← Κύπρος

ΤΤΟΖΙΟS MANAGEMENT LTD ν. ΡΕΟΝΙΑ ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 10758/10, 31/1/2020

ΤΤΟΖΙΟS MANAGEMENT LTD ν. ΡΕΟΝΙΑ ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 10758/10, 31/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A59 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: X. B. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10758/10 ΤΤΟΖΙΟS MANAGEMENT LTD Ενάγουσας και 1.ΡΕΟΝΙΑ ENTERPRISES LTD 2.*** Ανδρέου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 4.12.19 υπό Ενάγουσας για Επανάκληση Μάρτυρος Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Φ. Χατζηιωάννου, για Α. Κ. Χατζηιωάννου & Σία Για Εναγόμενους: κ. Σ. Σάββα, για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ακρόαση της αγωγής ολοκληρώθηκε από πλευράς προφορικής μαρτυρίας στις 26.9.19 με την αντεξέταση και επανεξέταση του μοναδικού μάρτυρα των Εναγομένων και συγκεκριμένα του Εναγομένου 2 (εφεξής «ο Μ.Υ.»). Προτού οριστεί η υπόθεση για αγορεύσεις οι συνήγοροι ζήτησαν να δοθεί μια ολιγοήμερη αναβολή επειδή υπήρχε πρόθεση να γίνουν κάποιες προτάσεις προς εξώδικη διευθέτηση. Κατά την επόμενη δικάσιμο (9.10.19) η συνήγορος της Ενάγουσας ενημέρωσε πως δεν υπήρξε διευθέτηση αλλά πρόθεση της πλέον ήταν να υποβάλει αίτηση για επανάνοιγμα και αντεξέταση του Μ.Υ. επί του Τεκμηρίου 36, ήτοι τιμολόγια (και αποδείξεις) τα οποία είχαν εκδώσει κάποιοι τρίτοι προς την Εναγόμενη 1 και τα οποία είχε καταθέσει ο εν λόγω Μ.Υ.. Με τη σύμφωνη γνώμη των Εναγομένων η αγωγή αναβλήθηκε για τις 18.10.

  1. Στις 9.10.19, δηλαδή αυθημερόν, η Ενάγουσα υπέβαλε αίτηση την οποίαν αργότερα (1.11.19) απέσυρε και στις 4.12.19 υπέβαλε την παρόμοια υπό κρίση αίτηση αιτούμενη: «Α. Διάταγμα ή χορήγηση άδειας του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την επανάκληση του κ. . Ανδρέου για περαιτέρω αντεξέταση επί του Τεκμηρίου 36 που κατέθεσε. Β. Διάταγμα ή άδεια του Δικαστηρίου επιτρέπων (sic) την αντεξέταση των κ.κ. Royal Engineering επί των τιμολογίων τους, Τεκμήριο 36 στην δήλωση του κ. . Ανδρέου και διατάττον την παρουσία των κατά την ακρόαση της αγωγής και οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία ήθελε οριστεί η αίτηση προς ακρόαση. Γ. Άδεια Δικαστηρίου επιτρέπων (sic) τους Ενάγοντες όπως σε 3 μέρες από την ημέρα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ή σε οποιαδήποτε άλλη προθεσμία το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει να αποκαλύψουν ενόρκως περαιτέρω έγγραφα που εντόπισαν αναφορικά με επίδικο θέμα που εγείρεται και/ή έχει σχέση με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.» Στη συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση του ο διευθυντής της Ενάγουσας εξηγεί ότι τα τιμολόγια είναι εξ ακοής μαρτυρία, ότι οι Εναγόμενοι ολοκλήρωσαν την υπόθεση τους χωρίς να καλέσουν άλλο μάρτυρα, ότι στη συνέχεια εντοπίστηκαν τιμολόγια για τα ίδια «inverter» τα οποία πώλησαν οι Royal Engineering στην Ενάγουσα (Τεκμήριο 1) και τα οποία δεν είχαν περιληφθεί στην αποκάλυψη διότι είχαν παραπέσει και ότι αυτά αναζητήθηκαν από την Ενάγουσα μετά την κατάθεση του Τεκμηρίου 36, οπότε θα ήθελαν να αντεξετάσουν τόσο τον Μ.Υ. όσο και τους Royal Engineering, καθότι η τιμή πώλησης είναι κατά πολύ ψηλότερη σε σχέση με την τιμή πώλησης στην Ενάγουσα. Κατά τη γνώμη του δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των Εναγομένων καθότι είναι οι ίδιοι που παρουσίασαν το Τεκμήριο 36 σε αντίθεση με την Ενάγουσα της οποίας στερείται το δικαίωμα για αντεξέταση των εκδοτών των τιμολογίων. Ένσταση Οι Εναγόμενοι με την ένσταση τους προέβαλαν 11 λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν υποστηρίζεται από κατάλληλη ένορκη δήλωση και ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για επανάνοιγμα. Τους λόγους ένστασης αναπτύσσει στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του ο Εναγόμενος 2 και σε αυτούς θα γίνει αναφορά κατωτέρω όπου δει. Νομική πτυχή Ξεκινώντας από το αίτημα για περαιτέρω αποκάλυψη θα πρέπει να σημειωθεί εξαρχής πως αυτό απαντάται από τα λεχθέντα στην υπόθεση Marcegaglia SPA v. Tου Πλοίου Vysokagorsk, Αγ. Ναυτ.31/2013, ημερ. 31.5.
  2. Εκεί οι Ενάγοντες ζήτησαν άδεια για συμπληρωματική δήλωση για να αποκαλύψουν παραγγελίες κ.λ.π. μετά που ο πρώτος μάρτυρας τους αναφέρθηκε σε υφιστάμενη πώληση του φορτίου (το οποίο είχε πάθει τις ζημιές κατά τη μεταφορά) και είχε προς τούτο αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του. Ο Δικαστής Οικονόμου απέρριψε την αίτηση λόγω της εσφαλμένης νομικής βάσης της αλλά προχώρησε επί της ουσίας της παραθέτοντας αποσπάσματα από τις υποθέσεις Mitchell v. Darley Main Colliery Co (1886-90) All E.R. Rep.449 (HL), Vernon v. Bosley (No.2)

(1997)1 All E.R.613, καθώς και από το σύγγραμμα Supreme Court Practice 1987, Τόμος 1, §24/1/
  1. Στη Mitchell (ανωτέρω) είχε αναφερθεί πως αν μετά την αρχική αποκάλυψη κάποιος διάδικος ανακαλύψει έγγραφο το οποίο ο αντίδικος έχει δικαίωμα να το επιθεωρήσει και το οποίο δεν είχε αρχικώς αποκαλυφθεί επειδή είτε είχε ξεχαστεί, είτε είχε διαφύγει την προσοχή, είτε είχε υποτεθεί ότι δεν υπήρχε, τότε είναι υποχρεωμένος να ενημερώσει τον αντίδικο του για τον εντοπισμό του είτε με συμπληρωματική δήλωση είτε τουλάχιστον με σχετική ειδοποίηση και δεν έχει κανένα δικαίωμα να αποκρύψει τη γνώση για το νεοαποκαλυφθέν έγγραφο («. and he has no right to keep back all knowledge of the newly-discovered document .»). Στο απόσπασμα από το Supreme Court Practice (ανωτέρω) αναφέρεται πως η αρχική αποκάλυψη δεν είναι το τέλος της υποχρέωσης ενός διαδίκου για αποκάλυψη. Η υποχρέωση αυτή είναι γενική και απαιτεί την αποκάλυψη όλων των σχετικών εγγράφων οποτεδήποτε και αν αυτά περιέλθουν στην κατοχή κάποιου διαδίκου. Μετά την παράθεση των πιο πάνω ο Δικαστής Οικονόμου καταλήγει ως εξής: «Επίσης, στα Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol.12, para 43, σελ.30, αναφέρονται τα ακόλουθα, με αναφορά και πάλιν στην Mitchell: «Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice.» Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του. Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.
  2. Σημειώνεται ακόμα ότι η Δ.28 κ.11 (Ο.31, r.19Α
(3)), δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο, αλλά σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ο τελευταίος δεν απεκάλυψε με την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν (βλ. T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.ά. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ.153, Halsbury's, ibid, paras 45-46).» Συνάγεται λοιπόν πως δεν χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου για να ασκήσει κάποιος διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωση του. Είναι ενδεικτικό πως μπορούσε να το πράξει και μέσω σχετικής ειδοποίησης, ως εξηγείται πιο πριν. Ούτε διάταγμα παράτασης απαιτείτο αφού το καθήκον μετά το αρχικό διάταγμα αποκάλυψης είναι συνεχές υπό την πιο πάνω έννοια. Ούτε έχει κάποια σημασία το γεγονός ότι στην αρχική δήλωση η Ενάγουσα είχε επιφυλαχθεί να παρουσιάσει συμπληρωματική δήλωση εάν περιέρχοντο στο μέλλον στην κατοχή της άλλα σχετικά έγγραφα αφού ούτως ή άλλως είχε υποχρέωση να το πράξει. Όσον αφορά τα άλλα δύο αιτήματα αυτά εστιάζονται: (i) στην επανάκληση μάρτυρος και (ii) στην κλήτευση προσώπου για αντεξέταση βάσει του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Δεδομένου ότι η διαδικασία προσαγωγής μαρτυρίας έχει ολοκληρωθεί εκατέρωθεν, ασφαλώς η επανάκληση του Μ.Υ. συνιστά «επανάνοιγμα» της ακρόασης. Το ίδιο βέβαια σημαίνει και το αίτημα για κλήτευση των Royal Engineering για αντεξέταση, δεδομένου ότι με βάση το σχετικό άρθρο (του Κεφ.9) έχει παρέλθει το χρονικό σημείο υποβολής αιτήματος για κλήτευση τέτοιου προσώπου και σαφώς ζητείται από το Δικαστήριο να επανέλθει στη διαδικασία και να δώσει τέτοια άδεια. Διευκρινίζεται πως βάσει του εν λόγω άρθρου το Δικαστήριο δύναται να μην επιτρέψει την κλήτευση αν κρίνει ότι αυτή δεν είναι εύλογη ή εφικτή ή ότι δεν είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Στην πραγματικότητα, ως προς αυτό το θέμα, η αίτηση ισοδυναμεί με αίτημα να επιτραπεί κατά την επανάκληση του Μ.Υ. και η εξέταση αυτού του ζητήματος. Άρα όλα εξαρτώνται από το κατά πόσον είναι κατάλληλη περίπτωση για επανάκληση μάρτυρος. Όπως προνοείται στη Δ.38 κ.1 μάρτυρας του οποίου η εξέταση, αντεξέταση και επανεξέταση έχουν ολοκληρωθεί δεν θα επανακληθεί (shall not recalled) εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Το κριτήριο για τέτοια επανάκληση μετά το κλείσιμο της υπόθεσης είναι αυστηρό (Α.Η.Κ. ν. Κανναβά
(2000)1(Α) Α.Α.Δ.425) εκτός και εάν διαπιστωθεί τυπική παράλειψη (Μιχαλάκης Κ. Δράκος & Σία Λτδ ν. Αργυρίδη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.162). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Τ..Ηλιάδη & Ν. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», 2014, σελ.738: «Η επανάκληση μαρτύρων σε πολιτικές υποθέσεις μπορεί να επιτραπεί μονάχα αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις (Παπακόκκινου και Άλλων ν. Δήμου Πάφου (Αρ.1)
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.634, Savoullas v. Loucas
(1979)1 C.L.R.336). Αν και δεν έχουν καθοριστεί ποιες είναι οι ειδικές αυτές περιστάσεις, μπορεί να λεχθεί ότι εφαρμόζονται, με τις κατάλληλες αναπροσαρμογές, οι αρχές που ισχύουν στις ποινικές υποθέσεις και δη, ότι η επανάκληση δεν επιτρέπεται εκτός αν το θέμα εγείρεται απρόβλεπτα, η μαρτυρία που θα δοθεί είναι τυπική ή κριθεί από το Δικαστήριο ότι θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.» Προκύπτει συνεπώς από τα ανωτέρω πως η επανάκληση μάρτυρος είναι ζήτημα το οποίο ανήκει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία και πρέπει να ασκείται δικαστικά με κύριο γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της Ενάγουσας ότι «η αυστηρότητα στην επανάκληση μετά το κλείσιμο της υπόθεσης αφορά κυρίως την υπόθεση του Ενάγοντα». Το κρίσιμο σημείο είναι το κλείσιμο της υπόθεσης του διαδίκου και ασφαλώς απαιτείται ακόμα μεγαλύτερη αυστηρότητα εάν το αίτημα υποβάλλεται όχι μόνο μετά το κλείσιμο της δικής του υπόθεσης αλλά και μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του αντιδίκου, ακριβώς επειδή προκαλούνται επιπλοκές (argumentum a minus ad maiore). Εδώ ακριβώς έχει τη θέση του το ορθό επιχείρημα των Εναγομένων με βάση τη Μαυρογένη ν. Βουλής κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ.49 πως: «Η παροχή δεύτερης ευκαιρίας στο διάδικο ν' ακουστεί πλήττει το θεμέλιο των κανόνων απονομής της δικαιοσύνης, που συναρτά την τελεσιδικία με το κλείσιμο της υπόθεσης των αντιδίκων.» Σημειώνω βέβαια πως η παρούσα δεν αφορά επανάνοιγμα μετά την επιφύλαξη απόφασης ούτε αίτημα για προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας, θέματα με τα οποία ασχολήθηκαν εκτενώς οι Εναγόμενοι στην αγόρευση. Είναι προφανές πως αφορμή για την υποβολή της αίτησης αποτέλεσε η κατάθεση του Τεκμηρίου 36 από τον Μ.Υ.. Πρόκειται για δύο τιμολόγια από τη Royal Engineering Co. Ltd προς την Εναγόμενη 1 συνολικού ύψους €58.650 και τρεις αποδείξεις είσπραξης από την ίδια για το ισόποσο ημερ. 20.9.10, 8.10.10 και 22.12.
  1. Τα έγγραφα αυτά παρουσίασε ο Μ.Υ. με τη γραπτή δήλωση του στις 26.9.
  2. Αντεξετάστηκε αυθημερόν και εκτενώς από τη συνήγορο της Ενάγουσας. Στην πραγματικότητα πρόκειται για πέντε έγγραφα τα οποία είχε από το 2013 αποκαλύψει ενόρκως με πλήρεις λεπτομέρειες όσον αφορά αριθμούς, ημερομηνίες και ποσά. Η Ενάγουσα προβάλλει με την αίτηση της ότι (μετά που οι Εναγόμενοι έκλεισαν την υπόθεση τους) έχει εντοπίσει τιμολόγια τα οποία εκδόθηκαν για τους ίδιους μετασχηματιστές (inverters) και πάλι από τη Royal Engineering αλλά προς την ίδια (Ενάγουσα). Αυτός ο εντοπισμός είναι και η αιτία υποβολής της αίτησης κατά την Ενάγουσα αφού λόγω αυτού επιθυμεί να αντεξετάσει τόσο τον Μ.Υ. όσο και την εκδότρια των τιμολογίων επειδή «η τιμή πώλησης των inverter είναι κατά πολύ ψηλότερη σε σχέση με αυτήν που πώλησαν στους Ενάγοντες και να παρουσιάσουν την διαφορά με όσα γνωρίζουν». Όντως η Ενάγουσα έχει επισυνάψει στην αίτηση δύο άλλα τιμολόγια ημερ. 25.5.10 και 22.9.10 και δύο αποδείξεις εξόφλησης τους, ύψους €42.444 (Τεκμήριο 1 στην αίτηση). Όμως σε σχέση με το θέμα των μετασχηματιστών και τη σημασία τους θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: § Η αγωγή αφορά αξιώσεις βάσει συμβολαίου εγκατάστασης φωτοβολταϊκού πάρκου και η θέση της Ενάγουσας κατά την ακρόαση ήταν πως η ίδια δεν είχε τιμολογήσει και συνεπώς οι Εναγόμενοι δεν είχαν πληρώσει προς την ίδια οτιδήποτε για μετασχηματιστές. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως υποχρεώθηκαν να τους αγοράσουν ξανά παρότι είχαν πληρώσει και την Ενάγουσα οπότε εγείρουν σχετική αξίωση ανταπαιτητικώς. § Η Ενάγουσα αντεξέτασε τον Μ.Υ. για τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 36 και μάλιστα ήταν σαφές ότι γνώριζε πως τα ποσά των τιμολογίων αυτών ήταν μεγαλύτερα από ό,τι στα τιμολόγια τα οποία (παραδόξως) αναφέρουν ότι εντόπισαν αργότερα. § Η αναφορά του Μ.Υ. στα τιμολόγια έγινε από το στάδιο της κυρίως εξέτασης του και συγκεκριμένα με την §16 της γραπτής δήλωσης του (Έγγραφο Β). Το ουσιώδες είναι πως τα παρουσίασε όχι μόνα τους αλλά με αποδείξεις πληρωμής στα πλαίσια της προσπάθειας του να αποδείξει τα ποσά που πλήρωσε η Εναγόμενη 1, θεωρώντας ότι στοιχειοθετούν τη ζημιά της. Υπ' αυτή την έννοια, δηλαδή καθ' όσον προσφέρονται για απόδειξη δικών της ενεργειών και δράσεων, δεν τίθεται καν θέμα εξ ακοής μαρτυρίας. Στη βάση όλων των πιο πάνω η ουσία είναι πως η Ενάγουσα είχε πλήρη γνώση για τα γεγονότα τα οποία ισχυρίζοντο οι Εναγόμενοι και γνώριζε έγκαιρα ότι αναφέροντο σε μεγαλύτερα ποσά, τα οποία μάλιστα αξιώνονται υπό τύπο ανταπαίτησης. Αντί οποιασδήποτε άλλης πορείας η Ενάγουσα επέλεξε να μην αναφερθεί ειδικά στο θέμα κατά την προσαγωγή της δικής της μαρτυρίας, ούτε να επεκταθεί κατά την αντεξέταση του Μ.Υ. αλλά ούτε και να θέσει το θέμα κλήτευσης τρίτου προσώπου στο κατάλληλο στάδιο. Υπό αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι δεν έχουν καταδειχθεί οι αναγκαίες ειδικές περιστάσεις για επανάκληση μάρτυρος ή για επανάνοιγμα της ακρόασης με σκοπό την υποβολή αιτήματος αντεξέτασης. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με €750 έξοδα συν Φ.Π.Α. προς όφελος των Εναγομένων 1 και 2 και εις βάρος της Ενάγουσας. (Υπ.) .............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.