ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αριθ. Αγωγής: 53/2017, 20/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A35 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 53/2017 XXXXX ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑΣ - και - XXXXX ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ ------------------------------------ Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Στέφανος Παπαθεοδώρου Για την Εναγομένη: κ. Πέτρος Μιχαήλ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΤΑΧΕΙΑ ΕΚΔΙΚΑΣΗ) Με την αγωγή του ο ενάγοντας ζητεί την είσπραξη του ποσού των €2560.88 ως συμφωνηθείσα λογική και τρέχουσα αξία δικηγορικών υπηρεσιών που προσέφερε στην εναγόμενη. Σύμφωνα με τα γεγονότα που προβάλλονται στην Έκθεση Απαιτήσεως η εναγόμενη ανέθεσε στον ενάγοντα την υπεράσπιση της στην αγωγή 4208/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με ενάγουσα την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα. Η εναγόμενη τον διόρισε δικηγόρο στις 9.11.2009 με την υπογραφή τύπου διορισμού δικηγόρου και με το διορισμό αυτό ο ενάγοντας προχώρησε με την καταχώρηση στο Δικαστήριο την ίδια ημέρα με τύπο αλλαγής δικηγόρου δυνάμει της Δ.3 θ.1 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η αμοιβή του ενάγοντα θα ήταν σύμφωνα με τους δικαστικούς θεσμούς. Επίσης θα ήταν υπόχρεα να πληρώνει για κάθε εμφάνιση στο Δικαστήριο που δεν ήταν πληρωτέα σύμφωνα με τους κανονισμούς. Η αμοιβή την οποία θα κατέβαλε η εναγόμενη και την οποία θα δικαιούτο ο ενάγοντας να κατακρατήσει θα είναι ίση με την προνοούμενη ανώτατη αμοιβή για εμφάνιση σε ακρόαση που θα έχει γίνει στη κλίμακα της αξίωσης είτε η ακρόαση έγινε είτε όχι όπως αυτή παρουσιάζεται κατά την έναρξη της διαδικασίας. Εξουσιοδότησε επίσης η εναγόμενη τον ενάγοντα όπως εισπράξει οποιοσδήποτε ποσό έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο. Στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαιτήσεως καταγράφονται οι παρεχόμενες υπηρεσίες και ανάλογες χρεώσεις. 5. Ο Ενάγοντας στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας πρόσφερε στην Εναγόμενη τις ακόλουθες υπηρεσίες σε σχέση με την "ΑΓΩΓΗ", των οποίων η αξία σύμφωνα με την συμφωνία η οποία αναφέρεται στη παράγραφο 3 πιο πάνω είναι η ακόλουθη.
(1)Ετοιμασία ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου ημερ. 9.11.2009
(26)€ 38.00
(2)Προσέλευση στο Πρωτοκολλητή για την καταχώρηση της ειδοποίησης ημερ. 9.11.2009 για αλλαγή δικηγόρου 9.11.2009 €34.00
(3)Απαραίτητες επιστολές ήτοι 6 επιστολές προς €38 η κάθε μια. Σύνολο €228.00 1) 22.07.2009 4) 10.12.2009 2) 16.11.2009 5) 5.02.2010 3) 16.11.2009 6) 23.12.2010
(4)Προετοιμασία για Ακρόαση της Αγωγής €338.00
(5)Εμφάνιση για Ακρόαση στις πιο κάτω ημερομηνίες. 1) 8.12.2009 €340 2) 13.01.2010 €340 3) 20.01.2010 €340 4) 9.02.2010 €340
(6)Εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου για την απαγγελία απόφαση που έχει επιφυλαχθεί 15.07.2010 €101.00
(7)Ετοιμασία κατάλογου εξόδων € 53.00 Σύνολο
(1)μέχρι και
(7)πιο πάνω €2152.00 Α. ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ €2152.00σ. Β. Φ.Π.Α. €408.88σ. ΣΥΝΟΛΟ Α +Β €2560.88σ. Η εναγόμενη δεν έχει καταβάλει το εν λόγω ποσό. Η δικογραφημένη υπεράσπιση της εναγόμενης είναι ότι ανέθεσε την υπεράσπιση της στην αγωγή XXXX/05 σε δύο δικηγόρους τον XXXXX Παπαθεοδώρου και τον XXXXX Μυλωνά. Ο τύπος διορισμού δικηγόρου ο οποίος αποτελούσε την μεταξύ των δικηγόρων συμφωνία αναφορικά με την αμοιβή τους διελάμβανε ότι η αμοιβή του ενάγοντα και του XXXXX Μυλωνά θα ήταν σύμφωνα με τους θεσμούς. Για τις υπηρεσίες που της προσφέρθηκαν από τον ενάγοντα στην αγωγή και που προσφέρθηκαν μαζί με τον XXXXX Μυλωνά η εναγόμενη πλήρωσε και τους δύο τους δικηγόρους της. Η πληρωμή έγινε τμηματικά σε τρεις δόσεις των 1000.00 ευρώ η πρώτη δόση, 1000 ευρώ η δεύτερη δόση, και 600 ευρώ η τρίτη δόση ήτοι συνολικά το ποσό των 2600.00 ευρώ. Τα χρήματα τους τα έδιδε μετρητά χωρίς ο ενάγοντας να της δώσει οιανδήποτε απόδειξη για την πληρωμή. Η εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό που όφειλε στην ενάγουσα τράπεζα στην αγωγή XXXX/05 μαζί με το ποσό των 1000 ευρώ με επιταγή το οποίο αντιπροσώπευε ποσό χρημάτων που είχαν καταβληθεί έναντι δικηγορικών εξόδων και για τους δύο δικηγόρους στην Πολιτική Έφεση 263/10 στο Ανώτατο Δικαστήριο. Στις 11.11.15 ψηφίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή τα έξοδα των δικηγόρων της εφεσείουσας-εναγόμενης της πολιτικής Έφεσης 263/10 αναφορικά με την παρούσα αγωγή για το ποσό των €1785.00, πλέον ΦΠΑ, πλέον €267.25 πραγματικά έξοδα, ήτοι συνολικά το ποσό των €2391.40 πληρωτέα προς τους δικηγόρους της XXXXX Παπαθεοδώρου και XXXXX Μυλωνά. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό των ψηφισθέντων εξόδων το ποσό της οφειλής της ενάγουσας προς τον ενάγοντα ανερχόταν στο ήμισυ του ποσού δηλαδή το ποσό των €1195.70 και λόγω του ότι η εναγόμενη είχε καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των €1000 σε προγενέστερο χρόνο προχώρησε με την καταβολή του ποσού των €195.70 ευρώ με επιταγή για πλήρη εξόφληση της οφειλής της. Στην δικογραφημένη του απάντηση ο ενάγοντας παραδέχεται τον διορισμό του XXXXX Μυλωνά ως δικηγόρος της εναγόμενης στην αγωγή XXXX/
- Του διορισμού του ενάγοντα και του XXXXX Μυλωνά από την εναγόμενη είχαν προηγηθεί οι διορισμοί δύο άλλων δύο δικηγόρων τους οποίους η εναγόμενη είχε παύσει. Αρνείται ότι η εναγόμενη εξόφλησε πλήρως ή μερικώς τον ενάγοντα και ότι του κατέβαλε το ποσό των €2600.00 ή ότι υπήρξε ισχυριζόμενη συμφωνία ότι ο ενάγοντας θα κατέβαλε στον δικηγόρο Μυλωνά το ήμισυ του ποσού που του κατέβαλε η εναγόμενη. Η συμφωνηθείσα αμοιβή ήταν ανεξάρτητη από την αμοιβή σε άλλο δικηγόρο. Αρνείται ότι τον πλήρωσε η εναγομένη σε μετρητά ή ότι αυτή κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό που όφειλε στην Λαϊκή Τράπεζα στην αγωγή. Αναφορικά με τον ψηφισθέντα κατάλογο εξόδων στα πλαίσια της έφεσης 263/10 αυτά ήταν πληρωτέα μόνο στον ενάγοντα διότι ψηφίστηκαν μετά από που ο ενάγοντας είχε προχωρήσει με την υποβολή καταλόγου εξόδων στο Ανώτατο Δικαστήριο. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς υποστήριξη της απαίτησης του ο ενάγοντας ανέφερε ότι η εναγόμενη του ανέθεσε την υπεράσπιση της στην αγωγή XXXX/2005 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με ενάγουσα την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα. Με ξεχωριστό τύπο διορισμού διόρισε ως δικηγόρο τον XXXXX Μυλωνά για την ίδια υπόθεση. Αντίγραφο του διοριστηρίου εγγράφου επισυνάπτεται ως τεκμήριο 2 ως ακολούθως: «(ζ) Έχω κάμει την ακόλουθον ρητή συμφωνία μετά του εν λόγω δικηγόρου σχετικώς προς την αμοιβή του. (Εκθέσατε τους συμφωνηθέντες όρους αμοιβής) Η αμοιβή θα είναι σύμφωνη με τους Δικαστικούς Θεσμούς. Επίσης επιπρόσθετα και πέραν από οποιονδήποτε ποσό εισπραχθεί ως έξοδα είτε από μένα είτε από τον αντίδικο τα οποία θα δικαιούται όπως κρατήσει-λάβει ως αμοιβή αναλαμβάνω όπως καταβάλω στον εν λόγω δικηγόρο και περαιτέρω αμοιβή για κάθε εμφάνιση του στο Δικαστήριο για την οποία είτε δεν είναι πληρωτέα σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς είτε δεν προβλέπεται αμοιβή είτε δεν δίδεται ή επιτρέπεται από το Δικαστήριο είτε δεν εγκρίνεται κατά τον υπολογισμό ή την ψήφιση των εξόδων του για οποιονδήποτε λόγον. Η αμοιβή που θα καταβάλω και την οποία ο δικηγόρος θα δικαιούται όπως κατακρατήσει από οποιεσδήποτε εισπράξεις, θα είναι ίση με την προνοούμενη ανώτατη αμοιβή για εμφάνιση σε ακρόαση που θα έχει γίνει, στη κλίμακα της αξίωσης είτε η ακρόαση έγινε είτε όχι όπως αυτή παρουσιάζεται κατά την έναρξη της διαδικασίας. Εξουσιοδοτώ επίσης τον δικηγόρο όπως εισπράξει οποιονδήποτε ποσό έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο ή αλλού αναφορικά με την άνω υπόθεση». Το έντυπο Δ.3 κ. 1 αλλαγής δικηγόρου με το όνομα το δικό του και του XXXXX Μυλωνά καταχωρήθηκε στις 9.11.
- Παρέθεσε αναλυτικά τις υπηρεσίες του μαζί με τα επισυνημμένα αποδεικτικά στοιχεία στην παράγραφο 7 της Ένορκης Δήλωσης:
- Ακολούθως εγώ στα πλαίσια της πιο πάνω γραπτής συμφωνίας η οποία εκτίθεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ «2» πρόσφερα στην Εναγόμενη τις ακόλουθες υπηρεσίες σε σχέση με την "ΑΓΩΓΗ" η οποία ήταν επί κλίμακας εξόδων €10.000-€50.000.-, των οποίων η αξία σύμφωνα με την συμφωνία ΤΕΚΜΗΡΙΟ «2» η οποία αναφέρεται στη παράγραφο 5 πιο πάνω είναι η ακόλουθη. € 38.00
(26)€ 34.00
(32)
(1)Ετοίμασα ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου ημερ. 9.11.2009 ΤΕΚΜΗΡΙΟ «3» Αυτή έχει υπογραφεί μόνο από εμένα.
(2)Παρουσιάσθηκα στο Πρωτοκολλητή και καταχώρησα την ειδοποίηση ημερ. 9.11.2009 για αλλαγή δικηγόρου 9.11.2009
(3)Έχω ετοιμάσει και αποστείλει αναφορικά με την «Αγωγή» 6 αναγκαίες επιστολές τις οποίες καταθέτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ «4» μέχρι «9» προς €38 η κάθε μια. Σύνολο €228.00
(24)1) 22.07.2010 ΤΕΚΜΗΡΙΟ «4» 2) 16.11.2009 ΤΕΚΜΗΡΙΟ «5» 3) 16.11.2009 ΤΕΚΜΗΡΙΟ «6» 4) 10.12.2009 ΤΕΚΜΗΡΙΟ «7» 5) 05.02.2010 ΤΕΚΜΗΡΙΟ «8» 6) 23.12.2010 ΤΕΚΜΗΡΙΟ «9»
(4)Ακολούθως έχω προετοιμασθεί για Ακρόαση της Αγωγής και αξιώ το ποσό των €338
(14)
(5)Είχα επίσης εμφανισθεί για την Ακρόαση της Αγωγής στις πιο κάτω ημερομηνίες: 1) 8.12.2009 σελίδα 1 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 €340 16(α) 2) 13.01.2010 σελίδα 21 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 €340 16(α) 3) 20.01.2010 σελίδα 46 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 €340 16(α) 4) 09.02.2010 σελίδα 47 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 €340 16 (α) Οι πιο πάνω ημερομηνίες ακροάσεων εμφαίνονται εις τα πρακτικά της «ΑΓΩΓΗΣ» αντίγραφο των οποίων καταθέτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Τα πρακτικά αυτά καλύπτουν την περίοδο από 8.12.2009 μέχρι την 15.7.2010 που ήταν η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης στην «ΑΓΩΓΗ».
- Την 15.7.2010 εμφανίστηκα ενώπιον του Δικαστηρίου για την απαγγελία απόφασης που έχει επιφυλαχθεί. €101.00 19(α) Η εμφάνιση μου παρουσιάζεται και στη σελίδα 48 ΤΕΚΜΗΡΙΟ «10»
- Επίσης ετοίμασα κατάλογο εξόδων για να υπολογίσω τα πληρωτέα και οφειλόμενα σε εμένα έξοδα όπως αυτά εκτίθενται στις παραγράφους 7 μέχρι 8 πιο πάνω. Για την εργασία αυτή αξιώ το ποσό των €53.00
(29). Το σύνολο της αξίωσης του έναντι της εναγόμενης είναι για το ποσό των 2152.00 ευρώ που αποτελεί το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στις παραγράφους 7, 8 και 9 της Έκθεσης Απαιτήσεως πλέον ΦΠΑ σύνολο 2560.88 ευρώ. Δεν αληθεύει ότι η εναγόμενη του κατέβαλε το ποσό των 2600 ευρώ σε τρεις δόσεις σε μετρητά. Ούτε είναι αλήθεια ότι υπήρχε συμφωνία να καταβάλει το ήμισυ του ποσού των εξόδων στον δικηγόρο XXXXX Μυλωνά. Δεν υπήρχε κανένας λόγος αυτός ο δικηγόρος να πληρώνεται μέσω αυτού επειδή ήταν στενός φίλος του αδελφού της εναγόμενης. Εισέπραξε μόνο μία επιταγή των 1000.00 ευρώ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Δημόσιων Υπαλλήλων από τον πατέρα της εναγόμενης ημερομηνίας 24.8.
- Αυτή η επιταγή του δόθηκε από τον δικηγόρο XXXXX Μυλωνά στο γραφείο του την 26.8.2010 με σκοπό την καταχώρηση της πολιτικής έφεσης 263/10 κατά της απόφασης του Ε.Δ. Λευκωσίας στα πλαίσια της αγωγής XXXX/
- Ο δικηγόρος του έδωσε την επιταγή και του είπε ότι εξαιτίας φιλικής σχέσης με τον αδελφό της εναγόμενης δεν εισέπραξε τίποτε και του ζήτησε να του δώσει κάτι από τις 1000 ευρώ που του δόθηκε με επιταγή. Είχαν συμφωνήσει ότι όταν θα πληρωνόταν από την εναγόμενη θα του επέστρεφε αυτά τα χρήματα. Ο Ενάγοντας ανταποκρίθηκε και έδωσε το ποσό των 300 ευρώ στον XXXXX Μυλωνά με προσωπική επιταγή με αριθμό 88720498 ημερομηνίας 26.8.2010 δηλαδή επιταγή της ιδίας της ημερομηνίας. Το έγγραφο ημερομηνίας 20.1.2017 ήτοι υπεύθυνη δήλωση του XXXXX Μυλωνά είναι ψευδολόγημα. Ουδέποτε έλαβε τα ποσά χρημάτων σε τρεις δόσεις που ανέφερε ο XXXXX Μυλωνάς, ήτοι τις ισχυριζόμενες δόσεις των €500 και των €300 αντίστοιχα. Περαιτέρω ουδέποτε είχε αναφέρει του XXXXX Μυλωνά ότι τα δικηγορικά του έξοδα στην αγωγή XXXX/08 είχαν εξοφληθεί με την καταβολή της τρίτης δόσης. Αναφορικά με το πιστοποιητικό εξόδων που εξέδωσε ο πρωτοκολλητής στην Πολιτική Έφεση 263/10 ημερομηνίας 11.11.15 αφορούν μόνο τα δικά του έξοδα και όχι αυτά του XXXXX Μυλωνά καθότι μόνο αυτός υπέβαλε κατάλογο εξόδων για ψήφιση των εξόδων της έφεσης. Δεν εμφανίσθηκε προσωπικά στην διαδικασία της ψήφισης και ο πρωτοκολλητής ετοίμασε το πιστοποιητικό καταλόγου εξόδων και ψηφίστηκαν τα έξοδα της έφεσης στο ποσό των €1785.00 πλέον ΦΠΑ πλέον €267.27 πραγματικά έξοδα. Ακολούθως το πιστοποιητικό τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια εγγραφής της απόφασης του Πρωτοκολλητή για σκοπούς εκτέλεσης και εκδόθηκε διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με το οποίο έγινε η εκτέλεση και εγγραφή της εκτέλεσης της απόφασης του πρωτοκολλητή στην έφεση 263/10 ημερομηνίας 11.11.
- Την 8.2.16 περιήλθε στην αντίληψη του άλλο πιστοποιητικό καταλόγου εξόδων που φέρει την ίδια ημερομηνία στο οποίο παρουσιάζεται ως δικαιούχος του πληρωτέου ποσού των εξόδων της έφεσης 263/10 και ο XXXXX Μυλωνάς. Ως αποτέλεσμα αυτού, απέστειλε επιστολή στον πρωτοκολλητή XXXXX Τέρλα στην οποία δεν υπήρχε ανταπόκριση. Ο ενάγοντας θεωρεί ότι δεν μπορούσε να δικαιολογήσει με ποιο τρόπο ο XXXXX Μυλωνάς έγινε δικαιούχος των εξόδων που καταγράφονται στον κατάλογο εξόδων που μόνο εκείνος κατέθεσε. Έχει πληροφορίες ότι η εναγόμενη και ο πατέρας της επισκέφθηκαν τον πρωτοκολλητή παράνομα και τον έπεισαν να εκδώσει άλλο πιστοποιητικό. Έθεσε το θέμα στην Αρχιπρωτοκολλητή και του είπε ευθέως ότι η έκδοση του δεύτερου-επόμενου καταλόγου εξόδων ήταν παράνομη και ότι θα ακυρώσει τον κατάλογο. Όπως και να έχουν τα πράγματα δικαιούται περαιτέρω αμοιβή που ανέρχεται σε ποσό χρημάτων ως η αξίωση του και ως ορίζει η γραπτή ειδική συμφωνία για τα έξοδα δίκης (τεκμήριο 2) που είχε συνάψει με την εναγόμενη. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι συνομολογήθηκε πανομοιότυπος διορισμός δικηγόρου με το τεκμήριο 2 που αφορούσε και τον Γιαννάκη Μυλωνά. Αυτό το διοριστήριο έγγραφο πρέπει να συντάχθηκε στο γραφείο του. Είναι στο γραφείο του κατά τον διορισμό του στην αγωγή 4208/08 που είχε γνωρίσει τον κ. Μυλωνά. Δεν θυμάται ποιοι ήταν παρόντες κατά την υπογραφή των διοριστήριων εγγράφων αλλά σίγουρα πρέπει να ήταν παρούσα η εναγόμενη. Συνήθως ήταν παρών και ο πατέρας της, αλλά δεν ήταν βέβαιος αν ήταν παρών ο κ. Μυλωνάς. Αναφορικά με τα 2 διοριστήρια έγγραφα δικηγόρου ανέφερε ότι εξήγησε στην εναγόμενη την αμοιβή του ως αναφέρεται ρητώς στο τεκμήριο
- Δεν ξέρει τι έκανε και ποια συνεννόηση είχε η εναγόμενη με τους υπόλοιπους δικηγόρους της. Δέχθηκε όμως ότι υπήρχε πανομοιότυπο διορισμό δικηγόρου ως το τεκμήριο 2 που να αφορούσε τον διορισμό του κ. Μυλωνά. Αναφορικά με το τεκμήριο 2 ήταν θέση του ότι αυτό το διοριστήριο πρόκειτο για ειδική συμφωνία ως προκύπτει από την υπογραφή και μονογραφή της εναγόμενης στο σημείο της ειδικής συμφωνίας. Απέρριψε την θέση ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ εκείνου, της εναγόμενης και του Γιαννάκη Μυλωνά να εισπράττει τα οφειλόμενα ποσά και να κάνει διαμοιρασμό των ήμισυ των εξόδων με τον κ. Μυλωνά. Για την επιταγή των 1000 ευρώ εξήγησε ότι ο κ. Μυλωνάς του είχε πει ότι η εναγόμενη δεν τον είχε πληρώσει καθόλου για την αγωγή και του ζήτησε να του δώσει κάτι από εκείνα τα χρήματα. Εις ανταπόκριση της παράκλησης του συναδέλφου του έκανε πρόχειρο υπολογισμό των εξόδων της έφεσης ήτοι το ποσό των €400 και μοίρασε το υπόλοιπο ποσό της επιταγής στα δύο και έδωσε το ποσό των 300 ευρώ στον κ. Μυλωνά. Κατατέθηκε ως τεκμήριο Α αντίγραφο της επιταγής των 1000 ευρώ. Στο κάτω μέρος του αντίγραφου της επιταγής υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις του ενάγοντα με το ακόλουθο περιεχόμενο «Υπολογισμένα έξοδα κατάθεσης έφεσης.. 1000 ελαβα-400 έφεση= 600 διά 2 = 300 επιταγή Τράπεζα Κύπρου 88720498». Διευκρίνισε ότι η πιο πάνω συναλλαγή συνιστούσε απλή διευκόλυνση του XXXXX Μυλωνά επειδή του τα ζήτησε και θεώρησε ότι μπορεί να είχε ανάγκη αυτά τα χρήματα. Αυτός είναι ο λόγος που του έδωσε προσωπική επιταγή της ίδιας ημέρας των 300 ευρώ. Δεν θεώρησε αναγκαίο να ετοιμάσει έγγραφο ότι το ποσό των 300 ευρώ ήταν δάνειο προς τον κ. Μυλωνά διότι ο κ. Μυλωνάς του φάνηκε ότι ήταν σοβαρός συνάδελφος και τον εμπιστεύθηκε. Ο XXXXX Μυλωνάς είχε στείλει την πελάτη. Ρωτήθηκε γιατί όταν πήρε τα €1000 για την Έφεση δεν είχε πει της εναγόμενης ότι ήταν ακόμη απλήρωτος για την αγωγή. Ρωτήθηκε γιατί δεν της είχε πει ότι θα έπαιρνε τα €1000 έναντι των εξόδων της αγωγής και όχι έναντι των εξόδων της Έφεσης. Απάντησε ότι σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν γίνονται όλα με τυπικότητα καθότι στο επάγγελμα του δικηγόρου υπάρχει το πρόβλημα των εισπράξεων. Περαιτέρω, έπρεπε να αντιμετωπισθεί η δυσμενή απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου εναντίον της εναγόμενης στην αγωγή και έγνοια του ήταν να καταχωρηθεί η έφεση κατά της απόφασης στην αγωγή εμπρόθεσμα. Επιχειρηματολόγησε ότι η εναγόμενη αποκλείεται να του έδωσε τα χιλιάρικα χωρίς απόδειξη ως ισχυρίζεται. Ούτε ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι αυτός ζήτησε πληρωμή με μετρητά για να γίνει διαμοιρασμό της πληρωμής με τον κ. Μυλωνά. Την επιταγή για τα 1000 ευρώ του την έδωσε ο πατέρας της εναγόμενης στο γραφείο του και μπορεί να ήταν εκεί και ο κ. Μυλωνάς. Σε σχέση με την δήλωση του κ. Μυλωνά ήταν θέση του ότι είδε τον κ. Μυλωνά στο καφενείο του Δικαστηρίου στις 5.7.2017και του είπε για την ένορκη δήλωση που έκανε και εκείνος απάντησε 'εγώ έκαμα ένορκη δήλωση... αν είπα έτσι πράγμα λέει μου εν πλαστογραφία'. Του είπε ' Εγώ δε σε πλήρωσα τέτοια λεφτά'. Δεν προχώρησε με την διαδικασία ψήφισης εξόδων στην αγωγή μέχρι σήμερα διότι θεωρεί ότι έχει δικαίωμα έγερσης αγωγής για την είσπραξη του οφειλόμενου. Ο κ. Μιχαήλ του υπέβαλε την ακόλουθη θέση: Ε. Εγώ σας λέω ότι το πιο ορθό χωρίς παρεξήγηση έντιμο υπό τις περιστάσεις εφόσον σας εμπιστεύθηκε ο κύριος Μυλωνάς αυτήν την εναγόμενη, τη γνωστή του την πελάτιδα του να χειριστείτε με αυτόν τον τρόπο ούτως ώστε δίκαια ο Πρωτοκολλητής να ψηφίσει και να δει την συμφωνία σας, να δει και τη συμφωνία σας και έτσι ο καθένας να πάει σπίτι του Α. Να σας πω, είχα μία τραυματική εμπειρία από ένα πρωτοκολλητή όχι την κυρία Χριστοδούλου η κυρία Χριστοδούλου αναγνωρίζει το περιεχόμενο της ειδικής συμφωνίας επί του τύπου διορισμού δικηγόρου και το εφαρμόζει... Οι θέσεις της εναγόμενης ήταν διαμετρικά αντίθετες μ' αυτές του ενάγοντα. Η εναγόμενη ανέφερε ότι ανέθεσε την υπεράσπιση της στην αγωγή 4208/05 στους δικηγόρους XXXXX Παπαθεοδώρου και XXXXX Μυλωνά για να την εκπροσωπήσουν από κοινού. Οι υπηρεσίες προσφέρθηκαν σε εκείνη μαζί με τον XXXXX Μυλωνά για τις οποίες έχει πληρώσει και εξοφλήσει τους δύο δικηγόρους. Οπότε της ζητούσε χρήματα ο ενάγοντας τα έπαιρνε αμέσως σε μετρητά και η πληρωμή έγινε τμηματικά ανάλογα με την πρόοδο της εργασίας σε 3 δόσεις των 1000, 1000 και 600 ευρώ αντίστοιχα. Η συμφωνία τους ήταν να καταβληθούν τα πιο πάνω ποσά στον ενάγοντα και στην συνέχεια αυτός να καταβάλει το ήμισυ των εξόδων στον κ. Μυλωνά. Ο XXXXX Μυλωνάς υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση ημερομηνίας 20.1.2017 με την οποία ανέφερε ότι πληρώθηκε τα δικηγορικά του έξοδα μέσω του ενάγοντα σε δύο δόσεις των 500 ευρώ και μία δόση των 300 ευρώ και έτσι τα δικηγορικά τους έξοδα έχουν εξοφληθεί πλήρως. Ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι ο ενάγοντας εισέπραττε τα χρήματα χωρίς να εκδώσει απόδειξη για τις πληρωμές. Οι πληρωμές έγιναν περιοδικά μέχρι τον χρόνο έκδοσης της απόφασης στην αγωγή και στην συνέχεια της ζήτησε να του πάρει και να τον πληρώσει ένα επιπρόσθετο ποσό των 1000 ευρώ. Του έδωσε αμέσως επιταγή στις 24.6.2010 για το ποσό των 1000 ευρώ στο όνομα του ενάγοντα. Στις 15.7.2010 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της και έδωσε στον κ Παπαθεοδώρου την επιταγή για το ποσό των €20369.00 με δικαιούχο την Λαϊκή Τράπεζα. Μόλις υπολογίσθηκαν τα έξοδα της αγωγής της άλλης πλευράς παρέδωσε την πληρωμή με τα έξοδα της άλλης πλευράς στον κ. Παπαθεοδώρου. Ακολούθως, ψηφίστηκαν τα έξοδα της έφεσης 263/10 για το ποσό των 1785.00 ευρώ πλέον 267.25 πραγματικά έξοδα. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό ψήφισης εξόδων η οφειλή του ενάγοντα για την έφεση ήταν το ποσό των €1195.70 και έτσι επειδή είχε ήδη πληρώσει το ποσό των €1000.00 του έδωσε ακόμη €195.00 για εξόφληση της οφειλής του. Ο ενάγοντας παραπλάνησε τον πρωτοκολλητή να πιστεύει ότι μόνο το δικό του όνομα φαινόταν ως δικηγόρος στην υπόθεση επειδή ο ενάγοντας καταχώρησε κατάλογο εξόδων μόνο στο δικό του το όνομα. Ο πρωτοκολλητής το πρόσεξε και διόρθωσε το λάθος του. Αγνοεί την ύπαρξη της αίτησης για εγγραφή του πιστοποιητικού ψήφισης εξόδων με σκοπό εκτέλεσης της απόφασης αλλά θεωρεί ότι ο ενάγοντας χρησιμοποίησε στην αίτηση το αρχικό πιστοποιητικό εξόδων που είχε ακυρωθεί παραπλανώντας το Δικαστήριο και έτσι κατάφερε να αποσπάσει διάταγμα με το οποίο έγινε εγγραφή της απόφασης για εκτέλεση του ακυρωθέντος καταλόγου εξόδων. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο XXXXX Μυλωνά ήταν γνωστός του αδελφού της. Ανέφερε ότι ο ενάγοντας της είπε να υπογράψει τα δύο διοριστήρια έγγραφα για να τους διορίσει δικηγόρους από κοινού. Ο XXXXX Μυλωνά της είπε ότι δεν ήταν γραμμένος στο ΦΠΑ και ο ενάγοντας της ζήτησε να του δίνει μετρητά για να βγει πιο λίγο το ποσό των εξόδων. Αυτό έγινε στην παρουσία του πατέρα της, του αδελφού της και του κ. Μυλωνά. Τις πρώτες 1000 ευρώ τις πλήρωσε στις 9.11.
- Στις 8.12.09 πλήρωσε ακόμη 1000 ευρώ μετρητά στην παρουσία όλων και στις 8.12.09 πλήρωσε τον γραφολόγο Παναγιώτου 560 ευρώ. Στις 20.1.10 πλήρωσε τον ενάγοντα 1000 ευρώ και στις 9.2.10 ακόμη 600 ευρώ. Στις 23.12.10 της ζήτησε ο ενάγοντας να πληρώσει την Λαϊκή Τράπεζα 20.369 ευρώ πλέον τόκους. Τα χρήματα που ανέφερε ότι πλήρωσε τα έκανε ανάληψη από την τράπεζα. Ανέφερε ότι είχε κάνει πολλά παρατραβήγματα εκείνο το καιρό με αποτέλεσμα να μην θυμάται πότε έκανε ανάληψη των χρημάτων της πληρωμής. Αυτή ήταν η απάντηση της σε ερώτηση κατά πόσο θα μπορούσε να φέρει τις καταστάσεις της τράπεζας για ανάληψη του ποσού. Στην συνέχεια ανέφερε ότι μπορεί να της έδωσε τα χρήματα ο αδελφός της ή ο πατέρας της. Ήταν επιχείρημα της ότι δεν ήταν αδύνατον να άφηνε τον ενάγοντα απλήρωτο εφόσον τους πλήρωσε όλους συμπεριλαμβανομένου και το ποσό των 20000.00 ευρώ που πλήρωσε στην Λαϊκή Τράπεζα και το ποσό των €10.000 που πλήρωσε στον δικηγόρο της Λαϊκής κ. Μιτσίδη. Αρνήθηκε ότι αναγκάσθηκε να πληρώσει την Λαϊκή Τράπεζα διότι εκδόθηκε εναντίον της ένταλμα κινητών. Αναφορικά με το πιστοποιητικό ψήφισης εξόδων της έφεσης ανέφερε ότι πήγε στο Ανώτατο Δικαστήριο και τους είπε ότι έκαναν λάθος. Βρήκαν το πιστοποιητικό και διαπιστώθηκε ότι είχε κάνει λάθος η στενογράφος και διόρθωσαν το πιστοποιητικό και εξέδωσαν νέο πιστοποιητικό και της είπαν ότι θα το στείλουν τώρα στους δύο δικηγόρους. O XXXXX Μυλωνάς ανέφερε ενόρκως ότι διορίστηκε να ενεργεί ως δικηγόρος της εναγόμενης στην αγωγή XXXX/05 με ενάγουσα την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα για να χειρίζεται την αγωγή από κοινού με τον κ. Παπαθεοδώρου. Η εναγόμενη θα κατέβαλε τα δικηγορικά έξοδα στον ενάγοντα ανάλογα με την πρόοδο της εργασίας και ο ενάγοντας θα κατέβαλε το ήμισυ των εξόδων σε εκείνον. Πήρε τα δικηγορικά του έξοδα σε δύο δόσεις των 500 ευρώ από τον ενάγοντα και μία δόση για το ποσό των 300 ευρώ και του τόνισε ο ενάγοντας με την πληρωμή της τελευταίας δόσης ότι έχουν εξοφληθεί τα δικηγορικά έξοδα. Ουδέποτε έδωσε επιταγή του XXXXX Χριστοδουλίδη για το ποσό των 1000 ευρώ και ουδέποτε πήγε στο γραφείο του ενάγοντα την ημέρα που αυτός είσπραξε εκείνο το ποσό χρημάτων . Ούτε ευσταθεί ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι του ζήτησε το ποσό των 300 ευρώ σε δανεικά. Δεν είχε προσωπικές σχέσεις με τον ενάγοντα για να του ζητήσει δανεικά. Πριν την έναρξη της υπόθεσης δεν γνώριζε καθόλου τον ενάγοντα. Γνωρίστηκαν στην δίκη της εναγόμενης. Είναι αλήθεια ότι γνώριζε τον αδελφό της εναγόμενης αλλά δεν ήταν στενός του γνωστός. Διορίσθηκε να ενεργήσει ως δικηγόρος από κοινού με τον ενάγοντα και όλες οι συναντήσεις για την υπόθεση πραγματοποιήθηκαν στο γραφείο του κ. Παπαθεοδώρου. Αναφορικά με το τεκμήριο Α ήτοι αντίγραφο της επιταγής με την σημείωση από κάτω, την βρήκε μέσα στην θυρίδα του μαζί με την επιταγή και την εξήγηση για την επιταγή που του δόθηκε. Τα υπόλοιπα ποσά τα έπαιρνε μετρητά χωρίς απόδειξη κατά την διάρκεια της δίκης και αυτό μπορεί να είχε συμβεί στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντα. Για την έφεση έλαβε το ποσό των 1000 ευρώ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η διαφορά της αγωγής δεν υπερβαίνει τις 3000.00 ευρώ και έτσι ανήκει στην κατηγορία των αγωγών ταχείας εκδίκασης με την κατάθεση γραπτής μαρτυρίας. Όμως τα μέρη ζήτησαν να αντεξετάσουν τους μάρτυρες επί των αμφισβητούμενων γεγονότων και έτσι είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ώστε να αποκομίσω μία γενική εντύπωση για την αξιοπιστία τους προς επίλυση των πραγματικών ζητημάτων που είναι υπό αμφισβήτηση. Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω κάθε μάρτυρα και να σχηματίσω μία γενική εντύπωση για την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα. Παρατήρησα τον αυθορμητισμό του κάθε μάρτυρα και την αμεσότητα με την οποία απαντούσε τις ερωτήσεις κατά την αντεξέταση. Η γενική εντύπωση που αποκόμισα από κάθε μάρτυρα ήταν σημαντική για την διαμόρφωση της άποψης μου. Η αποτίμηση μου σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων ασφαλώς δεν περιορίζεται στην φαινομενική εντύπωση που μου δημιούργησε εκ πρώτης όψεως ο κάθε μάρτυρας. Η πεποίθηση μου ότι ένας μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας βεβαιώνεται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης. Το ερώτημα ως προς την αξιοπιστία πρέπει να απαντηθεί με αυτοτέλεια έτσι που να δημιουργείται η απαραίτητη εικόνα της βεβαιότητας αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας την ποιότητα της και την πειστικότητα της σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης. (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατία
(2001)2 ΑΑΔ 506). Ως εκ τούτου έχω αξιολογήσει ξεχωριστά κάθε μάρτυρα σε σχέση με τα λεγόμενα του και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει προσκομίσει για να πείσει για την αλήθεια της εκδοχής του. Επιπρόσθετα, έχω αναλύσει την μαρτυρία του κάθε μάρτυρα με αναφορά και την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης ώστε σε κάθε περίπτωση η προφορική μαρτυρία να έχει διασταυρωθεί με άλλα στοιχεία ή να έχει καταρριφθεί από άλλα στοιχεία και/ή μαρτυρία που αποδεικνύονται ως αναντίλεκτη στην υπόθεση. Έλαβα υπόψη μου πιθανά ελατήρια που μπορεί να είχε κάθε μάρτυρας να πει ή να μην πει την αλήθεια ώστε να διαπιστωθούν με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τα γεγονότα της υπόθεσης. Η εκδοχή που πρόβαλε ο ενάγοντας στο Δικαστήριο είναι ότι οι υπηρεσίες έγιναν και οφείλονται με βάση την ειδική συμφωνία που υπέγραψε η εναγόμενη επί του διοριστήριου εγγράφου. Ήταν θέση του ενάγοντα ότι παρόλο που αυτές οι υπηρεσίες έγιναν η εναγόμενη ουδέποτε πλήρωσε οτιδήποτε στον ενάγοντα σε σχέση με τις υπηρεσίες που του παρασχεθήκαν στα πλαίσια της αγωγής 4208/
- Εκείνο που με προβληματίζει με την εκδοχή του ενάγοντα είναι το γεγονός ότι ενώ ισχυρίζεται ότι το ποσό οφείλεται και ότι οι χρεώσεις προέκυψαν για δικηγορικές υπηρεσίες που παρείχε στην εναγόμενη κατά το έτος 2009-2010 ουδέποτε τις απέστειλε τον λογαριασμό του για τις υπηρεσίες κατά τον επίδικο χρόνο για να απαιτήσει την αμοιβή του. Επιπρόσθετα, ουδέποτε προχώρησε στην ψήφιση των εξόδων και απευθείας καταχώρησε αγωγή εναντίον της εναγόμενης το 2017, δηλαδή επτά χρόνια μετά την έκδοση απόφασης στην αγωγή 4208/10 και δύο χρόνια μετά την εκδίκαση και την αποπεράτωση της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση. Ούτε είναι κατανοητό γιατί χρέωσε την εναγόμενη το ποσό των €53.00 για την ετοιμασία καταλόγου εξόδων χωρίς να τις αποστείλει τον λογαριασμό και χωρίς να έχει πρόθεση να προβεί στην ψήφιση των εξόδων. Δεν στερείται πειστικότητας το επιχείρημα του ενάγοντα ότι μετά την έκδοση της αρνητικής απόφασης στην αγωγή δεν ήταν κατάλληλη στιγμή να υποβάλει τον λογαριασμό του στην εναγόμενη ως μη επιτυχόντα διάδικο που ήταν η εναγόμενη στην αγωγή 4208/05 και ενόψει του γεγονότος ότι ήταν υπόχρεα να καταβάλει το ποσό των 20369.00 ευρώ στην Λαϊκή Τράπεζα πλέον τα έξοδα του δικηγόρου της Λαϊκής Τράπεζας που είχαν υπολογισθεί. Το διοριστήριο έγγραφο περιείχε πρόνοια που του έδιδε το δικαίωμα να εισπράξει την αμοιβή του από τον αντίδικο του και έτσι πιθανόν να εναπόθεσε τις ελπίδες του στην έφεση να ανακτήσει την αμοιβή του από τον αντίδικο παρά να πιέσει για πληρωμή την εναγόμενη που μπορεί να ήταν δυσαρεστημένη πελάτης επειδή έχασε την αγωγή. Όμως δεν είμαι ικανοποιημένη πλήρως από τις εξηγήσεις του ενάγοντα διότι ως άτομο τυπικό που προνόησε να κάνει ειδική συμφωνία με την εναγόμενη ως προς τον διορισμό του και τις χρεώσεις του και να της το εξηγήσει δεν είναι δυνατόν να είχε αφήσει το ζήτημα της αμοιβής του να αιωρείται για χρόνια χωρίς να το θίξει ή να ετοιμάσει λογαριασμό των εξόδων του ώστε να γνωρίζει η εναγόμενη την οφειλή της. Ενώ φρόντισε το δικαίωμα του να χρεώσει την πελάτη του και της εξήγησε τις υποχρεώσεις της δεν θεώρησε καλό να εκδώσει τον λογαριασμό με το οποίο να την χρέωνε για τις υπηρεσίες του και περίμενε επτά ολόκληρα χρόνια να καταχωρήσει αγωγή για οφειλή που δεν ζήτησε ποτέ και που ουδέποτε αποτάθηκε στο πρωτοκολλητή για ψήφιση αυτών των εξόδων ώστε να έχει και η εναγόμενη την ευκαιρία να θέσει ενώπιον του πρωτοκολλητή το παράλογο ή μη των χρεώσεων που διεκδικεί με τον κατάλογο του. Τούτο θα ήταν σημαντικό να γίνει ενόψει της ύπαρξης δύο ειδικών συμφωνιών για τον διορισμό δύο δικηγόρων για από κοινού εκπροσώπηση της εναγόμενης στην αγωγή ώστε να αποφασισθεί στα πλαίσια της ψήφισης κατά πόσο θα ήταν λογικό να ψηφιστεί κονδύλι για την αμοιβή δεύτερου δικηγόρου στην αγωγή ως προνοείται με την Δ.59 κ.5 και 6 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η πιο πάνω συμπεριφορά εύλογα μου έχει δημιουργήσει ερωτηματικά σε σχέση με τα κίνητρο του ενάγοντα να διεκδικήσει την οφειλή για υπηρεσίες με αγωγή αντί με ψήφιση μετά από επτά χρόνια. Ενώ για την πολιτική έφεση κινήθηκε αμέσως προς ψήφιση των εξόδων σε σχέση με τα έξοδα της αγωγής δεν προέβη στην ίδια διαδικασία σε σχέση με την αγωγή ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην εναγόμενη να προβάλει τους ισχυρισμούς της σε σχέση με το θέμα των δύο δικηγόρων, το ύψος της αμοιβής ως η ειδική συμφωνία και τον ισχυρισμό της ότι η οφειλή έχει αποπληρωθεί. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ότι εισέπραξε το ποσό των 1000.00 ευρώ από τον πατέρα του εναγόμενου με επιταγή και ότι του ζήτησε το ποσό χρημάτων ο Γιαννάκης Μυλωνά ως δανεικά δεν είναι πειστικός. Εάν αυτά τα 300.00 ευρώ ήταν χρήματα δανεικά θεωρώ ότι θα ήταν κάτι που θα το έγραφε στην σημείωση που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο Α. Δεν είναι περίπτωση που η όλη συναλλαγή έγινε προφορικά ως μία συμφωνία μεταξύ κύριων διότι ο ενάγοντας θεώρησε καλό να ετοιμάσει σημείωση εις την οποία εξήγησε επακριβώς πως θα γινόταν η διανομή των χρημάτων. Η σημείωση έγραφε ότι τα 400.00 ήταν για την έφεση και τα υπόλοιπα 600 ευρώ αμοιβή των δικηγόρων που να διαιρείται διά δύο μεταξύ τους δύο τους δικηγόρους. Δηλαδή, θεώρησε καλό να καταγράψει ότι γινόταν διαμοιρασμός των εξόδων διά δύο αντί την πραγματικότητα ότι το ποσό δόθηκε στον δεύτερο δικηγόρο με την υποχρέωση να το επιστρέψει. Από την άλλη δεν είπε ψέματα κατ' ανάγκη διότι ήταν φανερό ότι ήθελε να κρατήσει αρχείο αυτής της πληρωμής και αυτός ήταν ο λόγος που εξέδωσε προσωπική επιταγή προς τον κ. Μυλωνά και δεν του τα έδωσε σε μετρητά. Όμως αυτή η σημείωση επενεργεί και ως δίκοπο μαχαίρι για την αλήθεια της εκδοχής της εναγόμενης και του XXXXX Μυλωνά ότι του έδινε μετρητά χωρίς αυτός να καταγράψει σημείωση και απόδειξη παρόλο που τα μισά τα χρήματα τα απέδιδε κάθε φορά στον XXXXX Μυλωνά σε μετρητά. Εφόσον στην περίπτωση των 300.00 ο ενάγοντας πλήρωσε τον XXXXX Μυλωνά με δική του επιταγή για να έχει απόδειξη ότι του τα έδωσε αντί μετρητά γιατί στην περίπτωση των δόσεων 1000.00, 1000.00 και 600.00 ευρώ να μην έκανε το ίδιο ώστε να είναι κατοχυρωμένος ο ίδιος αλλά και η πελάτης του ότι η οφειλή του XXXXX Μυλωνά είχε τακτοποιηθεί. Ως προς τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε έλαβε το ποσό των 2600.00 σε μετρητά ήταν η θέση του ότι δεν θα έκανε κάτι τέτοιο μετά από 45 χρόνια δικηγορίας. Δεν αποκλείεται να λέει την αλήθεια αλλά με τον αδιαφανή τρόπο που έχει ενεργήσει και την καθυστερημένη καταχώρηση της αγωγής δημιουργούνται σκιές για την ειλικρίνεια του και έτσι ενόψει απουσίας χειροπιαστής μαρτυρίας περί του αντιθέτου δεν είμαι διατεθειμένη να στηριχθώ στα λεγόμενα του για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Η εκδοχή της εναγόμενης περιείχε σημαντικές αντιφάσεις με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης. Επίσης κατά την αντεξέταση προέβη σε νέους ισχυρισμούς που δεν είχε αναφέρει αρχικά στην δήλωση της. Το αποτέλεσμα της προσπάθειας της να είναι πιο πειστική με το να προσαρμόσει την μαρτυρία της ήταν να δημιουργήσει μία αρνητική εικόνα για την αξιοπιστία της. Αρχικά ανέφερε ότι έδωσε χρήματα στον ενάγοντα σε τρεις δόσεις σε μετρητά χωρίς να της δοθεί καμία απόδειξη και χωρίς να αναφέρει πότε έγινε αυτό. Επίσης η εκδοχή της αρχικά ήταν ότι έδιδε τα χρήματα στον ενάγοντα κατά καιρούς μόλις της τα ζητούσε και χωρίς απόδειξη διότι αυτός της ζητούσε να μην εκδοθεί απόδειξη πληρωμής των χρημάτων ώστε οι χρεώσεις των δικηγορικών εξόδων να είναι για λιγότερο ποσό χρημάτων. Η θέση του άλλου μάρτυρα της υπεράσπισης XXXXX Μυλωνά ήταν ότι έλαβε τμηματικά την πληρωμή της αμοιβής του σε μετρητά από τον ενάγοντα χωρίς να θυμάται πότε έγινε αυτό. Οπότε αρχικά ο χρόνος καταβολής των πληρωμών δεν είχε καθορισθεί με την γραπτή μαρτυρία της εναγόμενης. Κατά την αντεξέταση της εναγόμενης δύο και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και ενώ είχε προηγηθεί η διαδικασία αποκάλυψης εγγράφων με την οποία δεν είχε αποκαλυφθεί το συγκεκριμένο έγγραφο η εναγόμενη αναφέρθηκε σε σημείωση που είχε στην κατοχή της στην οποία είχε καταγράψει τις ημερομηνίες που είχε πληρώσει τον ενάγοντα σε μετρητά. Ισχυρίστηκε ότι στις 9.11.09 έδωσε τα πρώτα 1000 ευρώ σε μετρητά στο γραφείο του ενάγοντα στην παρουσία όλων, περιλαμβανομένου, και τον XXXXX Μυλωνά. Στις 8.12.09 πλήρωσε το ποσό των 560 σε μετρητά στον γραφολόγο Παναγιώτου που είχε προσλάβει ο ενάγοντας για σκοπούς της υπεράσπισης της. Στις 20.1.10 πλήρωσε ακόμη 1000 ευρώ στο γραφείο του ενάγοντα και στις 9.2.10 τον πλήρωσε ακόμη 600 ευρώ σε μετρητά. Αυτή η θέση, σε σχέση με τον χρόνο και την τοποθεσία της καταβολής των δόσεων, ουδέποτε υποβλήθηκε στον ενάγοντα για να τοποθετηθεί. Ούτε και είχε αναφέρει στην δήλωση της ότι είχε πληρώσει το ποσό των 560.00 στον γραφολόγο τον Παναγιώτου. Εφόσον θέση της εναγόμενης ήταν ότι ο ενάγοντας επρόκειτο για δικηγόρο που προσπαθούσε να την ξεγελάσει και να εισπράξει όσα χρήματα από εκείνη που μπορούσε θα ήταν αναμενόμενο ότι ο ενάγοντας θα συμπεριλάμβανε στον κατάλογο εξόδων που ετοίμασε προς έγερση της παρούσας αγωγής και τα έξοδα ύψους 560 ευρώ που είχαν πληρωθεί στον γραφολόγο. Δεν υπάρχει τέτοια χρέωση και έτσι εύλογα δημιουργείται ζήτημα αξιοπιστίας της εναγόμενης που ισχυρίσθηκε κάτι το οποίο δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από την γραπτή μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου. Περαιτέρω, εφόσον θέση της ήταν ότι μία από της δόσεις πληρωμής χρημάτων σε μετρητά είχαν πληρωθεί στο γραφείο του ενάγοντα και στην παρουσία όλων τότε ποιος λόγος θα υπήρχε ο ενάγοντας να εισπράξει τα 1000 ευρώ και να δώσει τα 500 ευρώ στον κ. Μυλωνά που ήταν παρών αντί να τα παραδώσει η εναγόμενη στον κ. Μυλωνά κατευθείαν; Εκ των πραγμάτων αυτά που ανέφερε η εναγόμενη στο Δικαστήριο έρχονται σε αντίθεση με αυτά που ο XXXXX Μυλωνάς ισχυρίσθηκε ενόρκως. Αυτός ανέφερε ότι δεν ήταν παρών κατά την είσπραξη των χρημάτων και αντιθέτως ανέφερε ότι του τα είχε φέρει τα χρήματα ο ενάγοντας στο Δικαστήριο όποτε τον έβλεπε. Ο κ. Παπαθεοδώρου της ζήτησε να αναφέρει από πού βρήκε τα χρήματα η εναγόμενη για να πληρώσει τον ενάγοντα. Αρχικά ήταν η θέση της ότι τα χρήματα αυτά τα είχε κάνει ανάληψη από τον λογαριασμό της. Εφόσον είχε σημειώσει τις ημερομηνίες θα ήταν εύκολο για εκείνη να ανιχνεύσει την πηγή των χρημάτων και να κάνει σχετική αναφορά ως προς την προέλευση των χρημάτων. Όμως αδυνατούσε να δώσει εξήγηση για την πηγή των χρημάτων πράγμα που αφαιρούσε από την πειστικότητα των θέσεων της. Περαιτέρω, προσάρμοσε την θέση της και ανέφερε ότι δεν σημαίνει ότι ημερομηνία ανάληψης των χρημάτων συνάδει με τις ημερομηνίες που πλήρωσε τον κ. Παπαθεοδώρου. Αντιλήφθηκε ότι με το να δεσμεύσει τον εαυτό της σε σχέση με τον χρόνο πληρωμής των χρημάτων, κάτι που απέφυγε να κάνει με την γραπτή της δήλωση, θα έδιδε εφόδια στην πλευρά του ενάγοντα να διασταυρώσει τους ισχυρισμούς της και έτσι αναδιπλώθηκε αποσυνδέοντας τις ημερομηνίες πληρωμής από τις ημερομηνίες ανάληψης ή λήψης των χρημάτων. Στην συνέχεια άλλαξε και πάλι την εκδοχή της και ανέφερε ότι μπορεί να της έδωσε τα χρήματα ο πατέρας της ή ο αδελφός της. Η νέα αυτή εκδοχή δεν συνάδει με προηγούμενη της εκδοχή ότι παρέδωσε την μία δόση χρημάτων στην παρουσία όλων στο γραφείο του ενάγοντα. Εφόσον τα χρήματα της τα έδωσε ο πατέρας της ή ο αδελφός της ποιος ήταν ο λόγος που δεν τα είχαν παραδώσει τα χρήματα οι ίδιοι στον ενάγοντα; Εντελώς ευκαιριακά και για λόγους εντυπωσιασμού ώστε να κακοχαρακτηρίσει τον ενάγοντα πρόβαλε την θέση ότι ο ενάγοντας είχε αμφισβητήσει την πληρωμή των €1000 με επιταγή του πατέρα της (τεκμήριο Α) και έτσι αναγκάστηκε να πάει στα Λατσιά στην Συνεργατική για να βρει την επιταγή να την παρουσιάσει. Όμως αγνοεί ότι ο ενάγοντας ουδέποτε αρνήθηκε την πληρωμή αυτή και μάλιστα ήταν θέση του ότι αυτή ήταν η μόνη πληρωμή που του έκανε η εναγόμενη. Περαιτέρω, δεν είναι δυνατόν να χρειάσθηκε να αναζητήσει αντίγραφο της επιταγής από την Συνεργατική διότι το τεκμήριο Α είναι αντίγραφο της επιταγής μαζί με την χειρόγραφη σημείωση του ενάγοντα. Αναφορικά με την ψήφιση των εξόδων της έφεσης 263/10 στον πρωτοκολλητή στο Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι μετά από την ψήφιση των εξόδων πήγε πίσω στο Δικαστήριο και είπε του πρωτοκολλητή ότι έγινε λάθος και ότι αφορούσε ο κατάλογος την αμοιβή δύο δικηγόρων. Ισχυρίστηκε, επίσης ότι της είπαν ότι εκδώσαν νέο πιστοποιητικό σε αντικατάσταση του προηγούμενου για να διορθωθεί το λάθος. Είχε κάθε ευκαιρία να εκφράσει τις θέσεις της περί της ύπαρξης δύο δικηγόρων και της μη αναγκαιότητας πληρωμής δύο δικηγορικών αμοιβών κατά την διάρκεια της ψήφισης. Δεν το έκανε όμως και υστερόβουλα με ύπουλο τρόπο έξω από τα νόμιμα πλαίσια της διαδικασίας ψήφισης επιχείρησε να αλλάξει τον κατάλογο εξόδων. Η εκδοχή ότι ο πρωτοκολλητής την δέχθηκε μόνη και άλλαξε τον κατάλογο εξόδων ακούγεται πολύ ύποπτη και σκοτεινή για να αληθεύει εφόσον ο κατάλογος εξόδων είχε υποβληθεί μόνο από τον ενάγοντα. Περαιτέρω, εάν είχε τέτοιο πιστοποιητικό θα το επισύναπτε στην δήλωση της αντί να επισυνάψει μόνο επιστολή με την οποία είχε αναφέρει στον ενάγοντα ότι είχε δικαίωμα σε πληρωμή μόνο του ποσού των €195.00 επειδή το πιστοποιητικό αφορούσε και τους δύο δικηγόρους. Επίσης η εκδοχή της έρχεται σε αντίθεση με την εκδοχή του XXXXX Μυλωνά. Ήταν θέση της ότι η τελευταία πληρωμή έγινε την 9.2.
- Κατά αυτή την ημερομηνία δεν είχε ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Αντίθετα, η αγωγή ολοκληρώθηκε με την έκδοση της απόφασης στις 15.7.
- Συνεπώς, εάν η τελευταία πληρωμή έγινε στις 9.2.10 πως ήταν δυνατόν να συναντήθηκε τότε ο ενάγοντας με τον XXXXX Μυλωνά στο Δικαστήριο για να του αναφέρει ότι όλα τα έξοδα της αγωγής είχαν εξοφληθεί εφόσον η εναγόμενη είχε υπογράψει ειδική συμφωνία να πληρώνει την ανώτατη αμοιβή της κλίμακας για κάθε εμφάνιση. Δεν είναι δυνατόν να προέκυψαν όλα τα έξοδα της αγωγής πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Περαιτέρω, ήταν θέση του XXXXX Μυλωνά ότι δεν γνώριζε τον ενάγοντα καθόλου πριν την αγωγή και δεν είναι αυτός που πήρε την πελάτη στον ενάγοντα. Αυτή δεν ήταν η θέση της εναγόμενης με την υπεράσπιση της καθότι θέση της εναγόμενης ήταν ως αυτή υποβλήθηκε στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση ως ακολούθως: εγώ σας λέω ότι το πιο ορθό και χωρίς παρεξήγηση έντιμο υπό τις περιστάσεις εφόσον σας εμπιστεύθηκε ο κ. Μυλωνάς αυτήν την εναγόμενη τη γνωστή του την πελάτιδα του να χειριστείτε με αυτόν τον τρόπο ούτως ώστε δίκαια ο Πρωτοκολλητής να ψηφίσει και να δει και τη συμφωνία σας και έτσι ο καθένας να πάει σπίτι του. Η θέση που υποβλήθηκε πιο πάνω έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία του XXXXX Μυλωνά. Ενόψει όλων των πιο πάνω θεωρώ την εκδοχή της εναγόμενης διατρητή, γεμάτη από αντιφάσεις και αναλήθειες και ως εκ τούτο απορρίπτεται ως πραγματικό θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ούτε και νιώθω ασφάλεια να στηριχθώ στην μαρτυρία του κ. Μυλωνά. Πέραν του γεγονός ότι η δική του εκδοχή έρχεται σε αντίθεση με αυτή της εναγόμενης ως υποδεικνύεται, πιο πάνω ,θέτω και τα ακόλουθα στοιχεία που είναι προβληματικά για την αξιοπιστία του. Ανέφερε ότι ο ενάγοντας του έδωσε την επιταγή για τα 300 ευρώ μέσα στην θυρίδα του. Η σημείωση δεν γράφει ούτε και τον αριθμό της αγωγής. Το τεκμήριο Α είναι αντίγραφο της επιταγής και πιο κάτω υπάρχει η χειρόγραφη σημείωση που κατέγραψε ο ενάγοντας. Πως θα μπορούσε ο κ. Μυλωνάς να γνωρίζει τι αφορούσε αυτό το ποσό χωρίς προγενέστερη συνεννόηση με τον κ. Παπαθεοδώρου; Ούτε και θεωρώ λογικό ο ενάγοντας να τοποθετούσε την επιταγή του για €300 μαζί με την σημείωση στην θυρίδα του XXXXX Μυλωνά στο Δικαστήριο κατά το τέλος Αυγούστου όταν τα Δικαστήρια υπολειτουργούν εξαιτίας θερινών διακοπών και χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον κ. Μυλωνά ώστε να παραλάβει την επιταγή. Ήταν ισχυρισμός του ότι του έδινε τα χρήματα ο ενάγοντας σε μετρητά. Δηλαδή, με βάση την εκδοχή αυτή ο ενάγοντας κρατούσε εις χείρας το ποσό των 500 ευρώ σε μετρητά με την ελπίδα ότι θα έβλεπε τον κ. Μυλωνά στο Δικαστήριο για να τα δώσει. Ήταν ισχυρισμός του στην σελίδα 5 των πρακτικών 'ότι τα άλλα ήταν κατά την διάρκεια της δίκης όποτε με έβλεπε στο Δικαστήριο και μου έλεγε πάρε τα 500 ευρώ cash.' Η πιο πάνω εκδοχή δεν συνάδει με αυτή της εναγόμενης η οποία ανέφερε αντεξεταζόμενη ότι η τελευταία πληρωμή έγινε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ήτοι στις 9.2.
- Όταν ρωτήθηκε να προσδιορίσει τον χρόνο καταβολής αυτών των πληρωμών είπε τέλος 2009 και του 2010 που δεν συνάδει με την εκδοχή που πρόβαλε η εναγόμενη ενόρκως. Είναι επίσης παράξενο ότι ο συνάδελφος του κράτησε στοιχεία για την πληρωμή των 300 για τα έξοδα της έφεσης, που ισχυρίζεται ότι ήταν μέρος της αμοιβής του, και όχι για τις τρεις δόσεις που κατέβαλε για μεγαλύτερο ποσό και όχι σε μετρητά. Γιατί ο ενάγοντας να είχε κρατήσει μόνο στοιχεία της πληρωμής των 300 ευρώ που έγινε με προσωπική του επιταγή και όχι στοιχεία για την καταβολή των χρημάτων σε μετρητά εάν σκοπός του ήταν να τηρηθεί ένα αρχείο για τις πληρωμές που έλαβε ο μάρτυρας από τον ενάγοντα. Εάν είχαν προηγηθεί πληρωμές μεταξύ τους σε μετρητά για τις οποίες δεν τηρήθηκε καμία απόδειξη οι δύο δικηγόροι θα είχαν μία απόλυτη σχέση εμπιστοσύνης και δεν θα ήταν απαραίτητο να κρατάει στοιχεία για την πληρωμή των 300 ευρώ με προσωπική επιταγή του ενάγοντα. Ως εκ τούτου δεν με πείθει η εκδοχή του ότι ο ενάγοντας του έδωσε τρεις δόσεις σε μετρητά και ότι δεν κράτησε κανένα απτό στοιχείο αυτών των πληρωμών. Εάν είχε γίνει τέτοιο πράγμα θα είχε λεπτομέρειες και στοιχεία αυτών των πληρωμών για να αποδείξει ότι είχε πληρωθεί. Η μαρτυρία του επί αυτού του σημείου στερείται πειστικότητας. Η εναγόμενη δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και οι δύο δικηγόροι θεωρώ ότι δεν αποκάλυψαν όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας μπορώ να στηριχθώ για την εξαγωγή ασφαλών πραγματικών ευρημάτων σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης. Ο ενάγοντας είναι το πρόσωπο που έχει τα βάρος να αποδείξει τα γεγονότα που περιέχονται στην απαίτηση του αλλά η εναγόμενη είχε το βάρος να αποδείξει τον θετικό ισχυρισμό της ότι πλήρωσε στον ενάγοντα το ποσό των 2600 ευρώ και απέτυχε να το κάνει. Παραμένει προς εξέταση η θέση του ενάγοντα ότι όπως και να έχουν τα πράγματα με βάση την ειδική συμφωνία για διορισμό του δικαιούται τα χρήματα που αξιώνει με την αγωγή και ότι αυτά τα χρήματα πράγματι οφείλονται. H ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΝΑ ΕΠΙΛΥΣΕΙ ΤΗΝ ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΝΟΨΕΙ ΤΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΡΟΗΓΗΘΕΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΨΗΦΙΣΗΣ ΕΞΟΔΩΝ Θεωρώ ότι έχω αρμοδιότητα να επιληφθώ της διαφοράς παρά το γεγονός ότι δεν έχει προηγηθεί η διαδικασία της ψήφισης των εξόδων σε σχέση με τον κατάλογο εξόδων που δικογραφείται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Θεωρώ όμως ότι ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει την απαίτηση του εφόσον δεν έχει προηγηθεί της καταχώρησης της αγωγής η διαδικασία της ψήφισης. Ο ενάγοντας διορίσθηκε να αντιπροσωπεύει την εναγόμενη για την υπεράσπιση της στην αγωγή 4208/05 με ειδική συμφωνία. Αυτή η ειδική συμφωνία περιείχε τις ακόλουθες κύριες πρόνοιες:
- Η αμοιβή του δικηγόρου είναι σύμφωνη με τους δικαστικούς θεσμούς.
- Η εναγόμενη αναλαμβάνει να πληρώσει τον δικηγόρο της για κάθε εμφάνιση στην αγωγή για την οποία δεν είναι πληρωτέα σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς είτε δεν δίδεται η επιτρέπεται από το Δικαστήριο για οποιοδήποτε λόγο.
- Η αμοιβή που θα καταβάλει η εναγόμενη ή που θα δικαιούται να εισπράξει θα είναι ίση με την προνοούμενη ανώτατη αμοιβή για εμφάνιση σε ακρόαση που θα έχει γίνει στην κλίμακα της αξίωσης είτε γίνει ακρόαση ή δεν γίνει όπως αυτή παρουσιάζεται κατά την έναρξη της διαδικασίας. Ήταν θέση των μερών ως προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία της υπόθεσης ότι παρόμοια ειδική συμφωνία είχε υπογράψει η εναγόμενη και με τον δικηγόρο XXXXX Μυλωνά και ότι είχε επισυναφθεί παρόμοια ειδική συμφωνία ως τύπος διορισμού δικηγόρου στην ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου. Με βάση τις πρόνοιες της πιο πάνω συμφωνίας προκύπτουν διάφορα ζητήματα όπως το δικαίωμα του δικηγόρου να χρεώνει την πελάτη του για εμφάνιση στο Δικαστήριο είτε αυτή είχε επιτραπεί από το Δικαστήριο ή όχι. Εφόσον η ειδική συμφωνία περιείχε τέτοιους όρους τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η συμφωνία ήταν ετεροβαρής εφόσον ο δικηγόρος είχε το δικαίωμα να χρεώσει την πελάτη του εκεί που το Δικαστήριο δεν επέτρεπε συγκεκριμένα έξοδα. Δηλαδή στην περίπτωση που δημιουργούσε αχρείαστα έξοδα στην αγωγή θα είχε απόλυτο δικαίωμα να πληρωθεί στο ανώτερο ποσό που επιτρέπεται στην κλίμακα για ακρόαση. Το γεγονός ότι οι δύο δικηγόροι υπέγραψαν την ίδια ειδική συμφωνία με την εναγόμενη για τον χειρισμό της ίδιας αγωγής δημιουργεί και ζήτημα κατά πόσο θα έπρεπε να επιτραπεί διπλή χρέωση για κάθε δικηγόρο για κάθε εμφάνιση. Η κατάλληλη διαδικασία για να εγερθούν αυτά τα ζητήματα και να επιλυθούν μεταξύ των μερών είναι η διαδικασία της ψήφισης ως αυτή προνοείται στην Δ.59 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.59 κ. 3 καθορίζει τις χρεώσεις που δικαιούται ένας δικηγόρος να απαιτήσει από τον πελάτη του για δικηγορικές εργασίες στα πλαίσια χειρισμού αγωγής. Συμφωνώ ότι για την δικηγορική αμοιβή σε δικαστηριακές υποθέσεις δεν έχουν εφαρμογή τα Advocates Rules τα οποία είχαν θεσπισθεί δυνάμει του άρθρου 14
(3)του παλαιού περί Δικηγόρων Νόμου Κεφ. 3. Σε σχόλια του Δικαστηρίου στην υπόθεση GM Platritis & Co. v Computer Annuities 1 ΑΑΔ 135
(1988)προκύπτει ότι η Δ.59 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας διέπει το ζήτημα της ανάκτησης οφειλής σε σχέση με έξοδα που προκύπτουν από δικηγορικές υπηρεσίες σε δικαστηριακές υποθέσεις. Τα Αdvocates rules είχαν θεσπισθεί πριν το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει του παλαιού περί Δικηγόρων Κεφ. 3 που αντικαταστάθηκε από τον περί Δικηγόρων Νόμο Κεφ. 2 μετά την ίδρυση της Δημοκρατίας. Η άσκηση δικηγορίας διέπεται από τις πρόνοιες του εν λόγω νόμου και έτσι θεσπίσθηκαν ειδικά οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας που ρυθμίζουν το ζήτημα της καταβολής των δικηγορικών εξόδων σε δικαστηριακές υποθέσεις. Ο Δικαστής Πικής σε διιστάμενη απόφαση στην υπόθεση Simillides v Neophytou 1 ΑΑΔ 363
(1986)σκιαγράφησε τα κύρια χαρακτηριστικά της εμπιστευτικής σχέσης μεταξύ του πελάτη και του δικηγόρου και υπέδειξε πρόνοιες του περί Δικηγόρων Νόμου Κεφ. 2 που ρυθμίζουν το ζήτημα της αμοιβής δικηγόρου καθώς και το ότι αυτή η συμβατική σχέση υπόκειται σε κάποιους περιορισμούς εξαιτίας της ιδιότητας του δικηγόρου, της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη και τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης του ατόμου στο Δικαστήριο καθώς και το δικαίωμα σε υπηρεσίες δικηγόρου της επιλογής του. The relationship of advocate and client is regulated by the Advocates Law—Cap. 2, Regulations made thereunder and, in so far as appearance before the Court is concerned, by the Civil Procedure Rules. It is a confidential relationship; communications between client and advocate are privileged, not disclosable except at the instance of the client. ....The advocates Law itself rules out the possibility of a private litigant engaging for his defence anyone other than an advocate in private practice. Section 17
(9)of the Advocates Law illustrates forcefully this premise of the law. It provides that no advocate can charge fees below the minimum allowed by the scale of remuneration of advocates
- The Rules of Etiquette6 are likewise fashioned on the establishment of a confidential relationship between advocate and client and a code of mutual rights and obligations, incompatible with the Attorney-General assuming in her official capacity the role of an advocate in that context. The Rules of Court on the other hand, require the execution of a retainercontractually regulating the remuneration of an advocate, as a condition precedent to his appointment, for the prosecution or defence of an action. It must not be overlooked that in Cyprus an advocate carries out the functions performed in England by solicitors and barristers. For that reason he owes to the client duties owed under the English legal system to the client by both the solicitor and barrister engaged in the conduct of litigation. A solicitor is liable to the client both in negligence, as well as in contract, by virtue of the contractual relationship established .with the client
- Further, the immunity of a barrister for professional negligence is not absolute
- Immunity extends to the conduct of the trial and matters intimately connected therewith. In Saif Ali v. Sydney Mitchell & Co.10 the House of Lords found that barristers' advice and the setting of pleadings attracted no such immunity. Under certain circumstances counsel may be held liable to pay the costs of the other side if by his conduct he contributes to their unnecessary incurment
- Thus an advocate ·may be liable for the rendering of advice and the conduct of the proceedings to his client and third parties12 too, under certain circumstances. Ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι τα Advocate Rules παρέχουν κάποια καθοδήγηση για την ρύθμιση του ζητήματος της αμοιβής δικηγόρου σε δικαστηριακές υποθέσεις σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα και την εξουσία στα πλαίσια αίτησης για την εφαρμογή ειδικής συμφωνίας δικηγόρου και πελάτη σε σχέση με το ζήτημα της αμοιβής του το Δικαστήριο να παραμερίσει την ειδική συμφωνία και να διατάξει όπως τα έξοδα μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη ψηφισθούν. (Rule 12
(3)Advocate's rules). Οπότε δεν τίθεται ζήτημα αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου σε σχέση με την εφαρμογή και τήρηση ειδικής συμφωνίας μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του σε σχέση με τα έξοδα του σε δικαστηριακές υποθέσεις. Όμως οι πρόνοιες της συγκεκριμένης συμφωνίας παραπέμπουν σε υπολογισμό των εξόδων. Στην πραγματικότητα το συνολικό ποσό των εξόδων που διεκδικεί ο ενάγοντας θα πρέπει να υπολογισθεί λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες του ειδικού διοριστηρίου. Σε κάθε περίπτωση ο πελάτης θα είχε το δικαίωμα αφού είχε παραλάβει τον κατάλογο εξόδων του δικηγόρου να επιμένει στην ψήφιση των εξόδων ως θα είχε το δικαίωμα να αποταθεί για ψήφιση εξόδων με βάση την Δ.59 των θεσμών ή με βάση τον κανονισμό 7 του Advocate's rules. Κρίνω σκόπιμο σ' αυτό το στάδιο να παραθέσω τις κύριες πρόνοιες της Δ.59 διά να εξηγήσω γιατί εκ των πραγμάτων ο ενάγοντας δεν έχει κατορθώσει να αποδείξει την απαίτηση του. Ο κανονισμός 3 πιο κάτω προνοεί ότι δικηγόροι έχουν δικαίωμα να χρεώσουν τον πελάτη τους την αμοιβή που καθορίζεται από το παράρτημα Β που επισυνάπτεται στους θεσμούς. Ο περί Δικηγόρων Νόμος προνοεί ότι είναι πειθαρχικό παράπτωμα η λήψη αμοιβής που λογίζεται ως λιγότερη από την ελάχιστη αμοιβή ως ορίζεται από τους κανονισμούς. (βλ. άρθρο 17
(9)του περί Δικηγόρων Νόμου). ORDER 59 : COSTS
- Save where other provision is made, in causes or matters commenced after these Rules come into operation, and in respect of proceedings taken hereafter in causes or matters already commenced, parties as between themselves, and advocates as between themselves and their clients shall, subject to the provisions of these Rules and any special order of the Court, be entitled to charge and shall be allowed such fees set forth in Appendix B as are appropriate to the case; and where the claim in any cause or matter is not a claim for money, the value of the claim must be ascertained from the evidence in the case or, if it cannot, then from any admission made to the Registrar or evidence received by him. Με βάση την ανωτέρω διαταγή το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει πιο ψηλή αμοιβή από την καθορισμένη, ως προνοείται από παράρτημα χρεώσεων, στην περίπτωση που η υπόθεση είναι περίπλοκη ή στην περίπτωση που για ειδικό λόγο δικαιολογείται αυτό ως και επίσης δύναται να επιτραπεί χρέωση για τις υπηρεσίες δεύτερου δικηγόρου με αμοιβή που δεν υπερβαίνει τα 2/3 των χρεώσεων που επιτρέπονται με βάση τους θεσμούς.
- The Court or Judge may allow, or order to be taxed, fees on a higher scale than those specified in Appendix B on special grounds arising out of the nature and importance or the difficulty or urgency of the case, and may in addition allow, generally or in regard to particular items, fees for a second advocate on such scale as may seem fit, but not exceeding two-thirds of the fees allowed to the first advocate. Δυνάμει των κανονισμών 14 μέχρι 17 της Δ.59 δίδεται η εξουσία στον πρωτοκολλητή κατά την διάρκεια της διαδικασίας ψήφισης να αποκόψει έξοδα που έχουν προκύψει και ήταν περιττά για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και που προέκυψαν εξαιτίας αμέλειας του δικηγόρου κατά τον χειρισμό της υπόθεσης.
- On every taxation the taxing officer shall allow all such costs, charges and expenses, as shall appear to him to have been necessary or proper for the attainment of justice or for defending the rights of any party, but save as against the party who incurred the same no costs shall be allowed which appear to the taxing officer to have been incurred or increased through over-caution, negligence, or mistake, or by payment of special fees to counsel or special charges or expenses to witnesses or other persons, or by other unusual expenses.
- As to all fees or allowances which are discretionary, the same are, unless otherwise provided, to be allowed at the discretion of the taxing officer, who, in the exercise of such discretion, is to take into consideration the other fees and allowances to the advocate (if any) in respect of the work to which any such allowance applies, the nature and importance of the cause or matter, the amount involved, the interest of the parties, the fund or persons to bear the costs, the general conduct and costs of the proceedings, and all other circumstances. ]
- If upon any taxation it shall appear that the costs have been increased by unnecessary delay, or by improper, vexatious, prolix or unnecessary proceedings, or by other misconduct or negligence, or that from any other cause the amount of the costs is excessive having regard to the nature of the business transacted or the interests involved or the money or value of property to which the costs relate, or to the other circumstances of the case, the taxing officer shall allow only such an amount of costs as may be reasonable and proper, and shall (if necessary) apportion the amount among the parties if more than one.
- Any party who may be dissatisfied with the certificate of the taxing officer, as to any item which may have been objected to, may within seven days from the date of the certificate, apply for review of the taxation as to such item or part of an item, and the Court may thereupon make such order as it may think just; but the certificate of the taxing officer shall be final and conclusive as to all matters which shall not have been objected to. Σύμφωνα με τους θεσμούς δεν απαγορεύεται για τον δικηγόρο να συνάψει ειδική συμφωνία με τον πελάτη του σε σχέση με τις υπηρεσίες του αλλά αυτή η συμφωνία δεν επηρεάζει τρίτο πρόσωπο που δεν είναι μέρος της συμφωνίας.
- If an advocate makes an agreement with his client as to the fees to be paid to him by the client, such agreement shall not affect the amount of or any rights or remedies for the recovery of any costs recoverable from the client by any other person, or payable to the client by any other person, and any such other person may require any costs, payable or recoverable by him to or from the client, to be taxed according to these Rules unless such person has otherwise agreed : provided always that the client who has entered into any agreement with his advocate shall not be entitled to recover from any other person, under any order for the payment of any costs which are the subject of such agreement, more than the amount payable by the client to his own advocate under the same. Σε σχέση με υπηρεσίες που παρέχονται στα πλαίσια της αγωγής αυτά πρέπει να προκύπτουν από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης και στην περίπτωση υπηρεσιών που δεν αφορούν την διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ο δικηγόρος υποχρεούται κατά την ψήφιση να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με την παροχή της εργασίας.
- The Registrar need not require further proof of payment of sums in respect of work and services shown on the face of the proceedings to have been done and performed. In matters not appearing on the face of the proceedings the Registrar shall require proof that the work has been done or the services rendered in respect of which any claim is made. In respect of disbursements other than those in this Rule mentioned or any liability the Registrar shall require proof that the payment has been made.
- If it shall appear to the Court or the Registrar that costs have been incurred improperly or unreasonably, or that any costs properly incurred have proved fruitless through the fault of the advocate, the Court or the Registrar may disallow such costs. Τέλος στην περίπτωση ειδικής συμφωνίας μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη ο πελάτης δικαιούται κατά την διάρκεια της διαδικασίας της ψήφισης να εγείρει ζήτημα ότι η συμφωνία είναι άδική και παράλογη και ο πρωτοκολλητής μπορεί να ερευνήσει τα γεγονότα και να τα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό η συμφωνία είτε να ακυρωθεί ή για να μειωθεί το οφειλόμενο ποσό δυνάμει της ειδικής συμφωνίας.
- Where on taxation between advocate and client the advocate relies upon any agreement and the client objects that it is unfair and unreasonable, the Registrar may enquire into the facts and certify the same to the Court; and if, upon such certificate, it shall appear to the Court or Judge that cause has been shown either for cancelling the agreement or for reducing the amount payable under the same, the Court or Judge shall have power to order such cancellation or reduction, and to give all such directions necessary or proper for the purpose of carrying such order into effect, or otherwise consequential thereon, as to the Court or Judge may seem fit. Έξοδα για την ετοιμασία καταλόγου εξόδων για σκοπούς ψήφισης των εξόδων τις δικαιούται ο δικηγόρος που τα διεκδικεί μόνο στην περίπτωση που έχει αποστείλει τον λογαριασμό του στον πελάτη και αυτός έχει παραλείψει να τα πληρώσει τα έξοδα εντός 7 ημερών από την αποστολή του καταλόγου των εξόδων.
- Any party seeking to recover costs may (but shall not be bound to) serve upon the party from whom payment is sought a copy of the bill of costs, with a demand for payment of the amount thereof; and if payment is not made within seven days of the day on which the copy of the bill of costs was so served, the costs of the service shall be considered as part of the costs of taxation. Τέλος το πιστοποιητικό εξόδων κατά την διάρκεια της διαδικασίας ψήφισης έχει την ισχύ δικαστικής απόφασης και βάση αυτής ο δικαιούχος μπορεί να προχωρήσει σε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης.
- Certificates of taxation may, upon being filed, be executed as if they were orders of the Court, but execution thereon may be stayed by order of a Judge of the Court on the same terms as execution of an order of the Court may be stayed. Στην υπόθεση Παπαφιλίππου και Σία ν Liberty Life insurance Public Company Ltd 1 ΑΑΔ 1917
(2013)το εφετείο επεξήγησε ότι το θέμα των δικηγορικών εξόδων διέπεται από το Έντυπο Διορισμού δικηγόρου, δηλαδή τη μεταξύ αυτού και του πελάτη συμφωνία. Περαιτέρω, η διαδικασία ψήφισης των δικηγορικών εξόδων αποτελεί οιονεί δικαστική λειτουργία δε σημαίνει ότι, ανεξάρτητα της ύπαρξης δικαστικής απόφασης στα πλαίσια αγωγής, η ψήφιση αυτών από τον Πρωτοκολλητή υπέχει θέση δικαστικής απόφασης, ώστε να εφαρμόζεται το Άρθρο 33
(2)του Ν. 14/
- Εκείνο που προκύπτει από το λεκτικό της Δ.59, πιο πάνω, είναι ότι η Δ.59 έχει εφαρμογή μόνο σε σχέση με χρεώσεις για υπηρεσίες δικηγόρου ως μέρος της αμοιβής που δικαιούται ο δικηγόρος σε δικαστηριακές υποθέσεις 'causes or matters commenced after these Rules come into operation, and in respect of proceedings taken hereafter in causes or matters already commenced'. Επομένως η διαδικασία της ψήφισης εξόδων αφορά αμοιβή δικηγόρου για δικηγορικές υπηρεσίες που αφορούν δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί ή που θα καταχωρηθεί. Δηλαδή, εάν ο πελάτης ζητήσει υπηρεσίες δικηγόρου για την ετοιμασία συμφωνίας για εμπορικές συναλλαγές και δεν πληρωθεί δεν θα προχωρήσει με διαδικασία ψήφισης ως αυτή προνοείται με την Δ.
- Στην παρούσα περίπτωση οι υπηρεσίες παρασχέθηκαν αποκλειστικά στα πλαίσια χειρισμού της αγωγής που εκκρεμούσε. Το ερώτημα είναι κατά πόσο ο ενάγοντας όφειλε να ψηφίσει τα έξοδα του. Το θέμα δεν είναι δικαιοδοτικό διότι το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να επιλύσει αστικές διαφορές μεταξύ προσώπων δυνάμει των άρθρων 21 και 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Το πρόβλημα του ενάγοντα είναι να αποδείξει ότι το ποσό που ζητεί οφείλεται από την στιγμή που δεν έχει προηγηθεί η διαδικασία της ψήφισης. Εφόσον η οφειλή για δικαστηριακές εργασίες πρέπει να προκύψει από την όψη του δικογραφικού φακέλου της υπόθεσης πως έχει αποδείξει ο ενάγοντας ότι έκανε τις συγκεκριμένες εμφανίσεις εφόσον ο δικογραφικός φάκελος της υπόθεσης δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου; Πως μπορεί να ζητεί αμοιβή για την ετοιμασία καταλόγου εξόδων εφόσον δεν έχει αποστείλει τον λογαριασμό του στην εναγόμενη για να της δοθεί η ευκαιρία να αποπληρώσει την οφειλή. Τρίτο πως μπορεί να αποδείξει ότι η αμοιβή που ζητεί οφείλεται και ότι δεν είναι το αποτέλεσμα μίας άδικης και παράλογης συμφωνίας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη ενόψει της ύπαρξης δύο δικηγόρων της υπόθεσης εφόσον δεν έχει προηγηθεί η διαδικασία ψήφισης προς επίλυση αυτού του ζητήματος; Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου είναι να επιλύσει την διαφορά αναφορικά με τις πραγματικές παραστάσεις των μερών. Όμως δεν μπορεί το ίδιο το Δικαστήριο να προβεί στα πλαίσια της αγωγής σε διαδικασία ψήφισης ώστε να καταστεί οφειλόμενο και πληρωτέο το ποσό της απαίτησης. Το θέμα των δικηγορικών εξόδων στα πλαίσια της αγωγής μεταξύ του πελάτη και του δικηγόρου ρυθμίζεται με βάση τις πρόνοιες της Δ.
- Εφόσον υπάρχει το δικαίωμα παραμερισμού μίας συμφωνίας που φαίνεται στο Δικαστήριο ότι είναι άδικη και ετεροβαρής για τον πελάτη δεν υπάρχει ανεξέλεγκτη ελευθερία στην συνομολόγηση συμφωνίας για την αμοιβή του δικηγόρου σε δικαστηριακές υποθέσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που δικηγόρος σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Δικηγόρων Νόμου υποχρεούται να εκθέσει τις καθορισμένες χρεώσεις που έχουν εγκριθεί από το Δικαστήριο για δικαστηριακές εργασίες στο γραφείο του και δεν έχει το δικαίωμα να χρεώσει αμοιβή πιο κάτω από την ελάχιστη αμοιβή. Το ότι έτσι έχουν τα πράγματα σε σχέση με τα έξοδα που οφείλει να πληρώσει ο διάδικος που έχει χάσει στον επιτυχόντα διάδικο έχει επισημανθεί από το Εφετείο στην υπόθεση Pavlos Varellas v Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων 3 ΑΑΔ 398
(2003). It is of great importance to litigants who are unsuccessful that they should not be oppressed by having to pay an excessive amount of costs'. Στην ίδια απόφαση το Δικαστήριο σε σχόλια του επισήμανε ότι κατά την διάρκεια της ψήφισης δύναται ο πρωτοκολλητής να αποφασίσει κατά πόσο θα επιτραπούν έξοδα και για δεύτερο δικηγόρο. Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε τις χρεώσεις που έπρεπε να πληρώσει ο μη επιτυχόντας διάδικος στον δικηγόρο της άλλης πλευράς όμως το θέμα της επιτρεπτής αμοιβής μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του δεν μπορεί να διαφέρει ουσιωδώς σε σχέση με τα πιο πάνω, υπό την έννοια ότι η σχέση του δικηγόρου και πελάτη είναι μία συμβατική σχέση που ρυθμίζεται από κανόνες εξαιτίας της σχέσης εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ του πελάτη και του δικηγόρου. Στην υπόθεση Μαρκίδη ν Τράπεζα Κύπρου Λτδ. ECLI:CY:AD:2018:A132, Πολιτική Έφεση αρ. 411/11 ημερομηνίας 27.3.2018 επαναλήφθηκε η αρχή ότι υπογραφή διοριστηρίου εγγράφου σφραγίζει και επισημοποιεί την σχέση του δικηγόρου και του πελάτη που είναι εμπιστευτικής φύσεως και διέπεται από το πλέγμα αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που πηγάζουν από την θέση. Ο δικηγόρος δικαιούται να χρεώσει για τις υπηρεσίες του και δικαιούται να προβεί σε ειδική συμφωνία με τον πελάτη αλλά ο πελάτης δικαιούται μέσα στα πλαίσια της διαδικασίας της ψήφισης να εγείρει ζητήματα που άπτονται το εύλογο των χρεώσεων ως προκύπτει από την Δ.59 κ. 24 καθώς και να εγείρει ζήτημα σε σχέση με την ειδική συμφωνία για τον τρόπο της χρέωσης των υπηρεσιών ως προκύπτει από την Δ.59 κ. 25. Η Δ.59 θ.25, δίνει ξεκάθαρα τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να ακυρώσει τη συμφωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη ή να μειώσει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του. (βλ. Μαρία Χριστοδούλου ECLI:CY:AD:2017:D439, Πολιτική Έφεση 188/2017 ημερομηνίας 6 Δεκεμβρίου 2017). Η διαδικασία της ψήφισης των εξόδων ως επεξηγήθηκε από τον Λόρδο Denning στην Αγγλική υπόθεση Goodwin and Another v Storrar [1947] 1 ALL ER 203 είναι έρευνα που εξετάζει το εύλογο των χρεώσεων μεταξύ του πελάτη και του δικηγόρου του. ' An inquiry as to the costs which a client ought to pay to his own solicitor as distinct from taxation as between party and party which is an inquiry as to the costs which he should recover from the other side..practice is to tax .to ascertain the costs properly payable by the client to the solicitor.' ' Στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι στα πλαίσια έρευνας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, σε σχέση με το εύλογο των χρεώσεων του δικηγόρου, μπορεί να επιτραπεί χρέωση για δεύτερο δικηγόρο αλλά στην περίπτωση της ψήφισης εξόδων μεταξύ διαδίκων η αμοιβή μόνο ενός δικηγόρου θα μπορούσε να επιτραπεί. Το άρθρο 66 του Solicitors Act 1932 προνοούσε ότι η ψήφιση των εξόδων ήταν δικαίωμα και του πελάτη και όχι μονάχα μία διαδικασία που μπορούσε να καταχωρήσει ο δικηγόρος με την υποβολή του καταλόγου εξόδων του για να εξασφαλίσει την αμοιβή του. Στην περίπτωση που ο δικηγόρος του πελάτη αρνείτο να του εκδώσει λογαριασμό για την αμοιβή του ή στην περίπτωση που θεωρούσε ότι η χρέωση για την αμοιβή του δικηγόρου ήταν άδικη και υπερβολική ο πελάτης είχε το δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο για ψήφιση των εξόδων. Στην περίπτωση που ο πελάτης καταχωρούσε αίτηση για ψήφιση των εξόδων ο δικηγόρος δεν είχε το δικαίωμα να καταχωρήσει αγωγή πριν την ολοκλήρωση της ψήφισης των εξόδων. Παραθέτω πιο κάτω το άρθρο 66 με την σχετική πρόνοια. On the application made within one month of the delivery of a solicitors bill of the party chargeable therewith the High Court shall without requiring any sum to be paid to court order that the bill shall be taxed and that no action shall be commenced thereon until taxation is completed. Προφανώς το δικαίωμα της ψήφισης των εξόδων χάνεται στην περίπτωση που ο πελάτης δεν καταχωρήσει αίτηση για ψήφιση των εξόδων τάχιστα με την παραλαβή του λογαριασμού του δικηγόρου του όπως έγινε στην υπόθεση In re Solicitor In re Taxation of Costs [1947] Ch. 274 όταν απορρίφθηκε αίτημα της πελάτιδας για ψήφιση λογαριασμών του δικηγόρου έξη χρόνια μετά που της είχαν αποσταλεί οι λογαριασμοί του δικηγόρου της. Νοείται ότι το δικαίωμα του πελάτη σε ψήφιση των εξόδων δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας που να διέπει τον τρόπο που υπολογίζεται το ύψος της αμοιβής. Ο πελάτης δεν θα απωλέσει αυτό το δικαίωμα επειδή έχει συνομολογηθεί ειδική συμφωνία για την αμοιβή του δικηγόρου σε σχέση με δικαστηριακή εργασία στα πλαίσια της αγωγής. Στην υπόθεση Ward v Lawson
(1872)L.R. 8 Ch. App. 65 Αγγλικό Εφετείο αναγνώρισε δικαίωμα πελάτη να προσφύγει στο Δικαστήριο για την ερμηνεία και εφαρμογή ειδικής συμφωνίας ως προς τις χρεώσεις του δικηγόρου αλλά σε σχόλια της απόφασης το Δικαστήριο ανέφερε ότι εάν το μόνο ζήτημα για το οποίο θα αποφανθεί το δικαστήριο είναι το ύψος των χρεώσεων με βάση τις πρόνοιες της ειδικής συμφωνίας αυτό ήταν θέμα που μπορούσε να επιλυθεί στα πλαίσια της διαδικασίας της ψήφισης. Where there is no question as to the relation of solicitor and client but there is a question as to the effect of a particular agreement respecting the quantum of the costs payable the taxing master may take that agreement into consideration on a petition under the act. But all those cases presuppose that it is a case between a solicitor and a client that the bills are proper for taxation and that the only question is as to the amount to be paid. Στην παρούσα περίπτωση η εναγόμενη με την υπεράσπιση της καλεί τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη τον ισχυρισμών του τόσο σε σχέση με τις προσφερόμενες υπηρεσίες όσο και σε σχέση με το ύψος της αμοιβής του ενάγοντα δυνάμει ειδικής συμφωνίας καθώς και θέτει ζήτημα σε σχέση με το δικαίωμα του ενάγοντα σε δεύτερη ή διπλή αμοιβή ενόψει της κοινής εκπροσώπησης της από δύο δικηγόρους στην αγωγή. Κρίνω ότι η εναγόμενη έχει το δικαίωμα να εγείρει αυτά τα ζητήματα. Συνεπώς, το δικαίωμα του ενάγοντα να εισπράξει το ποσό που διεκδικεί δεν προκύπτει αυτομάτως εφόσον η εναγόμενη αμφισβητεί το ύψος των χρεώσεων και δεν έχει προηγηθεί η διαδικασία της ψήφισης προς επίλυση αυτών των ζητημάτων. Ακόμη και να μην είχε προηγηθεί η διαδικασία της ψήφισης πως θα μπορούσε να αποφασίσει το Δικαστήριο για τις εμφανίσεις στην υπόθεση και για την δικαστηριακή εργασία που έγινε εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης; Η ειδική συμφωνία προνοεί υπολογισμό εξόδων για υπηρεσίες που αφορούν τον χειρισμό αγωγής στο ανώτερο επίπεδο της κλίμακας. Στην ουσία καλείται το Δικαστήριο να προβεί σε υπολογισμό των εξόδων με τον τρόπο που προνοεί η ειδική συμφωνία χωρίς να έχει ενώπιον του τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης και χωρίς να παρέχεται δικαίωμα στην εναγόμενη να εκφέρει την άποψη της για τις χρεώσεις που απαιτεί ο ενάγοντας επί του καταλόγου εξόδων ως θα είχε δικαίωμα να κάνει κατά την διαδικασία της ψήφισης. Ο ενάγοντας αξιώνει χρηματική αμοιβή για υπηρεσίες που είναι άγνωστο κατά πόσο τις παρείχε διότι δεν έχει γίνει ψήφιση εξόδων. Αξιώνει χρηματική αμοιβή για ετοιμασία καταλόγου εξόδων που ουδέποτε υπέβαλε στον πρωτοκολλητή προς ψήφιση των εξόδων του. Ζητεί αμοιβή ως να ήταν μοναδικός δικηγόρος της υπόθεσης ενώ υπήρχε κοινή εκπροσώπηση στην αγωγή χωρίς να ακουσθεί η εναγόμενη επί τούτου, χωρίς να είναι γνωστό στο Δικαστήριο τι υπηρεσίες παρείχε ο κάθε δικηγόρος στην κοινή εκπροσώπηση και ενώ η εναγόμενη επικαλείται θέση ότι η ειδική συμφωνία υπήρξε άδικη και παράλογη. Εφόσον το quantum της απαίτησης του προϋποθέτει ψήφιση των εξόδων και κάτι τέτοιο δεν έχει αποδειχθεί στην παρούσα υπόθεση απουσιάζει το αναγκαίο πρωτογενή αποδεικτικό υλικό ώστε να αποδείξει ότι δικαιούται αυτό το ποσό χρημάτων. Επομένως, παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη δεν έχει προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία να αποδείξει ότι κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 2600 σε μετρητά σε τρεις δόσεις ο ενάγοντας δεν μπορεί να πετύχει στην αξίωση του διότι δεν έχει αποδείξει ότι απέστειλε τον λογαριασμό του στην εναγόμενη και ότι αυτή αρνήθηκε ή παρέλειψε να το πληρώσει. Επίσης ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι δικαιούται το συγκεκριμένο ποσό χρημάτων διότι δεν έχει προγενέστερα της καταχώρησης της αγωγής προβεί σε διαδικασία ψήφισης των εξόδων και δεν απέδειξε ότι απέστειλε στην εναγόμενη κατάλογο εξόδων του ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να αποταθεί στον πρωτοκολλητή για ψήφιση των εξόδων. Ως έχει διαμορφωθεί η απαίτηση στηρίζεται στην προϋπόθεση της ψήφισης των εξόδων ως αναγκαίο πραγματικό θεμέλιο για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το ποσό νόμιμα οφείλεται στον ενάγοντα. Ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει την απαίτηση του. Κατά συνέπεια η αγωγή απορρίπτεται και τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον του όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο