ενδεδειγμένη. Η διεκδίκηση απόφασης στη βάση της Δ.24 Θ.6, προϋποθέτει την καταχώριση σχετικής αίτησης για έκδοση τέτοιας απόφασης. Συνακόλουθα, η πλευρά των εναγόντων, εδράζοντας το αίτημά τους επί της Δ.24 Θ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, θα έπρεπε να καταχωρίσουν σχετική αίτηση για απόφαση και όχι αίτηση για έκδοση ή τροποποίηση ενδιάμεσου διατάγματος. Πέραν και ανεξάρτητα όμως από τα δικονομικά ζητήματα που φαίνεται να προκύπτουν όσον αφορά την προώθηση του υπό συζήτηση αιτήματος μέσω αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία (motions for interlocutory relief) αντί μέσω αίτησης για απόφαση, (motions for judgment) - καθ' ην έκταση επιζητείται έκδοση απόφασης επί παραδοχών κατ' επίκληση της συγκεκριμένης νομικής βάσης - είναι φανερό ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε αποκρυσταλλωμένη παραδοχή, με την έννοια που έχει αποδοθεί στον όρο από την Νομολογία των Δικαστηρίων μας, αναφορικά με την συγκεκριμένη έστω απαίτηση της ενάγουσας, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιτυχία σχετικού αιτήματος στη βάση της Δ.24 Θ.
- Πέραν του γεγονότος ότι ουδείς από τους εναγομένους φαίνεται να προβαίνει σε οποιαδήποτε παραδοχή ικανή να οδηγήσει στην έκδοση σχετικής απόφασης - διατάγματος στη βάση της Δ.24 Θ.6, είναι δεδομένο ότι η Sneriri (εναγομένη 4), διεκδικεί ανταπαιτητικά το 50% του συμφέροντος της ενάγουσας στο έργο Evolution Tower, το οποίο, μεταξύ άλλων περιλαμβάνει κατά τον τρόπο που εξηγεί και το ποσό των $133.800.000 που βρίσκεται κατατεθειμένο στο σχετικό λογαριασμό του Πρωτοκολλητή, ανταπαίτηση που δικογραφικά αιτιολογεί ως καταληκτικό και/ή εξ΄ υπαγωγής εμπίστευμα. Είναι εξάλλου σημαντικό να σημειωθεί πως ακόμη και στην περίπτωση που οι εναγόμενοι παραδέχονταν την απαίτηση (εξέλιξη που ως έχει ήδη σημειωθεί δεν ισχύει στην παρούσα) πλην όμως προβάλλουν ανταπαίτηση, (ως δηλαδή στην υπό συζήτηση περίπτωση) η δυνατότητα του ενάγοντα να διεκδικήσει την έκδοση απόφασης, θα πρέπει συνήθως να συνοδεύεται με διαταγή για καταβολή του ποσού στο Δικαστήριο ή με αναστολή της εκτέλεσης μέχρι τη δίκη. (βλ. σχετικά Ετήσια Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική του 1966 (Annual Practice) σελ. 571). Ως άλλωστε υποδεικνύεται στην Mersey Steamship Company v. Shuttleworth & Co
(1883)11 Q.B.D. 531, μόνο στις περιπτώσεις που η ανταπαίτηση είναι ενοχλητική και αβάσιμη (frivolous and unsubstantial) θα πρέπει ο εναγόμενος να διατάσσεται να καταβάλει το εξ' αποφάσεως χρέος στο Δικαστήριο. Στο πλαίσιο της ενδιάμεσης Απόφασής μου, ημερ. 02.11.2018, τοποθετούμενος επί της αίτησης των εναγομένων ημερ. 17.04.2018 για παραμερισμό της υπό συζήτηση αίτησης, είχα την ευκαιρία, μεταξύ άλλων, να τοποθετηθώ για το ζήτημα της δυνατότητας του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το εκδοθέν στις 29.11.2016 διάταγμα που εκ συμφώνου κατέστει απόλυτο στις 07/04.2017. Με κάθε σεβασμό, διατηρώντας τις ίδιες θέσεις επί του ζητήματος, τις επαναλαμβάνω, ενθέτοντας μέρος τους και στην παρούσα. Ως σημειώθηκε, μεταξύ άλλων, στη σχετική τοποθέτηση του Δικαστηρίου: «Αδιαμφισβήτητα ευρύτατη είναι η εξουσία που παρέχει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Τέτοιας μορφής και έκτασης που δύναται να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο ώστε μέσω της παρέμβασης του δικαστηρίου και της έκδοσης του αναγκαίου κατά περίπτωση διατάγματος, να απονέμεται δικαιοσύνη (βλ. ABP Hold. Ltd v. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Δεν θα πρέπει εξ' άλλου να διαλανθάνει της προσοχής ότι η απόδοση από το δικαστήριο θεραπειών που προβλέπονται στο άρθρο 32 του Ν.14/1960, διέπεται πάντα από τις αρχές της επιείκειας, οι οποίες, ούτως ή άλλως παρέχουν στο δικαστήριο ένα ευρύτατο πεδίο λειτουργίας και εξουσιών. Ως χαρακτηριστικά υποδεικνύεται στο σύγγραμμα SPRY «Equitable Remedies», 9η έκδοση, στη σελίδα 469: «Hence the powers of courts with equitable jurisdiction to grant interlocutory injunctions must, subject to any relevant territorial or statutory restrictions, now be taken to be without limits». Στο πλαίσιο της απόφασης της στην Αίτηση της IKOS CIF LTD για παραχώρηση άδειας καταχώρησης αίτησης certiorari, Πολ. ECLI:CY:AD:2015:D146, Αίτ. αρ. 35/2015, ημερ. 03.03.2015, η σεβαστή Δικαστής Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, υπέδειξε πως το γεγονός ότι ένα διάταγμα έγινε απόλυτο, (είτε εκ συμφώνου είτε όχι) δεν αναιρεί τον προσωρινό χαρακτήρα του διατάγματος, αφού εκ της φύσεως του τούτο ισχύει απλώς μέχρι τέλους της αγωγής. Καταγράφοντας περαιτέρω τη διαφωνία της με την θέση ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε επί του ότι προέβη σε ακύρωση εκ συμφώνου διατάγματος που δεν ήταν προσωρινό, σημείωσε ταυτόχρονα ότι στις ενδιάμεσες αιτήσεις και στα ενδιάμεσα διατάγματα, δεν υπάρχει με την αυστηρή έννοια του όρου δεδικασμένο και ότι τέτοια διατάγματα μπορεί να τροποποιηθούν ή/και να ακυρωθούν ανάλογα με τις περιστάσεις. Ο σεβαστός Δικαστής Ναθαναήλ, (Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε) στο πλαίσιο ενδιάμεσης απόφασης του στα πλαίσια της αγωγής αρ. 5581/2005, Ε.Δ. Λευκωσίας, Joseph P Lasala κ.α. v Λυκούργου Κυπριανού κ.α., ημερομηνίας 19.04.2006, σημειώνοντας ότι η τροποποίηση ενός διατάγματος είναι εν πάση περιπτώσει δυνατή είτε στα πλαίσια των προνοιών του άρθρου 32
(2)του Ν.14/1960 είτε στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου, υπέδειξε παράλληλα ότι αίτημα τροποποίησης ενός διατάγματος παραμένει ένδικο μέτρο στα πλαίσια της επίκλησης του δικαιώματος της επιείκειας και ως τέτοιο, χρησιμοποιείται κατ' εξοχή όταν έχουν προκύψει νέα στοιχεία, μεταγενέστερα της έκδοσης ή ακόμα και της οριστικοποίησης ενός διατάγματος. Σύμφωνα με το εδάφιο 2 του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960): «Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω (Ι), δύναται να εκδοθεί υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώσει ή τροποποίηση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα». Έχοντας ήδη σημειώσει τις ως άνω θέσεις επί του ζητήματος, τις οποίες υιοθετώ και επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας, είναι φανερό ότι το δικαστήριο, σύμφωνα και με το γράμμα του ως άνω εδαφίου του νόμου, διατηρεί αλώβητη την εξουσία, εάν αποδειχθεί ενώπιων του εύλογη αιτία προς τούτο, να ακυρώσει ή τροποποιήσει, σε οποιονδήποτε χρόνο, διάταγμα που σε προγενέστερο στάδιο έχει εκδώσει. Δυνατότητα που διατηρεί εξ' άλλου, στο πλαίσιο της ευρύτατης σύμφυτης εξουσίας που έχει καθ' ον χρόνο πραγματώνει την αποστολή του, κινούμενο στο πλαίσιο του δικαίου της επιείκειας. Στην πρόσφατη απόφασή του, στο πλαίσιο της υπόθεσης Lupusco Volga Farming Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A77, Πολ. Έφεση Αρ. 209/2014, ημερ. 06.12.2017, το Ανώτατο Δικαστήριο απασχόλησε, μεταξύ άλλων, η δυνατότητα ή μη διαφοροποίησης ή τροποποίησης ή ακύρωσης εκ συμφώνου εκδοθέντος διατάγματος. Παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα Αγγλική αλλά και Κυπριακή νομολογία, υπέδειξε καταληκτικά ότι: «Θα πρέπει να εξετάζεται σε κάθε περίπτωση κατά πόσο ένα εκ συμφώνου διάταγμα συνιστά στην πραγματικότητα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων τέτοια που να έχει ως αποτέλεσμα την τελική διευθέτηση της αγωγής». Σημειώνεται ότι η ως άνω υπόδειξη έγινε με ειδικότερη παραπομπή στο λόγο της Siebe Gorman & Co Ltd v Pneupac Ltd
(1982)1 ALL E.R. 377, όπου ο Λόρδος Denning, M.R., αναλύοντας την έννοια του εκ συμφώνου διατάγματος, υπέδειξε ότι: «We have had a discussion about "consent orders". It should be clearly understood by the profession that, when an order is expressed to be made "by consent", it is ambiguous. There are two meanings to the words "by consent". That was observed by Lord Greene M.R. in Chandless-Chandless v. Nicholson,
(1942)2 All E.R. 315 at 317
(1942)2 KB 321 at 324. One meaning is this: the words "by consent" may evidence a real contract between the parties. In such a case the court will only interfere with such an order on the same grounds as it would with any other contract. The other meaning is this: the words "by consent" may mean "the parties hereto not objecting". In such a case there is no real contract between the parties. The order can be altered or varied by the court in the same circumstances as any other order that is made by the court withourt the consent of the parties. In every case it is necessary to discover which meaning is used. Does the order evidence a real contract between the parties? Or does it only evidence an order made without objection?» Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, ως αυτές αναδύονται από το φάκελο της διαδικασίας σε σχέση με την εκ συμφώνου απολυτοποίηση του διατάγματος στις 07.04.2017, είναι φανερό ότι οι εμπλεκόμενες πλευρές δεν συνομολόγησαν οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ τους η οποία ρύθμιζε και καθόριζε κατά τρόπο τελειωτικό τα ζητήματα που απασχολούν τις πλευρές στην παρούσα αγωγή. Αντίθετα, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι η σύμφωνη τοποθέτηση τους στην οριστικοποίηση του διατάγματος, περιλάμβανε ταυτόχρονα και την ενσωμάτωση στο διάταγμα πρόνοιας ότι τούτο θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι «της εκδικάσεως και της πλήρους αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του δικαστηρίου». Ρητά κατέγραψαν δηλαδή, ότι η συμφωνία τους για να καταστεί απόλυτο το σχετικό διάταγμα ίσχυε «. και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του δικαστηρίου». Ως δε διαφαίνεται από το πρακτικό της διαδικασίας ημερομηνίας 07.04.2017, οι δικηγόροι όλων των πλευρών, παρά την συμφωνία τους στην οριστικοποίηση του ως άνω διατάγματος κατά τον πιο πάνω τρόπο, ρητά επιφύλαξαν όλα τα δικαιώματά τους αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα, σημειώνοντας ότι η πιο πάνω δήλωση συγκατάθεσή τους στην οριστικοποίηση του διατάγματος, δεν συνιστούσε απεμπόληση - «waiver» - οποιουδήποτε νόμιμου δικαιώματος τους. Συνακόλουθα, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, οι ενάγοντες δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν, ως οι αιτητές προκρίνουν, ανυπέρβλητο εμπόδιο προώθησης της αίτησής τους ημερ. 06.02.2018, από το γεγονός και μόνο ότι μέσω της, επιζητούν την αντικατάσταση και/ή τροποποίηση διατάγματος το οποίο εκ συμφώνου κατέστη απόλυτο». Η έκδοση ενός ενδιάμεσου-παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι δυνατή εφόσον τούτο εκδίδεται στα πλαίσια μιας αγωγής, χωρίς ασφαλώς να αποτελεί το αποτέλεσμα της τελεσίδικης διάγνωσης των δικαιωμάτων των διαδίκων σε αυτήν. Σύμφωνα με το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου (14/1960): «Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, παρά την προώθηση του ως άνω αιτήματος και στη βάση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/1960, είναι προφανές από το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που τίθεται προς υποστήριξη του αιτήματος, πως ότι επιζητείται από την πλευρά της ενάγουσας, ουσιαστικά είναι η τροποποίηση και/ή αντικατάσταση του υφιστάμενου διατάγματος, ημερ. 29.11.2016, στην έκταση και το βαθμό που τούτο εξακολουθεί να ισχύει ως εκ συμφώνου έχει καταστεί απόλυτο. Όπως ορθά υποδεικνύεται από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση, οι ένορκες δηλώσεις του κ. XXXXX Fokin που συνοδεύουν και υποστηρίζουν την υπό συζήτηση αίτηση, επικεντρώνονται στις κατ' ισχυρισμό ουσιώδεις αλλαγές στις περιστάσεις, σε δηλώσεις, παραδοχές και συμπεριφορά των καθ' ων η αίτηση από την ημερομηνία κατά την οποία το ως άνω προστακτικό διάταγμα κατέστη απόλυτο, κατά τρόπο που να επιβάλλεται και/ή επιτρέπεται η τροποποίηση και/ή αντικατάστασή του ως άνω προστακτικού διατάγματος κατά ανάλογο τρόπο. Είναι σημαντικό άλλωστε να σημειωθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, με δεδομένη την ύπαρξη και ισχύ του προστακτικού διατάγματος ημερ. 29.11.2016, στη βάση του οποίου ο Πρωτοκολλητής υποχρεούται να διατηρήσει υπό τη φύλαξη του τα χρήματα που έχουν κατατεθεί σε συγκεκριμένο λογαριασμό, η έκδοση νέου διατάγματος, χωρίς την κατάργηση του πρώτου, θα αποτελούσε στο τέλος της ημέρας αντιφατική ενέργεια εκ μέρους του Δικαστηρίου. Όπως υπεδείχθη μεταξύ άλλων στην υπόθεση Ritchie κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 639, η έκδοση από το Δικαστήριο νέου διατάγματος κατά τρόπο που ουσιαστικά να αναιρείται προηγηθέν ενδιάμεσο διάταγμα του ίδιου Δικαστηρίου, αποτελεί ενέργεια που γίνεται καθ' υπέρβαση ή έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ομοίως, στην Χατζηαλεξάνδρου (Αρ.2)
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1366, προσωρινό διάταγμα το οποίο ήταν αντιφατικό προς άλλο υφιστάμενο προσωρινό διάταγμα μεταξύ των ιδίων διαδίκων επί του ίδιου ουσιαστικά επίδικου θέματος, ακυρώθηκε με προνομιακό διάταγμα από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας, στη βάση ουσιαστικά των ως άνω επισημάνσεων. Η ως άνω κατάσταση πραγμάτων, καταδεικνύει κατά την αντίληψή μου ότι οι Ενάγοντες καθ' όλα δικαιωματικά μετέρχονται την δικονομική οδό που παρέχει το άρθρο 32
(2)του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)για την τροποποίηση του ήδη εκδοθέντος, στις 29.11.2016, προστακτικού διατάγματος ως τούτο τροποποιούμενο έχει καταστεί απόλυτο. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του ως άνω άρθρου: «Οιovδήπoτε παρεμπίπτov διάταγμα, εκδoθέv συμφώvως τω εδαφίω
(1), δύvαται vα εκδoθή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις ως τo δικαστήριov θεωρεί δίκαιov, και τo δικαστήριov δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, επί απoδείξει ευλόγoυ αιτίας, vα ακυρώση ή τρoπoπoιήση oιovδήπoτε τoιoύτov διάταγμα.» Δεν παραβλέπω την προβολή από την πλευρά των Καθ΄ ων η αίτηση της θέσης πως η υπό συζήτηση αίτηση θα πρέπει ούτως ή άλλως να απορριφθεί, καθ' ην έκταση, ως υποστηρίζουν, δεν παρέχεται η δυνατότητα τροποποίησης ήδη εκδοθέντος διατάγματος από την πλευρά του ενάγοντα - αιτητή ή επέκτασης του εύρους ήδη εκδοθέντος διατάγματος προς όφελος του τελευταίου. Η νομολογία καταδεικνύει, προσθέτουν, ότι σχετική αίτηση τροποποίησης διατάγματος ως το υπό συζήτηση είναι δυνατό να προωθηθεί μόνον από την πλευρά του εναγομένου. Με κάθε σεβασμό, αποκλίνω από την ως άνω εισήγηση. Σαφείς είναι οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Ειδικότερα, στο εδάφιο 2 του ως άνω άρθρου, διακηρύσσεται πως οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε σύμφωνα με το εδάφιο 1 του ίδιου άρθρου, δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνο «επί αποδείξει ευλόγου αιτίας» να ακυρωθεί ή τροποποιηθεί από το Δικαστήριο. Η ευρύτητα της ως άνω πρόνοιας δεν φαίνεται επ' ουδενί να περιορίζει το δικαίωμα να επιδιώξει τούτο μόνο η πλευρά του εναγομένου. Ούτε φαίνεται να δικαιολογείται τέτοιος περιορισμός. Με δεδομένο άλλωστε ότι πρόκειται για θεραπεία που διέπεται από τις αρχές της επιείκειας, παρέχοντας έτσι στο Δικαστήριο ένα ευρύτατο πεδίο λειτουργίας και εξουσιών, αλώβητη φαίνεται να είναι η δυνατότητα του Δικαστηρίου, οποτεδήποτε θεωρεί τούτο δίκαιο και επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να παρεμβαίνει κατά τον τρόπο που η Νομολογία έχει οριοθετήσει σε περιπτώσεις του είδους, ακυρώνοντας ή τροποποιώντας τέτοιο διάταγμα. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, η ούτως ή άλλως εκ του Νόμου αναγνωρισμένη αυτή δυνατότητα, ρητά έχει καταγραφεί στο σχετικό διάταγμα, έχοντας ενσωματωθεί σε αυτό η ρητή πρόνοια ότι το εκδοθέν διάταγμα θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι «της εκδικάσεως και της πλήρους αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου». Καταληκτικά, δεν φαίνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας ο οποίος να περιορίζει την δυνατότητα παρέμβασης κατά τον πιο πάνω τρόπο του Δικαστηρίου μόνο στην περίπτωση που η αίτηση για τροποποίηση ή διαφοροποίηση του διατάγματος προωθείται από την πλευρά του εναγομένου, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη πράγματι παρουσιάζεται να είναι η πλέον συνηθισμένη στη νομολογία των Δικαστηρίων μας. Πριν από την εξέταση του ζητήματος κατά πόσο στην υπό συζήτηση περίπτωση και στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου δικαιολογείται η παρέμβαση του τελευταίου στη βάση του άρθρου 32
(2)του Ν.14/1960 για τροποποίηση ή αντικατάσταση του εκδοθέντος διατάγματος ως επιδιώκεται από την αιτήτρια, είναι σημαντικό αισθάνομαι να εξεταστεί το ζήτημα που προτάσσεται από την πλευρά των Καθ΄ ων η αίτηση, κατά πόσο δηλαδή η ενάγουσα, στη βάση των ειδικότερων περιστατικών που περιβάλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση, έχει τη δυνατότητα προώθησης της υπό συζήτηση αίτησης. Προκρίνεται από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση ούτως ή άλλως θα πρέπει να απορριφθεί, καθ' ην έκταση η ενάγουσα ως έχει επιβεβαιωθεί τελεσίδικα και από τα Ρωσικά Δικαστήρια, κατά τρόπο που ως εισηγούνται δεσμεύει και τα Κυπριακά Δικαστήρια, δεν έχει καν οποιοδήποτε δικαίωμα διεκδίκησης του «μερίσματος». Προς τούτο, παραπέμπουν τόσο σε σχετικές Ρωσικές Αποφάσεις όσο και σε Νομική γνωμάτευση επί του Ρωσικού Δικαίου από ειδικό προς τούτο μάρτυρα, (τεκμήρια 12 και 12Α στην ένορκη δήλωση του XXXXX Lvovich Simkin, ημερ. 26.03.2019 που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων 2, 4 και 5). Είναι γεγονός ότι Ρωσικό Δικαστήριο στις 03.10.2016, με απόφασή του στο πλαίσιο της υπόθεσης Αρ. Α40-1000087/16 (τεκμήριο 4 και 4Α στην ένορκη δήλωση Simkin που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων 2, 4 και 5) η οποία επικυρώθηκε από το Ρωσικό Εφετείο στις 05.12.2016, μία μόλις ημέρα πριν την καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης, (τεκμήριο 5 και 5Α στην ένορκη δήλωση Simkin που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων 2, 4 και 5) κατά τρόπο που ως εξηγήθηκε στο Δικαστήριο ούσα τελεσίδικη απόφαση δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έφεσης στην Ρωσία, υπέδειξε ότι μόνον η Folsten (εναγομένη αρ. 1) και όχι η ενάγουσα έχει έννομο συμφέρον να διεκδικήσει το ως άνω «μέρισμα» από την Εναγομένη 3. Δεν παραβλέπω ότι η πλευρά της ενάγουσας προκρίνει ότι ουσιαστικά έχει εκχωρηθεί από την Folsten στην ίδια το δικαίωμα επί του μερίσματος της City Palace (εναγομένης αρ.3). Το ζήτημα ωστόσο φαίνεται να τέθηκε ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων, τα οποία, με τις ως άνω αποφάσεις τους ρητά έχουν απορρίψει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό και/ή θέση και/ή επιχείρημα. Oι ως άνω αποφάσεις των Ρωσικών Δικαστηρίων τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ενώ η επεξήγηση των σχετικών ευρημάτων του Ρωσικού Δικαστηρίου και ευρύτερα του Ρωσικού Δικαίου, όπως παρατέθηκαν στο Δικαστήριο με τη νομική γνωμάτευση της XXXXX Evgenievna Uksusova (Τεκμήριο 12 και 12Α στην ένορκη δήλωση Simkin που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων 2, 4 και 5) καθόλα διαφωτιστική ούσα επί του ζητήματος, δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπήρξε άλλωστε ουσιαστικός αντίλογος στη θέση ότι με δεδομένο ότι η City Palace αποτελεί Ρωσική νομική οντότητα, οποιαδήποτε απαίτηση σε βάρος της για το μέρισμα της, περιλαμβανομένης και της εκχώρησής του, διέπεται από το Ρωσικό Δίκαιο, εισήγηση που εν πάση περιπτώσει φαίνεται να βρίσκει έρεισμα και στις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 για το Εφαρμοστέο Δίκαιο στις Συμβατικές Ενοχές (Ρώμη I), Κανονισμός που τυγχάνει εφαρμογής ακόμα και αν δεν πρόκειται για δίκαιο κράτους μέλους, (βλ. σχετικά άρθρο 2 του ως άνω Κανονισμού) όπως εν προκειμένω η Ρωσία. Ως αναδύεται, κωδικοποιημένα έστω, από τις ως άνω αποφάσεις των Ρωσικών Δικαστηρίων, η Ενάγουσα κωλύεται από το να απαιτεί η ίδια την πληρωμή του «μερίσματος» από την City Palace αφού δεν θεωρήθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε εκχώρηση του «μερίσματος», ενώ παράλληλα διακηρύσσεται ότι η Folsten είναι η μόνη που νομιμοποιείται στη διεκδίκηση της πληρωμής του μερίσματος από την City Palace. Ως ειδικότερα υπεδείχθη στην ως άνω απόφαση, (Αγγλικό κείμενο) ημερ. 03.10.2016: «Ιn view of the foregoing, the Court finds justified the Defendant's argument that the provisions of the current legislation shall not provide Snapbox with the right to claim from City Palace payments of the dividend due to Folseten in its favor in the amount of USD 133,800,000 and Folsten has not assigned its right to claim of City Palace to Snapbox to pay the dividends to Folsten. Only Folsten shall have the right to claim payment of the dividends, distributed in favor of Folsten that has not appealed to the court with such a claim.» Είναι γεγονός ότι ισχυρισμοί που αποφασίστηκαν από αλλοδαπά Δικαστήρια δύναται να δημιουργήσουν κώλυμα στους διαδίκους από το να προωθούν τους ίδιους ισχυρισμούς σε Δικαστήρια άλλου κράτους. Όπως σημειώθηκε στο σύγγραμμα Dicey, Morris & Collins on the Conflict of Laws 14η εκδοση, παρ. 14-030 και 14-031, στο οποίο η πλευρά των καθ' ων η αίτηση παρέπεμψε το Δικαστήριο για άντληση βοήθειας επί του συζητούμενου: «Α claimant who has brought proceedings abroad and lost may seek to bring a similar claim in England; or in proceedings on a different claim an issue may be raised which has been decided abroad. In such cases a foreign judgment entitled to recognition may give rise to res judicata, i.e. to a cause of action estoppel, which prevents a party to proceedings from asserting or denying, as against the other party, the existence of a cause of action, the nonexistence or existence of which has been determined by the foreign court, or to an issue estoppel, which will prevent a matter of fact or law necessarily decided by a foreign court from being re-litigated in England. Thus a foreign judgment which is final and conclusive on the merits in favour of the defendant is at common law a good defence to a claim in England for the same matter. There is no cause of action estoppel against a different remedy, although there may be an issue estoppel if a relevant issue has been decided directly in the foreign action.» Τούτο, άλλωστε, υπογραμμίστηκε και από τη νομολογία των Δικαστηρίων μας (βλ. Williams and Glyn's Bank PLC v. Του πλοίου «Maria»
(1992)1 Α.Α.Δ. 309) όπου υπεδείχθη πως: «Πράγματι απόφαση ξένου δικαστηρίου είναι δυνατό να αποτελέσει νομικό κώλυμα (issue estoppel) πάνω σε ένα επίδικο θέμα σε διαδικασία ενώπιων των Κυπριακών Δικαστηρίων. (Ίδε Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, παρ. 1530 και "Res Judicata", Turner, 2η Έκδοση, σελ. 60-70.) Ως εξάλλου καταληκτικά υπεδείχθη επί του ζητήματος στην παράγραφο 4.2 της ως άνω γνωμάτευσης της Elena Evgenievna Uksusova: «.... Taking into account the above, under Russian law the judicial acts issued by Russian Arbitration Courts in disputes with the participation of Snapbox Holdings Limited, City Palace LLC, Folsten Holdings Limited, Manuel Nader Nader, Andrey Olegovich Fokin, Marat Ismailovich Ackhurin and Aleksandr Pavlovich Chigirinskiy are binding on all those individuals and organizations and the facts determined by them are final and cannot be challenged by the same parties in other proceedings». Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, είναι φανερό ότι το ζήτημα της δυνατότητας της ενάγουσας να διεκδικεί απευθείας για λογαριασμό της το μέρισμα της City Palace, αποτελεί ζήτημα για το οποίο έχουν ήδη τελεσίδικα τοποθετηθεί τα Ρωσικά Δικαστήρια, εξέλιξη που εκ των πραγμάτων φαίνεται να δημιουργεί κώλυμα στην πλευρά της ενάγουσας να το επαναπροωθεί, αυτούσιο, ενώπιων τον Κυπριακών Δικαστηρίων. Κώλυμα που υπό το σύνολο των περιστάσεων που φαίνεται να περιβάλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, αφορά ασφαλώς τους διαδίκους που έλαβαν μέρος στις Ρωσικές διαδικασίες, ήτοι τους εναγομένους 3, 5 και 6 δύναται όμως, εκ των πραγμάτων, να αποτελέσει καταλυτική εξέλιξη και για τους υπόλοιπους διαδίκους που περιλαμβάνονται στην παρούσα αγωγή, ειδικότερα τους εναγομένους 1, 2 και 4. Ως έχει υποδειχθεί από το σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1(B) Α.Α.Δ. 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ως εκ τούτου ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Το γεγονός ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, κάποτε μοναδικές, έχει σημειωθεί άλλωστε και από τον Λόρδο Diplock στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727. Στη σελ. 729 του ως άνω τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, υποδεικνύεται ειδικότερα πως: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Σημειώνεται ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν έχει αμφισβητηθεί ή ύπαρξη, η ισχύς και η σημασία των σχετικών τελεσίδικων Ρωσικών αποφάσεων σε σχέση με την δυνατότητα ή μη της ενάγουσας να διεκδικεί απευθείας για λογαριασμό της το μέρισμα της Ρωσικής εταιρείας City Palace. Όπως σημειώθηκε στην παράγραφο 14-033 του συγγράμματος των Dicey, Morris & Collins on the Conflict of Laws (ανωτέρω): «The question of who is estopped by the decision of a foreign court may be more complex than the "same parties (or their privies)" formula suggests. For example, if a foreign court has decided an issue against one, but not both, of the parties to the English action, it may be an abuse of process for the other to seek to litigate the point already decided against his co-party. In House of Spring Gardens ν Waite it was held that a foreign judgment was enforceable against a judgment debtor who (unlike his co-defendants) had stood aside from proceedings in the foreign country to have the original judgment set aside for fraud. As he knew of the proceedings, which were brought by the co-defendants whose interest in the matter was joint, he should be seen as privy to the proceedings and the judgment, but if here were a technical objection to that reasoning, it would still be an abuse of process to allow the party to ask the English court to re-examine the point already adjudicated by the foreign court.» Έχοντας κατά νου την αδιαμφισβήτητη σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217), αισθάνομαι πραγματικά ότι η υπό συζήτηση περίπτωση είναι η πρέπουσα για μια τέτοια παρέμβαση του Δικαστηρίου, ανακόπτοντας την υπό συζήτηση αίτηση, ως εν πάση περιπτώσει καταχρηστικά προωθούμενη από την ενάγουσα - αιτήτρια. Παρά την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου, η οποία από μόνη της φαίνεται ικανή να σφραγίσει την πορεία της υπό συζήτηση αίτησης, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση, στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο, των ουσιαστικότερων ζητημάτων που προκρίνονται και απασχολούν στην παρούσα. Νέα γεγονότα έχουν προκύψει, υποστηρίζει η πλευρά των αιτητών, τα οποία έχουν αλλάξει ουσιωδώς την κατάσταση πραγμάτων. Γεγονότα τα οποία όχι μόνο δικαιολογούν αλλά και επιβάλλουν την παρέμβαση του Δικαστηρίου και την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Από την έκδοση του προστατικού διατάγματος ημερ. 29.11.2016 και τη μεταφορά του ποσού στον λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, υποστηρίζουν, οι καθ' ων η αίτηση έχουν ισχυριστεί και/ή αποδεχτεί σε Ρωσικές Αρχές και ενώπιον Ρωσικών Δικαστηρίων, κατ' επανάληψη και με διάφορους τρόπους, ότι η μεταφορά του ως άνω ποσού στο λογαριασμό του Πρωτοκολλητή, ισοδυναμεί με την καταβολή του μερίσματος στην Snapbox. Περαιτέρω, προβάλλεται από την πλευρά των αιτητών ότι οι καθ' ων η αίτηση ουσιαστικά έχουν εξαναγκάσει την Snapbox να καταβάλει τη σχετική φορολογία για τη λήψη του ως άνω μερίσματος, παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο ποσό του μερίσματος δεν έχει ληφθεί από την τελευταία και εξακολουθεί να βρίσκεται στον λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ως προκρίνει ο Α. Fokin στην ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την υπό συζήτηση αίτηση, ο εναγόμενος αρ.6, ενεργώντας ως Γενικός Διευθυντής της City Palace, στις 20.02.2017, υπέβαλε φορολογικό υπολογισμό στις αρμόδιες Ρωσικές φορολογικές αρχές, υποδεικνύοντας ότι στις 09.12.2016 το μέρισμα είχε πληρωθεί στην ενάγουσα και ότι θα έπρεπε να επιβληθεί η ανάλογη φορολογική παρακράτηση στην εν λόγω πληρωμή. Ωστόσο, από την εξέλιξη των πραγμάτων, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, διαπιστώνεται ότι το πιο πάνω γεγονός ήταν ήδη γνωστό στην ενάγουσα κατά την ημερομηνία που το ως άνω προσωρινό διάταγμα κατέστη εξ' συμφώνου απόλυτο, ήτοι στις 07.04.
- Άλλωστε το γεγονός ότι η ενάγουσα έλαβε γνώση για τις πιο πάνω παραστάσεις του εναγομένου αρ.6 στις Ρωσικές φορολογικές αρχές, δικογραφείται ήδη στην Έκθεση Απαίτησης της ενάγουσας (παράγραφος 46) η οποία καταχωρήθηκε στις 03.03.2017, θέση που επαναλαμβάνεται και στην ένορκη δήλωση Α. Fokin ημερ. 06.02.2018 που συνοδεύει την υπό συζήτηση αίτηση (παράγραφος 65). Συνακόλουθα, είναι προφανές ότι οι ενάγοντες, καθ΄ ον χρόνο στις 07.4.2017 το εκδοθέν προστακτικό διάταγμα καθίστατο απόλυτο με τη σύμφωνη γνώμη όλων των μερών, ήταν πλήρως ενήμεροι για την ως άνω εξέλιξη των γεγονότων κατά τρόπο που δεν επιτρέπει την θεώρηση του συγκεκριμένου ζητήματος ως νέου γεγονότος, δυνάμενου από μόνο του να προκαλέσει και να δικαιολογήσει την παρέμβαση του Δικαστηρίου κατά τον τρόπο που εισηγούνται οι αιτητές. Παρεμβάλλεται πως ο εναγόμενος 6, Γενικός Διευθυντής της City Palace, ως τέθηκε ουσιαστικά χωρίς να αμφισβητηθεί, απευθυνόμενος στις αρμόδιες Ρωσικές φορολογικές αρχές, χαρακτήρισε την κατάθεση του ποσού στον λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας - αποτέλεσμα της έκδοσης και εφαρμογής του σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου - ως μέρισμα, ακολουθώντας εισήγηση και/ή συμβουλή που έλαβε προς τούτο από τους οικονομικούς/φορολογικούς συμβούλους της City Palace, (Deloitte) η γνωμάτευση των οποίων, ημερ. 25.01.2017 τέθηκε αυτούσια υπόψη του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης του εναγομένου αρ.6 ημερ. 31.03.2017, στην οποία παραπέμπει ο XXXXX Χαραλάμπους στη δήλωσή του ημερ. 26.03.2019 που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση αρ.3 και
- Σύμφωνα με την συμβουλή των ως άνω οικονομικών/φορολογικών τους συμβούλων για σκοπούς παρακράτησης φόρου σύμφωνα με το Ρωσικό φορολογικό σύστημα, η πληρωμή του ποσού στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ως καταβολή μερίσματος. Ως ειδικότερα τέθηκε στη σελίδα 3 της ως άνω γνωμάτευσης της Deloitte: «In our opinion, despite the collateral nature of the Payment, for the purposes of withholding taxation it may be considered as the performance of dividend payment obligation (grounds: presence of indication in the endorsement of claim that this is the dividend payment; correlation with 50% of the amount of the declared due dividends; writ to pay the Payment by the Resolution of FOLSTEN as the sole member of City Palace LLC)». Η αναγκαιότητα καταβολής εξάλλου εκ μέρους της City Palace της σχετικής φορολογικής παρακράτησης στις φορολογικές αρχές της Ρωσίας για το ποσό που κατατέθηκε στον λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο για φορολογικούς σκοπούς αντιμετωπίστηκε ως μέρισμα, φαίνεται να αποτέλεσε ενέργεια που συνέπλεε, όχι μόνο με τη γνωμάτευση των ως άνω οικονομικών/φορολογικών συμβούλων της City Palace, αλλά και τη θέση των Ρωσικών φορολογικών αρχών όπως εκφράστηκε με σχετική επιστολή τους, ημερ. 16.02.2017 (τεκμήριο 13 στην ως άνω ένορκη δήλωση του εναγομένου αρ.6 ημερ. 31.03.2017). Όπως προκύπτει άλλωστε από το ίδιο το Snapbox Act (τεκμήριο 11 και 11Α στην ένορκη δήλωση του A. Fokin, ημερ. 06.02.2018), οι Ρωσικές φορολογικές αρχές παρουσιάζονται πλήρως ενήμερες για το γεγονός ότι το συγκεκριμένο «μέρισμα» δεν αποδόθηκε στην ενάγουσα και ότι το συγκεκριμένο ποσό κατατέθηκε σε λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κατ' εφαρμογή του διατάγματος που εξεδόθη στις 29.11.2016 στο πλαίσιο της παρούσας Αγωγής. Ομοίως, οι σχετικές ενέργειες των καθ' ων η αίτηση αρ. 3 και 6 φαίνεται να επικροτήθηκαν τελικά και από τα Ρωσικά Δικαστήρια, σύμφωνα με σχετικές αποφάσεις των οποίων, τόσο ο εναγόμενος 6 όσο και η City Palace κρίθηκε ότι ενήργησαν καλόπιστα, νόμιμα και σύμφωνα με το Ρωσικό Φορολογικό Δίκαιο, καταβάλλοντας φόρο σε σχέση με την πληρωμή του συγκεκριμένου ποσού στον λογαριασμό του Πρωτοκολλητή. Ειδικότερα, στα πλαίσια αγωγής που η City Palace προώθησε σε βάρος της ενάγουσας και άλλων στα Ρωσικά Δικαστήρια, για την επιστροφή της φορολογικής παρακράτησης που κατέβαλε στις Ρωσικές φορολογικές αρχές σε σχέση με το ποσό που μεταφέρθηκε και κατατέθηκε στον λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και για την αποκατάσταση γενικότερα των ζημιών που είχε υποστεί από τις ενέργειες των εκεί εναγομένων με τις οποίες προκάλεσαν την ως άνω καταβολή του «μερίσματος» από μέρους της χωρίς να παρακρατηθεί ο φόρος, (Αγωγή Αρ. A40-123852/17) το Ρωσικό Δικαστήριο κατέληξε σε συγκεκριμένα ευρήματα ως ειδικότερα αυτά συνοψίζονται και κωδικοποιούνται και στη νομική γνωμάτευση της Evgenievna καθ' ον χρόνο η τελευταία αναφέρεται και σχολιάζει τη συγκεκριμένη απόφαση. Ως η ως άνω Evgenievna έθεσε το ζήτημα υπόψη του Δικαστηρίου: «4.1.
- The Russian Arbitration Courts determined the following significant facts in case No. A40-123852/17 in a claim by City Palace LLC against Snapbox Holdings Limited, XXXXX Olegovich Fokin, XXXXX Nader Nader and XXXXX Gennadievich Popov for the recovery of losses from them jointly in the total amount of 492 331 874 RUR, incurred by City Palace LLC due to their wrongful actions, namely: a. the payment of 133 800 000 USD to the account of the Registrar of the District Court of Nicosia (Cyprus) without City Palace LLC withholding tax on the profits earned by Snapbox Holdings Limited violated the tax law of the Russian Federation; b. the payment of 133 800 000 USD to the account of the Registrar of the District Court of Nicosia (Cyprus) was recognized under Russian tax law as a payment of dividends and Snapbox Holdings Limited therefore became liable to pay the tax on profits; c. the violation of the tax law of the Russian Federation was the result of direct instructions of XXXXX Nader Nader and XXXXX Olegovich Fokin, representing the interests of Snapbox Holdings Limited; they required City Palace LLC to transfer 133 800 000 USD to the account of the Registrar of the District Court of Nicosia (Cyprus) without City Palace LLC withholding tax on the profits earned by Snapbox Holdings Limited; d. as a result of violations of tax law and based on decision of the tax inspectorate No. 30307 of 28th July 2017, City Palace LLC was forced to pay the tax on profits earned by Snapbox Holdings Limited as well as penalties and a fine for its late payment; City Palace LLP (rather than Snapbox Holdings Limited as required by Russian law) bore the cost in the total amount of 492 331 874 RUR. e. The sum of 492 331 874 RUR represents a loss by City Palace LLC caused by the joint wrongful actions of Snapbox Holdings Limited and persons acting in its illegal interests - XXXXX Nader Nader and XXXXX Olegovich Fokin. f. The steps taken by Snapbox Holdings Limited in order to obtain the Order of the District Court of Nicosia (Cyprus) dated 29th November 2016 were taken in bad faith since they were aimed at overcoming the binding force of the judicial acts in case No. A40-100087/16, which denied and dismissed in full the claim of Snapbox Holdings Limited against City Palace LLC for the recovery of dividends in the amount of 133 800 000 USD.» Σημειώνεται ότι η ως άνω απόφαση, ημερ. 29.12.2017, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς επίσης να αμφισβητηθεί, επικυρώθηκε κατ' έφεση από τα Ρωσικά Δικαστήρια. Ομοίως, σχετική αγωγή την οποία προώθησε στα Ρωσικά Δικαστήρια ο XXXXX Nader Nader, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της City Palace εναντίον του εναγομένου 6, στα πλαίσια της οποίας αξιώνονταν αποζημιώσεις εναντίον του τελευταίου, αποδίδοντας του ότι αδικαιολόγητα κατέβαλε φόρο σε σχέση με την πληρωμή του «μερίσματος» στο λογαριασμό του Πρωτοκολλητή, (Αγωγή Αρ. A40-9629/2018) το Ρωσικό Δικαστήριο, με απόφασή του, ημερ. 10.08.2018 απέρριψε την αγωγή. Όπως δε τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από την ως άνω ειδική μάρτυρα επί του Ρωσικού Δικαίου, Evgenievna, καθ' ον χρόνο η τελευταία ανέλυε την εν λόγω απόφαση, η οποία τέθηκε αυτούσια υπόψη του Δικαστηρίου, (Τεκμήριο 10 και 10 Α στην ένορκη δήλωση Simkin ημερ. 26.03.2019 που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση 3 και 6) στα πλαίσια της εν λόγω απόφασής του το Ρωσικό Δικαστήριο: «4.1.
- The Arbitration Court of Moscow in its decision in case No. A40-9629/2018, dated 10th August 2018, on the claim of XXXXX Nader Nader on behalf of City Palace LLC against XXXXX Ismailovich Akchurin for the recovery of losses caused to City Palace LLC in the form of a groundlessly paid tax and tax fine in the amount of 466 487 746 RUR, determined the following significant facts: a. XXXXX Ismailovich Akchurin, acting as the Director General of City Palace LLC served the interests of City Palace LLC reasonably and in good faith when submitting to the Russian tax authorities a calculation of the tax to be withheld in connection with the payment (to the Registry of Cyprus Court) of 133 800 000 USD. He also acted reasonably and in good faith in paying the tax and exercising his powers after the payment of the tax, and there was no evidence of guilty conduct in his actions. Based on the facts determined, the Decision of the Arbitration Court of Moscow in case No. A40-9629/2018, dated 10th August 2018 denied in full and dismissed XXXXX Nader Nader's claim against XXXXX Ismailovich Akchurin. (See Exhibit F) The decision of the Arbitration Court of Moscow in case No A40-9629/2018, dated 10th August 2018, has not been challenged or appealed by XXXXX Nader Nader or any other persons.» Έχει εξάλλου τη δική του, ιδιαίτερη σημασία επί του συζητούμενου, η επισήμανση του γεγονότος ότι η καταβολή του αναλογούντος φόρου στις Ρωσικές φορολογικές αρχές από την City Palace σε σχέση με την κατάθεση του «μερίσματος» στον Πρωτοκολλητή, φαίνεται να αποφασίστηκε ομόφωνα από το Διοικητικό Συμβούλιο της τελευταίας, με τη θετική δηλαδή ψήφο και των φερόμενων - ως τέθηκε χωρίς να αμφισβητηθεί - εκπροσώπων της ενάγουσας, ήτοι του XXXXX Nader Nader και της XXXXX XXXXX Viktorovna, πραγματικότητα που επιβεβαιώνεται και από το ψήφισμα ημερ. 25.04.2017 της City Palace (Τεκμήριο 11 και 11Α στην ένορκη δήλωση Simkin ημερ. 26.03.2019 που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση 3 και 6). Υπό το σύνολο όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και της εξέλιξης των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, προσεγγίζοντας το υπό συζήτηση ζήτημα από κάθε σχετική οπτική γωνία και παράμετρο, δεν φαίνεται πραγματικά να έχουν μεσολαβήσει οποιαδήποτε νέα στοιχεία, παραδοχές, γεγονότα, συμπεριφορές ή άλλες περιστάσεις, ικανές να οδηγήσουν στην υιοθέτηση της εισήγησης των αιτητών, δυνάμενες στο τέλος της ημέρας να δικαιολογήσουν την παρέμβαση του Δικαστηρίου κατά τον τρόπο που οι τελευταίοι αιτούνται. Σε κάθε περίπτωση, και για όση σημασία μπορεί επίσης να έχει επί του συζητούμενου, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί επίσης πως οποιεσδήποτε αναφορές του εναγομένου 6 ή της City Palace προς τις Ρωσικές φορολογικές αρχές σε σχέση με το ποσό που κατ' εφαρμογή του σχετικού διατάγματος των Κυπριακών Δικαστηρίων μεταφέρθηκε και κατατέθηκε σε λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, δεν φαίνεται να αποτελούν διαφοροποίηση από τις θέσεις όλων των Καθ΄ ων η Αίτηση, ως προκρίνονται στις δικογραφημένες τους θέσεις σε σχέση με τον δικαιούχο του σχετικού «μερίσματος». Επιμένοντας στην εξέταση της υπό συζήτηση αίτησης κάτω από το σύνολο των παραμέτρων και πτυχών που λαμβάνονται υπόψη σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, δεν διαλανθάνει της προσοχής πως ακόμα και η διαπίστωση της συνύπαρξης όλων των προϋποθέσεων για την έκδοση ενός διατάγματος του είδους, δεν θα ήταν από μόνη της αρκετή για την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Πρόσθετα, το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να σταθμίσει κατά πόσο, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλουν μια υπόθεση είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Κούνουνα ν. C & A Simonοs Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 1361 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255). Στην υπό συζήτηση υπόθεση υπάρχει, ανάμεσα σε άλλα, σοβαρή διελκυστίνδα μεταξύ των διαδίκων ως προς το σε ποιον τελικά ανήκει το επίδικο ποσό που χαρακτηρίζεται ως μέρισμα της City Palace. Το Δικαστήριο, στις 29.11.2016, με προστακτικό διάταγμα, το οποίο με τη σύμφωνη γνώμη όλων των πλευρών έχοντας ανάλογα διαφοροποιηθεί κατέστη απόλυτο, έχει φροντίσει να διασφαλιστεί και διαφυλαχθεί το συγκεκριμένο ποσό, κατά τρόπο που να είναι διαθέσιμο, όταν θα αποφασιστεί τελεσίδικα από το Δικαστήριο σε ποιο τελικά ανήκει, ήτοι στην ενάγουσα ή στην εναγομένη αρ.4 εταιρεία η οποία και το ανταπαιτεί στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Η ενάγουσα, επιθυμώντας προφανώς να διασκεδάσει τις όποιες ανησυχίες των υπόλοιπων παραγόντων στη διαδικασία που ενίστανται στο αίτημα της για διαφοροποίηση του ως άνω διατάγματος, προσφέρει την διέξοδο της κατάθεσης από την πλευρά της, ανάλογης τραπεζικής εγγύησης. Με κάθε σεβασμό, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση, το ζήτημα δεν μπορεί να προσεγγιστεί και να αντιμετωπιστεί με την απλουστευμένη θεώρηση που προκρίνουν οι αιτητές. Η απόδοση εκ των προτέρων του κύριου αντικειμένου της αγωγής, για το οποίο σφοδρά ερίζουν οι διάδικοι, καθ' ων χρόνο μάλιστα οι αιτητές ρητά έχουν προβάλει την πρόθεσή τους να αξιοποιήσουν τούτο επενδύοντας τα συγκεκριμένα ποσά, φαίνεται ούτος η άλλως να εκφεύγει μιας από τις βασικές υποχρεώσεις του Δικαστηρίου καθ' ον χρόνο το τελευταίο προχωρά στην έκδοση διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/1960. Το Δικαστήριο, όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 CLLR 578 θα πρέπει να έχει σκοπό «to preserve the position under which the dispute arose; and to preserve the property involved, pending the hearing and determination of the action; or until further order». Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 788 με παραπομπή σε σχετική Αγγλική νομολογία: «Αναφορικά, με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited ν. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (η θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή¨». Η διαφοροποίηση του διατάγματος κατά τον τρόπο που επιζητείται στην υπό εξέταση περίπτωση από την πλευρά της αιτήτριας, είναι φανερό ότι δεν θα συνιστούσε συντήρηση του status quo ante. Με δεδομένο άλλωστε ότι οι αιτητές ουδέποτε είχαν πραγματική κατοχή του ως άνω ποσού, η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, δεν θα στερούσε από τους αιτητές οποιαδήποτε δικαιώματα που απορρέουν από μια τέτοια κατοχή. Όπως υπεδείχθη στην Γεώργιος Κοσμά ν. Ανδρέα Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169, περίπτωση στην οποία ο ενάγοντας αιτήθηκε την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι να επεμβαίνουν σε διαμέρισμα το οποίο αγόρασε από αυτούς, το οποίο όμως, πέραν από τον προβαλλόμενο από την πλευρά του δικογραφημένο ισχυρισμό για δικαίωμα κατοχής του δυνάμει συμφωνίας αγοραπωλησίας, ουδέποτε είχε στην κατοχή του: «Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, η έγκριση του αιτούμενου διατάγματος θα ισοδυναμούσε με απόδοση κατοχής στον εφεσείοντα και έτσι ανατροπή αντί διατήρηση του status quo ante με την ουσιαστική ικανοποίηση της θεραπείας που κατά κύριο λόγο επιδιώκεται με την ίδια την αγωγή, πράγμα που θα μπορούσε να γίνει μόνο επ' ακροάσει των θέσεων των μερών επί της ουσίας εφ' όσον ο εφεσίβλητος προβάλλει ουσιαστική υπεράσπιση. Και ασφαλώς, για τους ίδιους λόγους, δεν τίθεται θέμα έγκρισης του άλλου αιτούμενου διατάγματος για καταβολή £20 ημερησίως ενόσω οι εναγόμενοι διατηρούν κατοχή του διαμερίσματος.» Έχοντας άλλωστε γνωστοποιήσει ήδη η αιτήτρια την πρόθεσή της να αξιοποιήσει το ποσό, επενδύοντας το στην περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η εισήγηση της - στην προσπάθειά της να προσφέρει μια διέξοδο στις ανησυχίες από την τυχόν απόδοση του διεκδικούμενου ποσού στην ίδια σε αυτό το στάδιο - για κατάθεση από την πλευρά της ανάλογης τραπεζικής εγγύησης, δεν μπορεί να κριθεί ότι διασκεδάζει πλήρως οποιαδήποτε εύλογη ανησυχία επί του θέματος. Ανοικτό αφήνεται το ενδεχόμενο μη πλήρους διασφάλισης των τυχόν δικαιωμάτων των εναγομένων επί τούτου, αφού, ως ορθά υποδεικνύουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων 2, 4 και 5, διάφοροι και αστάθμητοι παράγοντες είναι δυνατό να προκύψουν ή να αναδυθούν στην εξέλιξη των γεγονότων, κατά τρόπο που παρά την ύπαρξη της εισηγούμενης εγγυητικής, να μην μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να προκύψουν διάφορα προβλήματα σε σχέση με την άμεση καταβολή του συγκεκριμένου ποσού, στον όποιο δικαιούχο του. Αντίθετα, αποτελεί προδήλως ασφαλέστερη οδό η παραμονή του ως άνω ποσού στο λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ως έχει ήδη διαταχθεί από το Δικαστήριο, αφού έτσι, αν δεν εξοβελίζονται παντελώς οι σχετικοί κίνδυνοι δραστικότατα περιορίζονται, κατά τρόπο που αμέσως μετά την έκδοση της σχετικής απόφασής του Δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων, άμεσα, χωρίς χρονοτριβή ή άλλα πιθανά προσκόμματα θα μπορεί το συγκεκριμένο ποσό να διατεθεί στον τελικό του δικαιούχο. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν οι περιστάσεις εκείνες που θα επέτρεπαν την παρέμβαση του Δικαστηρίου κατά τον τρόπο που επιζητεί η ενάγουσα - αιτήτρια και την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Συνακόλουθα, η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη με έξοδα προς όφελος των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση 2 έως και 6 και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. (Υπ.) ............. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο