← Κύπρος

ΚΟΥΛΑΣ κ.α. ν. GORDIAN HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 5504/13, 10/1/2020

ΚΟΥΛΑΣ κ.α. ν. GORDIAN HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 5504/13, 10/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5504/13 Μεταξύ:

  1. XXXXX ΚΟΥΛΑΣ
  2. XXXXX ΚΟΥΛΑ Ενάγοντες και GORDIAN HOLDINGS LIMITED Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας: 04.11.19 Ημερομηνία: 10.01.2020 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες-αιτητές: κα Ε. Ασσιώτου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, κ. Γ. Αμπίζας για να ακούσει απόφαση Για εναγόμενο-καθ΄ ου η αίτηση: κ. Χρ. Ιωσήφ για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ EX-TEMPORE Μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος που καταχώρησαν οι ενάγοντες, αξιώνουν διάφορες δηλωτικές και αναγνωριστικές αποφάσεις. Η συμπλήρωση των δικογράφων της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ολοκληρώθηκε στις 13.12.13, με την καταχώρηση εκ μέρους των εναγόντων Απάντησης στην Υπεράσπιση των εναγομένων. Χρόνια αργότερα, ειδικότερα στις 04.11.2019, προωθήθηκε από τους ενάγοντες η υπό συζήτηση αίτηση, μέσω της οποίας οι τελευταίοι επιζητούν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Ειδικότερα: «Α. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Εναγόμενη να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού και/ή Διάταγμα για ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού των κάτωθι ακινήτων: (α) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXX, Φ./Σχ. 21/550103, τμήμα 1, τεμάχιο επί XXXX, γραφείο αρ.1, στον 3ο όροφο με καλυμμένο χώρο στάθμευσης αρ. 8 στο υπόγειο, που βρίσκεται στον Άγιο Αντώνιο, Λευκωσία, εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι των εναγόντων 1 και 2, (β) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ. 21/550103, τμήμα 1, τεμάχιο επί XXXX, γραφείο αρ. 2, στον 3ο όροφο με καλυμμένο χώρο στάθμευσης αρ. 9 στο υπόγειο, που βρίσκεται στον Άγιο Αντώνιο, Λευκωσία, εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι των εναγόντων 1 και 2, που βαρύνονται με τις υποθήκες ΥXXXXX/2007 και ΥXXXX/2008 του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Εναγόμενη να συνεχίσει την διαδικασία εκποίησης των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44 (Β) και 44(Γ) του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων του 1965 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και/ή να αναστέλλει την διαδικασία εκποίησης των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου». Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής είχε προηγηθεί από την πλευρά των εναγόντων, ήτοι στις 05.04.2019, η καταχώρηση πανομοιότυπης αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, με την οποία οι ενάγοντες επιζητούσαν την απαγόρευση εκποίησης και προώθησης της διαδικασίας πλειστηριασμού άλλων ενυπόθηκων ακινήτων που διασφάλιζαν τις χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις που τους παραχωρήθηκαν από την εναγομένη ως ειδικότερα αναφέρεται στην υπό συζήτηση αγωγή. Ομοίως, στις 08.04.2015, οι ενάγοντες είχαν προωθήσει Αίτηση-Έφεση, στη βάση του μέρους VIA του Ν.9/1965, με την οποία ουσιαστικά επιζητούσαν την ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού που δρομολογήθηκε σε σχέση με ενυπόθηκα ακίνητα που διασφάλιζαν τις χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στους ίδιους τις οποίες αφορά η παρούσα αγωγή. Και τα δύο ως άνω προγενέστερα διαβήματα, για τους λόγους που εμφαίνονται σε σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου, απορρίφθηκαν από το τελευταίο. Η υπό συζήτηση Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Νίκου Κούλα (ενάγοντας αρ. 1), στα πλαίσια της οποίας ο τελευταίος αφού παραθέτει το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την περίπτωση θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου αριθμό τεκμηρίων, προβάλλει παράλληλα τους λόγους για τους οποίους οι αιτητές θεωρούν ότι η υπό συζήτηση αίτηση θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη. Η προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης προκάλεσε την αντίδραση των καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίοι, στις 16.12.19, προχώρησαν στην καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης. Αριθμός λόγων ένστασης προκρίνεται από την πλευρά τους. Για σκοπούς πληρότητας μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ειδικότερα, προτάσσεται από τους ενιστάμενους ότι: «
  3. Η μεταφορά των πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή των σχετικών με αυτές εξασφαλίσεων έγινε από την Τράπεζα Κύπρου προς την Gordian Holdings Limited καθόλα νόμιμα και νομότυπα βάσει του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου Ν. 169(Ι)/2015και βάσει Δικαστικού διατάγματος ημερ. 23/05/
  4. Η παρούσα Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλιπή και/ή ανεπαρκή νομική βάση. Οι δια της Αιτήσεως επικαλούμενοι Νόμοι και/ή Κανονισμοί και/ή Οδηγίες δεν καλύπτουν τα θέματα που εγείρονται σε σχέση με τη μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή των σχετικών με αυτές εξασφαλίσεων από την Τράπεζα Κύπρου προς την Gordian Holdings Limited. Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται ικανό και/ή το αναγκαίο νομικό και/ή δικαιοδοτικό πλαίσιο και/ή υπόβαθρο για την εξέταση των ισχυρισμών σχετικά με το ζήτημα της μεταφοράς των πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή των σχετικών με αυτές εξασφαλίσεων.
  5. Η παρούσα Αίτηση είναι έκδηλα καταχρηστική καθώς είχε καταχωρηθεί και απορριφθεί κατόπιν εκδίκασης της, ίδια αίτηση ημερομηνίας 08/04/2019 εκ μέρους των Αιτητών, μέσω της οποίας έχουν ήδη αποφασισθεί τα επίδικα ζητήματα. Τίποτα το νέο δεν έχει προκύψει από την ενδιάμεση απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ημερ. 08/07/
  6. Η παρούσα Αίτηση προσκρούει στις αρχές του Δεδικασμένου (Res Judicata) καθώς είχε καταχωρηθεί και απορριφθεί κατόπιν εκδίκασης της, ίδια αίτηση ημερομηνίας 08/04/2019 εκ μέρους των Αιτητών, μέσω της οποίας έχουν ήδη εξετασθεί και αποφασιστεί τα επίδικα ζητήματα. Τίποτα το νέο δεν έχει προκύψει από την ενδιάμεση απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ημερ. 08/07/
  7. Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση καθώς η πρώτη Συμφωνία Δανείου συνεφωνήθη το 2006, η Αγωγή καταχωρήθηκε το 2013, ενώ η παρούσα Αίτηση τον Νοέμβριο του
  8. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στα πλαίσια της Ανταπαίτησης τους στην παρούσα Αγωγή. (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  9. Το μόνο γνήσιο επίδικο ζήτημα στην Αγωγή 5504/2013 αφορά σε κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεις εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση, γεγονός που ακόμα και αν παρ' ελπίδαν αποδειχθεί κατόπιν ακρόασης της Αγωγής, δεν θα οδηγήσει σε ακύρωση των Συμβάσεων Δανείου και Υποθηκών, συνεπώς δεν υπάρχει καμία πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού.
  10. Οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και η Καθ' ης η Αίτηση είναι σε θέση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης καθότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  11. Η απόφαση πλειστηριασμού είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα από την Καθ' ης η Αίτηση, με βάση τις δυνατότητες που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και ασκώντας τα εκ του νόμου προβλεπόμενα δικαιώματα της. Ειδικότερα, το άρθρο 44Α παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή το δικαίωμα να προωθήσει παράλληλα τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το Μέρος VIA, το Μέρος VI ή με πολιτική αγωγή.
  12. Οι ισχυρισμοί αναφορικά με τη δανειοδότηση των Αιτητών σε ελβετικό φράγκο αφορούν στην ουσία της υπόθεσης και δεν θα εξετασθούν στο παρόν στάδιο. Εν πάση δε περιπτώσει, η Καθ' ης η Αίτηση τους απορρίπτει και ισχυρίζεται ότι ενημέρωσε δεόντως τους Αιτητές αναφορικά με τη δανειοδότηση τους σε ελβετικό φράγκο, στην οποία προέβησαν ελευθέρα βουλήσει.
  13. Το αιτητικό που καταγράφεται στην Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει καθώς είναι δυσανάλογο και/ή υπέρμετρα επαχθές με το αποτέλεσμα που θα έχει για την Καθ' ης η Αίτηση, διότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η Καθ' ης η Αίτηση θα αποστερηθεί του δικαιώματος που της παρέχουν οι Συμβάσεις Υποθηκών, το Σύνταγμα και ο Νόμος 9/1965, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο της ευχέρειας να γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες.
  14. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα διατηρήσει αλλά θα ανατρέψει το υφιστάμενο status quo, με βάση το οποίο έχει παραχωρηθεί στην Καθ' ης η Αίτηση δια των Συμβάσεων Υποθηκών, το δικαίωμα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων.
  15. Οι Αιτητές δυνάμει των επίδικων Συμβάσεων Υποθηκών οι οποίες υπογράφηκαν και κατατέθηκαν προς όφελος και εις εξασφάλιση της Καθ' ης η Αίτηση, παραχώρησαν ανέκκλητα το δικαίωμα στην Καθ' ης η Αίτηση να πωλήσει τα επιβαρυμένα ακίνητα με οποιοδήποτε τρόπο επιθυμεί.
  16. Δεν προκύπτει παραβίαση της Οδηγίας της Κεντρικής και του Κώδικα Συμπεριφοράς των Τραπεζών και/ή δεν αποσείεται το βάρος αποδείξεως περί του ισχυρισμού τούτου.
  17. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει είναι γενικές και αόριστες και καταπιάνονται με άσχετα θέματα και/ή με θέματα που δεν σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα της κυρίως αγωγής, επομένως δεν αποσείουν το απαιτούμενο βάρος απόδειξης ώστε να εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες. Την ένσταση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση κάποιου XXXXX Δημητρίου. Ο τελευταίος, αφού εξηγεί την εμπλοκή του στην όλη υπόθεση παραθέτει λεπτομέρειες για την εξέλιξη των γεγονότων που εδώ απασχολούν, παραπέμποντας σε τεκμήρια και στοιχεία που θέτει υπόψη του Δικαστηρίου. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά και εξειδικεύοντας σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, προκρίνει ότι η υπό συζήτηση αίτηση, για τους λόγους που εξηγεί, θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο έχοντας ήδη εξετάσει με προσοχή στο σύνολό τους τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν και υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενό τους στο βαθμό πάντα που τούτο είναι αναγκαίο και επιτρεπτό σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, σημείωσε επίσης με πολλή προσοχή τις αναφορές, τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους v. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα v. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Πριν την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα των ζητημάτων που γενικότερα απασχολούν σε αιτήσεις του είδους, ότι κατά προτεραιότητα απασχολεί το Δικαστήριο, είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση πως η υπό συζήτηση αίτηση, με δεδομένη την υπέρμετρη καθυστέρηση που παρατηρείται στην προώθηση της και το γεγονός ότι το όλο ζήτημα καλύπτεται από δεδικασμένο, θα πρέπει ούτως ή άλλως να απορριφθεί. Τούτο, ως προκρίνει, ενόψει του γεγονότος πως τα ίδια ζητήματα είχαν απασχολήσει ουσιαστικά το Δικαστήριο σε προγενέστερη πανομοιότυπη αίτηση, ημερ. 05.04.2019, που η πλευρά των εναγόντων προώθησε. Το γεγονός ότι η προγενέστερη, πανομοιότυπη αίτηση αφορούσε άλλα ενυπόθηκα ακίνητα των αιτητών, εξηγεί, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων. Είναι γεγονός ότι η καθυστέρηση και η αδράνεια κάποιου να προωθήσει αίτηση του είδους, μπορεί από μόνη της να αποτελέσει ανυπέρβλητο ανάχωμα για την προώθησή της και την χορήγηση τελικά θεραπείας ως η συζητούμενη στην παρούσα (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 788 και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Αντώνη Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158). Παράλληλα, αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 AAΔ 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Ομοίως, ο λόρδος Diplock, στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, σε σχέση με τις διάφορες μορφές που μπορεί να λάβει η κατάχρηση της διαδικασίας και τη συνακόλουθη εξουσία του δικαστηρίου ανάλογα να παρεμβαίνει, υπέδειξε στη σελ. 729 του τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, ότι: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Η εξέλιξη των γεγονότων που περιβάλλουν τη υπό συζήτηση περίπτωση δεν μπορεί ασφαλώς να περάσει απαρατήρητη. Αναφορικά με το ειδικότερο ζήτημα που εδώ απασχολεί, έχει ήδη σημειωθεί τα δικόγραφα της υπόθεσης έχουν συμπληρωθεί από τον Δεκέμβριο του
  1. Δεν παραβλέπω ασφαλώς ότι στην εξέλιξη των πραγμάτων μεσολάβησαν διαβουλεύσεις, συζητήσεις, διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών με σκοπό τη γενικότερη ρύθμιση του ζητήματος των χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων που φέρονται να παραχωρήθηκαν στους αιτητές, ως αυτές περιγράφονται στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Ωστόσο, και αν ακόμη το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη την ως άνω εξέλιξη των γεγονότων θα ήταν διατεθειμένο να δικαιολογήσει τον ομολογουμένως συντριπτικό χρόνο ο οποίος έχει διαρρεύσει μέχρι την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, ότι σφραγίζει την αντίληψη του Δικαστηρίου, επιβάλλοντας την παρέμβαση του, είναι το γεγονός ότι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης είχε στο μεταξύ προηγηθεί η προώθηση από μέρους των εναγόντων-αιτητών πανομοιότυπης αίτησης στις 05.04.
  2. Αίτησης που στα πλαίσια της θα μπορούσε ασφαλώς να προωθηθεί το αίτημα για αναστολή της εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων που αφορά η υπό συζήτηση αίτηση, όπως ακριβώς δηλαδή εζητήθη τούτο για άλλα ενυπόθηκα ακίνητα των εναγόντων. Είναι καλά γνωστή η αρχή ότι στις περιπτώσεις που ένας διάδικος είχε την ευχέρεια να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα ζήτημα στα πλαίσια προγενέστερων διαδικασιών στην περίπτωση που δεν το έπραξε και πάλι είναι δυνατό να αντιμετωπίσει τη γενικότερη αρχή του δεδικασμένου, ως οι προϋποθέσεις για δημιουργία του οποίου εξηγούνται, μεταξύ άλλων στην Πανέρας v. Πανέρα
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1684 (βλ. επίσης Halsbury's Laws of England 4η έκδοση Τόμος 16, σελ. 861). Προς επιβεβαίωση του ως άνω αξιώματος ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση έστρεψε την προσοχή του Δικαστηρίου στις Αγγλικές αποφάσεις S.C.F. Finance Company Ltd v. Marsi (Νο3)
(1987)1 All ER 194 και Yat Tung Co v. Dao Heng Bank
(1975)A.C. 581. Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, η ως άνω εξέλιξη των γεγονότων και η συμπεριφορά των αιτητών, σε συνδυασμό πάντα θεωρούμενες με τις καλά αναγνωρισμένες και από μακρού χρόνου εδραιωμένες αρχές της νομολογίας μας επί του ζητήματος, κρίνεται ότι δικαιολογούν την υιοθέτηση της εισήγησης των καθ΄ ων η αίτηση για δραστική παρέμβαση του Δικαστηρίου. Οι αιτητές, ενώ είχαν την ευκαιρία έστω με καθυστέρηση, να προωθήσουν το αίτημα τους και σε σχέση με τα υπό συζήτηση ενυπόθηκα ακίνητα στα πλαίσια της προγενέστερης αίτησης τους, με ακριβώς ομοειδή αντικείμενο, παρέλειψαν να πράξουν τούτο. Η ως άνω εκδηλούμενη συμπεριφορά εκ μέρους τους, αποτελεί κατά την ταπεινή μου αντίληψη έκφανση της κατάχρησης των διαδικασιών από την πλευρά τους, συμπεριφορά που το Δικαστήριο οφείλει να παρέμβει ανακόπτοντάς την. Παρά την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου η οποία αποβαίνει καταλυτική για την πορεία της Αίτησης, για σκοπούς πληρότητας το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση των ουσιαστικότερων ζητημάτων που απασχολούν σε αιτήσεις του είδους. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλέπε Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 CLR 38, Constantinides ν. Μακρύγιωρου κ.α.
(1978)1 CLR 585, Μ & M Transport ν. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 CLR 605, Odysseos ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, KOT ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 244, Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Το ζήτημα δεν εξαντλείται εδώ. Ως η νομολογία υποδεικνύει, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης, να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, το Δικαστήριο, στα πλαίσια της απόφασης του ημερ. 08.07.2019, που αφορούσε την πανομοιότυπη αίτηση των εναγόντων-αιτητών ημερ. 08.04.2019 σε σχέση με άλλα ενυπόθηκα ακίνητα που εξασφάλιζαν τις χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις που αφορά η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, έχει ήδη τοποθετηθεί ότι στο βαθμό που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, ικανοποιούνται τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη προϋπόθεση. Στα πλαίσια της παρούσας ex tempore απόφασης, παρέλκει η αναγκαιότητα αυτούσιας επανάληψης του λόγου της. Είναι αρκετό να σημειωθεί ότι υιοθετείται και επαναλαμβάνεται και για σκοπούς της παρούσας. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ικανοποιείται ή όχι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου είναι γεγονός ότι κατά την παρουσίαση της υπόθεσης των αιτητών από την ευπαίδευτη συνήγορο τους, το Δικαστήριο κάλεσε την τελευταία να θέσει υπόψη του στοιχεία και γεγονότα ικανά να διαφοροποιήσουν τη θεώρηση του Δικαστηρίου επί του ζητήματος, όπως αυτή επίσης εκφράστηκε στην ως άνω απόφαση του, ημερ. 08.07.2019. Η ευπαίδευτη συνήγορος, εισηγήθηκε ότι τα συγκεκριμένα ακίνητα (γραφειακοί χώροι) έχουν από μόνα τους ιδιαίτερη σημασία. Τούτο, ενόψει του γεγονότος ότι οι ιδιοκτήτες τους και φερόμενοι ενυπόθηκοι οφειλέτες, ουσιαστικά προγραμματίζουν να τα αποδώσουν σε ένα από τα παιδιά τους που αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας. Η πιθανή απώλεια των συγκεκριμένων ακινήτων, υποστηρίζει, έχει τη δική της σημασία και όχι η χρηματική τους αξία. Είναι γεγονός πως εξετάζοντας τον παράγοντα της ανεπανόρθωτης βλάβης, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στην τρίτη θεμελιακή προϋπόθεση του άρθρου 32, η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι σε αυτή εμπίπτουν και άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η δικαιοσύνη άλλωστε δεν συναρτάται πάντα με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου τη θεραπεία (βλ. Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245, M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Timberland Co
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317). Με κάθε σεβασμό, τα πιο πάνω, από μόνα τους, δεν φαίνονται ικανά να διαφοροποιήσουν την κατάσταση πραγμάτων όπως αυτή έχει επίσης αποτυπωθεί στα πλαίσια της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 08.07.2019, ο λόγος της οποίας και επί του συζητούμενου υιοθετείται και επαναλαμβάνεται και για σκοπούς της παρούσας. Ο προγραμματισμός των ενυπόθηκων οφειλετών και η στόχευση τους να αξιοποιήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα τους, αποδίδοντας τα σε ένα από τα παιδιά τους, δεν φαίνεται να αποτελεί κριτήριο ικανό από μόνο του να θεμελιώσει την τρίτη προϋπόθεση. Το συγκεκριμένο τέκνο τον αιτητών, δεν φαίνεται να έχει οποιαδήποτε σχέση με τα συγκεκριμένα ακίνητα ούτε βέβαια είναι διάδικος στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Άλλωστε, μετρήσιμη χρηματική αξία έχουν στο τέλος της ημέρας τα ενυπόθηκα ακίνητα, τα οποία, όπως καταδεικνύεται από τα τεκμήρια 4 και 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση (έγγραφα υποθήκης), έχουν χρησιμοποιηθεί προς εξασφάλιση των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων. Οι ενυπόθηκοι ιδιοκτήτες τους διέθεσαν κατά τον πιο πάνω τρόπο την περιουσία τους, γνωρίζοντας και προφανώς αποδεχόμενοι την δυνατότητα εκποίησης της, εξέλιξη καθόλα επιτρεπτή για την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Όπως επισημάνθηκε στην πρόσφατη απόφαση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11.09.2019, όπου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε έφεση εναντίον πρωτόδικης απόφασης με την οποία δεν εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα μέσω του οποίου να απαγορεύεται στην εφεσίβλητη τράπεζα να πωλήσει και/ή εκποιήσει και/ή μεταβιβάσει ακίνητη περιουσία των εφεσειόντων που βαρυνόταν με αριθμό υποθηκών: «Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» Όπως άλλωστε εξ αρχής συνομολογήθηκε (όρος 5 των σχετικών εγγράφων υποθήκης) γνώριζαν και προφανώς αποδέχθηκαν την δυνατότητα της τράπεζας να αξιοποιήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα προβαίνοντας σε πώληση τους, ακόμη και χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στοιχεία ή παράγοντες που θα μπορούσαν να καταδείξουν κίνδυνο ανεπανόρθωτης ζημιάς, με μια έννοια ευρύτερη της χρηματικής, επιβάλλοντας έτσι την παρέμβαση του Δικαστηρίου κατά τον τρόπο που επιζητούν οι αιτητές. Ούτε η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθιστά άνευ αντικειμένου την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Τίποτα δεν έχει τεθεί στο τέλος της ημέρας υπόψη του δικαστηρίου ικανό να πείσει ότι στην περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν θα ήταν δυνατόν η όποια τυχόν προκληθείσα ζημιά να αποτιμηθεί σε χρήμα ή έστω ότι δεν θα ήταν δυνατός ο υπολογισμός της. Τα μεγέθη, οι παράγοντες και τα στοιχεία που απαιτούνται προς τούτο παραμένουν μετρήσιμα και δυνάμενα να καθοριστούν, επιτρέποντας αν τούτο τελικά χρειαστεί, τον υπολογισμό σχετικών αποζημιώσεων. Περαιτέρω, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, τα οποία παρέμειναν χωρίς ουσιαστικό αντίλογο, η καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία η οποία διαδέχθηκε την τράπεζα παρουσιάζει εικόνα οικονομικά εύρωστης και φερέγγυας εταιρείας, κατά τρόπο που σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί εναντίον της και προς όφελος των αιτητών οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, ως η εισήγηση της πλευράς της, να της επιτρέπει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της ικανοποιώντας πλήρως τους ενάγοντες-αιτητές. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα όσα πιο πάνω έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου αποτελεί κατάληξη του τελευταίου ότι οι ενάγοντες-αιτητές δεν έχουν ούτως ή άλλως καταδείξει ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/1960, ειδικότερα ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αν επιτύχουν στην αγωγή τους, δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Με δεδομένη την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται σωρευτικά οι τρεις θεμελιακές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, παρέλκει η αναγκαιότητα - ως η νομολογία υποδεικνύει - να απασχολήσει το Δικαστήριο το ευρύτερο ζήτημα, αν τελικά, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Συνακόλουθα, η υπό συζήτηση αίτηση για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω οδηγείται σε απόρριψη. Τα έξοδα της αίτησης, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας θα επιβαρυνθεί η πλευρά των Εναγόντων - Αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή, θα καταβληθούν δε στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. (Υπ.) ............ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.