← Κύπρος

Πετρόπουλου ν. SFS Group Public Company Limited, Αρ. Αγωγής: 823/2019, 10/1/2020

Πετρόπουλου ν. SFS Group Public Company Limited, Αρ. Αγωγής: 823/2019, 10/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 823/2019 Μεταξύ: XXXXX Πετρόπουλου Ενάγοντα και SFS Group Public Company Limited Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση για Έκδοση Συνοπτικής Απόφασης ημερομηνίας 12 Απριλίου 2019 10 Ιανουαρίου,

  1. Για τον ενάγοντα - Αιτητή: κα Παπακωνσταντίνου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτησή του ο ενάγων αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €180.161,46, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, ως είναι η αξίωσή του, εναντίον των εναγομένων, στην παρούσα αγωγή. Τη νομική βάση της Αίτησης αποτελούν, μεταξύ άλλων, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θθ. 1(α), 2, 4-6, 8 και
  2. Την πραγματική βάση της Αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντα ημερομηνίας 12.4.
  3. Με την ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης ημερομηνίας 27.9.2019, οι εναγόμενοι ενίστανται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, βασιζόμενοι στους 6 λόγους ένστασης που συγκεκριμενοποιούνται στο σώμα της ένστασης. Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης αποτελεί η ένορκη δήλωση του XXXXX Λάρκου, ημερομηνίας 27.09.2019, στην οποία παραθέτει τους ισχυρισμούς του προς αμφισβήτηση της έκδοσης συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων και προς στήριξη της δικής τους θέσης ότι θα πρέπει να τους δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν και υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι την 8.4.2019 είχε καταχωρηθεί εκ μέρους των εναγομένων Έκθεση Υπεράσπισης, ενώ εκκρεμεί, από τις 7.5.2019, αίτηση ώστε οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται στην υπεράσπιση προδικαστούν. Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης περιορίστηκε στις αγορεύσεις των δύο συνηγόρων οι οποίοι ανέλυσαν την επιχειρηματολογία τους στο Δικαστήριο με αναφορά και σε σχετική νομολογία. Έχω μελετήσει με προσοχή και έχω λάβει υπόψη τις εισηγήσεις των συνηγόρων κατά τη μελέτη μου και έκδοση της παρούσας απόφασης και δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω το περιεχόμενο των αγορεύσεων για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1, όπου ο εναγόμενος καταχωρεί εμφάνιση σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ο ενάγων δύναται, κατόπιν ένορκης δήλωσης που γίνεται από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα στην οποία επιβεβαιώνεται η βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό (εάν υπάρχει) και δηλώνεται ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να ζητήσει την έκδοση απόφασης και απόφαση δύναται να εκδοθεί εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Άφθονη είναι η νομολογία επί του υπό κρίση θέματος και ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις R.C.K. Sports ν. Persona Advertising Ltd

(1996)I(B) Α.Α.Δ. 1074, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782 και J&Μ Loizides Agencies Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 322/2008, ημερ.14.7.2011. Η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και επομένως η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου κατά τρόπο εμφανή τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση. Όπου ο εναγόμενος δίνει αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του παρέχουν το δικαίωμα να ακουστεί μέσω της υπεράσπισης του, τότε θα πρέπει να δίδεται το δικαίωμα αυτό στον εναγόμενο. Εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις δικονομικές προϋποθέσεις της Δ.18, το βάρος μετατίθεται στην πλευρά του εναγόμενου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση ή τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα και η απλή δήλωση του εναγομένου ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν επαρκεί. Όπως αναφέρεται στην ως άνω υπόθεση J&Μ. Loizides Agencies Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (ανωτέρω): «Όμως δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R.897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.
(2005)1 Α.Α.Δ.818). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελίδα 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para. 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (αρ.1)
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος)». Με αναφορά στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία, η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων είναι για συνολικό ποσό €180.161,56, πλέον νόμιμο τόκο ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης. Προκύπτει συναφώς, ότι η αξίωση αφορά φιλοδωρήματα κατά την απασχόληση του ενάγοντα στους εναγομένους. Για την αξίωση αυτή, ως είναι ο ισχυρισμός, υπήρξε εύρημα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο όμως δεν εξέδωσε απόφαση λόγω εκπρόθεσμης καταχώρησης της Αίτησης. Προκύπτει περαιτέρω ότι το αξιούμενο ποσό απαιτείται με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, το οποίο καταχωρήθηκε στις 22.3.2019 στο οποίο οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στις 3.4.
  1. Όσον αφορά την Αίτηση για συνοπτική απόφαση, δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει. Αρκεί να λεχθεί ότι ο ενόρκως δηλών παραθέτει λεπτομερώς τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αξίωση του, επισυνάπτοντας παράλληλα και τεκμήρια προς υποστήριξη των ισχυρισμών. Επιβεβαιώνει δε την αιτία αγωγής, των γεγονότων της οποίας έχει πλήρη και προσωπική γνώση. Δηλώνει, τέλος, ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε πραγματική ή ουσιαστική υπεράσπιση στην αγωγή. Με βάση τα πιο πάνω, αλλά και τις νομολογιακές αρχές που αφορούν το θέμα, ικανοποιούμαι ότι ο συγκεκριμένος ενόρκως δηλών είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης. Ικανοποιούμαι, επίσης, ότι με τους ισχυρισμούς που προβάλλει και τα όσα αναφέρει, επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και τέλος, δηλώνει την πίστη του ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις τις οποίες ο ενάγων υποχρεούται να ικανοποιήσει έχουν ικανοποιηθεί. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν δείξει την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή γεγονότων τέτοιων που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να ακουστούν και να υπερασπιστούν. Το τι, μεταξύ άλλων, προβάλλει ο ενόρκως δηλών εκ μέρους των Εναγομένων, μέσω της ένορκής του δήλωσης, είναι τα εξής: «Ανέγνωσα, επίσης, την Ένορκο Δήλωση του Ενάγοντα, ημ. 12/4/2019, η οποία υποστηρίζει την Αίτηση του ιδίας ημερομηνίας για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης και αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Κατ' αρχήν δεν αποδέχομαι την υπεραπλουστευμένη θέση του Ενάγοντα, ότι, επειδή ένα άλλο Δικαστήριο πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας, στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λεμεσού, συμπεριέλαβε σε απόφαση του, ημερ. 12/4/2019, κάποιες παρατηρήσεις, αυτές θα μπορούσαν να δεσμεύσουν ένα άλλο Δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση το εκδικάζον την παρούσα Αίτηση και να το υποχρεώσουν στην έκδοση Συνοπτικής Απόφασης εναντίον μας, χωρίς να μας δοθεί το δικαίωμα να ακουστούμε. Μια τέτοια θεώρηση αντιστρατεύεται κάθε κανόνα δικαίου, αλλά και το δικαίωμα της Εναγομένης να ακουστεί ενώπιον Δικαστηρίου. (β) Όπως θα παρατηρήσει και το Σεβαστό Δικαστήριο, στις 8/4/2019, δηλαδή 4 ημέρες πριν ο Ενάγοντας καταχωρήσει την Αίτηση του για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης, η Εναγόμενη καταχώρισε την Υπεράσπιση της στο Δικαστήριο, προβάλλοντας 4 Προδικαστικές Ενστάσεις, οι οποίες άπτονται όλες νομικών ζητημάτων. (γ) Συγκεκριμένα, αλλά όχι περιοριστικά, η Εναγόμενη, με την Υπεράσπιση της, εγείρει στις παραγράφους 1, 2, 3 και 4, αυτής, υπό μορφή Υπεράσπισης προς απόρριψη της Αγωγής, τις προδικαστικές εντάσεις του δεδικασμένου, της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, της αναρμοδιότητας του εκδικάζοντος Δικαστηρίου προς εκδίκαση εργατικής διαφοράς ως είναι το αντικείμενο της Αγωγής και της παραγραφής του αγωγίμου δικαιώματος του Ενάγοντα. (δ) Πληροφορούμαι, μάλιστα, από τους Δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση, ότι, για τα ζητήματα που εγείρονται προδικαστικά υπάρχει απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στα πλαίσια άλλης υπόθεσης με παρόμοια και/ή συναφή και/ή ταυτόσημα γεγονότα, κατατοπιστική επί του ζητήματος, η οποία δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, όμως, η συμβουλή από τους δικηγόρους μας είναι, ότι, αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο να εκτεθεί η σχετική επί του θέματος νομολογία και επί τούτου επιφυλασσόμεθα, μέσω των Δικηγόρων μας, να εκθέσουμε ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου τα νομικά μας επιχειρήματα στο σωστό χρόνο. (ε) Συνεπακόλουθα των πιο πάνω, λέγω, ότι, η Εναγόμενη, στην παρούσα υπόθεση, έχει πάρα πολύ καλή υπεράσπιση, την οποία, μάλιστα, το σεβαστό Δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει ως προς την ποιότητα της, αφού ευρίσκεται και/ή θα πρέπει να ευρίσκεται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου, αφού καταχωρήθηκε στις 8/4/
  2. Τα ζητήματα που εγείρονται με την Υπεράσπιση μας δεν είναι, ούτε ζητήματα γενικής άρνησης, ούτε ζητήματα τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να παραγνωρίσει, αφού άπτονται του ίδιου του πυρήνα της δικογραφημένης στην Αγωγή απαίτησης του Ενάγοντα, την οποία (απαίτηση) αμφισβητούμε στη βάση νομικών επιχειρημάτων. Λέγω, επίσης, ότι, διά της καταχωρηθείσας Υπεράσπισης της, η Εναγόμενη ισχυρίζεται τα κάτωθι, σε επίπεδο, μάλιστα, Προδικαστικών Ενστάσεων (παρατίθενται αυτούσιες οι προδικαστικές ενστάσεις):
  3. Η Εναγόμενη εγείρει προδικαστική ένσταση δεδικασμένου, στη βάση του ότι η αξίωση του Ενάγοντα στην παρούσα Αγωγή αποτελούσε και αντικείμενο της αξίωσης του στην υπόθεση XXXX/2012, ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λεμεσού, η οποία έχει εκδικαστεί και απορριφθεί, στη βάση ευρήματος περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα. Σχετική η Απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λεμεσού, ημ. 11/2/
  4. Η Εναγομένη εγείρει, περαιτέρω, προδικαστική ένσταση επί το ότι η παρούσα Αγωγή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αφού όλες οι απαιτήσεις του Ενάγοντα, ως εγείρονται στην Έκθεση απαιτήσεως του, έχουν εκδικαστεί και αποφασιστεί από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λεμεσού, στα πλαίσια της Αίτησης με αρ. XXXX/
  5. Η Εναγομένη εγείρει, περαιτέρω, προδικαστική ένσταση περί αναρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να εκδικάσει τη διαφορά, η οποία, ως διαφορά εργατικής φύσεως, υπάγεται, αποκλειστικά, προς εκδίκαση και επίλυση ενώπιον του κατά τόπο Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, στην προκειμένη περίπτωση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λεμεσού, στο οποίο, ήδη, ο Ενάγοντας είχε προσφύγει, ανεπιτυχώς, προς επίλυση της εργατικής διαφοράς.
  6. (α) Η Εναγομένη εγείρει, περαιτέρω, προδικαστική ένσταση περί παραγραφής της Απαίτησης του Ενάγοντα και/ή της αξίωσης του και/ή του αγώγιμου δικαιώματος του περί συμφωνημένου φιλοδωρήματος, στη βάση του ότι η Συμφωνία Εργοδότησης, που ο Ενάγοντας επικαλείται σε σχέση με το αγώγιμο του δικαίωμα, έληξε στις 16/5/2005, ήτοι, σχεδόν 14 έτη πριν την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής. (β) Συνεπακόλουθα και σε σχέση με την 4η ως άνω προδικαστική ένσταση, ακόμα και εάν ο Ενάγοντας επιχειρεί να στηρίξει το αγώγιμο του δικαίωμα σε σύμβαση, κάτι που υπό τις περιστάσεις θα πρέπει να απαγορευθεί και/ή απορριφθεί υπ0ό του Δικαστηρίου στα πλαίσια των προδικαστικών ενστάσεων, υπό σημεία 1, 2 και 3, ανωτέρω, το δικαίωμα του αυτό έχει παραγραφεί προ πολλού». Από αυτά, το τι διαπιστώνεται είναι ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν την αξίωση του ενάγοντα στη βάση δεδικασμένου, κατάχρησης της διαδικασίας, έλλειψης δικαιοδοσίας και παραγραφής. Τα ως άνω νομικά σημεία οι εναγόμενοι προβάλλουν ικανοποιητικά, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, μέσω της ένορκης δήλωσης του διευθυντή τους. Άλλωστε, το πραγματικό υπόβαθρο, στο οποίο φαίνεται να βασίζονται οι εναγόμενοι, προβάλλεται από τον ίδιο τον ενάγοντα. Το να προχωρούσε το Δικαστήριο με εξέταση οποιουδήποτε συναφούς θέματος χωρίς να ακούσει τις θέσεις των εναγομένων είτε επί τούτων, είτε επί των ως άνω προδικαστικών ενστάσεων, θεωρώ ότι θα ξέφευγε της φιλοσοφίας της Δ.
  7. Χωρίς να υπεισέρχομαι περαιτέρω στα επίδικα θέματα της υπόθεσης για να τα κρίνω, θεωρώ ότι οι προβαλλόμενοι από τους εναγόμενους ισχυρισμοί και θέματα μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να δώσουν σ' αυτούς το δικαίωμα να ακουστούν μέσω της, ήδη καταχωρηθείσας, υπεράσπισής τους. Στη βάση των λόγων που εξηγούνται ανωτέρω, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .............. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Α.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.