← Κύπρος

Σιονής ν. Patroclos Georghiou Developers Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1198/2019, 31/1/2020

Σιονής ν. Patroclos Georghiou Developers Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1198/2019, 31/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1198/2019 Μεταξύ:

  1. XXXXX Σιονής
  2. XXXXX Αριστοδήμου Εναγόντων και
  3. Patroclos Georghiou Developers Ltd
  4. Kathrium Development Co Ltd
  5. XXXXX Γεωργίου
  6. XXXXX Χαραλάμπους Εναγομένων ------------- Αίτηση ημερομηνίας 5.8.2019 και προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 5.8.2019 Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Χ' Τζιοβάννης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 και 2-Καθ' ων η αίτηση: κ. Γεωργίου για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, το οποίο καταχωρήθηκε την 10.5.2019, οι Ενάγοντες αξιώνουν τις εξής θεραπείες: «Α. Γενικές Αποζημιώσεις ένεκα της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 που προκύπτουν από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερ. 13/09/2005 για την πώληση, κατασκευή και/ή ανέγερση επί του οικοπέδου με πιστοποιητικό εγγραφής αρ. 4/XXXX, τεμ. XXXX, φ21/σχ 60Ε2 τμήμα 4, Μακεδονίτισσα, επί της οδού XXXXX 9, Δήμος Έγκωμης Λευκωσία διαμ. XXX χώρος στάθμευσης 202 και αποθήκης
  7. Β. Γενικές Αποζημιώσεις ένεκα της αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων των Εναγομένων 1 και 2 και/ή των εργοδοτουμένων/υπηρετών και/ή αντιπροσώπων και/ή εργολάβων και/ή υπεργολάβων τους και/ή των Εναγομένων 3 και 4 σε σχέση με την μελέτη, επίβλεψη και/ή κατασκευή και/ή εν γένει ανέγερση/περάτωση της πολυκατοικίας η οποία βρίσκεται στη Μακεδονίτισσα, επί της οδού XXXXX 9, Δήμος Έγκωμης στη Λευκωσία. Γ. Ειδικές Αποζημιώσεις ύψους €152.088 ένεκα της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 και/ή ένεκα της αμέλειας και/ή των νομίμων καθηκόντων των Εναγομένων 1 και 2 και/ή των εργοδοτουμένων/υπηρετών και/ή αντιπροσώπων και/ή εργολάβων και/ή υπεργολάβων τους και/ή των Εναγόμενων 3 και 4 σε σχέση με την μελέτη επίβλεψη και/ή κατασκευή και/ή εν γένει ανέγερση/περάτωση της πολυκατοικίας η οποία βρίσκεται στη Μακεδονίτισσα, επί της οδού XXXXX 9, Δήμος Έγκωμης στη Λευκωσία. Δ. Αποζημιώσεις για την απώλεια χρήσης του διαμερίσματος των Εναγόντων από τον Φεβρουάριο 2019 μέχρι σήμερα οι οποίοι για κάθε μήνα που χάνουν τη χρήση του διαμερίσματος τους υφίστανται επιπρόσθετη ζημιάς της τάξης του ποσού των ευρώ 600 μηνιαίως». Με την παρούσα αίτησή τους, οι Ενάγοντες αιτήθηκαν την έκδοση δεκαεννέα απαγορευτικών διαταγμάτων με τα οποία να εμποδίζεται η πώληση, διάθεση, αποξένωση, μεταβίβαση, εκποίηση, αποποίηση, υποθήκευση, επιβάρυνση, δέσμευση και η παράδοση ακινήτων ιδιοκτησίας των Εναγομένων 1 και
  8. Κατά την 5.8.2019, οι Ενάγοντες εξασφάλισαν μονομερώς τα διατάγματα υπό παρ. Γ, Ν, ΣΤ και Π της αίτησης, τα οποία αφορούν δύο ακίνητα τα οποία είναι εγγεγραμμένα ανά ½ μερίδιο στους Εναγόμενους 1 και
  9. Για τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα η αίτηση παρέμεινε να τύχει χειρισμού ως διά κλήσεως αίτηση. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι, προγενέστερα, οι Ενάγοντες είχαν εξασφαλίσει διάταγμα για άλλο ακίνητο, το οποίο αποσύρθηκε λόγω προηγούμενης μεταβίβασης του. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και στα άρθρα 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  10. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί η πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1, ημερομηνίας 5.8.2019, στην οποία παραθέτει τα γεγονότα και λόγους για τους οποίους οι Ενάγοντες ζητούν την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων (αναφορές στο περιεχόμενο γίνονται κατωτέρω). Στη βάση των οχτώ λόγων που τίθενται στο σώμα της ειδοποίησης ένστασης, οι Εναγόμενοι 1 και 2 φέρουν ένσταση στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Υποστηρίζουν δε, την ένσταση τους με την ένορκη δήλωση του Πάτροκλου Γεωργίου, ημερ. 10.10.2019 (αναφορές στο περιεχόμενο γίνονται κατωτέρω). Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και οι δύο συνήγοροι παρέθεσαν γραπτώς την αγόρευσή τους προς υποστήριξη ο κάθε ένας των δικών του θέσεων, με αναφορά και στη νομολογία. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω με προσοχή όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των αγορεύσεων των συνηγόρων. Κατά την ακρόαση της αίτησης ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων δήλωσε ότι αν και για να καλύπτεται η επάρκεια της θεραπείας, είναι η θέση των Εναγόντων ότι θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα για όλα τα ακίνητα, ως η αίτηση, εντούτοις, ως ένδειξη καλής πίστης, οι Ενάγοντες αποδέχονται να περιοριστεί το διάταγμα στα δύο εκδοθέντα, κάτι που δεν έγινε αποδεκτό από τους Εναγόμενους. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. [βλέπε, μεταξύ άλλων Acropol Shipping Co. Ltd & other v. Rossis

(1975)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Μακρυγιώργου κ.α.
(1978)1 C.L.R. 585, Μ. & Μ. Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία.
(1)Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
(2)Να εμφανίζεται πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
(3)Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει ένα διάταγμα, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Bacardi v. Vinco, Π.Ε.9295, ημερ. 18.7.1996. Στην παρούσα, πέραν του ως άνω άρθρου 32 του Ν.14/60, η αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του Κεφ.6. Σύμφωνα με την υπόθεση Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R.520, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου στο βαθμό που δεν συμπίπτουν με αυτές που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60. Από τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι τέτοια προϋπόθεση είναι να εμποδιστεί πιθανόν ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο. Είναι καλά γνωστό ότι στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Πρέπει συνεπώς να προσδιορίσω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ.263, ότι το Δικαστήριο δεν κάνει αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. επίσης Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska D.D., Πολ. Έφ.10042, ημερ. 3.2.1999). Το τι, φυσικά, θα πρέπει να διαχωριστεί είναι ακριβώς η αναγκαιότητα εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο τα ενώπιον του στοιχεία ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, προκύπτουν οι ισχυρισμοί των Εναγόντων. Συναφώς, γίνεται αναφορά στην αγορά από τους Ενάγοντες ενός διαμερίσματος των Εναγομένων 1 και 2 στη Μακεδονίτισσα, στο οποίο από το έτος 2009 άρχισαν να παρουσιάζονται προβλήματα. Τίθενται περαιτέρω οι ισχυρισμοί των Εναγόντων, με σχετική λεπτομέρεια, για τα εν λόγω προβλήματα, αφενός, αλλά και τις υπό μέρους των Εναγομένων παραβάσεις, αφετέρου, οι οποίες προκάλεσαν τα προβλήματα. Εξηγείται πως οι ιδιοκτήτες όλων των διαμερισμάτων αναζήτησαν εμπειρογνωμοσύνη, από την οποία προέκυψαν οι κατ' ισχυρισμόν αμέλεια και παραλείψεις των Εναγομένων, προκαλώντας τη ζημιά που οι Ενάγοντες εξηγούν και αναζητούν με την παρούσα αγωγή. Ο ενόρκως δηλών παραθέτει επίσης και τους ισχυρισμούς του σχετικά με την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων και τη δέσμευση της ακίνητης τους περιουσίας εξηγώντας ότι τα ακίνητα που αφορούν τα αιτούμενα διατάγματα δεν έχουν κατατεθειμένα πωλητήρια, ενώ επιβαρύνονται με αποφάσεις και οφειλές στο Τμήμα Φορολογίας τις οποίες οι Ενάγοντες δεν μπορούν επακριβώς να υπολογίσουν (λόγω τόκων). Από την πλευρά τους, οι Εναγόμενοι, μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένστασή τους, αμφισβητούν τις απαιτήσεις των Εναγόντων, υποδεικνύοντας την παραδοξότητα του να προβαίνουν οι Ενάγοντες σε τέτοιες απαιτήσεις τόσα χρόνια μετά την πώληση του διαμερίσματος, ιδιαίτερα μάλιστα παραγνωρίζοντας την ευθύνη τους για μη λήψη μέτρων σε μεγάλη διαρροή νερού στο διαμέρισμά τους. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν σημαντικά στοιχεία και ότι οι ίδιοι έχουν τεράστια περιουσία, ως εμφαίνεται στην έρευνα του Κτηματολογίου, ώστε να είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση εναντίον τους. Ένα από τα σημεία τα οποία εγείρουν οι Εναγόμενοι είναι η ικανοποίηση του κατ' επείγοντος που, ως γνωστό, αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για έκδοση μονομερώς ενός τέτοιου διατάγματος. Δεν θεωρώ ότι τίθεται τέτοιο θέμα αφού κρίνω ότι το ζήτημα καλύπτεται επαρκώς. Με την παράθεση της κατάστασης των ακινήτων των Εναγομένων μέσου του πιστοποιητικού έρευνας ημερ. 4-6-2019 διαπιστώνω ότι δεν υπήρξε ιδιαίτερη καθυστέρηση στις ενέργειες των Εναγόντων ώστε να μην ικανοποιείται το στοιχείο του κατ' επείγοντος. Το ότι οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων χρονολογούνται, δεν ανατρέπει τη διαπίστωση αυτή. Τίθεται επίσης ως λόγος ένστασης από τους Εναγόμενους ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων. Οι παράμετροι του θέματος προσδιορίζονται στην αγγλική υπόθεση Brink' s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R.1350 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248 και επίσης στην υπόθεση Timberland v. Evans, Πολ. Έφ.9776, ημερ. 29.5.1998. Η αυστηρότητα αντικρίζεται γιατί η έκδοση διατάγματος μονομερώς ενεργεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, ότι δηλαδή ένα θέμα αποφασίζεται αφού ακουστούν και οι δύο πλευρές. Στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω) τονίζεται το καθήκον του αιτητή, λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε, ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ.598). Η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα το τι προκύπτει είναι ότι η σχετική αρχή δεν εφαρμόζεται μόνο όπου ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου v. Aristo Developers Ltd, Πολ. Έφ.211/2010, ημερ.14.7.2011, αναφέρονται τα εξής: «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως («uberrima fides»). (Δέστε τις υποθέσεις Brink' s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R.1350, Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248, 269-70 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε η όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος». Δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση των Εναγομένων. Δεν θεωρώ ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο οποιοδήποτε ουσιώδες γεγονός, ούτε ότι εξέθεσαν τα γεγονότα με τρόπο ελλειπή ή παραπλανητικό. Σαφώς και γίνεται αναφορά στη διαρροή νερού. Πέραν του ότι προφανώς αποδίδεται ευθύνη από τη μια στην άλλη πλευρά και γι' αυτό, η κατάσταση παραμένει ότι η όλη εκδοχή των Εναγόντων δεν περιορίζεται στο συμβάν της διαρροής. Είναι με λεπτομέρεια που οι Ενάγοντες αναφέρουν τους ισχυρισμούς τους, είτε αυτοί ευσταθούν είτε όχι, οι οποίοι αφορούν άλλες και ανεξάρτητες κατ' ισχυρισμόν παραλείψεις ή ενέργειες των Εναγομένων. Αναλόγως, για το πιστοποιητικό έγκρισης, οι ισχυρισμοί των Εναγόντων δεν το αποκρύπτουν. Αντιθέτως αναφέρονται στην κατ' ισχυρισμόν τους απόκρυψη γεγονότων από τους Εναγόμενους στην αίτησή τους για έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης. Επομένως, δεν είμαι σε θέση να διαπιστώσω ότι τα γεγονότα έχουν εκτεθεί με τρόπο ελλιπή ή παραπλανητικό ή ότι έχει αποκρυβεί οποιοδήποτε ουσιώδες γεγονός ώστε οι Ενάγοντες να είναι υπόλογοι για τέτοια μεμπτή συμπεριφορά. Προχωρώντας, επομένως, με την εξέταση των προϋποθέσεων που καθορίζει ο νόμος και η νομολογία, ως έχουν αναλυθεί ανωτέρω, η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας, χωρίς το Δικαστήριο να οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας. Έχοντας υπόψη τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς σε σχέση με τις αξιώσεις των Εναγόντων, στο πλαίσιο πάντοτε του επιτρεπτού για σκοπούς της παρούσας και χωρίς το Δικαστήριο να καταλήγει σε οριστικά συμπεράσματα, και έχοντας υπόψη τις ως άνω νομολογιακές αρχές, καταλήγω ότι ικανοποιούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, ικανοποιώντας παράλληλα και την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.6 που αναφέρεται σε ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, έχει νομολογιακά εξηγηθεί ότι συμπίπτει με την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.6 περί ύπαρξης πιθανότητας να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ.280: «Και επί του σημείου αυτού η νομολογία μας είναι καθαρή. Η απαίτηση του άρθρου 5 για ύπαρξη πιθανότητας να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, αντιστοιχεί ουσιαστικά προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ.785, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί ή όπως αναφέρεται στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.α. v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ.782, 785, εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος». Στην υπόθεση Αναστασία Δημήτρη Κιταλίδη v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ.1165, λέχθηκαν τα εξής: «Ο έκτος λόγος έφεσης έχει ως εξής: «Δεν κατεδείχθη κίνδυνος μεταβίβασης και/ή αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και το Δικαστήριο λανθασμένα ερμήνευσε και/ή εφήρμοσε την νομολογία επί του θέματος». . Στην υπόθεση C. Phasarias (Auto Centre) Ltd v. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ.785 αναφέρονται τα εξής επί του θέματος: «Ακούσαμε τις δύο πλευρές και καταλήγουμε πως επιβάλλεται να παρέμβουμε. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του Εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω), σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου v. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ.1306. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου, Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο Ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος». Έχουμε την πεποίθηση ότι το πιο πάνω απόσπασμα απαντά ευθέως και ορθώς το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση και δεν έχουμε να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο». Επομένως, με βάση τις ως άνω νομολογιακές αρχές, καθίσταται ξεκάθαρο ότι δεν απαιτείται συγκεκριμένη μαρτυρία για ύπαρξη πρόθεσης για αποξένωση ή επιβάρυνση. Προκύπτει, επίσης, ότι η ύπαρξη επιπρόσθετης ακίνητης περιουσίας ουδόλως εμποδίζει την έκδοση διατάγματος ως το αιτούμενο. Όπως λέχθηκε, εξάλλου στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ (ανωτέρω): «Το άρθρο 5
(1)προνοεί για δέσμευση τόσης περιουσίας, όσο θα επαρκεί για ικανοποίηση της απαίτησης, μαζί με τα έξοδα. Και αυτήν την προϋπόθεση ικανοποίησαν οι εφεσίβλητοι. Αν οι εφεσείοντες είχαν προτείνει εναλλακτική προσέγγιση, το επιχείρημα τους θα είχε κάποιο νόημα, αφού το Δικαστήριο θα έπρεπε, ίσως, να επιλέξει τη λιγότερο επαχθή για τους εφεσείοντες επιλογή, νοουμένου ότι αυτή θα ήταν εξ ίσου αποτελεσματική. Οι εφεσείοντες περιορίστηκαν να αναφέρουν ότι διαθέτουν και άλλη ακίνητη περιουσία. Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό για να μην εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Θα πρέπει να δεσμευτεί ακίνητη περιουσία αρκετή ώστε ο Ενάγων να διασφαλίζεται ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ του θα ικανοποιηθεί». Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθίσταται εμφανές ότι η αναφορά των Εναγομένων ότι έχουν τεράστια περιουσία δεν μπορεί να έχει καθοριστικό ρόλο στο υπό εξέταση θέμα. Ιδιαίτερα όμως με τα δεδομένα ως τίθενται από τους Ενάγοντες, με περιουσία των Εναγομένων να επηρεάζεται από κατατεθειμένα στο Κτηματολόγιο συμβόλαια πώλησης, ή για τα επίδικα με αναφορά σε επιβαρύνσεις. Επιβαρύνσεις όμως που οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι δεν μπορούν επακριβώς να υπολογίσουν. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα ώστε να αποφευχθεί ή περιοριστεί (με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης) η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ των Εναγόντων. Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται εξετάζοντας το τι είναι εύλογο και δίκαιο στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Όμως, με τα δεδομένα ως έχουν αναλυθεί ανωτέρω, δεν είμαι σε θέση να καταλήξω ότι είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν όλα τα αιτούμενα διατάγματα για να επιτευχθεί το ζητούμενο υπό τις περιστάσεις. Από τα ενώπιον μου στοιχεία, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αξία των ακινήτων για τα οποία έχει ήδη εκδοθεί διάταγμα υπερκαλύπτει την αξίωση και οι Εναγόμενοι, μαζί, έχουν το σύνολο του συμφέροντος σ' αυτήν (από ½ ο καθένας), κρίνω ότι οριστικοποίηση των εν λόγω διαταγμάτων εξυπηρετεί το ζητούμενο στην παρούσα. Ακόμη και με δεδομένες τις επιβαρύνσεις που υφίστανται, δεν θα θεωρούσα δίκαιο να δεσμευτεί όλη η περιουσία των Εναγομένων για την οποία δεν υπάρχουν κατατεθειμένα πωλητήρια στο Κτηματολόγιο. Κατά συνέπεια, και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, τα εκδοθέντα διατάγματα, ημερομηνίας 5.8.2019 καθίστανται απόλυτα, τηρουμένων, φυσικά, των υφιστάμενων, κατά την έκδοσή τους, επιβαρύνσεων. Τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα απορρίπτονται. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Αιτητών και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΑΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.