ΡΟΔΗΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. LITHO WEB LTD δια του Διαχειριστή και Παραλήπτη αυτής Αβραάμ, Αρ. Αγωγής: 654/2019, 15/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 654/2019 Μεταξύ: ΡΟΔΗΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων Και LITHO WEB LTD δια του Διαχειριστή και Παραλήπτη αυτής XXXXX Αβραάμ Εναγομένων Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 9.4.2019 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 15 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Ανδρέου για Σ. Ιωάννου Για Εναγομένους - Καθ' ων η αίτηση: κ. Σαζείδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα το οποίο καταχωρήθηκε την 1.3.2019 οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους το ποσό των €27.698,10 ως οφειλόμενο δυνάμει τιμολογίων και/ή δυνάμει πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων και/ή υπηρεσιών και/ή δυνάμει καταστάσεως λογαριασμού και/ή ως αποζημιώσεις και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον τόκους και έξοδα. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 6.3.2019 και στις 9.4.2019 οι Ενάγοντες - Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία αξιώνουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η απαίτησή τους επί του Κλητηρίου Εντάλματος. Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Παναγιώτη Παπαπέτρου στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Ο κ Παπαπέτρου είναι ένας εκ των Διευθυντών των Εναγόντων και γνωρίζει προσωπικά όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και συμφωνεί και υιοθετεί το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με τα όσα καταθέτει, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο και μέχρι σήμερα, οι Ενάγοντες - Αιτητές ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με έδρα την Λευκωσία και μεταξύ άλλων ασχολούνται με την εμπορία και προμήθεια υγραερίου, πετρελαιοειδών και άλλων συναφών εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Κατά τον ίδιο χρόνο οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση ήταν πελάτες των Εναγόντων - Αιτητών και κατά διαστήματα προμηθεύονταν από αυτούς διάφορα προϊόντα για δικό τους όφελος. Δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης την 23.5.2017 διορίστηκε Διαχειριστής / Παραλήπτης των Εναγόμενων ο κ. XXXXX Αβραάμ και παραμένει μέχρι και σήμερα αφού η εταιρεία συνεχίζει να τελεί υπό διαχείριση (αντίγραφο της Γνωστοποίησης Διορισμού ή παραλήπτη αναφορικά με τον διορισμό του κ. XXXXX Αβραάμ επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2). Στα πλαίσια της συνεργασίας των διαδίκων, οι Ενάγοντες - Αιτητές διατηρούσαν σχετικό λογαριασμό (δέσμη των 39 συνολικά τιμολογίων που περιλαμβάνονται στην κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσαν οι Ενάγοντες - Αιτητές επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 και η κατάσταση λογαριασμού όπου εμφαίνονται όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις μεταξύ των διαδίκων αλλά και του οφειλόμενου ποσού που παραμένει απλήρωτο μέχρι σήμερα εκ €27.698,10 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5). Σύμφωνα με τον κ Παπαπέτρου, οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση παρέλαβαν δεόντως και κανονικά τις υπηρεσίες και εμπορεύματα από τους Ενάγοντες - Αιτητές στη Λευκωσία και τα βρήκαν της απολύτου αρεσκείας τους. Οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε διαφώνησαν με οποιαδήποτε χρέωση και πίστωση και εν πάση περιπτώσει με την συμπεριφορά τους (by conduct) τις αποδέχτηκαν ανεπιφύλακτα. Παρά τις οχλήσεις των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους τόσο προφορικές όσο και με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 14.5.2018 προς τον Διαχειριστή των Εναγομένων (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6), η οποία ταχυδρομήθηκε στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγόμενων και μετά την πάροδο λογικού χρονικού διαστήματος δεν επιστράφηκε ως αζήτητη, δια την οποία ενημερωνόταν ο Διαχειριστής των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση για την οφειλή τους προς τους Ενάγοντες - Αιτητές και καλούνταν να εξοφλήσουν το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό, οι Εναγόμενοι εξακολουθούν μέχρι σήμερα να οφείλουν το ποσό των €27.698,10. Με βάση τη νομική συμβουλή που έλαβαν οι Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι ουδεμία υπεράσπιση έχουν στην παρούσα αγωγή και για το λόγο αυτό οι Ενάγοντες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η απαίτησή τους. Στις 25.9.2019 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης στηριζόμενη στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 ΘΘ1 - 6, 8 και 9, Δ.39 Θ. 17, Δ.48 ΘΘ. 1 - 4 και 6 - 9 και Δ.64, όπου προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: (
- i)Η υπό κρίση αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από την Δ.18 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί και υιοθετηθεί από τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Υποβάλλεται δε καταχρηστικά, απαράδεκτα και κακόπιστα με μόνο σκοπό να αποστερήσει από τους Καθ' ων η Αίτηση τη δυνατότητα και το δικαίωμα να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους για να υπερασπίσουν τη θέση τους σε κανονική δίκη, κατά παράβαση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους. (
- ii)Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλούσε αδικία στους Καθ' ων η Αίτηση και θα έπληττε ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα τους αλλά και της δικαιοσύνης. (iii) Οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν επαρκή, εύλογη, ουσιαστική, καλόπιστη (bona fide) και καλή υπεράσπιση, η οποία ερείδεται στα γεγονότα τα οποία τίθενται εκτενώς στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κυρίου Μιχάλη Αβραάμ και είναι συνοπτικά τα ακόλουθα: 1. Οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε παρέλαβαν και/ή αποδέχτηκαν την πώληση και/ή παραλαβή οποιωνδήποτε εμπορευμάτων και/ή υπηρεσιών από τους Αιτητές. 2. Περαιτέρω, οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές ουδέποτε απέστειλαν και οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε παρέλαβαν από αυτούς τιμολόγια που αφορούν στις κατ' ισχυρισμό πωλήσεις εμπορευμάτων και/ή παροχής υπηρεσιών. 3. Οι Αιτητές ουδέποτε απέστειλαν στους Καθ' ων η αίτηση την αναφερόμενη στην ένορκη δήλωση του κ Παπαπέτρου κατάσταση λογαριασμού με το χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο κατ' ισχυρισμό οφείλουν. Ακόμη, όμως, και αν ήθελε φανεί η ύπαρξη του ισχυριζόμενου λογαριασμού, οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έλαβαν ενημέρωση περί της ύπαρξης του εν λόγω λογαριασμού. 4. Οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε έλαβαν είτε από τους Αιτητές, είτε από τους δικηγόρους τους γραπτώς και/ή άλλως πως οποιαδήποτε ειδοποίηση σχετικά με την ισχυριζόμενη παράλειψη τους να εξοφλήσουν το δήθεν οφειλόμενο ποσό προς τους Αιτητές. 5. Ουδέποτε οι Καθ' ων η Αίτηση αναγνώρισαν την οφειλή τους προς τους Αιτητές με οποιοδήποτε τρόπο. 6. Το ύψος του οφειλόμενου υπόλοιπου δεν ανταποκρίνεται στο ποσό που αναφέρουν οι Αιτητές και το ισχυριζόμενο υπόλοιπο είναι υπερβολικό και/ή παράνομο. (
- iv)Με την πιο πάνω υπεράσπιση τους οι Καθ' ων η Αίτηση αμφισβητούν τόσο νομικά όσο και πραγματικά τους ισχυρισμούς οι οποίοι τίθενται από τον Αιτητή, με τρόπο τέτοιο ώστε τα αμφισβητούμενα θέματα να πρέπει να επιλυθούν μόνο με την εκδίκαση της υπόθεσης επί της ουσίας και όχι συνοπτικά. Η ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Αβραάμ, ο οποίος είναι ο Παραλήπτης Διαχειριστής των Εναγομένων, στην οποία ουσιαστικά υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Περαιτέρω, εκεί αναφέρεται ότι ναι μεν οι Καθ' ων η Αίτηση ήταν πελάτες των Αιτητών και προμηθεύονταν από αυτούς κατά διαστήματα υγραέριο, πλην, όμως, τα τιμολόγια που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του κ Παπαπέτρου ουδέποτε έχουν παραληφθεί και ουδέποτε έχουν γίνει αποδεκτά από τους Καθ' ων η Αίτηση, ενώ δεν φέρουν την υπογραφή του παραλήπτη ή οποιουδήποτε αντιπρόσωπου αυτών. Αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Παπαπέτρου και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5, είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι ουδέποτε την παρέλαβαν ενώ αμφισβητούν το εκεί αναφερόμενο χρεωστικό υπόλοιπο. Περαιτέρω, ο κ Αβραάμ δηλώνει ότι ουδέποτε οι Καθ' ων η Αίτηση έλαβαν καταστάσεις λογαριασμού σχετικά με τις χρεώσεις και τις καταχωρήσεις που γίνονταν στον λογαριασμό που διατηρούσαν οι Αιτητές για τις μεταξύ τους συναλλαγές και ουδέποτε είχαν οποιαδήποτε σχετική ενημέρωση. Τέλος, αναφέρεται ότι η επιστολή των δικηγόρων των Αιτητών ημερομηνίας 14.5.2018, δεν έχει επιδοθεί στους Καθ' ων η Αίτηση και ουδέποτε αυτοί οχλήθηκαν από τους Αιτητές για καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού. Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η Αίτηση έλαβαν γνώση της απαίτησης των Εναγόντων για πρώτη φορά με την επίδοση της παρούσας αγωγής. Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών υιοθέτησαν τις γραπτές τους αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσονται οι αντίστοιχες θέσεις τους και καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις των συνηγόρων είναι καταγεγγραμμένες και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω. Αναφορά, ωστόσο, θα γίνεται όπου κρίνεται αναγκαίο. H έκδοση συνοπτικής απόφασης έχει ως βάση τη Δ.18 Θ. 1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τα ακόλουθα: «1.(
- a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Ουσιαστικά, η διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία με αυτήν που προβλέπεται στην παλαία αγγλική Ο. 14, παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση και για το λόγο αυτό θα ήταν άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπισή του μόνο για σκοπούς καθυστέρησης. Οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση τη Δ.18 όπως επίσης ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου έχουν εξεταστεί και ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenka Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 και Ανδρονίκου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 977). Ειδικότερα στην υπόθεση Νεάρχου (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα πιο κάτω στη σελίδα 824: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπιστεί την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1-5., όπως αυτά επεξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου». Περαιτέρω, στο Annual Practice 1958, Τόμος 1, στη σελίδα 243 αναφέρονται τα πιο κάτω στα πλαίσια της αγγλικής O. 14: «The purpose of O.14 is to enable a plaintiff to detain a summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly; and if the defendant is unable to set up a bona fide defence or raise an issue against the claim which ought to be tried (Rodsents v. Plant
(1985)1 Q.B.597). .................................................................................... The summary jurisdiction conferred by this Order must be used with great care. A defendant ought not to be shut out from defending unless it is very clear indeed that he has no case in the action under disctission". (See Sheppards v. Wilkinson, 6 T.L.R. 18). Summary judgment under this Rule should not be granted when any serious conflict as to matter of fact or any real difficulty as to matter of law arises (Crawford v. Gilmore, 30 L.R. Ir. 238; Electric & General Contract Corporation v. Thomson-Houston, etc., Co., 10 T.L.R. 103").» Η ιδιαίτερη φύση της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης έχει τονιστεί μεταξύ άλλων στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, 244 και στην υπόθεση J & M. Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1280. Από τη γραμματική ερμηνεία της Δ.18 Θ. 1 καθώς και από την πλούσια επί του θέματος νομολογία, προκύπτει ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει τις θέσεις του εναγόμενου ως προς την ύπαρξη υπεράσπισης στην αγωγή, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ. 6, (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης, και (γ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται αλλά και να δηλώνει ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων είναι επιτακτική και σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων την υπόθεση Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenka Obchondi Banka A.S. (πιο πάνω)). Εξετάζοντας την παρούσα αίτηση, είναι στο στάδιο αυτό, θεωρώ, που πρέπει να λεχθεί ότι στην υπό εξέταση υπόθεση οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18 Θ. 1(α) πληρούνται εφόσον το Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε ήταν Ειδικά Οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 Θ.6 και οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης μέσω δικηγόρου. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides v. Ceskoslovenska (πιο πάνω), Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782 και The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1168. Ουσιαστικά, ο αιτητής στα πλαίσια μιας τέτοιας διαδικασίας θα πρέπει μόνο να επιβεβαιώσει την απαίτησή του. Όπως υποδεικνύεται και στο Annual Practice 1958, στη σελίδα 247: «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: ¨The defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £.............../ for ................ and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action. Τhe affidavit need not set out all the particulars, nor verify the notice of dishonour averred in the statement of claim (May v. Chidley, [1894] 1 Q.B. 451, and see Murphy v. Nolan, 18 L. R. Ir. 468). If the writ be accompanied by a statement of claim the facts therein contained must similarly be verified by affidavit.» Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (πιο πάνω) γίνεται διάκριση αφενός μεν των προσώπων που μπορούν να ορκιστούν θετικά για τα γεγονότα μιας υπόθεσης και αφετέρου των προσώπων που ορκίζονται με βάση τα όσα πληροφορούνται και πιστεύουν. Τονίζεται δε ότι η Δ.39 Θ. 2 αφορά μόνο τις ενδιάμεσες αιτήσεις όπου μπορεί κάποιος ενόρκως δηλών να κάνει αναφορά σε γεγονότα που είναι εξ΄ ακοής. Επίσης επιβεβαιώνεται από την πιο πάνω απόφαση η λογική αναγκαιότητα ότι εκεί που ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο την ένορκη δήλωση θα κάνει κάποιο φυσικό πρόσωπο το οποίο όμως γνωρίζει θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Υποδεικνύεται επίσης ότι το ζήτημα του κατά πόσον ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και εντός της έννοιας της Δ.18 Θ. 1, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης καθώς και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η φύση της αξίωσης. Στην προκειμένη περίπτωση τα όσα αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο της ένορκης δήλωσης του κ. Παπαπέτρου που συνοδεύει την αίτηση (ο οποίος υπενθυμίζεται ότι δεν αντεξετάστηκε) κρίνονται ικανοποιητικά σε σχέση με την καταλληλότητά του και την δυνατότητα του να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα με βάση τα οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων. Και τούτο παρά την θέση της υπεράσπισης περί του αντιθέτου η οποία προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την ακροαματική διαδικασία. Έχοντας δε υπόψη το σύνολο του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του κ. Παπαπέτρου όπου επαναλαμβάνεται στην ουσία η Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων και επισυνάπτονται τα σχετικά έγγραφα ως τεκμήρια, μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια ότι τόσο η αιτία της αγωγής όσο και το αξιούμενο ποσό επαληθεύονται πλήρως. Σαν αποτέλεσμα τούτου, καταλήγω ότι και οι τρείς προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 Θ. 1 έχουν ικανοποιηθεί, με τρόπο ώστε το βάρος απόδειξης να μετατοπίζεται πλέον στους ώμους των Εναγομένων να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που να τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Προτού, όμως, ασχοληθώ με τους σχετικούς ισχυρισμούς και τις θέσεις των Καθ'ων η Αίτηση, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ότι εκεί όπου ένας εναγόμενος που μπορεί να δημιουργήσει μέσω γεγονότων που αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση, που συνοδεύει την ένστασή του, την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πρέπει να πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση (βλέπε μεταξύ άλλων Jacobs v. Booths Distillery Co.
(1901)85 L.T.262 και Knapp -Fisher v. Crish
(1936)3 All E.R.560). Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Νικολάου στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ 418 με αναφορά στην CYEMS CO v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R 897 στις σελ. 902-905 και τις εκεί αναφερόμενες αγγλικές αποφάσεις: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Όπως έχει νομολογηθεί, όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου είναι γενικοί και/ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέτασή τους εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του προκειμένου να ετύγχαναν εξέτασης με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια. Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγόμενου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο το λεκτικό της Δ.18 Θ. 1(α) ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγόμενου («condescend upon particulars») (βλέπε μεταξύ άλλων Cyems Co Ltd v. Central Co. Operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Νέστωρα Χ''Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. 204, Χριστάκης Αυγουστή κ.ά. ν. Γ. Πίριλλου
(1997)1 Α.Α.Δ. 5, Ευάγγελος Λαζάρου κ.ά. ν. Γιάννη Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 418 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd
(2008)1 A.A.Δ. 837). Όπως υποδεικνύεται και στην υπόθεση J & M. Loizides Agencies Ltd (πιο πάνω): «Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 A.A.Δ. 239 και Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελ. 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. ................................................................................................................................... Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχηρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος).» Επί του ίδιου θέματος σημειώνονται τα ακόλουθα στο The Αnnual Practice 1958 στη σελίδα 250: «Where there is a triable issue, the defendant is entitled to leave to defend, without being put upon terms to pay money into Court, even though it may appear that the defendant is not likely to succeed (Jacobs v. Booth's Distillery Co., 85 L.T. 262, H.L; Runnacles v. Mesquila, 1 Q. B. D. 416; And see Ward v. Plumbley, infra). "Defence on the Merits" includes any legal defence, e.g., Statute of Limitation (Lord Bellew v. Markey, 2 L.R. Ir. 185; 4 L.R. Ir. 747), but does not extend to unsupported by valuable consideration (Woolston v. Baines, [1876] W.N. 74); mere inability to pay (Desart v. Townsend, 22 L.R. Ir. 389), nor to cases where the plaintiff is alleged to have given time for payment, which, of course, constitutes no defence unless there be consideration (Hookham v. Mayle
(1905), 22 T.L.R. 241). A complete defence need not be show. Where there is "a fair probability of a defence" unconditional leave to defend ought to be given ... Even though the defence is not clearly established, but only reasonable probability of there being a real defence, leave to defend should be given (Manager v. Cash, 5 T.L.R. 271). ................... The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App. Cas. 685, see judgment of Lord Blackburn at p. 704; Horrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362; Ray v. Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer v. Young, 5 T.L.R. 155, and cases cited r. 6 (n)).» Επομένως, εκείνο το οποίο απομένει να αποφασιστεί είναι κατά πόσον οι Εναγόμενοι έχουν αποσείσει το βάρος το οποίο έχει εναποτεθεί στους ώμους τους ώστε να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή έχουν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Οι θέσεις των Εναγομένων στην απαίτηση των Εναγόντων συνοψίζονται πιο πάνω και μπορούν να εντοπιστούν στις παραγράφους 2, 4, 5 και 6 της ένορκης δήλωσης του κ. Αβραάμ. Από την εν λόγω ένορκη δήλωση προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι ήταν πελάτες των Εναγόντων και ότι κατά καιρούς προμηθεύονταν υγραέριο από αυτούς. Εκείνο το οποίο προβάλλεται από την πλευρά των Εναγομένων είναι πως: 1. Τα τιμολόγια που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του κ. Παπαπέτρου ουδέποτε παραλήφθηκαν και ουδέποτε έγιναν αποδεκτά από αυτούς. 2. Τα εν λόγω τιμολόγια είναι ανυπόγραφα στο σημείο του παραλήπτη. 3. Ουδεμία ενημέρωση έλαβαν για την κατάσταση λογαριασμού και τις καταχωρήσεις που γίνονταν σε αυτήν. 4. Το ύψος του οφειλόμενου ποσού είναι υπερβολικό και/ή παράνομο. 5. Ουδέποτε οχλήθηκαν για καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού και ουδέποτε αναγνώρισαν το οποιοδήποτε χρέος τους. Σε σχέση με τα υπ. αριθμό
(1)και
(2)σημεία, παρατηρείται καταρχήν ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η νομολογιακή αρχή ότι τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία αλλά θα πρέπει να συνεκτιμούνται στο σύνολο της μαρτυρίας (βλέπε μεταξύ άλλων Palatino Developments Ltd v. Telectronics Communication Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ 962, The Mountain & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism
(1999)1 A.A.Δ. 156 και Μήρος Γιάγκου ν. Deme Dairy Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 91). Εντούτοις, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, τα συγκεκριμένα τιμολόγια τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του κ. Παπαπέτρου επιβεβαιώνουν ουσιαστικά την ύπαρξη της συμφωνίας και συνεργασίας που επικαλούνται οι Ενάγοντες - Αιτητές και του υπολοίπου του λογαριασμού που αξιώνουν, για τα οποία και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε θέση από τους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση πέραν της γενικής αναφοράς τους ως προκύπτει από τα πιο πάνω. Όπως δε έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και HALEKO HANSEATISCHES LEBENSMITTELKONTOR GMBH & CO OHG ν. L.S.E. LIFE STYLE ENTERPRISES LTD
(2011)1 Α.Α.Δ. 1055, τα τιμολόγια αποτελούν τον έγγραφο λογαριασμό σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή, με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση. Επομένως, υπό αυτά τα δεδομένα το γεγονός ότι τα τιμολόγια είναι ανυπόγραφα δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία. Σε σχέση με τα σημεία υπ' αριθμό
(3)και
(4)διαπιστώνεται ότι τα όσα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του κ. Αβραάμ που συνοδεύει την ένσταση αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς χωρίς να παρουσιάζονται συγκεκριμένα στοιχεία προς υποστήριξή τους με αποτέλεσμα να ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο επί των οποίων το Δικαστήριο να μπορούσε να εξετάσει με τη λεπτομέρεια που απαιτεί η παρούσα διαδικασία τους εν λόγω ισχυρισμούς. Η δε θέση της υπεράσπισης περί εξόφλησης των τιμολογίων εγέρθηκε για πρώτη φορά μέσω της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της και σε κάθε περίπτωση δεν περιλαμβάνεται στους λόγους ένστασης. Σε ό,τι αφορά το σημείο υπ. αριθμό
(5)πιο πάνω παρατηρείται ότι οι Εναγόμενοι περιορίζονται να σημειώσουν ότι ουδέποτε παρέλαβαν την επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 14.5.2018 και τούτο παρά τις λεπτομερείς θέσεις των Εναγόντων επί τούτου στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης του κ. Παπαπέτρου. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό δεν αφορά την ουσία της υπεράσπισης των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση. Είναι, λοιπόν, έκδηλο από τα πιο πάνω ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταφέρει να καταδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην απαίτηση των Εναγόντων ή σε οποιοδήποτε μέρος της ή ότι πρέπει να διεξαχθεί δίκη για κάποιο βάσιμο λόγο. Συνεπώς, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €27.698,10 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο