H.E. SHEIKH KHALIFA AL - THANI κ.α. ν. Βιολάρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2168/2018, 30/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2168/2018 Μεταξύ:
- H.E. SHEIKH KHALIFA AL - THANI, από το Κατάρ
- Partners and Partners Limited Εναγόντων και
- XXXXX Βιολάρη
- XXXXX Βιολάρη
- Penria Holdings Limited
- Eurolink Financial Group Limited Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 26.10.2018 Ημερομηνία: 30.01.
- Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους αρ. 1 και 2 - Αιτητές: κ. Σ. Ζαννούπας. Για Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Χρ. Φρακάλας με κα Καϊλη για Ιωαννίδη Δημητρίου ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 01.08.2018, με την καταχώριση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οι ενάγοντες δρομολόγησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή σε βάρος των εναγομένων. Πέραν από γενικές αποζημιώσεις, αξιώνουν σε βάρος των τελευταίων τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, συνεπεία απάτης και/ή δόλου και/ή συνομωσίας προς διάπραξη απάτης και/ή ζημιάς με παράνομα μέσα και/ή δόλια υποβοήθηση για παράβαση καθήκοντος πίστης και/ή παραβίασης σχετικής εμπιστοσύνης που αποδίδουν στους εναγομένους. Την ίδια μέρα προώθησαν μονομερή αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας την 02.08.2018, εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα με το οποίο οι εναγόμενοι 1 και 2 εμποδίζονται από το να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν ακίνητη τους περιουσία αξίας μέχρι €1.000.
- Σε σχέση με τα υπόλοιπα αιτητικά που η ως άνω αίτηση περιλαμβάνει, δόθηκαν οδηγίες όπως η τελευταία επιδοθεί στους καθ΄ ων η αίτηση. Στις 12.09.2018, οι ενάγοντες εξασφάλισαν διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, της μονομερούς αίτησης ημερ. 01.08.2018 και του προσωρινού διατάγματος ημερ. 02.08.2018 στην εναγομένη αρ. 3 εταιρεία. Την ίδια ημέρα εξασφάλισαν διάταγμα με το οποίο διατάσσετε και επιτρέπετε η επίδοση του ως άνω κλητηρίου εντάλματος, της μονομερούς αίτησης ημερ. 01.08.2018 και του προσωρινού διατάγματος ημερ. 02.08.2018 στους εναγομένους 1, 2 και 4, σε συγκεκριμένη διεύθυνση στη Βουλγαρία. Στις 26.10.2018, οι εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι εμφανίστηκαν στη διαδικασία υπό διαμαρτυρία, προώθησαν την υπό συζήτηση αίτηση, μέσω της οποίας επιζητούν: «
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει την αναστολή, την ακύρωση και τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και/ή διάταγμα με το οποίο να διατάσσει την αναστολή της ενώπιον του διαδικασίας λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση.
- Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η επίδοση της αγωγής στους Εναγόμενους Αρ. 1 και
- Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται το Διάταγμα του Δικαστηρίου Ημερομηνίας 12-09-2018 με το οποίο διατάχθηκε η επίδοση της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στους Εναγόμενους Αρ. 1 και 2 εκτός δικαιοδοσίας.
- Διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζει ότι αποκλειστική αρμοδιότητα εκδίκασης της διαφοράς των διαδίκων έχουν τα Δικαστήρια της Βουλγαρίας.
- Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη.
- Τα έξοδα της αίτησης.» Την αίτηση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Χρυσοστόμου, εξουσιοδοτημένου όπως προβάλλει προς τούτο από τους εναγομένους 1 και 2 - αιτητές. Ο ως άνω ομνύων, αφού προβαίνει σε μια λεπτομερή και παραστατική παράθεση γεγονότων που αφορούν ευρύτερα τη συνεργασία του ενάγοντα 1 με τους εναγομένους, προκρίνει καταληκτικά ότι οι όποιες διαφορές των διαδίκων, καθ' ην έκταση έγιναν στη Βουλγαρία θα πρέπει να εκδικαστούν από Δικαστήρια της συγκεκριμένης χώρας, υποδεικνύοντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν σχετίζεται με κανένα τρόπο με αυτές, έτσι ώστε τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας να αναλάβουν δικαιοδοσία. Οι ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση αντέδρασαν στο ως άνω δικονομικό διάβημα. Καταχώρησαν σχετική Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στις 28.02.
- Οι λόγοι της Ένστασης τους, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ειδικότερα, προκρίνεται ότι: «Α. Η Αίτηση των Αιτητών είναι κατά νόμο και/ή ουσία αβάσιμη και/ή στερείται πραγματικού και/ή νομικού υποβάθρου. Οι Αιτητές έχουν προ πολλού λάβει γνώση της ως άνωθεν διαδικασίας και ως εκ τούτου έχει επιτευχθεί ο σκοπός της επίδοσης. Β. Η Ένορκη Δήλωση που επιχειρεί να υποστηρίξει την αίτηση των Αιτητών είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή δεν παρουσιάζει επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν τα αιτούμενα διατάγματα. Γ. Οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αποκλειστική αρμοδιότητα εκδίκασης της υπόθεσης υπό των Βουλγαρικών Δικαστηρίων. Δ. Η αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και έχει σκοπό να καθυστερήσει την διαδικασία και/ή πλήττει την αρχή της τελεσιδικίας.» Ο XXXXX Μακρής, πληρεξούσιος αντιπρόσωπος ως προβάλλει του ενάγοντα 1 και διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας 2, εργοδοτούμενος σε εταιρεία του εναγομένου 1 από το 2004 μέχρι το 2014, με την ένορκη του δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, η οποία συνοδεύει την ένσταση, σχολιάζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, υποδεικνύει μεταξύ άλλων ότι πλείστοι όσοι ισχυρισμοί και θέσεις που προβάλλονται σε αυτήν, στους οποίους ειδικότερα παραπέμπει, αποτελούν αυθαίρετα, ατεκμηρίωτα και ανυπόστατα ψεύδη. Υποδεικνύοντας ότι αναφορές του ομνύοντα που υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση δεν σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα και ότι αποτελούν μακροσκελής περιγραφές και αναφέρονται σε ανύπαρκτους διαλόγους, ανασκευάζοντας τις, ουσιαστικά επαναλαμβάνει και σε κάποιο βαθμό εξειδικεύει τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Αποτελεί καταληκτική τοποθέτηση του ότι η υπό συζήτηση αίτηση είναι άνευ νομικού και πραγματικού ερείσματος, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι αποτελεί αίτημα που έχει καταχωρηθεί πρόωρα και σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, καθ΄ ην έκταση προωθήθηκε από την πλευρά των αιτητών πριν την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης εκ μέρους των εναγόντων. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών, κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης, δήλωσε ότι θα περιορίσει την υποστήριξη του αιτήματος του αποκλειστικά στο ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να επιληφθούν της υπό συζήτηση υπόθεσης, ζήτημα το οποίο περιορίστηκε αποκλειστικά να αναπτύξει και στη γραπτή του αγόρευση που προνόησε να ετοιμάσει και να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου. Συνακόλουθα, στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης το Δικαστήριο θα απασχολήσει αποκλειστικά το ως άνω εναπομείναν προς δικαστική τοποθέτηση ζήτημα. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν τις διαμετρικά αντίθετες θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης στην έκταση που θεώρησαν αναγκαίο. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Απασχολεί κατά προτεραιότητα στο πλαίσιο της παρούσας η εισήγηση της πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση ότι εν πάση περιπτώσει το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, ως παρέμεινε να προβάλλεται από την πλευρά των αιτητών, έχει πρόωρα προωθηθεί και σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Είναι προφανές ότι η τοποθέτηση του Δικαστηρίου επί του θέματος, είναι δυνατό από μόνη της να σφραγίσει την τύχη και την περαιτέρω πορεία της υπό συζήτηση αίτησης. Δεδομένη και αδιαμφισβήτητη είναι η δυνατότητα του Δικαστηρίου να εξετάζει ζητήματα δικαιοδοσίας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα, ενώ όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1B Α.Α.∆. 1160, τέτοιας φύσης ζητήματα είναι ορθότερο να επιλύονται το συντομότερο δυνατό αφού απόφαση για έλλειψη δικαιοδοσίας καθιστά όσα προηγήθηκαν εντελώς μάταια (βλ. επίσης Kolokoudias v. Varnavidou
(1988)1 CLR 566 και Λανίτη Λτδ & άλλοι. ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.∆. 225). Άλλωστε, ως έχει υποδειχθεί στην Θεοδώρου
(2010)1(A) Α.Α.∆. 572 (Αίτηση για έκδοση εντάλματος Certiorari), στην περίπτωση που ένα Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα και/ή δικαιοδοσία εκδίκασης μιας υπόθεσης, δεν είναι παράλληλα δυνατό να εκδίδει ούτε καν ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή ότι ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων που απασχολούν σε μια δικαστική υπόθεση γίνεται από τα δικόγραφα. Τα επίδικα θέματα, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1(E) Α.Α.∆. 729, προσδιορίζονται µε τις γραπτές προτάσεις ενώ τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαίτησης. (Βλ. επίσης Λανίτη Λτδ & άλλοι. ν. Γεν. Εισαγγελέα (ανωτέρω) και Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.∆. 24). Όπως άλλωστε υπεδείχθη στην Mepa Manag. Ltd κ.ά. ν. Αγροτικής Ετ. Γεν. Ασφαλ.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772, στα πλαίσια της οποίας, μεταξύ άλλων, οι εφεσείοντες-εναγόμενοι ζήτησαν παραμερισμό της επίδοσης σε αυτούς, αναστολή ή/και απόρριψη της αγωγής λόγω και έλλειψης δικαιοδοσίας, αφού επιβεβαιώθηκε ότι αίτηση για απόρριψη αγωγής θα πρέπει να κατατίθεται έγκαιρα, σημειώθηκε παράλληλα ότι: «Με μόνη την καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος και τις αντιφατικές θέσεις και ισχυρισμούς των εναγόντων σε σχέση με το ρόλο των εναγομένων 1 δεν είναι δυνατή η επίλυση της τύχης της αγωγής εναντίον τους. Το δικόγραφο το οποίο διευκρινίζει και προσδιορίζει την αιτία αγωγής εναντίον ενός εναγομένου είναι η έκθεση απαιτήσεως. Πρέπει ένας να διαβάσει την έκθεση απαιτήσεως για να αντιληφθεί για ποιό λόγο κάποιος έχει καταστεί διάδικος (Βλ. Wilson v. Church [1878] 9 Ch. 552, 557). Όπως έχει νομολογηθεί η αίτηση από εναγόμενο για απόρριψη της αγωγής πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως. Παρόλο ότι μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως (Βλ. A.G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry [1892] 3 Ch. 374 και Wright v. Prescot U.D.C. 115 L.T. 772). Μπορεί να καταχωρηθεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας (Βλ. Tucker v. Collinson, 34 W.R. 354). Μετά που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση η αίτηση απορρίπτεται (Βλ. Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342, Fletcher v. Bethom, 68 L.T. 438).» Την ως άνω αντίληψη του Δικαστηρίου, ενισχύει και ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd (ανωτέρω). Στην εν λόγω υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιληφθεί του ζητήματος της δικαιοδοσίας χωρίς να έχει προηγηθεί η καταχώριση έκθεσης απαίτησης από την πλευρά των εναγόντων. Προέβη σε συμπεράσματα για το ζήτημα της δικαιοδοσίας µε βάση το περιορισμένο υλικό που περιείχε η γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας, παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, υπέδειξε ότι το περιορισμένο υλικό που περιείχε η γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος κατέστησε την εξέταση του ζητήματος της δικαιοδοσίας, σε εκείνο το στάδιο, πρόωρη. Το θέμα της δικαιοδοσίας, παραπέμποντας σε σχετική µε το ζήτημα νομολογία, αφέθηκε για τελική κρίση μετά τη συμπλήρωση της δικογραφίας. Ο σεβαστός Δικαστής Κωνσταντινίδης, στην απόφαση του στα πλαίσια της ως άνω υπόθεσης, ανέφερε μεταξύ άλλων: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς της νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι΄ απόφαση σύμφωνα µε τους δικονομικούς κανόνες. (Βλ. Central Cooperative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται µε τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTD, ν. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.∆. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤ∆ και άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δηµοκρατίας και άλλοι,
(1991)1 Α.Α.∆. 225, Safarino Shoes Industry and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ,
(1991)1 Α.Α.∆. 1059. Δεν είχε καταχωριστεί η έκθεση απαιτήσεως όταν το ∆ικαστήριο επιλήφθηκε του ζητήματος που είχε εγερθεί ως προς τη δικαιοδοσία του. Υπήρχε ενώπιόν του µόνο η γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος.» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, είναι γεγονός ότι η πλευρά των εναγόντων στην εξέλιξη της διαδικασίας, στα πλαίσια της προσπάθειας της για έκδοση του προσωρινού διατάγματος αλλά και άλλων δικονομικών διαβημάτων της για να γίνει κατορθωτή η επίδοση των διαφόρων εγγράφων στους εναγομένους, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου αριθμό ενόρκων δηλώσεων που συνόδευαν και υποστήριζαν τις σχετικές αιτήσεις. Υπόβαθρο πραγματικών γεγονότων ωστόσο, που κάθε φορά ετίθετο υπόψη του Δικαστηρίου προς υποστήριξη και δικαιολόγηση συγκεκριμένων αιτημάτων. Οι ένορκες δηλώσεις δεν αποτελούν ασφαλώς δικόγραφα (βλ. EL. Fath. Co v. E.D.T. Shipping κ.α.
(1992)1 (B) Α.Α.∆. 1255), μέσω των οποίων στη βάση όλων όσων πιο πάνω έχουν σημειωθεί μπορούν με ασφάλεια να εξαχθούν συμπεράσματα ως προς το ποιο είναι το ακριβές και ολοκληρωμένο υπόβαθρο της απαίτησης ενός ενάγοντα δίδοντας έτσι τη δυνατότητα με ασφάλεια να εξεταστεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Άλλωστε ούτε μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και γεγονότα που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο, από αυτό το στάδιο, με ασφάλεια να καταλήξει στο ζήτημα της δικαιοδοσίας υιοθετώντας κατ' ουσία την εισήγηση των αιτητών επί του ζητήματος. Η γενική και συμπερασματική απόληξη του ομνύοντα Α. Χρυσοστόμου, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση και αιτιολόγηση προς τούτο, ότι αρμοδιότητα επίλυσης της επίδικης διαφοράς έχουν τα Βουλγαρικά Δικαστήρια και όχι τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας, δεν είναι αρκετή. Παρά την κατάληξη στην υιοθέτηση της εισήγησης ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση το ζήτημα της δικαιοδοσίας πρόωρα προωθήθηκε, υπό την έννοια ότι δεν έχει καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης στο πλαίσιο της οποίας θα παρατεθεί η ακριβής βάση της αγωγής και η φύση της απαίτησης, επιτρέποντας στο Δικαστήριο με ασφάλεια να καταλήξει επί του ζητήματος, ούτε έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κοινά παραδεκτά γεγονότα που θα επέτρεπαν την ασφαλή δικαστική κρίση επί του ζητήματος από αυτό το στάδιο, θα πρέπει να σημειωθεί πως εν πάση περιπτώσει, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια των διαφόρων ενδιάμεσων αιτήσεων που προωθήθηκαν στην εξέλιξη της διαδικασίας από τους ενάγοντες, περιλαμβανομένης και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερ. 01.08.2019, αλλά και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση, σε συνδυασμό θεωρούμενων με την απαίτηση των εναγόντων όπως αυτή προβάλλεται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής, τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν φαίνεται να στερούνται δικαιοδοσίας να επιληφθούν της υπό συζήτηση υπόθεσης. Εξηγούμε. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση ως τουλάχιστο αναδύονται από το σύνολο των στοιχείων που κατά τον πιο πάνω τρόπο έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, καταδεικνύουν αναμφίβολα μια πολυπλοκότητα τόσο στην εξέλιξη τους όσο και στο ρόλο του καθενός από τους διαδίκους και δη των εναγομένων σε αυτά. Γεγονός παραμένει ότι στους εναγομένους αρ. 1 και 2 αποδίδονται συγκεκριμένοι τρόποι συμπεριφοράς, αντίδρασης και εμπλοκής στην ισχυριζόμενη από τους ενάγοντες συνομωσία σε βάρος τους και γενικότερα στην εξαπάτηση τους. Εξαπάτηση που σύμφωνα πάντα με τη θέση των εναγόντων, φέρεται να διαπράχθηκε και στη Δημοκρατία με τη συνδρομή και της εναγομένης αρ. 3, Κυπριακής εταιρείας, μέσω της μεταφοράς χρηματικού ποσού σε λογαριασμό της στην Κύπρο, το οποίο στη συνέχεια ανάλογα χρησιμοποιήθηκε από τους εναγόμενους φερόμενους ως συνωμότες. Σημειώνεται ότι διευθυντές της εναγομένης εταιρείας 3 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο φέρονται τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και η εναγόμενη 2 σύζυγος του, (Κύπριοι υπήκοοι και οι δύο ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί), με τον εναγόμενο 1 να είναι επίσης μέτοχος της. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ως αναδύονται από το σύνολο όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά τον πιο πάνω τρόπο, αναδεικνύουν, όχι μόνο την εμπλοκή και των εναγομένων 1 και 2 στην εξέλιξή τους αλλά δικαιολογούν και τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Υπό το σύνολο άλλωστε των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ως αποκαλύφθηκαν τουλάχιστον κατά τον πιο πάνω τρόπο στο Δικαστήριο, οι εναγόμενοι 1 και 2 φέρονται να εμπλέκονται στην εξέλιξη ουσιαστικών γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση με την εναγόμενη αρ. 3 Κυπριακή εταιρεία αλλά και να ευθύνονται αλληλέγγυα και ξεχωριστά με την τελευταία για την ισχυριζόμενη ζημιά των εναγόντων, κατά τρόπο που δύναται να υπαχθούν στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων ως αναγκαίοι και κατάλληλοι διάδικοι, στη βάση των προνοιών της Δ.6 Θ.1(h) των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Στη βάση όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Αναπόδραστα οδηγείται σε απόρριψη. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. (Υπ.) ............. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο